Σύνταγμα Δωδεκανησίων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σύνταγμα Δωδεκανησίων
SyntagmaDodekanision.jpg
Φωτογραφία από την ημέρα της ορκωμοσίας του Συντάγματος Δωδεκανησίων.
ΧώραHellenic Kingdom Flag 1935.svg Ελλάδα
Κλάδος20η Μεραρχία Πεζικού
ΥπαγωγήΤμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας
ΣυμπλοκέςΜάχη της Βεύης
Διοίκηση
ΔιοικητήςΑνχης Ιωάννης Νικολάου
Αξιοσημείωτοι
διοικητές
1ο Τάγμα:
Τχης Μάρκος Κλαδάκης,
2ο Τάγμα:
Τχης Παναγιώτης Γεωργαντόπουλος,
3ο Τάγμα:
Τχης Κωνσταντίνος Δρανδάκης

Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων εθελοντών ήταν εθελοντικό στρατιωτικό σώμα που συγκροτήθηκε από Δωδεκανήσιους λίγο μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με την εισβολή της Ιταλίας, και μέχρι την παράδοση τις χώρας στις γερμανικές δυνάμεις εισβολής.

Συγκρότηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η Δωδεκανησιακή παροικία θεώρησε ότι ήταν καταλληλότερη ευκαιρία για την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων, που τελούσαν υπό ιταλική κατοχή από το 1912. Με επικεφαλής τη Δωδεκανησιακή Νεολαία Αθηνών έγιναν δυναμικές εκδηλώσεις στην Αθήνα και παράλληλα ζητήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να επιτραπεί η εθελοντική κατάταξη στον ελληνικό στρατό των Δωδεκανησίων εθελοντών, που είχαν ιταλική υπηκοότητα. Παρά τις τρομακτικές αδυναμίες του τακτικού στρατού η κυβέρνηση δέχτηκε το αίτημα και στις 13 Νοεμβρίου 1940 συγκρότησε το “Σύνταγμα Δωδεκανησίων” βασιζόμενη στις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις της Δωδεκανησιακής παροικίας για τον αριθμό των μελών της. Κυριότερος λόγος για τη συγκρότηση του Συντάγματος ήταν η ανάγκη του Γενικού Στρατηγείου για πρόσθετες δυνάμεις, που από κοινού με τους Βρετανούς θα αναλάμβαναν την απόκρουση της επερχόμενης γερμανικής επίθεσης.

Παρουσιάστηκαν 1.924 Δωδεκανήσιοι εθελοντές κάθε ηλικίας, επαγγέλματος και μορφωτικού επιπέδου και τελικά κρίθηκαν ικανοί οι 1.586, που αρκούσαν μόνο για ένα τάγμα συν έναν λόχο με πλήρη πολεμική σύνθεση. Όμως είχε συγκροτηθεί σύνταγμα, του οποίου η πολεμική σύνθεση απαιτούσε πάνω από 3.500 άντρες και έτσι η υπολειπόμενη δύναμη συμπληρώθηκε με στρατιώτες καταγόμενους τόσο από άλλα νησιά όσο και με εφέδρους του πολεμικού ναυτικού. Οι εθελοντές εκπαιδεύτηκαν κυρίως ως τυφεκιοφόροι και πολυβολητές και αποτέλεσαν τη συντριπτική πλειοψηφία της μάχιμης δύναμης του Συντάγματος, ενώ τα τμήματα διοίκησης και υποστήριξης διέθεταν ελάχιστους.

Η συγκρότηση “Συντάγματος Δωδεκανησίων” δημιούργησε στην παροικία και στους καταταγέντες εθελοντές την πεποίθηση ότι αποστολή τους θα ήταν η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων. Όμως οι αρμόδιοι αξιωματικοί κατέστησαν σαφές ότι επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα μπορούσαν να γίνουν μόνο σε συνεργασία με το βρετανικό ναυτικό και ότι δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός για κατάληψη των Δωδεκανήσων. Αντίθετα πίστευαν ότι η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων θα κατοχυρωνόταν στο αλβανικό μέτωπο. Επίσης η συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων ενόχλησε την Τουρκία, της οποίας ο πρέσβης με διαδοχικά διαβήματα τόνισε το τουρκικό ενδιαφέρον για τα Δωδεκάνησα, ενώ οι Βρετανοί επεσήμαναν στην ελληνική κυβέρνηση, ότι η ενόχληση της Τουρκίας έβλαπτε τα συμμαχικά συμφέροντα.

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύνθεση του Συντάγματος Δωδεκανησίων ανά νησί προέλευσης των εθελοντών καταγράφεται από τον διοικητή του Ι Τάγματος, Μάρκο Κλαδάκη, ως εξής: Αστυπάλαια 12, Κάλυμνος 433, Κάρπαθος 309, Κάσος 25, Καστελλόριζο 48, Κως 109, Λειψοί 3, Λέρος 98, Νίσυρος 67, Πάτμος 20, Ρόδος 126, Σύμη 262, Τήλος 8, Χάλκη 9, κάτοικοι εξωτερικού 57, ήτοι σύνολο 1.586. Επισημαίνεται ότι τα στοιχεία του Κλαδάκη περιλαμβάνουν μόνο τους άνευ ελληνικής υπηκοότητας εθελοντές, ενώ στο Σύνταγμα εντάχθηκαν και ορισμένοι Δωδεκανήσιοι, που είχαν την ελληνική υπηκοότητα και ήδη υπηρετούσαν στον τακτικό Ελληνικό Στρατό.

Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων στελεχώθηκε με αξιωματικούς, που είχαν πολεμική εμπειρία από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μακεδονικό Μέτωπο ή τη Μικρασιατική εκστρατεία, αλλά είχαν αποταχθεί από το μεταξικό καθστώς λόγω της ανάμιξής τους στα κινήματα του 1933 και 1935 και ανακλήθηκαν στην ενεργό υπηρεσία με την κήρυξη του πολέμου. Μετά από σύντομη, αλλά εντατική εκπαίδευση στου Γουδή οι Δωδεκανήσιοι εθελοντές ορκίστηκαν στις 12 Ιανουαρίου 1941 και παρέλαβαν την πολεμική σημαία. Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων αποτέλεσε τον πυρήνα της 20ης Μεραρχίας, που άρχισε να συγκροτείται εκ των ενόντων στις 12 Φεβρουαρίου 1941, για να ενισχύσει το αλβανικό μέτωπο και ήταν το μοναδικό πλήρως επανδρωμένο, στελεχωμένο και εξοπλισμένο σύνταγμά της.

Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 4 Μαρτίου σε σύσκεψη Ελλήνων και Άγγλων επιτελών αποφασίστηκε η συγκρότηση νέου τμήματος στρατιάς, του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ), αποτελούμενου από τις Μεραρχίες XII και 20, υπό τις διαταγές του υποστράτηγου Κωτούλα Ιωάννη και με αποστολή την άμυνα του κορμού της Ελλάδας σε περίπτωση παραβίασης της βασικής αμυντικής γραμμής Μπέλες-Νέστος (Μεταξά).

Από τις 28 Μαρτίου το ΤΣΚΜ και το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα απετέλεσαν το Συγκρότημα W υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ουίλσον και τις διαταγές του Αρχιστράτηγου Παπάγου. Το Συγκρότημα W ασχολήθηκε εντατικά με την οργάνωση του εδάφους και έκανε σοβαρές αμυντικές εργασίες, αλλά η αμυντική αξία της γενικής τοποθεσίας Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Αλιάκμων σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη της γραμμής Μπέλες-Νέστος. Επιπλέον η επέκταση βόρεια του Αμύνταιου απορρόφησε όλες τις εφεδρείες, το δε ανάπτυγμα της εν λόγω τοποθεσίας ήταν περίπου 170 χιλιόμετρα με αποτέλεσμα να κατέχεται αραιά και να μην προσφέρεται για παρατεταμένη άμυνα.

Στις 6 Απριλίου τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία (γραμμή Μπέλες-Νέστος) και τη νότια Γιουγκοσλαβία. Στις 8 Απριλίου οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Σκόπια και το ΤΣΑΜ (Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας) διατάχθηκε να συνθηκολογήσει. Ξαφνικά οι Γερμανοί βρέθηκαν να απειλούν και την ελληνο-γιουγκοσλαβική μεθόριο αποδεικνύοντας ξεκάθαρα πόσο αβάσιμη ήταν η απόφαση της Ελλάδας να βασίσει την άμυνά της στην εξ αρχής αβέβαιη γιουγκοσλαβική αντίσταση. Ο αιφνιδιασμός δεν επέτρεψε στο Συγκρότημα W να κινηθεί έγκαιρα στην προβλεπόμενη και ασφαλή για το ίδιο δεύτερη γραμμή άμυνας. Υποχρεώθηκε να τροποποιήσει ελαφρώς και ανεπαρκώς τις θέσεις του με σκοπό να καλύψει τα απειλούμενα νώτα των ελληνικών στρατευμάτων στην Αλβανία.

Στις 9 Απριλίου παραδόθηκε στους Γερμανούς η Θεσσαλονίκη, το απόγευμα παραδόθηκε η Μπίτολα (Μοναστήρι) και το βράδυ το Σύνταγμα Δωδεκανησίων είχε ολοκληρώσει την εγκατάστασή του στη νέα αμυντική γραμμή, όπου οι πλαγιές των υψωμάτων παρουσιάζουν το μειονέκτημα να είναι βατές στο μέτωπο προς τον εχθρό και απόκρημνες στα νώτα της παράταξης. Στις 10 Απριλίου οι Γερμανοί κατείχαν όλη την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη και στράφηκαν αμέσως στη διάνοιξη της στενωπού Κλειδίου.

Μάχες με τους Γερμανούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη της Βεύης (1941)

Τα μεσάνυχτα της 10ης προς 11η Απριλίου ισχυρή γερμανική δύναμη αναγνώρισης επεχείρησε να καταλάβει το ύψωμα Γκλάβα, αλλά απωθήθηκε από τα δραστικά πυρά του Συντάγματος Δωδεκανησίων. Στις 11 Απριλίου οι Γερμανοί επεχείρησαν αναγνωριστική επίθεση κατά του Ντελίνσκι Ντολ αλλά το Σύνταγμα Δωδεκανησίων τους απώθησε πέρα από την Κέλλη. Βέβαια σε περίπτωση επίθεσης τεθωρακισμένων δεν είχε καμία απολύτως δυνατότητα αμύνης, διότι δεν διέθετε κανένα αντιαρματικό όπλο. Οι Βρετανοί διέταξαν την τμηματική σύμπτυξη του Συγκροτήματος W στο Άσκιο και αργότερα το ίδιο βράδυ (11 προς 12 Απριλίου) ο σύνδεσμος μεταξύ του ΙΙΙ Τάγματος Δωδεκανησίων και των αυστραλιανών δυνάμεων “διεκόπη υπό των Βρετανών άνευ προειδοποιήσεως και δι΄ άγνωστον λόγον”. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα το βρετανικό πυροβολικό άρχισε να βάλλει καταιγιστικά, προκαλώντας την απορία των αξιωματικών του Συντάγματος Δωδεκανησίων, καθώς οι περίπολοί του ανέφεραν πλήρη ηρεμία στις απέναντί τους γερμανικές γραμμές. Οι αξιωματικοί του Συντάγματος υποψιάστηκαν ότι παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των Βρετανών, αυτοί είχαν ήδη αρχίσει τη σύμπτυξή τους από το Κλειδί και δύο απόπειρες αξιωματικών του Συντάγματος να έλθουν σε επαφή με τους Βρετανούς απέτυχαν, διότι η αυστραλιανή φρουρά τους απαγόρευσε να μπουν στον βρετανικό τομέα. Επίσης οι Βρετανοί επιτελείς αρνήθηκαν ή δεν ήταν σε θέση να απαντήσουν στις τηλεφωνικές κλήσεις του διοικητού του Συντάγματος.

Στις 12 Απριλίου από την αυγή οι Γερμανοί άρχισαν να ετοιμάζονται για την τελική επίθεση, την οποία εξαπέλυσαν περί την 08:30 με κύρια προσπάθεια στα ανατολικά της οδού Βεύης-Κλειδίου. Περί την 11:00 το τάγμα των Βρετανών Ανιχνευτών υποχώρησε κι έτσι οι Γερμανοί βρέθηκαν στο εσωτερικό της στενωπού. Περί το μεσημέρι είχε καταρρεύσει η άμυνα των Συμμάχων και από τις 13:00 ο ένας μετά τον άλλο οι διοικητές των ελληνικών δυνάμεων έβλεπαν Βρετανούς και Αυστραλούς να εγκαταλείπουν απροειδοποίητα τις θέσεις τους. Στις 14:00, ενώ το Σύνταγμα Δωδεκανησίων βρισκόταν υπό τα καταιγιστικά πυρά γερμανικού πυροβολικού και τεθωρακισμένων, ενώ οι Βρετανοί “λόγω δυσμενούς τροπής της μάχης του Κιρλί Δερβέν” διέταξαν το Σύνταγμα να συμπτυχθεί άμεσα. Η διαταγή έφτασε στο Σύνταγμα στις 15:40 και τονιζόταν έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο ως τις 18:00, διότι η Βρετανική Διοίκηση δεν θα έφερε καμία ευθύνη για όποιο τμήμα δεν συμπτυσσόταν εγκαίρως. Ως αποτέλεσμα, η μεν ελληνική Πεδινή Πυροβολαρχία στο Κλειδί διατάχθηκε να καταστρέψει επί τόπου τα πυροβόλα της, το δε Σύνταγμα Δωδεκανησίων αναγκάστηκε επίσης να καταστρέψει επιτόπου το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού υλικού του, που δεν μπορούσε να μεταφερθεί με τα ελάχιστα διαθέσιμα μεταφορικά κτήνη.

Σύμπτυξη και περιπλάνηση στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διοικητής του Συντάγματος δεν ενημέρωσε τα τάγματα ότι οι Βρετανοί είχαν διαθέσει αυτοκίνητα για τη σύμπτυξη του ΙΙ Τάγματος, προπορεύθηκε με το επιτελείο, χωρίς να περιμένει στο ραντεβού που ο ίδιος είχε δώσει στα Ι και ΙΙΙ Τάγματα, και αυτά σε συνδυασμό με τις επί μέρους αποκλίσεις από τα διαταχθέντα δρομολόγια λόγω της γερμανικής πίεσης καθώς και το γεγονός ότι οι διοικητές ταγμάτων βάδιζαν στην ουρά της φάλαγγας είχαν ως αποτέλεσμα τα διατεθέντα βρετανικά αυτοκίνητα να παραλάβουν τμήματα των ΙΙΙ και Ι Ταγμάτων αντί του ΙΙ. Η ασυνεννοησία δεν απετράπη ούτε από τους Έλληνες αξιωματικούς του ΤΣΚΜ, που συνόδευαν τους Βρετανούς με τα αυτοκίνητα. Έτσι οι δυνάμεις του Συντάγματος διασπάστηκαν καθώς τμήματά του μεταφέρθηκαν σε διαφορετικές πόλεις (Πτολεμαΐδα, Κοζάνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Καλαμπάκα, Τρίκαλα, Λάρισα). Σημαντικό μέρος των τμημάτων που είχαν μεταφερθεί στα Γρεβενά, στην Κοζάνη και στην Καλαμπάκα διέρρευσαν προς νότο και είτε κατέληξαν στην Αθήνα είτε προσκολλήθηκαν σε διάφορες μονάδες της Θεσσαλίας. Τη χαριστική βολή στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων την έδωσαν οι Βρετανοί, όταν αρνήθηκαν να φορτώσουν στα αυτοκίνητα όσο πολεμικό υλικό είχε καταφέρει αυτό να διασώσει. Προκάλεσαν έτσι την πλήρη οργανική αποσύνθεση του Συντάγματος Δωδεκανησίων και την οριστική απώλεια της μαχητικής του ικανότητας.

Τα Ι και ΙΙΙ Τάγματα είχαν διαταγή να αναπτυχθούν στη στενωπό Κλεισούρας, αλλά τα μεσάνυχτα (12 προς 13 Απριλίου) βρίσκονταν στην Πτολεμαΐδα μόλις 800 οπλίτες και 25 αξιωματικοί κυρίως του Ι Τάγματος, νηστικοί και με κατεστραμμένα άρβυλα. Το σχέδιο είχε λοιπόν ναυαγήσει, αφού η πιό αξιόμαχη μονάδα του ΤΣΚΜ είχε διαλυθεί. Οι συγκεντρωθέντες στην Πτολεμαΐδα διατάχθηκαν να προωθηθούν αρχικά στη Βλάστη και τελικά στην Πυλωρή, όπου συνέρρεαν ομάδες και μεμονωμένοι άντρες του Συντάγματος, και μέχρι το βράδυ είχε συγκεντρωθεί δύναμη περίπου 1.500 αντρών, δηλαδή λιγότεροι από τους μισούς της αρχικής δύναμης, που στην πλειοψηφία τους ήταν πλέον άοπλοι. Στις 15 Απριλίου διατάχθηκε η μετακίνηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων προς Γρεβενά, αλλά καθοδόν πληροφορήθηκαν ότι διάφορα σημεία του δρομολογίου τους είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς και για λόγους ασφαλείας ο διοικητής αποφάσισε να κινηθούν προς Καλαμπάκα. Στις 16 Απριλίου το Σύνταγμα ξεκίνησε μια ιδιαίτερα εξουθενωτική πορεία μέρα-νύχτα, χωρίς ανάπαυση ούτε καν λιγόλεπτη, υπό σχεδόν συνεχή βροχή, σε ανώμαλα και καταλασπωμένα δρομολόγια, χωρίς τρόφιμα, με άντρες εξαντλημένους, χωρίς υποδήματα, με κουρέλια τυλιγμένα γύρω από τα κρυοπαγήματα των ποδιών τους, με κουρελιασμένο τον ιματισμό τους, ενώ πολλοί έπεφταν κατά γης μη μπορώντας να ακολουθήσουν τη φάλαγγα.

Παράδοση της Ελλάδας και διάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Απριλίου το Σύνταγμα διατάχθηκε να κινηθεί προς Μέτσοβο και αμέσως άλλαξε πορεία. Στις 19 Απριλίου στάθμευσε στην Αρδομίτσα, όπου βρήκε τρόφιμα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ελάχιστο ιματισμό και καθόλου οπλισμό και πυρομαχικά, ενώ η εχθρική αεροπορία σφυροκοπούσε τις ελληνικές θέσεις. Στις 21 Απριλίου ίσχυσε ανακωχή και στις 22 το Σύνταγμα Δωδεκανησίων διατάχθηκε να παραδώσει στον πρόεδρο της κοινότητας Αρδομίτσας, όσον οπλισμό του είχε απομείνει, και να ετοιμαστεί για πορεία προς Καλαμπάκα. Στις 24 Απριλίου έφτασε στο Μέτσοβο και μετά διατάχθηκε να κινηθεί προς Μαλακάσι. Την επομένη έγινε γνωστό ότι με το νέο πρωτόκολλο ανακωχής, που είχε υπογράψει ο Τσολάκογλου, οι Έλληνες αξιωματικοί εθεωρούντο πλέον αιχμάλωτοι πολέμου και οι Γερμανοί τους συνελάμβαναν, όπου τους εύρισκαν. Στις 26 Απριλίου ο διοικητής του Συντάγματος Δωδεκανησίων πέτυχε επικοινωνία με τον διοικητή του ΤΣΚΜ, ο οποίος επιβεβαίωσε τις παραπάνω πληροφορίες, δήλωσε ότι δεν υφίσταται πλέον Ελληνικός Στρατός και ότι οι οπλίτες ήταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στις εστίες τους. Στις 27 Απριλίου η σβάστικα κυμάτιζε στην Ακρόπολη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]