Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου των ιπποτών της Ρόδου στην πόλη της Ρόδου, που αποκαταστάθηκε από τους Ιταλούς στη δεκαετία του 1930

Ιταλοκρατία ονομάζεται η περίοδος κατά την οποία οι Ιταλοί ήταν οι κυρίαρχοι στα σημερινά Δωδεκάνησα. Η περίοδος αυτή ξεκινά το 1912 με την κατάληψη των νησιών και διαρκεί 31 χρόνια. Με τη λήξη της περιόδου αυτής, τα νησιά θα βρεθούν, για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, υπό τον έλεγχο των Γερμανών Ναζί και στη συνέχεια των Άγγλων, προτού ενσωματωθούν οριστικά το 1947 στο Ελληνικό κράτος.

Α΄ περίοδος της Ιταλοκρατίας - Η προσωρινή κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάληψη και η «Πολιτεία του Αιγαίου»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1911, το Βασίλειο της Ιταλίας κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διεκδικώντας εδάφη που ανήκαν στο βιλαέτι της Τριπολίτιδας (σημ. Λιβύη). Στα πλαίσια του πολέμου αυτού, οι ιταλικές δυνάμεις με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Τζοβάννι Αμέλιο (ιτ. Giovanni Ameglio), κατέλαβαν τα περισσότερα νησιά των Νοτίων Σποράδων, με σκοπό να δημιουργήσουν έναν στρατιωτικό αντιπερισπασμό, που θα απέτρεπε τους Οθωμανούς να ενισχύσουν αποτελεσματικά τις δυνάμεις τους στην Τριπολίτιδα.

Αρχικά κατέλαβαν την Αστυπάλαια στις 28 Απριλίου 1912 και στη συνέχεια πραγματοποίησαν απόβαση στη Ρόδο στις 4 Μαΐου 1912. Η τουρκική φρουρά του νησιού οχυρώθηκε στο ορεινό χωριό Ψίνθος και αντιστάθηκε μέχρι τις 17 Μαΐου, οπότε και παραδόθηκε. Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στη Ρόδο, οι ιταλικές δυνάμεις επιχειρούσαν και σε άλλα νησιά, τα οποία κατέλαβαν με την εξής σειρά: τη Χάλκη στις 8 Μαΐου, την Κάλυμνο, την Κάσο, την Κάρπαθο, τη Λέρο, τους Λειψούς, τη Νίσυρο, την Πάτμο και την Τήλο στις 12 Μαΐου, τη Σύμη στις 19 Μαΐου και τέλος την Κω στις 20 Μαΐου.

Για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στα νησιά, οι Ιταλοί υποσχέθηκαν στους κατοίκους, ότι η κατάληψη θα ήταν προσωρινή. Οι νησιώτες υποδέχτηκαν τους Ιταλούς ως ελευθερωτές και, πιστεύοντας πως η περίσταση είναι η ιδανική για να πετύχουν την ένωση με το Βασίλειο της Ελλάδας, αποφάσισαν την ανάληψη δράσης για την προώθηση του ζητήματός τους. Έτσι λοιπόν, στις 16-18 Ιουνίου 1912, διοργάνωσαν στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο παννησιωτικό συνέδριο, στο οποίο οι πληρεξούσιοί τους συνέταξαν και υπέγραψαν ψήφισμα, με το οποίο κήρυτταν την αυτονομία των νησιών και ονόμαζαν το σύνολο τους «Πολιτεία του Αιγαίου». Η αυτόνομη Πολιτεία θα είχε δικούς της νόμους, σημαία (γαλάζιου χρώματος και με λευκό σταυρό στο κέντρο της) και έμβλημα (με τη μορφή του θεού Απόλλωνα). Το ψήφισμα υπέγραψαν οι πληρεξούσιοι των νησιών: Κάσου (Κ. Αρβανιτόπουλος), Ρόδου (Γ. Δρακίδης), Λέρου (Ι. Αμπελάς), Καρπάθου (Γ. Πρωτόπαππας), Σύμης και Νισύρου (Ν. Πετρίδης), Κω (Σ. Κογιόπουλος), Πάτμου (Μ. Μαλανδράκης), Χάλκης (Π. Πιπίνος), Τήλου (ιερομόναχος Μακάριος) και Καλύμνου (Μ. Ολυμπίτης)[1]. Το ψήφισμα αυτό έγινε γνωστό στο εξωτερικό, σε μια προσπάθεια προώθησης των αιτημάτων των νησιωτών, όμως ο επικεφαλής των «ελευθερωτών» αντιστράτηγος Αμέλιο αρνήθηκε να το παραλάβει.

Βαλκανικοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, στις 9 Οκτωβρίου 1912, η Οθωμανική αυτοκρατορία βρέθηκε να πολεμά σε πολλά μέτωπα. Σε μια προσπάθεια να περιοριστούν τα μέτωπα αυτά, οι Οθωμανοί και οι Ιταλοί υπέγραψαν, στις 18 Οκτωβρίου 1912, τη συνθήκη του Ουσύ [Σημ. 1], σύμφωνα με την οποία, οι μεν Οθωμανοί αναγνώριζαν την ιταλική κυριαρχία στην περιοχή της Τριπολίτιδας, οι δε Ιταλοί υπόσχονταν την επιστροφή των κατεχόμενων νησιών υπό οθωμανικό έλεγχο. Συνέχισαν όμως την κατοχή των νησιών ως ενέχυρο για την εφαρμογή της συμφωνίας από την πλευρά των Οθωμανών.

Έτσι λοιπόν, πέντε μήνες μετά την υποδοχή των «ελευθερωτών» στα νησιά, η συνθήκη του Ουσύ διέψευσε τις προσδοκίες που καλλιέργησαν αρχικά οι Ιταλοί. Οι νησιώτες αντέδρασαν με αλλεπάλληλα τοπικά ψηφίσματα που υποστήριζαν το όραμα της ένωσης με την Ελλάδα. Ενδεικτικό του υψηλού εθνικού φρονήματος των αλύτρωτων νησιωτών, είναι πως κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, πολλοί νησιώτες συμμετείχαν ως εθελοντές στις πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού, ενώ κάποιοι επιφανείς πολίτες, όπως ο Ιωάννης Καζούλλης, χρηματοδοτούσαν την εκστρατεία. Οι Ιταλοί από την πλευρά τους σκλήρυναν τη στάση τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι απαγόρευσαν την ύψωση της ελληνικής σημαίας, ενώ το 1913 παρεμπόδισαν την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού κατά των εορτασμό των Θεοφανίων. Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης του 1913, που είχε σκοπό τον τερματισμό του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, έδωσε την ευκαιρία στους νησιώτες να υποβάλουν νέα ψηφίσματα διαμαρτυρίας για τη συνέχιση της Ιταλικής Κατοχής.

Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων το καλοκαίρι του 1913, η Οθωμανική αυτοκρατορία βρέθηκε αποδυναμωμένη και ανίκανη να διεκδικήσει τα συμφωνημένα από τους Ιταλούς. Από τον Νοέμβριο του 1914 ενεπλάκη και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστρουγγαρίας. Η Ιταλία, από την πλευρά της, παρόλο που, από το 1882, είχε σχηματίσει με τη Γερμανία και την Αυστρουγγαρία την Τριπλή Συμμαχία, έκανε μυστική συμφωνία με τις αντίπαλες δυνάμεις της Τριπλής Συνεννόησης (Αντάντ), ώστε να πολεμήσει στο πλευρό τους. Στη μυστική συνθήκη του Λονδίνου του Απριλίου του 1915, καθοριζόταν η «ανταμοιβή» που θα λάμβαναν οι Ιταλοί για την πράξη τους αυτή. Μεταξύ πολλών άλλων, οι σύμμαχοι της Αντάντ αναγνώρισαν την κατοχή των νησιών από τους Ιταλούς. Έτσι λοιπόν, τον Αύγουστο του 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στα πλαίσια των εχθροπραξιών, στις 28 Δεκεμβρίου 1915, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελλόριζο [Σημ. 2], το οποίο αξιοποίησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου ως βάση για τις ναυτικές τους επιχειρήσεις.

Μετά τη λήξη του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λήξη του πολέμου ακολουθείται από τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, τον Ιανουάριο του 1919. Οι νησιώτες θέλοντας να εκφράσουν την επιθυμία τους για την ένωση με την Ελλάδα, οργάνωσαν συλλαλητήρια ανήμερα του Ορθόδοξου Πάσχα. Στη Ρόδο, στο χωριό Βιλανόβα (σημ. Παραδείσι) ξέσπασαν αιματητές συμπλοκές ανάμεσα στους κατοίκους και τους Ιταλούς, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ο ιερέας παπα-Λουκάς και η Ανθούλα Ζερβού. Τα γεγονότα αυτά έγιναν παγκοσμίως γνωστά ως το «αιματηρόν Πάσχα».

Μέσα στους κόλπους της Αντάντ, η Ελλάδα και η Ιταλία κατέληξαν σύμμαχοι. Τα συμφέροντα των δύο χωρών προκάλεσαν την προσέγγισή τους και στις 29 Ιουλίου 1919, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος και ο υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας, Τομάζο Τιττόνι, υπέγραψαν μυστικά το διμερές σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι [Σημ. 3]. Το σύμφωνο αυτό, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι η Ιταλία θα παραχωρούσε στην Ελλάδα την κυριαρχία των κατεχομένων από αυτήν νησιών, εκτός της Ρόδου. Για τη Ρόδο προβλεπόταν η διενέργεια δημοψηφίσματος μετά από κάποια χρόνια για να καθοριστεί η ένωση ή μη με την Ελλάδα.

Όμως έναν χρόνο αργότερα, στις 22 Ιουλίου 1920, η Ιταλία κατήγγειλε τη συμφωνία αυτή, επειδή «δεν ικανοποιούσε τα συμφέροντά της». Με αυτά τα δεδομένα κατέληξε η Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού τον Αύγουστο του 1920 στη συνθήκη των Σεβρών, την οποία υπέγραψε μεν ο σουλτάνος Μεχμέτ Στ΄, αλλά η κυβέρνηση του Κεμάλ Ατατούρκ αρνήθηκε να αναγνωρίσει. Ο Κεμάλ κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, μέσα από τα συντρίμμια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να δημιουργήσει το νέο Τουρκικό κράτος που θεμελιώθηκε μέσα από τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Σε αυτή, όπως και στη συνθήκη των Σεβρών, το Τουρκικό κράτος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα στα κατεχόμενα από την Ιταλία νησιά.

Στο μεσοδιάστημα των δυο συνθηκών, οι Γάλλοι παραχώρησαν το Καστελλόριζο στους Ιταλούς, έναντι αδράς αμοιβής (1η Μαρτίου 1921), ενώ οι νησιώτες συνέχισαν να επιδίδουν ψηφίσματα, όπως αυτό που παραδόθηκε στον Ιταλό Γενικό Διοικητή Ντε Μποσντάρι (ιτ. De Bosdari) από τους Κώους, στο οποίο διακήρυτταν «τον ακλόνητο, ενιαίο και αδιάσειστο πόθο της άμεσης Εθνικής Αποκατάστασης».

Β΄ περίοδος της Ιταλοκρατίας - Τα Ιταλικά νησιά του Αιγαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρασιατική καταστροφή του 1922 άφησε το Ελληνικό κράτος αδύναμο και τα νησιά υπό τον έλεγχο των Ιταλών. Η άνοδος του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος στην εξουσία, τον Οκτώβριο του 1922 αναίρεσε κάθε προηγούμενη συμφωνία, ενώ η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, τον Ιούλιο του 1923 μετέτρεψε τα νησιά σε νόμιμη ιταλική κτήση υπό το όνομα «Ιταλικά νησιά του Αιγαίου» (ιτ. isole italiane dell’ Egeo).

Η περίοδος Λάγκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι λοιπόν, τον Αύγουστο του 1923 κατέφθασε ο Μάριο Λάγκο (ιτ. Mario Lago), ως ο πρώτος κυβερνήτης των νησιών. Η άφιξη του σηματοδοτεί την απόπειρα αλλοίωσης της εθνικής συνείδησης και εξιταλισμού των νησιωτών. Εξ αρχής, έγινε προσπάθεια αποδυνάμωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από τις 8 Οκτωβρίου 1924 τέθηκε το «ζήτημα του Αυτοκέφαλου», της ίδρυσης δηλαδή Αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην επικράτεια των νησιών, με Αρχιεπίσκοπο τον Μητροπολίτη Ρόδου. Σκοπός ήταν η αποξένωση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εξασθένιση της Ορθοδοξίας ως παράγοντα πατριωτισμού των νησιωτών· η προσπάθεια αυτή δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν αποχώρησε ο Λάγκο το 1936. Στο ίδιο πνεύμα, με το διάταγμα του 1926 η εκκλησία έχασε την εποπτεία των κοινοτικών σχολείων. Σιγά σιγά έχασε τα προνόμια που κατείχε και στην απονομή δικαιοσύνης [Σημ. 4] και την τοπική διοίκηση. Το 1928 ιδρύθηκε αρχιεπισκοπή της Καθολικής εκκλησίας με έδρα τη Ρόδο και αμέσως ενισχύθηκε ο δικός της ρόλος στην εκπαίδευση. Για το «ζήτημα του Αυτοκέφαλου», ο Πατριάρχης Φώτιος Β΄ πρότεινε στις 31 Οκτωβρίου 1929 τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να αποφασίσουν οι νησιώτες αν είναι υπέρ ή κατά. Η πρόταση αυτή προκάλεσε την οργή των Ιταλών, καθώς ήταν βέβαιη η αρνητική απάντηση των νησιωτών σε ένα τέτοιο ερώτημα.

Σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1925, οι κάτοικοι θεωρούνταν πλέον Ιταλοί πολίτες (απαλλασσόμενοι από τη στρατιωτική θητεία), ενώ το 1926 ορίστηκε σχολικός κανονισμός βάσει του οποίου η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας ήταν υποχρεωτική, ιδρύθηκε δε Διδασκαλείο για την εκπαίδευση των δασκάλων. Από το 1929 για την άσκηση ενός επαγγέλματος που απαιτούσε πανεπιστημιακές σπουδές, έγινε υποχρεωτική η φοίτηση ή τουλάχιστον η μετεκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, με παράλληλη παροχή υποτροφιών στους νησιώτες σπουδαστές.

Συστηματική ήταν και η προσπάθεια για τη δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού. Την περίοδο αυτή, κατέφτασαν από την Ιταλία έποικοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε πρότυπους οικισμούς στη Ρόδο, την Κω και τη Λέρο. Παράλληλα διευκολύνθηκαν, για ευνόητους λόγους, οι μικτοί γάμοι. Οι Ιταλοί κυριαρχούσαν στην οικονομική ζωή των νησιών και παρείχαν ελάχιστη αμοιβή στους ντόπιους εργάτες. Αυτό το ασφυκτικό κλίμα οδήγησε στη σημαντική αύξηση της μετανάστευσης των νησιωτών.

Όλα τα επιμέρους μέτρα των Ιταλών δείχνουν ένα καλά μεθοδευμένο σχέδιο από την πλευρά τους. Ωστόσο, ένα τέτοιου είδους εγχείρημα ήταν αδύνατο να μην προκαλέσει αντιδράσεις. Με πυρήνα το «ζήτημα του Αυτοκέφαλου» ξέσπασε το 1935 στην Κάλυμνο το πιο σοβαρό επεισόδιο, με τη μορφή εθνικοθρησκευτικής εξέγερσης. Στο αποκορύφωμά της εξέγερσης στις 7 Απριλίου οι κάτοικοι επιτέθηκαν στους Ιταλούς με πέτρες και οι Ιταλοί απάντησαν με τον πυροβολισμό στο μέτωπο του νεαρού βοσκού Μανώλη Καζώνη.

Από τη διάρκεια διακυβέρνησης του Λάγκο αξίζει να καταγραφεί η αναμφισβήτητη διευθέτηση των θαλασσίων συνόρων μεταξύ των Ιταλών και των Τούρκων. Στις 4 Ιανουαρίου 1932 υπεγράφη στην Άγκυρα η Ιταλοτουρκική Σύμβαση, που διευθέτησε ένα κενό της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 που αφορούσε την κυριαρχία σε ένα αριθμό νησίδων και βραχονησίδων των Δωδεκανήσων και οριοθέτησε τα χωρικά ύδατα μεταξύ των ακτών της Ανατολίας και του Καστελλόριζου. Το κυριότερο αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης ήταν η παραχώρηση ενός αριθμού νησίδων στην Τουρκία. Κάποιους μήνες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου νέο Ιταλο-Τουρκικό Πρωτόκολλο διευθέτησε και το υπόλοιπο των θαλασσίων συνόρων τους.

Η περίοδος Ντε Βέκκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1936 ο Μάριο Λάγκο αντικαταστάθηκε και τη θέση του ως κυβερνήτης των νησιών πήρε ο στρατάρχης Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι (ιτ. Cesare Maria De Vecchi), ο οποίος ήταν ένας από τους τετράρχες του φασιστικού κόμματος. Η θητεία του Ντε Βέκκι ήταν πιο σύντομη από αυτήν του Λάγκο, αλλά πολύ πιο καταπιεστική. Το 1937 επέβαλε νέο σχολικό κανονισμό, ο οποίος όριζε ότι η ελληνική γλώσσα θα διδασκόταν προαιρετικά, χωρίς βιβλία και μόνο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Εισήγαγε τη φασιστική διοικητική οργάνωση, διορίζοντας τους podesta [Σημ. 5] και με διάφορες αποφάσεις μέσα στο 1938 επιβλήθηκε εξ ολοκλήρου το ιταλικό δίκαιο. Εισήχθηκε επίσης ρατσιστικός νόμος, που στόχευε στην καθαρότητα της ιταλικής φυλής.

Η σφοδρή επίθεση που δέχτηκε η ελληνική παιδεία από τον Ντε Βέκκι, οδήγησε πολλά παιδιά μακριά από τα σχολεία. Οι γονείς προτιμούσαν να μείνουν τα παιδιά αναλφάβητα, παρά να μάθουν τα ιταλικά. Τότε λοιπόν, στα νησιά αναβίωσαν τα «κρυφά σχολειά». Πιο συγκεκριμένα, ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι επιτρεπόταν η θρησκευτική κατήχηση, οργάνωσε σχολεία που λειτουργούσαν ως κατηχητικά. Η κατήχηση γινόταν σε εκκλησίες ή κρυφά σε σπίτια, από ιερείς ή θεολόγους, που μοίραζαν στα παιδιά εκκλησιαστικά και θρησκευτικά βιβλία ως αναγνωστικά. Τα παιδιά μετέφεραν κρυφά τα βιβλία για να μη γίνουν αντιληπτά από τις ιταλικές αρχές.[2]

Στην τελευταία φάση της διακυβέρνησης του Ντε Βέκκι, το υποβρύχιο «Delfino» απέπλευσε από την ιταλική ναυτική βάση στη Λέρο και στις 15 Αυγούστου 1940 τορπίλισε το αγκυροβολημένο ελληνικό καταδρομικό «Έλλη» μέσα στο λιμάνι της Τήνου. Η ελληνική πλευρά αποφάνθηκε γρήγορα πως η τορπίλη ήταν ιταλική, όμως προτίμησε να μην το δημοσιοποιήσει και να προχωρήσει σε προετοιμασίες για την αναπόφευκτη εμπλοκή της στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο Ντε Βέκκι τελικά αποχώρησε οργισμένος από τα νησιά, στις 5 Δεκεμβρίου 1940 (αφού είχε ξεκινήσει ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος), επειδή δεν του απέστειλαν στρατό να χτυπήσει τους Έλληνες.

Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την αποχώρηση του Ντε Βέκκι κυβερνήτης των νησιών ορίστηκε ο Εττόρε Μπαστίκο (ιτ. Ettore Bastico). Και ενώ οι Ιταλοί απέστειλαν νέο κυβερνήτη, οι νησιώτες, για άλλη μια φορά, στάθηκαν στο πλευρό της Ελλάδας και κατατάχθηκαν ως εθελοντές στον ελληνικό στρατό που μαχόταν στο Αλβανικό μέτωπο. Εδώ αξίζει να μνημονευτεί πως ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε (1 Νοεμβρίου 1940) στο μέτωπο ήταν ο Χαλκίτης υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος. Περίπου 1.600 ήταν οι νησιώτες που σύστησαν το λεγόμενο Σύνταγμα Δωδεκανησίων και πολέμησαν κατά των Γερμανών τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1941, ως τμήμα της Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας.

Η κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, τον Μάιο του 1941, επέτρεψε σε Γερμανούς και Ιταλούς να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον τους. Έτσι, τον Ιούλιο του 1941, ο Μπαστίκο ορίστηκε διοικητής των δυνάμεων του Άξονα στη Βόρεια Αφρική και τη θέση του ως κυβερνήτης των νησιών ανέλαβε ο Ίνιγκο Καμπιόνι (ιτ. Inigo Campioni).

Η κατάληψη της Ελλάδας όμως δεν σήμανε την παύση των μαχών. Και οι άμαχοι νησιώτες συχνά αποτελούσαν «παράπλευρες απώλειες» σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν, για παράδειγμα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1942 το ελληνικό υποβρύχιο «Νηρεύς» τορπίλισε το ιταλικό ατμόπλοιο «Fiume» κοντά στη Σύμη, ανάμεσα στα θύματα ήταν και πολλοί Δωδεκανήσιοι.

Η Γερμανική Κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είχε περάσει λίγος καιρός από την αποπομπή του Μουσολίνι, όταν στις 3 Σεπτεμβρίου του 1943 η Ιταλία αναγκάστηκε να υπογράψει ανακωχή με τους Συμμάχους. Αμέσως ξεκίνησε ένας ιδιότυπος αγώνας δρόμου ανάμεσα σε Γερμανούς και Άγγλους για το ποιος θα καταλάβει πρώτος τα νησιά, στη μάχη της Δωδεκανήσου. Οι Γερμανοί κινήθηκαν γρήγορα και κατέλαβαν αρχικά τη Ρόδο συλλαμβάνοντας τον Ιταλό κυβερνήτη Καμπιόνι. Οι αγγλικές δυνάμεις έκαναν απόβαση σε Κω και Κάλυμνο, όμως οι γερμανικές δυνάμεις μετά από βομβαρδισμό που στοίχισε τη ζωή σε 9 κατοίκους της Καρδάμαινας έκαναν επιτυχή απόβαση και κατέλαβαν την Κω (3 Οκτωβρίου). Στις 5 Οκτωβρίου κατέλαβαν και την Κάλυμνο. Μετά από 40 ημέρες βομβαρδισμών, στις 16 Νοεμβρίου, κατέλαβαν και τη Λέρο.

Χαρακτηριστικό της Γερμανικής κατοχής είναι η μηδενική ανοχή στην αντίσταση· μόνο κατά την πρώτη φάση των επιχειρήσεων στην Κω μόνο σημειώθηκαν τα εξής: στις 5 Οκτωβρίου εκτέλεσαν 106 Ιταλούς αξιωματικούς που τους αντιστάθηκαν· στις 26 Νοεμβρίου απαγχονίστηκε ο βοσκός Ηλίας Καπίρης· στις 18 Δεκεμβρίου απαγχονίστηκε στην Αντιμάχεια ο αγρότης Γεώργιος Ζουμπουλίκος.

Η σκληρότητα των κατακτητών όμως κάνει ακόμα μεγαλύτερο τον ηρωισμό των νησιωτών που στράφηκαν εναντίον τους. Στη Σύμη, στις 11 Φεβρουαρίου 1944, οι Ιταλοί εκτέλεσαν, τον ασυρματιστή του Ελληνικού Στρατού Φλώρο Ζουγανέλλη, τον ηγούμενο της Μονής Πανορμίτη αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Μαρουλάκη και τον οικονόμο της Μονής Μιχαήλ Λάμπρου, επειδή είχαν εγκαταστήσει ασύρματο μέσα στη Μονή. Στις 14 Φεβρουαρίου ο Ιερός Λόχος με Βρετανούς καταδρομείς επιχειρούν στο Καστελλόριζο. Λίγους μήνες αργότερα (24 Ιουνίου) έγινε το ίδιο στην Κάρπαθο. Και πάλι στις 10-14 Ιουλίου ο Ιερός Λόχος επιχειρεί και απελευθερώνει τη Σύμη· στις μάχες έχασαν τη ζωή τους οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Μενεκίδης και Ευστράτιος Τσόπελας.

Στις 20-23 Ιουλίου, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους Εβραίους της Ρόδου και της Κω και τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης· αυτό ήταν το τέλος μιας κοινότητας με μακραίωνη παρουσία στα νησιά.

Στις 24 Ιουλίου σε μάχη στην Κάρπαθο σκοτώθηκαν οι δεκανείς Κωνσταντίνος Ψίλης και Στέργιος Μανωλάς. Στις 7 Σεπτεμβρίου έγινε επιτυχής νυκτερινή επίθεση του Ιερού Λόχου σε μονάδα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας στο Θυμιανό της Κω.

Τον Σεπτέμβριο του 1944 ο, μέχρι τότε, Γερμανός διοικητής των νησιών Ούρλιχ Κλέεμαν παρέδωσε τη διοίκηση στον Όττο Βάγκενερ.

Στις 28 Οκτωβρίου χάνουν τη ζωή τους στην Τήλο, ο λοχίας Βασίλειος Σκρέκας και ο δεκανέας Νικόλαος Πολυκανδριώτης. Την 1η Νοεμβρίου σκοτώθηκε ο λοχαγός Διογένης Φανουράκης μαχόμενος στη γενέτειρά του, τη Χάλκη. Μερικούς μήνες μετά, στις 12 Φεβρουαρίου 1945 ο υπολοχαγός Ευάγγελος Χατζηευαγγέλου χάνει τη ζωή του στην επιτυχημένη επιχείρηση απελευθέρωσης της Νισύρου. Τον ίδιο μήνα (25-26 Φεβρουαρίου) ο Ιερός Λόχος απελευθερώνει και την Τήλο. Στις 25 Μαρτίου γίνεται νέα καταδρομική επίθεση στη Χάλκη από ιερολοχίτες.

Στις 27 Μαρτίου βομβαρδισμός από συμμαχικά αεροσκάφη προκαλεί 22 θανάτους πολιτών της Κω. Στις 16 Απριλίου απαγχονίζονται οι Κώοι: Θεόκριτος Κώστογλου, Ανεζούλα Πατάκου-Τρουμούχη και Σταματία Περή.

Λίγες μόλις μέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, δόθηκε εντολή για την παράδοση των γερμανικών δυνάμεων. Έτσι, στις 8 Μαΐου 1945, ο Ότο Βάγκενερ υπέγραψε τη συνθήκη παράδοσης των νησιών στους Άγγλους.

Η Βρετανική Στρατιωτική Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βρετανοί συμμάχησαν με τους Έλληνες στις μάχες κατά των Γερμανών, αλλά οι προθέσεις τους για το μέλλον των νησιών κάθε άλλο παρά αγαθές μπορούν να χαρακτηριστούν. Με την αποχώρηση του Ιερού Λόχου από τα νησιά, αυτά πέρασαν σε βρετανική στρατιωτική διοίκηση υπό τον στρατηγό Paget. Η ελληνική πλευρά είχε συνειδητοποιήσει πως οι Βρετανοί οραματίζονταν μια αυτονόμηση των νησιών υπό το αγγλικό στέμμα και, σε μια προσπάθεια να πιέσει καταστάσεις, στις 15 Μαΐου 1945, κατέφθασε στη Ρόδο ο αντιβασιλέας της Ελλάδας, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός συνοδευόμενος από διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία που κάλυψαν την περιοδεία του στα νησιά. Η υποδοχή του από τους νησιώτες ήταν ενθουσιώδης.

Η βρετανική στρατιωτική διοίκηση ακολούθησε λίγο πολύ το προηγούμενο ιταλικό μοντέλο διακυβέρνησης, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των νησιωτών. Η δυσαρέσκεια αυτή, η επιθυμία για πιο δημοκρατική διακυβέρνηση, αλλά και η επιθυμία για ένωση με την Ελλάδα είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τον Ιανουάριο του 1946 το Εθνικό Μέτωπο Πανδωδεκανησιακής Απελευθέρωσης (Ε.Μ.Π.Α). Οι Βρετανοί αντέδρασαν με συλλήψεις και εκτοπίσεις.

Τελικά, στις 27 Ιουνίου 1946 οι Υπουργοί Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων αποφάσισαν την παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Η απόφαση αυτή θα εγκριθεί στις 10 Φεβρουαρίου 1947 με τη συνθήκη του Παρισιού και στις 31 Μαρτίου 1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τους Βρετανούς και «Στρατιωτικός Διοικητής Δωδεκανήσου» ορίστηκε ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης.

Η ένωση με την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με νόμο της 9ης Ιανουαρίου του 1948 ορίστηκε ότι τα νησιά προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό κράτος από την 28η Οκτωβρίου 1947. Ο επίσημος εορτασμός έγινε την 7η Μαρτίου 1948 με την έναρξη της περιοδείας του βασιλιά Παύλου. Από τότε η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 7 Μαρτίου.

Από το Μάιο του 1948 τα νησιά διοικούνταν από τους «Γενικούς Διοικητές Δωδεκανήσου». Τελικά το 1955 συστάθηκε ο νομός Δωδεκανήσου.

Η αρχαιολογική κληρονομιά της Ιταλοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολύ σημαντικό έργο επιτέλεσαν οι Ιταλοί στο κομμάτι των αρχαιολογικών ερευνών. Άμεσα μετά την κατάληψη των νησιών, απεστάλησαν αρχαιολόγοι και μηχανικοί να μελετήσουν τα αρχαία μνημεία. Ο αρχαιολόγος Αμεντέο Μαγιούρι (it. Amedeo Maiuri) συνέβαλε στην έκδοση διατάγματος σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η κατοχή και η εμπορία αρχαιοτήτων. Έγιναν ανασκαφές στην περιοχή της Ιαλυσού, στο Φιλέρημο, όπου αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια του ναού της Ιαλυσίας Αθηνάς, στην ακρόπολη της Ρόδου, στην Κω και την Χάλκη.

Στη Ρόδο, από το 1915 το Νοσοκομείο των Ιπποτών, αφού πρώτα επισκευάστηκε, μετατράπηκε σε αρχαιολογικό Μουσείο [Σημ. 6]. Έγιναν έρευνες στην αρχαία Κάμειρο και την Κάρπαθο και αναστηλώσεις στην ακρόπολη της Λίνδου. Αυτό που ξεχωρίζει όμως, είναι οι επεμβάσεις στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Κάποια κτίσματα της οθωμανικής περιόδου καταστράφηκαν για να αναδειχθούν τα κτίρια της Ιπποτικής περιόδου που αναστηλώθηκαν. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ανακατασκευή του, από το 1856 κατεστραμμένου, παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου, που πλέον θα χρησίμευε ως κατοικία του Ντε Βέκκι.

Χώροι αρχαιολογικής έρευνας των Ιταλών
Αρχαίο θέατρο στην Κω  
Ναός στο Ασκληπιείο της Κω  
Ο ναός της Αθηνάς στην ακρόπολη της Λίνδου  
Τα ερείπια της αρχαίας Καμείρου  
Ο ναός του Απόλλωνα στην ακρόπολη της Ρόδου  

Η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Ιταλοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποχώρηση των Ιταλών από τα Δωδεκάνησα κληροδότησε στους νησιώτες το πλούσιο αρχιτεκτονικό τους έργο. Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στη Ρόδο, την Κω και τη Λέρο που αποτελούσαν τα κέντρα της Ιταλών. Ένα μικρό μέρος αυτών:

  • Ο σημερινός Μητροπολιτικός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Ρόδο χτίστηκε το 1925 ως καθολική εκκλησία του Αγίου Ιωάννη από τον Ροντόλφο Πετράκκο (ιτ. Rodolfo Petracco). Ήταν ανάπλαση της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Κολακίου που καταστράφηκε το 1856 από έκρηξη.
  • Το σημερινό Καζίνο Ρόδου χτίστηκε το 1927 ως «Grande Albergo delle Rose» από τους Φλορεστάνο Ντι Φάουστο (ιτ. Florestano Di Fausto) και Μικέλε Πλατάνια (ιτ. Michele Platania).
  • Το σημερινό Νομαρχιακό Μέγαρο στη Ρόδο χτίστηκε το 1927 ως «Palazzo del Governatore di Rodi».
  • Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω χτίστηκε το 1936.
  • Το σημερινό Εθνικό Θέατρο Ρόδου χτίστηκε το 1937 ως «Teatro Puccini».
  • Ο σημερινός οικισμός Κολύμπια της Ρόδου χτίστηκε το 1938 ως «San Benedetto» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Ελεούσα της Ρόδου χτίστηκε ως «Campochiaro» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Καλαμώνας της Ρόδου χτίστηκε ως «Peveragno» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Άγιος Παύλος της Ρόδου χτίστηκε ως «San Marco» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Λάμπι της Κω χτίστηκε ως «Torre di Lambi» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Λινοπότι της Κω χτίστηκε ως «Aquillara» ή «Fiorenza» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Ο σημερινός οικισμός Λακκί της Λέρου χτίστηκε το 1938 ως «Portolago» για τους Ιταλούς εποίκους.
  • Το σημερινό Δημαρχείο της Ρόδου χτίστηκε το 1939 ως «Casa del Fascio di Rodi».

Και στα υπόλοιπα νησιά όμως, πχ Κάρπαθο, Κάλυμνο, Σύμη κατασκευάστηκαν κτήρια για να στεγάσουν διοικητικές υπηρεσίες.

Κτίσματα της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα
Ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Ρόδο  
Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω  
Το διοικητήριο στα Πηγάδια της Καρπάθου  
Το Λακκί της Λέρου  
Ιταλικό κτίσμα στον οικισμό Ελεούσα της Ρόδου  

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πρόκειται για ένα θέρετρο της Λωζάνης στην Ελβετία. Για το λόγο αυτό η συνθήκη του Ουσύ αποκαλείται πολλές φορές και πρώτη συνθήκη της Λωζάνης - να μην συγχέεται όμως με τη γνωστή συνθήκη της Λωζάνης του 1923.
  2. Το νησί αυτό δεν είχε καταληφθεί από τους Ιταλούς το 1912. Τελικά όμως πέρασε στην κυριότητα των Ιταλών κάποια χρόνια αργότερα.
  3. Η συμφωνία αυτή πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1919 και ολοκληρώθηκε (με ενδιάμεσες διακοπές) τον Αύγουστο του 1920.
  4. Μέχρι τότε, ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι και εβραίοι μπορούσαν να εφαρμόσουν ανεξάρτητα το θρησκευτικό/εθιμικό τους δίκαιο, πχ για την επίλυση οικογενειακών διαφορών.
  5. Πρόκειται για ένα αξίωμα διορισμένου τοπικού άρχοντα που καταργούσε την τοπική αυτοδιοίκηση.
  6. Στο ίδιο κτήριο στεγάζεται έως σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ρόδου.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο Ελληνικό Κράτος. Στρατιωτική Επιθεώρηση 2009 (Μαρτ. - Απρ.), σελ. 24-37.
  • Κωστόπουλος, Δ. (2005). Τα Δωδεκάνησα υπό ιταλική κυριαρχία. Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου. http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6965
  • Μαΐλλης, Α.Σ., Τσιρπανλής, Ζ.Ν., Παπαϊωάννου, Ε.Δ., Χριστοφυλάκης, Σ., Κωνσταντινόπουλος, Γ., Μαυρολέοντας, Μ., Μαστροπαύλος, Ν., Ήσυχος, Μ.Α. Ζαΐρη Μ.Μ. (1997, 30 Νοεμβρίου). Επτά ημέρες. Λιοντής Κ. (Επιμ.), Αφιέρωμα: Iταλοκρατία στα Δωδεκάνησα - πενήντα χρόνια από την ενσωμάτωση. Καθημερινή. σσ. 32.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωνσταντίνος Δ. Κογιόπουλος, "Κως 1912 - 1948, από την Κατοχή στην Ενσωμάτωση", Τόμος Α', έκδοση Δημ. Οργανισμός Πολιτισμού - Αθλητισμού & Βρεφονηπιακών Σταθμών Δήμου Κω, σελ. 76-78: "Η αντίδραση των νησιωτών και το συνέδριο της Πάτμου" (Κως 2011)
  2. Δημοσθένης Γκαβέας, "Τα κρυφά σχολειά της Δωδεκανήσου", Εφημερίδα "Ροδιακή", 01/11/16