Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι
Γέννηση
Κασάλε Μονφεράτο
Θάνατος
Ρώμη
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ιταλία
Ιδιότητα πολιτικός, αξιωματικός και διπλωμάτης
Αξίωμα Υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης του Βασιλείου της Ιταλίας ( - )
Βραβεύσεις Τάγμα του Χρυσού Σπιρουνιού
Commons page Πολυμέσα

Ο Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι (ιταλικά: Cesare Maria De Vecchi, 1884 - 1959) ήταν Ιταλός στρατιωτικός και πολιτικός. Υπήρξε για δεκαετίες σημαντικό στέλεχος του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος και διετέλεσε κυβερνήτης των Δωδεκανήσων.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1884 στο Καζάλε Μονφεράτο του Πεδεμόντιου. Σπούδασε νομική και εργάστηκε ως δικηγόρος, ενώ έπειτα συμμετείχε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του από το μέτωπο ενεπλάκη ενεργά στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα[1]. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία των Μελανοχιτώνων, εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 1921 και αναρριχήθηκε στην τετραρχία του Φασιστικού Κόμματος, η οποία οργάνωσε το 1922 την πορεία προς τη Ρώμη που οδήγησε στην εξουσία τον Μπενίτο Μουσολίνι[2].

Διετέλεσε υφυπουργός Στρατιωτικής Βοήθειας, Συντάξεων και Οικονομίας, ενώ από το 1923 ως το 1928 ήταν κυβερνήτης της ιταλικής αποικίας της Σομαλιλάνδης. Το 1929 διορίστηκε πρέσβης της Ιταλίας στο Βατικανό και στις 25 Ιανουαρίου[3] του 1935 έγινε υπουργός Εθνικής Παιδείας[2]. Τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους διορίστηκε πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων[4], απολαμβάνοντας αυξημένες αρμοδιότητες ως αντικαταστάτης του Μάριο Λάγκο[5].

Ως κυβερνήτης των Δωδεκανήσων επέβαλε σκληρή πολιτική για τον γοργό εξιταλισμό των Ελλήνων της επικράτειάς του, θεωρώντας τις ενέργειες του προκατόχου του ανεπαρκείς. Για αυτόν τον σκοπό έλαβε μια σειρά από μέτρα όπως η επιβολή της ιταλικής γλώσσας, η μετατροπή των ελληνικών σε προαιρετικό μάθημα των πρώτων τάξεων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, η απαγόρευσης χρήσης της ελληνικής τόσο στους δημόσιους χώρους όσο και στις ιδιωτικές συζητήσεις, η αθρόα εισαγωγή εκπαιδευτικών από την Ιταλία σε συνδυασμό με την εκδίωξη Ελλήνων δασκάλων που θεωρήθηκαν ανεπιθύμητοι, η αναστολή λειτουργίας των τοπικών κοινοτικών συμβουλίων, η πολεμική εναντίον της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η υποχρεωτική εγγραφή της νεολαίας σε φασιστικές οργανώσεις κ.ά. Αποκορύφωμα της πολιτικής του υπήρξε το κλείσιμο όλων των ελληνικών (αλλά και μουσουλμανικών) σχολείων το 1938 και η κατάργηση των Ορθόδοξων κοινοτήτων στις αρχές του 1940[3][6].

Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ανακλήθηκε στην Ιταλία και διορίστηκε μέλος του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου. Μάλιστα στην ψηφοφορία της 25ης Ιουλίου του 1943 ήταν μεταξύ εκείνων που υπερψήφισαν την αποπομπή του Μουσολίνι από την εξουσία. Αυτή η απόφασή του οδήγησε στην επικήρυξη του από τη Δημοκρατία του Σαλό. Ο ίδιος διέφυγε στην Αργεντινή από την οποία επέστρεψε το 1949. Τα χρόνια μετά την επιστροφή του υποστήριξε το νεοφασιστικό κόμμα Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κίνημα, αρνούμενος ωστόσο να λάβει κάποια θέση ή αξίωμα σε αυτό. Απεβίωσε το 1959 στη Ρώμη[2].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mario Missori, Gerarchie e statuti del PNF, Bonacci, 1986, σελ. 200.
  2. 2,0 2,1 2,2 Αννίβας Βελλιάδης, Προ της θυέλλης. Μεταξάς - Μουσολίνι, Ενάλιος 2016, σελ. 335.
  3. 3,0 3,1 Κοντάκος, Αναστάσιος; Παπαδόπουλος, Σταύρος. «Η Εκπαίδευση στα Δωδεκάνησα μετά την Ενσωμάτωση 1947-1950». eriande.elemedu.upatras.gr. Πανεπιστήμιο Πατρών. http://www.eriande.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio4/praktika1/kontakos_papadopoulos.htm. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2017. 
  4. Καρπάθου και Κάσου Απόστολος, Το χρονικόν της Ιταλοκρατίας της Ρόδου, Αθήναι 1973, σελ. 53.
  5. Ανδρέας Μαυρίδης, Η Ρόδος από την οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι την εθνική ολοκλήρωση (1912-1947). Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος (1913-1946), εκκλησία και εκπαίδευση, Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ, 2009, σελ. 274.
  6. Ανδρέας Μαυρίδης, 2009, σελ. 274 - 281.