Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου των ιπποτών της Ρόδου στην πόλη της Ρόδου, που αποκαταστάθηκε από τους Ιταλούς στη δεκαετία του 1930

Ιταλοκρατία ονομάζεται η περίοδος κατά την οποία οι Ιταλοί ήταν οι κυρίαρχοι στα σημερινά Δωδεκάνησα. Η περίοδος αυτή ξεκινά το 1912 με την κατάληψη των νησιών και διαρκεί 31 χρόνια. Με τη λήξη της περιόδου αυτής, τα νησιά θα βρεθούν, για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, υπό τον έλεγχο των Γερμανών Ναζί και στη συνέχεια των Άγγλων, προτού ενσωματωθούν οριστικά το 1947 στο Ελληνικό κράτος.

Η κατάληψη και η «Πολιτεία του Αιγαίου»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1911, το Βασίλειο της Ιταλίας κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διεκδικώντας εδάφη που ανήκαν στο βιλαέτι της Τρίπολης (σημ. Λιβύη). Στα πλαίσια του πολέμου αυτού, οι ιταλικές δυνάμεις με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Τζοβάνι Αμέλιο (ιτ. Giovanni Ameglio), κατέλαβαν κάποια από τα νησιά των τότε Νοτίων Σποράδων.

Αρχικά κατέλαβαν την Αστυπάλαια στις 28 Απριλίου και στη συνέχεια πραγματοποίησαν απόβαση στη Ρόδο στις 4 Μαΐου 1912. Η τουρκική φρουρά του νησιού οχυρώθηκε στο ορεινό χωριό Ψίνθος και αντιστάθηκε μέχρι τις 17 Μαΐου, οπότε και παραδόθηκε. Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στη Ρόδο οι ιταλικές δυνάμεις επιχειρούσαν και σε άλλα νησιά τα οποία κατέλαβαν με την εξής σειρά: τη Χάλκη στις 8 Μαΐου, την Κάλυμνο, την Κάσο, την Κάρπαθο, τη Λέρο, τους Λειψούς, τη Νίσυρο, την Πάτμο και την Τήλο στις 12 Μαΐου, τη Σύμη στις 19 Μαΐου και τέλος την Κω στις 20 Μαΐου.

Για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στα νησιά, οι Ιταλοί υποσχέθηκαν στους κατοίκους, ότι η κατάληψη θα ήταν προσωρινή. Οι νησιώτες πιστεύοντας πως η περίσταση είναι η ιδανική για να πετύχουν την ένωση με το Βασίλειο της Ελλάδας, αποφάσισαν την οργάνωση συνεδρίου με σκοπό την ανάληψη δράσης για την προώθηση του ζητήματος τους. Έτσι λοιπόν, στις 16 με 18 Ιουνίου 1912, συνεδρίασαν στην Πάτμο οι αντιπρόσωποι των νησιωτών, οι οποίοι συνέταξαν και υπέγραψαν ψήφισμα, με το οποίο κήρυτταν την αυτονομία τους και ονόμαζαν το σύνολο των νησιών «Πολιτεία του Αιγαίου» Η αυτόνομη Πολιτεία θα είχε δικούς της νόμους, σημαία (γαλάζιου χρώματος και με λευκό σταυρό στο κέντρο της) και έμβλημα (με τη μορφή του θεού Απόλλωνα). Το ψήφισμα αυτό έγινε γνωστό στο εξωτερικό, σε μια προσπάθεια προώθησης των αιτημάτων των Ελλήνων. Το ψήφισμα υπέγραψαν οι εκπρόσωποι των νήσων Κάσου (Κ. Αρβανιτόπουλος), Ρόδου (Γ. Δρακίδης), Λέρου (Ι. Αμπελάς), Καρπάθου (Γ. Πρωτόπαππας), Σύμης και Νισύρου (Ν. Πετρίδης), Κω (Σ. Κογιόπουλος), Πάτμου (Μ. Μαλανδράκης), Χάλκης (Π. Πιπίνος), Τήλου (Ιερομόναχος Μακάριος) και Καλύμνου (Μ. Ολυμπίτης)[1].

Βαλκανικοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, στις 9 Οκτωβρίου 1912, η Οθωμανική αυτοκρατορία βρέθηκε να πολεμά σε πολλά μέτωπα. Σε μια προσπάθεια να περιοριστούν τα μέτωπα αυτά, οι Οθωμανοί και οι Ιταλοί υπέγραψαν, στις 18 Οκτωβρίου 1912, τη συνθήκη του Ουσύ [Σημ. 1], σύμφωνα με την οποία, οι μεν Οθωμανοί αναγνώριζαν την ιταλική κυριαρχία στην περιοχή της Τρίπολης, οι δε Ιταλοί υπόσχονταν την επιστροφή των κατεχόμενων νησιών υπό οθωμανικό έλεγχο. Συνέχισαν όμως την κατοχή των νησιών ως ενέχυρο για την εφαρμογή της συμφωνίας από την πλευρά των Οθωμανών.

Παρόλα αυτά, οι νησιώτες, πιστοί στο όραμα της ένωσης με την Ελλάδα, συνέχισαν να την υποστηρίζουν κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Πολλοί συμμετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού ως εθελοντές, ενώ κάποιοι επιφανείς πολίτες, όπως ο Ιωάννης Καζούλλης, χρηματοδοτούσαν την εκστρατεία. Οι Ιταλοί από την πλευρά τους σκλήρυναν τη στάση τους απέναντι στους νησιώτες. Χαρακτηριστικό είναι ότι απαγόρευσαν την ύψωση της ελληνικής σημαίας, ενώ το 1913 παρεμπόδισαν την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού κατά των εορτασμό των Θεοφανίων.

Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων το καλοκαίρι του 1913, η Οθωμανική αυτοκρατορία βρέθηκε αποδυναμωμένη και ανίκανη να διεκδικήσει τα συμφωνημένα από τους Ιταλούς. Από το Νοέμβριο του 1914 ενεπλάκη και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστρουγγαρίας. Η Ιταλία, από την πλευρά της, παρόλο που, από το 1882, είχε σχηματίσει με τη Γερμανία και την Αυστρουγγαρία την Τριπλή Συμμαχία, έκανε μυστική συμφωνία με τις αντίπαλες δυνάμεις της Τριπλής Συνεννόησης (Αντάντ), ώστε να πολεμήσει στο πλευρό τους. Στη μυστική συνθήκη του Λονδίνου του Απριλίου του 1915, καθοριζόταν η «ανταμοιβή» που θα λάμβαναν οι Ιταλοί για την πράξη τους αυτή. Μεταξύ πολλών άλλων, οι σύμμαχοι της Αντάντ αναγνώρισαν την κατοχή των νησιών από τους Ιταλούς. Έτσι λοιπόν, τον Αύγουστο του 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Λίγο αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου 1915, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελλόριζο [Σημ. 2], το οποίο αξιοποίησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου ως βάση για τις ναυτικές τους επιχειρήσεις.

Μετά τη λήξη του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λήξη του πολέμου ακολουθείται από τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, τον Ιανουάριο του 1919. Οι νησιώτες θέλοντας να εκφράσουν την επιθυμία τους για την ένωση με την Ελλάδα, προσπαθούσαν να οργανώσουν συλλαλητήρια. Οι Ιταλοί αντέδρασαν στην προσπάθεια αυτή και το αποκορύφωμα ήρθε τον Απρίλιο του ίδιου έτους, οπότε ξέσπασαν ταραχές. Μάλιστα, στο χωριό Παραδείσι της Ρόδου έχασαν τη ζωή τους ο ιερέας παπα-Λουκάς και η Ανθούλα Ζερβού. Τα γεγονότα αυτά έγιναν παγκοσμίως γνωστά ως το «αιματηρόν Πάσχα».

Μέσα στους κόλπους της Αντάντ, η Ελλάδα και η Ιταλία έγιναν σύμμαχοι. Τα συμφέροντα των δυο χωρών προκάλεσαν την προσέγγιση τους και στις 29 Ιουλίου 1919, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος και ο υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας, Τομάζο Τιττόνι, υπέγραψαν μυστικά το διμερές σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι [Σημ. 3]. Το σύμφωνο αυτό, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι η Ιταλία θα παραχωρούσε στην Ελλάδα την κυριαρχία των κατεχομένων από αυτήν νησιών, εκτός της Ρόδου. Για τη Ρόδο προβλεπόταν η διενέργεια δημοψηφίσματος μετά από κάποια χρόνια για να καθοριστεί η ένωση ή μη με την Ελλάδα.

Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού λήγει τον Αύγουστο του 1920 με τη συνθήκη των Σεβρών, η οποία υπογράφηκε μεν από τον σουλτάνο Μεχμέτ Στ΄, αλλά η κυβέρνηση του Κεμάλ Ατατούρκ αρνήθηκε να την αναγνωρίσει. Ο Κεμάλ κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, μέσα από τα συντρίμμια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να δημιουργήσει το νέο Τουρκικό κράτος που θεμελιώθηκε μέσα από τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Σε αυτή, όπως και στη συνθήκη των Σεβρών, το Τουρκικό κράτος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα στα κατεχόμενα από την Ιταλία νησιά.

Μεταξύ των δυο συνθηκών και πιο συγκεκριμένα την 1η Μαρτίου 1921, οι Γάλλοι παραχώρησαν το Καστελλόριζο στους Ιταλούς, έναντι αδράς αμοιβής.

Ιταλικά νησιά του Αιγαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρασιατική καταστροφή του 1922 άφησε το Ελληνικό κράτος αδύναμο και τα νησιά υπό τον έλεγχο των Ιταλών. Η άνοδος του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος στην εξουσία, τον Οκτώβριο του 1922 αναίρεσε κάθε προηγούμενη συμφωνία, ενώ η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, τον Ιούλιο του 1923 μετέτρεψε τα νησιά σε νόμιμη ιταλική κτίση και σύντομα ονομάστηκαν «Ιταλικά νησιά του Αιγαίου» (ιτ. isole italiane dell’ Egeo).

Η περίοδος Λάγκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι λοιπόν, τον Αύγουστο του 1923 κατέφθασε ο Μάριο Λάγκο (ιτ. Mario Lago), ως ο πρώτος κυβερνήτης των νησιών. Η άφιξη του σηματοδοτεί την απόπειρα αλλοίωσης της εθνικής συνείδησης και εξιταλισμού των νησιωτών. Σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1925, οι κάτοικοι θεωρούνταν πλέον Ιταλοί πολίτες (απαλλασσόμενοι από τη στρατιωτική θητεία), ενώ το 1926 ορίστηκε σχολικός κανονισμός βάσει του οποίου η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας ήταν υποχρεωτική, ιδρύθηκε δε Διδασκαλείο για την εκπαίδευση των δασκάλων. Από το 1929 για την άσκηση ενός επαγγέλματος που απαιτούσε πανεπιστημιακές σπουδές, έγινε υποχρεωτική η φοίτηση ή τουλάχιστον η μετεκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, με παράλληλη παροχή υποτροφιών στους νησιώτες σπουδαστές.

Παράλληλα, έγινε προσπάθεια αποδυνάμωσης και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αρχικά, με το διάταγμα του 1926 η εκκλησία έχασε την εποπτεία των κοινοτικών σχολείων. Σιγά σιγά έχασε τα προνόμια που κατείχε και στην απονομή δικαιοσύνης [Σημ. 4] και την τοπική διοίκηση. Το 1928 ιδρύθηκε αρχιεπισκοπή της Καθολικής εκκλησίας με έδρα τη Ρόδο και αμέσως ενισχύθηκε ο δικός της ρόλος στην εκπαίδευση. Σε μια προσπάθεια πλήρους αποξένωσης από τον υπόλοιπο Ελληνισμό έγινε συστηματική προσπάθεια ίδρυσης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας για τα νησιά, που σταμάτησε μόνο όταν αποχώρησε ο Λάγκο.

Συστηματική ήταν και η προσπάθεια για τη δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού. Την περίοδο αυτή, κατέφτασαν από την Ιταλία έποικοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε πρότυπους οικισμούς στη Ρόδο, την Κω και τη Λέρο. Παράλληλα διευκολύνθηκαν, για ευνόητους λόγους, οι μικτοί γάμοι. Οι Ιταλοί κυριαρχούσαν στην οικονομική ζωή των νησιών και παρείχαν ελάχιστη αμοιβή στους ντόπιους εργάτες. Όλο αυτό το ασφυκτικό κλίμα οδήγησε στη σημαντική αύξηση της μετανάστευσης των νησιωτών.

Στις 4 Ιανουαρίου του 1932 υπεγράφη στην Άγκυρα η Ιταλοτουρκική Σύμβαση. Η συνθήκη διευθέτησε ένα κενό της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 που αφορούσε την κυριαρχία σε ένα αριθμό νησίδων και βραχονησίδων των Δωδεκανήσων και οριοθέτησε τα χωρικά ύδατα μεταξύ των ακτών της Ανατολίας και του Καστελλόριζου. Το κυριότερο αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης ήταν η παραχώρηση ενός αριθμού νησίδων στη Τουρκία.

Η περίοδος Ντε Βέκκι και τα κρυφά σχολειά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1936 ο Μάριο Λάγκο αντικαταστάθηκε και τη θέση του ως κυβερνήτης των νησιών πήρε ο στρατάρχης Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι (ιτ. Cesare Maria De Vecchi), ο οποίος ήταν ένας από τους τετράρχες του φασιστικού κόμματος. Η θητεία του Ντε Βέκκι ήταν πιο σύντομη από αυτήν του Λάγκο, αλλά πολύ πιο καταπιεστική. Το 1937 επέβαλε νέο σχολικό κανονισμό, ο οποίος όριζε ότι η ελληνική γλώσσα θα διδασκόταν προαιρετικά, χωρίς βιβλία και μόνο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Εισήγαγε τη φασιστική διοικητική οργάνωση, διορίζοντας τους podesta [Σημ. 5] και με διάφορες αποφάσεις μέσα στο 1938 επιβλήθηκε εξ ολοκλήρου το ιταλικό δίκαιο. Εισήχθηκε επίσης ρατσιστικός νόμος, που στόχευε στην καθαρότητα της ιταλικής φυλής.

Η σφοδρή επίθεση που δέχτηκε η ελληνική παιδεία από τον Ντε Βέκκι, οδήγησε πολλά παιδιά μακριά από τα σχολεία. Οι γονείς προτιμούσαν να μείνουν τα παιδιά αναλφάβητα, παρά να μάθουν τα ιταλικά. Τότε λοιπόν, στα νησιά αναβίωσαν τα «κρυφά σχολειά». Πιο συγκεκριμένα, ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι επιτρεπόταν η θρησκευτική κατήχηση, οργάνωσε σχολεία που λειτουργούσαν ως κατηχητικά. Η κατήχηση γινόταν σε εκκλησίες ή κρυφά σε σπίτια, από ιερείς ή θεολόγους, που μοίραζαν στα παιδιά εκκλησιαστικά και θρησκευτικά βιβλία ως αναγνωστικά. Τα παιδιά μετέφεραν κρυφά τα βιβλία για να μη γίνουν αντιληπτά από τις ιταλικές αρχές.[2]

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, κυβερνήτης των νησιών ορίστηκε ο Εττόρε Μπάστικο. Και ενώ οι Ιταλοί απέστειλαν νέο κυβερνήτη, οι νησιώτες, για άλλη μια φορά, στάθηκαν στο πλευρό της Ελλάδας και κατατάχθηκαν ως εθελοντές στον ελληνικό στρατό, συστήνοντας μάλιστα το λεγόμενο Σύνταγμα Δωδεκανησίων, που είχε σημαντική δράση στο Αλβανικό μέτωπο.

Η κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, τον Μάιο του 1941, επέτρεψε σε Γερμανούς και Ιταλούς να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον τους. Έτσι, τον Ιούλιο του 1941, ο Μπάστικο ορίστηκε διοικητής των δυνάμεων του Άξονα στην Βόρεια Αφρική και τη θέση του ως κυβερνήτης των νησιών ανέλαβε ο Ινίγκο Καμπιόνι.

Η λήξη της Ιταλοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είχε περάσει λίγος καιρός από την αποπομπή του Μουσολίνι, όταν το Σεπτέμβριο του 1943 η Ιταλία αναγκάστηκε να υπογράψει ανακωχή με τους συμμάχους. Οι Γερμανοί κινήθηκαν γρήγορα για την κατάληψη των νησιών. Στη μάχη της Δωδεκανήσου που ακολούθησε οι Γερμανοί κατέλαβαν αρχικά τη Ρόδο και συνέλαβαν τον Καμπιόνι. Στη συνέχεια κατάφεραν σημαντικές νίκες στη μάχη της Κω και τη μάχη της Λέρου κατά των Άγγλων και μέχρι τις 22 Νοεμβρίου είχαν καταλάβει όλα τα νησιά.

Τα νησιά παρέμειναν υπό τον έλεγχο του Γερμανού διοικητή Ούρλιχ Κλέεμαν μέχρι το Σεπτέμβριο του 1944 και στη συνέχεια πέρασαν υπό τον έλεγχο του Όττο Βάγκενερ. Λίγες μόλις μέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, δόθηκε εντολή για την παράδοση των γερμανικών δυνάμεων. Έτσι στις 8 Μαΐου 1945, ο Βάγκενερ υπέγραψε τη συνθήκη παράδοσης των νησιών στους Άγγλους.

Όμως, οι προθέσεις των Άγγλων για τα νησιά ήταν σκιώδεις. Έτσι λοιπόν, σε μια προσπάθεια να πιέσει καταστάσεις, στις 15 Μαΐου 1945, κατέφθασε στη Ρόδο ο αντιβασιλέας της Ελλάδας, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός συνοδευόμενος από διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία που κάλυψαν την περιοδεία του στα νησιά. Η υποδοχή του από τους νησιώτες ήταν ενθουσιώδης.

Η ένωση με την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από μια περίοδο διαπραγματεύσεων, υπογράφηκε, στις 10 Φεβρουαρίου 1947, η συνθήκη του Παρισιού με την οποία κατοχυρωνόταν η ένωση των Δωδεκανήσων με το Ελληνικό κράτος. Στις 31 Μαρτίου 1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τους Άγγλους και Στρατιωτικός Διοικητής Δωδεκανήσου ορίστηκε ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης.

Με νόμο της 9ης Ιανουαρίου του 1948 ορίστηκε ότι τα νησιά προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό κράτος από την 28η Οκτωβρίου 1947. Ο επίσημος εορτασμός έγινε την 7η Μαρτίου 1948 με την έναρξη της περιοδείας του βασιλέα Παύλου. Από τότε η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 7 Μαρτίου.

Από το Μάιο του 1948 τα νησιά διοικούνταν από τους «Γενικούς Διοικητές Δωδεκανήσου». Τελικά το 1955 συστάθηκε ο νομός Δωδεκανήσου.

Η αρχαιολογική κληρονομιά της Ιταλοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολύ σημαντικό έργο επιτέλεσαν οι Ιταλοί στο κομμάτι των αρχαιολογικών ερευνών. Άμεσα μετά την κατάληψη των νησιών, απεστάλησαν αρχαιολόγοι και μηχανικοί να μελετήσουν τα αρχαία μνημεία. Ο αρχαιολόγος Αμεντέο Μαγιούρι (it. Amedeo Maiuri) συνέβαλε στην έκδοση διατάγματος σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η κατοχή και η εμπορία αρχαιοτήτων. Έγιναν ανασκαφές στην περιοχή της Ιαλυσού, στο Φιλέρημο, όπου αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια του ναού της Ιαλυσίας Αθηνάς, στην ακρόπολη της Ρόδου, στην Κω και την Χάλκη.

Στη Ρόδο, από το 1915 το Νοσοκομείο των Ιπποτών, αφού πρώτα επισκευάστηκε, μετατράπηκε σε αρχαιολογικό Μουσείο [Σημ. 6]. Έγιναν έρευνες στην αρχαία Κάμειρο και την Κάρπαθο και αναστηλώσεις στην ακρόπολη της Λίνδου. Αυτό που ξεχωρίζει όμως, είναι οι επεμβάσεις στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Κάποια κτίσματα της οθωμανικής περιόδου καταστράφηκαν για να αναδειχθούν τα κτίρια της Ιπποτικής περιόδου που αναστηλώθηκαν. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ανακατασκευή του, από το 1856 κατεστραμμένου, παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου, που πλέον θα χρησίμευε ως κατοικία του Ντε Βέκκι.

Χώροι αρχαιολογικής έρευνας των Ιταλών
Αρχαίο θέατρο στην Κω  
Ναός στο Ασκληπιείο της Κω  
Ο ναός της Αθηνάς στην ακρόπολη της Λίνδου  
Τα ερείπια της αρχαίας Καμείρου  
Ο ναός του Απόλλωνα στην ακρόπολη της Ρόδου  

Η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Ιταλοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποχώρηση των Ιταλών από τα Δωδεκάνησα κληροδότησε στους νησιώτες το πλούσιο αρχιτεκτονικό τους έργο. Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στη Ρόδο, την Κω και τη Λέρο που αποτελούσαν τα κέντρα της Ιταλων. Ένα μικρό μέρος αυτών:

  • Ο σημερινός Μητροπολιτικός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Ρόδο χτίστηκε το 1925 ως καθολική εκκλησία του Αγίου Ιωάννη από τον Ροντόλφο Πετράκκο (ιτ. Rodolfo Petracco). Ήταν ανάπλαση της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Κολακίου που καταστράφηκε το 1856 από έκρηξη.
  • Το σημερινό Καζίνο Ρόδου χτίστηκε το 1927 ως «Grande Albergo delle Rose» από τους Φλορεστάνο Ντι Φάουστο (ιτ. Florestano Di Fausto) και Μικέλε Πλατάνια (ιτ. Michele Platania).
  • Το σημερινό Νομαρχιακό Μέγαρο στη Ρόδο χτίστηκε το 1927 ως «Palazzo del Governatore di Rodi».
  • Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω χτίστηκε το 1936.
  • Το σημερινό Εθνικό Θέατρο Ρόδου χτίστηκε το 1937 ως «Teatro Puccini».
  • Ο σημερινός οικισμός Κολύμπια της Ρόδου χτίστηκε το 1938 ως «San Benedetto» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Ελεούσα της Ρόδου χτίστηκε ως «Campochiaro» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Καλαμώνας της Ρόδου χτίστηκε ως «Peveragno» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Άγιος Παύλος της Ρόδου χτίστηκε ως «San Marco» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Λάμπι της Κω χτίστηκε ως «Torre di Lambi» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Λινοπότι της Κω χτίστηκε ως «Aquillara» ή «Fiorenza» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Λακκί της Λέρου χτίστηκε το 1938 ως «Portolago» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Το σημερινό Δημαρχείο της Ρόδου χτίστηκε το 1939 ως «Casa del Fascio di Rodi».

Και στα υπόλοιπα νησιά όμως, πχ Κάρπαθο, Κάλυμνο, Σύμη κατασκευάστηκαν κτήρια για να στεγάσουν διοικητικές υπηρεσίες.

Κτίσματα της Ιταλοκρατιας στα Δωδεκάνησα
Ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Ρόδο  
Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω  
Το διοικητήριο στα Πηγάδια της Καρπάθου  
Το Λακκί της Λέρου  
Ιταλικό κτίσμα στον οικισμό Ελεούσα της Ρόδου  

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πρόκειται για ένα θέρετρο της Λωζάνης στην Ελβετία. Για το λόγο αυτό η συνθήκη του Ουσύ αποκαλείται πολλές φορές και πρώτη συνθήκη της Λωζάνης - να μην συγχέεται όμως με τη γνωστή συνθήκη της Λωζάνης του 1923.
  2. Το νησί αυτό δεν είχε καταληφθεί από τους Ιταλούς το 1912. Τελικά όμως πέρασε στην κυριότητα των Ιταλών κάποια χρόνια αργότερα.
  3. Η συμφωνία αυτή πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1919 και ολοκληρώθηκε (με ενδιάμεσες διακοπές) τον Αύγουστο του 1920.
  4. Μέχρι τότε, ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι και εβραίοι μπορούσαν να εφαρμόσουν ανεξάρτητα το θρησκευτικό/εθιμικό τους δίκαιο, πχ για την επίλυση οικογενειακών διαφορών.
  5. Πρόκειται για ένα αξίωμα διορισμένου τοπικού άρχοντα που καταργούσε την τοπική αυτοδιοίκηση.
  6. Στο ίδιο κτήριο στεγάζεται έως σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ρόδου.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο Ελληνικό Κράτος. Στρατιωτική Επιθεώρηση 2009 (Μαρτ. - Απρ.), σελ. 24-37.
  • Κωστόπουλος, Δ. (2005). Τα Δωδεκάνησα υπό ιταλική κυριαρχία. Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου. http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6965
  • Μαΐλλης, Α.Σ., Τσιρπανλής, Ζ.Ν., Παπαϊωάννου, Ε.Δ., Χριστοφυλάκης, Σ., Κωνσταντινόπουλος, Γ., Μαυρολέοντας, Μ., Μαστροπαύλος, Ν., Ήσυχος, Μ.Α. Ζαΐρη Μ.Μ. (1997, 30 Νοεμβρίου). Επτά ημέρες. Λιοντής Κ. (Επιμ.), Αφιέρωμα: Iταλοκρατία στα Δωδεκάνησα - πενήντα χρόνια από την ενσωμάτωση. Καθημερινή. σσ. 32.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωνσταντίνος Δ. Κογιόπουλος, "Κως 1912 - 1948, από την Κατοχή στην Ενσωμάτωση", Τόμος Α', έκδοση Δημ. Οργανισμός Πολιτισμού - Αθλητισμού & Βρεφονηπιακών Σταθμών Δήμου Κω, σελ. 76-78: "Η αντίδραση των νησιωτών και το συνέδριο της Πάτμου" (Κως 2011)
  2. Δημοσθένης Γκαβέας, "Τα κρυφά σχολειά της Δωδεκανήσου", Εφημερίδα "Ροδιακή", 01/11/16