Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής
| Το λήμμα δεν περιέχει πηγές ή αυτές που περιέχει δεν επαρκούν. |

Η ιστορία των περιοχών που εξελίχθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ή απλά στην Αμερική), εκκινεί από την άφιξη των αυτόχθονων κατοίκων (περίπου 15.000 π.Χ.), πολύ πριν την άφιξη των Ευρωπαίων. Οι αυτόχθονες λαοί ανέπτυξαν ποικίλους πολιτισμούς, μερικοί από τους οποίους έφτιαξαν και μεγάλες κοινότητες ή κέντρα. Η έλευση των Ευρωπαίων στα τέλη του 15ου αιώνα σήμανε μια περίοδο σκληρής αποικιοκρατίας που προξένησε πολέμους και επιδημίες, αποδεκατίζοντας τις αυτόχθονες κοινωνίες. Μέχρι τη δεκαετία του 1760, είχαν εγκαθιδρυθεί δεκατρείς βρετανικές αποικίες κατά μήκος της ανατολικής ακτής. Το 1607, ιδρύθηκε η πρώτη αποικία των Άγγλων στο Τζέιμσταουν της Βιρτζίνια. Οι πρώτες αμερικανικές αποικίες ήταν κυρίως εδάφη της Αγγλίας και οι άποικοι εκεί ήταν κυρίως Άγγλοι, Ιρλανδοί και Σκωτοί, αλλά και Γερμανοί, Γάλλοι, Ολλανδοί, Σουηδοί κ.α.. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των αποικιών, πολλοί ιθαγενείς πέθαναν από αρρώστιες ή έχασαν τη γη τους.

Αφού το Ηνωμένο Βασίλειο επικράτησε σε βάρος της Γαλλίας σε σειρά πολέμων, επέβαλε στους αποίκους νέους φόρους, όπως ο φόρος στο τσάι, ενέργειες που αντιμετωπίστηκαν με διαμαρτυρίες. Το 1775 στο Λέξινγκτον και στο Κόνκορντ (Μασαχουσέτη) ξεκίνησαν διαμάχες μεταξύ των Βρετανών και των Αμερικανών αποίκων. Μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες στη διαμάχη ήταν ο Τζορτζ Ουάσινγκτον που υπήρξε ένας από τους Ιδρυτές Πατέρες και μετέπειτα ο πρώτος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Τελικά, οι 13 αποικίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους στις 4 Ιουλίου 1776 και υπό την ηγεσία του στρατηγού Τζορτζ Ουάσινγκτον, κέρδισαν τον Πόλεμο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας το 1783.
Μετά την Επανάσταση, οι επικεφαλής των Πολιτειών συνέταξαν το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών (1789) θωρακίζοντας τις βασικές ελευθερίες. Οι αξίες που καθιέρωσαν οι «εθνοπατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών» (Founding Fathers) και οι θεσμοί της χώρας που εισήχθησαν στις αρχικές εποχές της χώρας, έχουν αφήσει το πολιτικό-ιδεολογικό τους αποτύπωμα, όπως και η αμερικανική κουλτούρα της ελευθερίας, που πολλοί θεωρούν καθοριστική για την παγκόσμια εικόνα της Αμερικής. Το 1791 προστέθηκαν οι πρώτες Τροπολογίες (διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), θωρακίζοντας βασικές ελευθερίες. Τα έγγραφα αυτά βασίζονταν κυρίως στις ιδέες του κοινωνικού συμβολαίου του Τζον Λοκ και του Γαλλικού Διαφωτισμού.
Ως πρώτος πρόεδρος, ο Τζορτζ Ουάσινγκτον (με σύμβουλο τον Αλεξάντερ Χάμιλτον) εδραίωσε κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Το 1803, η Αγορά της Λουιζιάνα διπλασίασε την επικράτεια και ενίσχυσε την εξάπλωση προς τη Δύση. Η εκλογή του Αμπραχάμ Λίνκολν έφερε διχασμό, καθώς οι νότιες Πολιτείες αποσχίστηκαν ως Συνομοσπονδία, πυροδοτώντας τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861–1865). Οι συγκρούσεις και από τις δύο πλευρές είχαν σοβαρές συνέπειες για όλη τη χώρα. Τελικά, η Συνομοσπονδία ηττήθηκε το 1865, ενώ ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της λήξης του πολέμου ήταν κατάργηση της δουλείας (εκτός από τιμωρία για έγκλημα).
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Αμερική δέχτηκε μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα από την Ευρώπη που επάνδρωσαν τα εργοστάσια ευνοώντας την ανάπτυξη της βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, έγινε κυρίαρχη βιομηχανική υπερδύναμη, χάρη στην επιχειρηματικότητα, τη βιομηχανική πρόοδο και τη μετανάστευση εργατών από την Ευρώπη. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εντάχθηκαν στις συμμαχικές δυνάμεις το 1917. Μετά την ευημερία της δεκαετίας του 1920 (Roaring Twenties), η Μεγάλη Ύφεση (1929–1940) προκάλεσε βαθιά οικονομική κρίση. Ο πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ (FDR) προώθησε το New Deal, στοχεύοντας στην κρατική παρέμβαση με προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και ανακούφισης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εισήλθαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ (1941). Η χώρα βοήθησε στην ήττα των δυνάμεων του Άξονα, αλλά οι εκ μέρους της βομβαρδισμοί σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι με ατομικές βόμβες (1945), έχουν κριθεί από πολλές πλευρές ως εγκλήματα πολέμου.

Με το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση κατέληξαν οι δύο μεγάλες υπερδυνάμεις, εισάγοντας τον Ψυχρό Πόλεμο. Στο εσωτερικό των ΗΠ της Αμερικής, στα πλαίσια αυτής της διαμάχης, εντάθηκαν αντικομμουνιστικά αισθήματα (και red-baiting), συχνά σε υπερβολικό βαθμό. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠ της Αμερικής πολέμησαν στην Κορέα και το Βιετνάμ, ενώ παραλλήλως χρηματοδότησαν μεγαλεπήβολα επιστημονικά και στρατιωτικά προγράμματα με αποτέλεσμα τις αποστολές στο διάστημα και την προσελήνωση του 1969. Ωστόσο, το 1970-1980 παρατηρήθηκε μερική αποβιομηχάνιση. Οι σχέσεις της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα παρέμειναν ψυχρές, γεγονός που γέννησε διάφορες αμερικανικές επεμβάσεις και έναν ευρύτερο ανταγωνισμό, σε μία εποχή που χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.
Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠ της Αμερικής έμειναν η κύρια οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη. Στην αρχή του 21ου αιώνα, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσαν αφορμή για μία εκ νέου παγκόσμια διαμάχη, με στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και αλλού. Κατά την προεδρία του Τζορτζ Γ. Μπους πραγματοποιήθηκε εισβολή στο Ιράκ το 2003, γεγονός που επικρίθηκε ευρέως.
Οι ΗΠ της Αμερικής συνεχίζουν να έχουν κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή, με την ιστορία τους να αντικατοπτρίζει τόσο θετικές όσο και αμφιλεγόμενες όψεις ενός έθνους που εξακολουθεί να διαμορφώνει τις εξελίξεις του διεθνούς συστήματος.
Ιθαγενείς κάτοικοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι πρώτοι αυτόχθονες πληθυσμοί έφτασαν στις περιοχές της σημερινής Βόρειας Αμερικής μετανάστες από την Ευρασία μέσω της Βερινγκίας, πολύ πριν ιδρυθούν ευρωπαϊκοί οικισμοί. Ανέπτυξαν πολλαπλές ξεχωριστές κουλτούρες, με άλλα έθιμα και γλώσσες. Οι σχέσεις τους με τους μετέπειτα Ευρωπαίους αποίκους ήταν πολύ συχνά συγκρουσιακές, καθώς χάθηκαν πολλές ζωές αυτόχθονων από πολεμικές συγκρούσεις και ασθένειες που έφεραν οι Ευρωπαίοι.[1]
Παλαιο-ιθαγενείς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι πρώτοι κάτοικοι κατά την Εποχή των Παγετώνων ήταν κυνηγοί μεγάλων ζώων (π.χ. μαμούθ), ενώ με την πάροδο του χρόνου κυνηγούσαν περισσότερο με βίσωνες και ταυτόχρονα ήταν τροφοσυλλέκτες. Σε περιοχές όπως το κεντρικό Μεξικό ξεκίνησε η καλλιέργεια γύρω στο 8.000 π.Χ. Αυτή η γνώση διαδόθηκε βόρεια, επηρεάζοντας σταδιακά περιοχές της σημερινής Αριζόνα και Νέο Μεξικό.[2] Πολύ σημαντικός πολιτισμός στα νοτιοδυτικά, αποτέλεσαν οι Ανασάζι, οι οποίοι αρχότερα μετεξελίχθησαν στους Πουέμπλο.[3]

Αργότερα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ένα παράδειγμα ανεπτυγμένων εγχώριων πολιτισμών ήταν οι λεγόμενοι «Mound Builders» (κατασκευαστές τύμβων) στο σημερινό Οχάιο και αλλού, που δημιούργησαν μεγάλους τύμβους για τελετουργικούς σκοπούς. Στη Μεσοδυτική περιοχή αναπτύχθηκε ο πολιτισμός του Μισσισιπή με κέντρο μία πόλη-κράτος που σήμερα ονομάζουμε Καχόκια, που έφτασε τους 20000 κατοίκους (12ος αιώνας μ.Χ.).[4]

Στις βορειοδυτικές ακτές (π.χ. Ουάσινγκτον, Όρεγκον), οι αυτόχθονες δημιούργησαν σταθερούς οικισμούς, αξιοποιώντας τους άφθονους πόρους της θάλασσας, όπως σολομό. Στο βορειοανατολικό τμήμα, οι Ιροκέζοι σχημάτισαν την Ομοσπονδία τους τον 15ο αιώνα, ασκώντας επιρροή, μέσω συμμάχων ή συγκρούσεων, πάνω σε πολλούς γειτονικούς λαούς.[5]
Άλλοι πολύ σημαντικοί πολιτισμοί/έθνη, αποτελούν οι Τσερόκι, οι Μουσκοτζί, οι Τσόκτα και οι Ποχατάν (δυτικά), οι Μπλάκφουτ, οι Λακόταχ και οι Ντακοτάχ, (βόρεια), οι Ναβάχο, οι Απάτσι και οι Κομάντσι, και πολλοί άλλοι.

Ανακάλυψη της Βορείου Αμερικής από τους Σκανδιναβούς (1075)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ευρωπαϊκή αναφορά της Αμερικής, βρίσκεται σε μια πραγματεία του μεσαιωνικού χρονικογράφου Άνταμ της Βρέμης, περίπου το 1075, όπου αναφέρεται ως Βίνλαντ. Οι πρώτες εξερευνήσεις της ηπείρου πραγματοποιήθηκαν από τους Σκανδιναβούς (Βίκινγκς). Τα ισχυρότερα αρχαιολογικά στοιχεία για την ύπαρξη σκανδιναβικών οικισμών στην Αμερική βρίσκονται στον Καναδά. Υπάρχει σημαντική επιστημονική συζήτηση σχετικά με το αν οι Σκανδιναβοί εξερευνητές έφτασαν επίσης στην περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Νέα Αγγλία.[6]
Ευρωπαϊκή αποικιοκρατία (1493–1754)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο γενικότερος αποικισμός της ηπείρου, θεωρείται ότι είχε ως αφετηρία την πρώτη αποικία που ιδρύθηκε από τον Κολόμβο το 1493 στην σημερινή Αϊτή. Όσον αφορά τις σημερινές ΗΠ της Αμερικής, κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, Ισπανοί, Γάλλοι, Ολλανδοί και Άγγλοι εξερευνητές ίδρυσαν αποικίες σε διάφορα μέρη της Βόρειας Αμερικής, συχνά με αρνητικές συνέπειες για τους γηγενείς κατοίκους. Οι Γάλλοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στον Καναδά, οι Ισπανοί στη Φλόριντα και νοτιοδυτικά. Οι Άγγλοι δημιούργησαν 13 αποικίες κατά μήκος των ανατολικών ακτών.
Οι Ευρωπαίοι έφεραν στην περιοχή άλογα, βοοειδή και χοίρους, και πήραν καλαμπόκι, γαλοπούλες, ντομάτες, πατάτες, καπνό, φασόλια και σκουός στην Ευρώπη. Πολλοί εξερευνητές και πρώτοι άποικοι πέθαναν μετά από έκθεση σε νέες ασθένειες στην Αμερική. Ωστόσο, οι άποικοι, έφεραν ασθένειες στους ιθαγενείς Αμερικανούς, καθώς οι δεύτεροι δεν είχαν ανοσία σε αυτές. Υπέστησαν επιδημίες και πέθαναν σε πολύ μεγάλους αριθμούς, με τις κοινωνίες τους είχαν διαταραχθεί από την κλίμακα των θανάτων.[7]
Ισπανική αποικιοκρατία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Ισπανοί εξερευνητές ήταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι, μετά τους Σκανδιναβούς, που έφτασαν στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τα ταξίδια του Χριστόφορου Κολόμβου (ξεκίνημα το 1492) που δημιούργησαν κτήσεις στην Καραϊβική, συμπεριλαμβανομένων των σύγχρονων εδαφών των ΗΠ της Αμερικής του Πουέρτο Ρίκο και μέρη των Αμερικανικών Παρθένων Νήσων. Τον 14ο αιώνα, η Ισπανία έκτισε ένα φρούριο στη Φλόριντα. Ο Χουάν Πόνσε ντε Λεόν αποβιβάστηκε στη Φλόριντα το 1513.[8] Οι ισπανικές αποστολές έφτασαν γρήγορα στα Απαλάχια Όρη, στον ποταμό Μισσισσιππή, στο Γκραντ Κάνυον[9] και στις Μεγάλες Πεδιάδες.[10] ΟΙ Ισπανοί επεκτάθηκαν ιδιαίτερα στις σημερινές νοτιοδυτικές ΗΠ της Αμερικής.[10]
Βρετανική αποικιοκρατία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Άγγλοι, παρασυρμένοι από τις επιδρομές του Φράνσις Ντρέικ σε ισπανικά πλοία θησαυρών που εγκατέλειπαν τον Νέο Κόσμο, εγκαταστάθηκαν στη λωρίδα γης κατά μήκος της ανατολικής ακτής το 1600.[2] Μία ομάδα Άγγλων που ονομάστηκαν Προσκυνητές (Pilgrims) μετανάστευσαν για λόγους θρησκευτικής ελευθερίας το 1621, αποίκισαν στο Πλύμουθ της Μασαχουσέτης. Μια ακόμα μεγαλύτερη αποικία ιδρύθηκε στη Μασαχουσέτη από τους Πουριτανούς το 1630. Οι πίλγκριμς και οι πουριτανοί είχαν ως σκοπό τη δημιουργία μία καλύτερης, «χριστιανικής», κοινωνίας και όχι την εύρεση χρυσού. Κάποιος ονόματι Ρότζερ Γουίλιαμς έφυγε από την αποικία μετά από διαφωνίες και ίδρυσε το Ρόουντ Άιλαντ το 1636. Αρχικά αντιμετώπισαν πάρα πολλές δυσκολίες με αποτέλεσμα να απεβιώσουν περίπου οι μισοί από αυτούς[11]. Παρόλα αυτά, με το πέρασμα των ετών νέοι άποικοι έφτασαν στην Νέα Αγγλία, και αναπτύχθηκαν βιοτεχνίες, λιμάνια και βιομηχανίες λόγω του άγονου εδάφους. Το 1637 και το 1675, σημειώθηκαν πόλεμοι μεταξύ αποίκων και ιθαγενών, που προκάλεσαν σφαγές και εθνοκαθάρσεις εναντίον των δεύτερων.
Οι πρώτες βρετανικές αποικίες ιδρύθηκαν από ιδιωτικές ομάδες που αναζητούσαν οικονομικό κέρδος. Οι άποικοι αντιμετώπισαν δυσκολίες, λόγω φτώχειας και ασθενειών. Πολλοί άποικοι ήταν άνθρωποι που αναζητούσαν θρησκευτική ελευθερία ή δραπετεύουν από την πολιτική καταπίεση, αγρότες που εκτοπίστηκαν από τη Βιομηχανική Επανάσταση ή εκείνοι που απλώς αναζητούσαν περιπέτεια και ευκαιρίες. Μεταξύ του τέλους του 1610 και της Επανάστασης, οι Βρετανοί έστειλαν περίπου 50.000 έως 120.000 κατάδικους στις αποικίες τους.[12] Στις αρχές του 17ου αιώνα το θρησκευτικό κίνημα που έγινε γνωστό ως Μεγάλη Αφύπνιση σφράγισε την ιστορία των ΗΠ της Αμερικής: ο θρησκευτικός φανατισμός μαζί με τον πλουραλισμό των αιρέσεων δημιούργησαν μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία που απομακρυνόταν από τις ευρωπαϊκές τάσεις της κοσμικότητας. Κατά τη Μεγάλη Αφύπνιση αναδείχτηκαν Ιεροκήρυκες, όπως ο Τζόναθαν Έντουαρντς, ενώ δεν έλειψαν οι διώξεις όπως εκείνες των Μαγισσών του Σάλεμ της Μασαχουσέτης.
Σε ορισμένες περιοχές, οι ιθαγενείς της Αμερικής δίδαξαν στους αποίκους πώς να καλλιεργούν τοπικές καλλιέργειες. Σε άλλες επιτέθηκαν στους αποίκους. Τα παρθένα δάση παρείχαν άφθονο οικοδομικό υλικό και καυσόξυλα. Φυσικοί κολπίσκοι και λιμάνια περιστοιχίζουν την ακτή, παρέχοντας εύκολα λιμάνια για ουσιαστικό εμπόριο με την Ευρώπη. Οι οικισμοί παρέμειναν κοντά στην ακτή λόγω αυτού, καθώς και λόγω της αντίστασης των ιθαγενών Αμερικανών και του φυσικού τείχους των Απαλλάχιων Όρεων στο εσωτερικό.[2]
Η πρώτη επιτυχής αγγλική αποικία ήταν το Τζέιμσταουν (1607). Η εισαγωγή της καλλιέργειας καπνού βοήθησε την ανάπτυξή της. Παρά τις προσπάθειες των ιθαγενών κατοίκων της περιοχής Ποχατάν να ανακτήσουν τις περιοχές τους από τους αποίκους, το 1624, ο βασιλιάς Τζέιμς Α' έκανε τη Βιρτζίνια βασιλική αποικία εδραιώνοντας την Βρετανική παρουσία.
Γαλλική αποικιοκρατία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ολλανδικός αποικισμός και Νέες Βρετανικές Αποικίες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στη δεκαετία του 1660, οι Μέσες Αποικίες της Νέας Υόρκης, του Νιου Τζέρσεϋ και του Ντέλαγουερ ιδρύθηκαν από Ολλανδούς και χαρακτηρίζονταν από μεγάλο βαθμό εθνοτικής και θρησκευτικής ποικιλομορφίας. Η Νέα Υόρκη μάλιστα ονομαζόταν Νέο Άμστερνατμ. Ταυτόχρονα, οι ιθαγενείς Ιροκέζοι της Νέας Υόρκης, ενισχυμένοι από χρόνια εμπορίας γούνας με Ευρωπαίους, σχημάτισαν την ισχυρή Ιροκέζικη Συνοποσπονδία. Η τελευταία αποικία σε αυτή την περιοχή ήταν η Πενσυλβάνια, που ιδρύθηκε το 1681 από τον Γουίλιαμ Πεν ως στέγη για θρησκευτικούς διαφωνούντες, συμπεριλαμβανομένων των Κουάκερων, των Μεθοδιστών και των Άμις[13].
Οι συντριπτικά αγροτικές νότιες αποικίες, ήρθαν σε έντονη αντίθεση με τις αποικίες της Νέας Αγγλίας και τις Μέσες αποικίες. Μετά τη Βιρτζίνια, η δεύτερη βρετανική αποικία νότια της Νέας Αγγλίας ήταν το Μέριλαντ, που ιδρύθηκε ως καθολικός παράδεισος το 1632. Η οικονομία αυτών των δύο αποικιών χτίστηκε εξ ολοκλήρου σε αγρότες και καλλιεργητές. Οι φυτευτές εγκαταστάθηκαν στην Βιρτζίνια, δημιουργώντας τεράστιες φυτείες. Το 1670 ιδρύθηκε η επαρχία της Καρολίνα και το Τσάρλεστον έγινε το μεγάλο εμπορικό λιμάνι της περιοχής. Ενώ η οικονομία της Βιρτζίνια βασιζόταν επίσης στον καπνό, η Καρολίνα ήταν πιο διαφοροποιημένη, εξάγοντας επίσης ρύζι, λουλακί και ξυλεία. Το 1712, χωρίστηκε στα δύο, δημιουργώντας τη Βόρεια και τη Νότια Καρολίνα. Η αποικία της Τζόρτζια ιδρύθηκε από τον Τζέιμς Όγκλεθορπ το 1732 ως σύνορο με την ισπανική Φλόριντα και ως αποικία μεταρρυθμίσεων για πρώην κρατούμενους και τους φτωχούς.[14]
Μέχρι το 1733 υπήρχαν 13 αποικίες. Οι αποικίες συχνά διαιρούνταν σε τρεις περιοχές. Το Βόρειο τμήμα, ονομάστηκε «Νέα Αγγλία» και περιελάμβανε τις πολιτείες Νιου Χάμσαϊρ, Μασαχουσέτη, Ρόουντ Άιλαντ και Κοννέτικατ. Υπήρχαν 4 μεσαίες πολιτείες: Νέα Υόρκη, Νιου Τζέρζι, Πενσυλβάνια και Ντέλαγουερ. Ο Νότος, είχε πέντε πολιτείες: Μέριλαντ, Βιρτζίνια, Βόρεια Καρολίνα, Νότια Καρολίνα και Τζόρτζια. Στη Νέα Αγγλία υπήρχαν μικρές φάρμες και οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αλιεία και την ξυλεία. Ο Νότος είχε μεγάλες φυτείες καπνού και βαμβακιού.
Επταετής Πόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Από το 1754 έως το 1763, η Αγγλία και η Γαλλία συγκρούστηκαν στον Επταετή Πόλεμο ο οποίος τελείωσε με μια συνθήκη που απαγόρευε στους κατοίκους των 13 αποικιών να εποικίσουν εδάφη δυτικά των Απαλαχίων.
Περίοδος της Επανάστασης (1754–1793)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πριν την επανάσταση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γαλλοϊνδιανικός πόλεμος (1754–1763), μέρος του μεγαλύτερου Επταετούς Πολέμου, ήταν ένα ορόσημο στην πολιτική ανάπτυξη των αποικιών. Η επιρροή των Γάλλων και των Ιθαγενών Αμερικανών, των κύριων αντιπάλων του Βρετανικού Στέμματος στις αποικίες και τον Καναδά, μειώθηκε σημαντικά και η επικράτεια των Δεκατριών Αποικιών επεκτάθηκε. Η πολεμική προσπάθεια οδήγησε επίσης σε μεγαλύτερη πολιτική ενσωμάτωση των αποικιών, όπως αντικατοπτρίζεται στο συνέδριο του Άλμπανι και συμβολίζεται από την έκκληση του Μπέντζαμιν Φράνκλιν προς τις αποικίες «Εντάξου, ή θα πεθάνεις» ("Join or Die").[15]

Μετά τον Επταετή Πόλεμο, οι άποικοι ήταν δυσαρεστημένοι τόσο από τη συνθήκη του 1763, όσο και από τη δυσβάσταχτη φορολογία που επέβαλαν οι Άγγλοι της μητρόπολης. Το βρετανικό κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο περί γραμματοσήμων του 1765, επιβάλλοντας φόρο στις αποικίες χωρίς να περάσει αυτό από τα αποικιακά νομοθετικά σώματα. Φωνάζοντας «καμία φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση», οι άποικοι αρνήθηκαν να πληρώσουν.[16] Οι Αμερικανοί θεώρησαν άδικη τη φορολογία εφόσον δεν εκπροσωπούνταν στο Βρετανικό Κοινοβούλιο. Όταν αυξήθηκαν οι φόροι στη ζάχαρη και στα γραμματόσημα, ενισχύθηκε το αίσθημα της ενότητας μεταξύ των πολιτειών. Το 1770, άποικοι στη Βοστόνη, γνωστοί ως οι Γιοι της Ελευθερίας έδωσαν μάχη εναντίον των Άγγλων στρατιωτών με αποτέλεσμα τη Σφαγή της Βοστόνης. Το Κόμμα του Τσαγιού της Βοστώνης το 1773, ήταν μια άμεση δράση διαμαρτυρίας εναντίον του νέου φόρου στο τσάι. Μετά την αύξηση του φόρου στο τσάι, οι Γιοι της Ελευθερίας έριξαν εκατοντάδες κουτιά τσάι στο ποτάμι ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Ακολούθησε η κατάληψη της Βοστόνης από τα αγγλικά στρατεύματα αλλά και η δημιουργία του κογκρέσου από τις δεκατρείς αποικίες, στο οποίο ήταν μέλη ήταν ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, ο Τζον Άνταμς, ο Τόμας Τζέφερσον, ο Τζον Χάνκοκ, ο Ρότζερ Σέρμαν και ο Τζον Τζέυ· μερικοί από τους λεγόμενους Ιδρυτές Πατέρες. Το Κοινοβούλιο απάντησε τον επόμενο χρόνο με τις «Αφόρητες Πράξεις», αφαιρώντας από την Μασαχουσέτη το ιστορικό της δικαίωμα για αυτοκυβέρνηση και θέτοντάς την υπό στρατιωτική κυριαρχία, γεγονός που πυροδότησε οργή και αντίσταση και στις δεκατρείς αποικίες. Οι πατριώτες ηγέτες από κάθε αποικία συγκάλεσαν το Πρώτο Ηπειρωτικό Συνέδριο για να συντονίσουν την αντίστασή τους. Το Συνέδριο κάλεσε σε μποϊκοτάζ του βρετανικού εμπορίου, δημοσίευσε έναν κατάλογο δικαιωμάτων και παραπόνων και ζήτησε από τον βασιλιά να διορθώσει αυτά τα παράπονα.[17]
Η Αμερικανική Επανάσταση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αν και οι άποικοι είχαν ξεκινήσει νωρίτερα τις μάχες, ο Αμερικανικός Επαναστατικός Πόλεμος θεωρείται ότι ξεκίνησε με τις μάχες του Λέξινγκτον και του Κόνκορντ στις 19 Απριλίου 1775.[18] Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον διορίστηκε στρατηγός του Ηπειρωτικού Στρατού.[19] Το πέρασμα του Ουάσιγκτον από τον ποταμό Ντέλαγουερ εκκίνησε μια σειρά από νίκες που εκδίωξαν τις βρετανικές δυνάμεις από το Νιου Τζέρσεϊ.[20]
Το Δεύτερο Ηπειρωτικό Συνέδριο ψήφισε να κηρύξει την ανεξαρτησία στις 2 Ιουλίου 1776, ενώ το ίδιο έτος, ο Τόμας Πέιν έγραψε ένα φυλλάδιο με τίτλο «Κοινή Λογική» το οποίο αφορούσε το ζήτημα της αγγλικής εξουσίας επί των πολιτειών και ήταν βασισμένο στις ιδέες περί των ατομικών δικαιωμάτων και του κοινωνικού συμβολαίου του Τζον Λοκ. Οι «ιδρυτές πατέρες» καθοδηγήθηκαν από την ιδεολογία του ρεπουμπλικανισμού, απορρίπτοντας τον μοναρχισμό.[21] Το πνεύμα της επανάστασης, αποτέλεσε την απαρχή της αμερικανικής κουλτούρας, και των ιδεών της αμερικανικής ελευθερίας και του «αμερικανικού ονείρου»[22], όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας υπογράφηκε από μέλη του Κογκρέσου στις 4 Ιουλίου[23], ημερομηνία που έκτοτε αποτελεί την σημαντικότερη εθνική εορτή της ένωσης, την «Ημέρα της Ανεξαρτησίας».[24] Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας παρουσίασε επιχειρήματα υπέρ των δικαιωμάτων των πολιτών, δηλώνοντας ότι όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι, υποστηρίζοντας τα δικαιώματα της ζωής, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας, και απαιτώντας τη συναίνεση των διοικούμενων.[23]
Παρότι οι Αμερικανοί στρατιώτες υπό τον Τζορτζ Ουάσινγκτον έχασαν πολλές μάχες, το 1777 σημείωσαν μια βασική νίκη στη Σαρατόγκα, η οποία οδήγησε τη Γαλλία και την Ισπανία να συμμετέχουν στον πόλεμο στο πλευρό των Αμερικανών.

Οι Βρετανοί ξεκίνησαν την εκστρατεία Σαρατόγκα το 1777 για να καταλάβουν το Όλμπανι της Νέας Υόρκης,[25] όμως ηττήθηκαν από τους Αμερικανούς, με αποτέλεσμα η Γαλλία, η Ολλανδία και η Ισπανία άρχισαν να παρέχουν υποστήριξη στους επαναστάτες.[26] Η Βρετανία απάντησε στην ήττα στον βορρά με το να επεκταθεί στον νότο, ξεκινώντας με την κατάληψη της Σαβάνας το 1778.[27] Οι αμερικανικές δυνάμεις ανέκτησαν το νότο το 1781 και ο Βρετανικός Στρατός ηττήθηκε στην Πολιορκία του Γιορκτάουν στις 19 Οκτωβρίου 1781.[28]
Ο βασιλιάς Γεώργιος Γ' διέταξε επίσημα το τέλος των εχθροπραξιών στις 5 Δεκεμβρίου 1782, αναγνωρίζοντας την αμερικανική ανεξαρτησία.[29] Η Συνθήκη των Παρισίων υπογράφηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1783[30] και επικυρώθηκε από το Συνέδριο της Συνομοσπονδίας στις 14 Ιανουαρίου 1784[31].
Πρώιμη Oμοσπονδιακή Δημοκρατία (1781–1830), επέκταση και μεταρρυθμίσεις (1830–1848)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1781, οι αποικίες σχημάτισαν μία συνομοσπονδία πολιτειών στην οποία οι πολιτείες είχαν σχεδόν όλη την εξουσία ενώ η κεντρική κυβέρνηση ήταν ανίσχυρη: δεν υπήρχε πρόεδρος, ούτε η δυνατότητα αντιμετώπισης εξεγέρσεων του όχλου.

Το 1787, δημιουργήθηκε το πρώτο Σύνταγμα με τη συμβολή του Τζέιμς Μάντισον, του Τζορτζ Ουάσινγκτον και του Αλεξάντερ Χάμιλτον. Από το σύνταγμα προέκυψε μια ισχυρότερη εθνική κυβέρνηση που είχε τρεις κλάδους: τον εκτελεστικό (ο πρόεδρος και το προσωπικό), τον νομοθετικό (η Βουλή των Αντιπροσώπων και το Κογκρέσο) και τον δικαστικό.
Κάποιες πολιτείες συμφώνησαν με το σύνταγμα γρήγορα. Σε άλλες πολιτείες πολλοί δυσαρεστήθηκαν με το σύνταγμα καθώς παραχωρούσε πολλά δικαιώματα στην κεντρική κυβέρνηση και καταπατούσε τα δικαιώματα των ανθρώπων. Για να διαδοθεί το σύνταγμα, καταγράφηκαν ορισμένα άρθρα σε εφημερίδες με αποσπάσματα του. Αργότερα προστέθηκε η διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ήταν μία σειρά δέκα τροποποιήσεων που περιόριζαν τις δυνάμεις της κυβέρνησης και παραχωρούσαν δικαιώματα στους ανθρώπους. Όπως η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας έτσι και το σύνταγμα ήταν ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους και των πολιτών. Η κεντρική ιδέα του συντάγματος είναι ότι η κυβέρνηση είναι μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εκλεγμένη από τους ανθρώπους, όπου όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα. Όμως αυτό δεν ίσχυε αρχικά καθώς μόνο οι λευκοί άνδρες που είχαν ιδιοκτησία μπορούσαν να ψηφίσουν. Κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας του Ουάσινγκτον έγινε μία επανάσταση κατά την οποία οι αγρότες προσπάθησαν να εμποδίσουν την κυβέρνηση να συγκεντρώνει φόρους για το ουίσκι. Το 1795, η κυβέρνηση υπέγραψε μία συνθήκη κατά την οποία ενισχύθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές με τη Βρετανία αλλά ως αντάλλαγμα οι Άγγλοι εγκατέλειψαν τα φρούρια τους στις Μεγάλες Λίμνες.
Πρώιμη Δημοκρατία (1793–1830)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον εξελέγη δημοκρατικά ως ο πρώτος Πρόεδρος το 1789.[32] Η εθνική πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από τη Νέα Υόρκη στη Φιλαδέλφεια το 1790 και τελικά στην Ουάσινγκτον D.C., το 1800.
Η κύρια επίτευξη της Διοίκησης Ουάσινγκτον ήταν η δημιουργία μιας ισχυρής εθνικής κυβέρνησης που αναγνωριζόταν από όλους τους Αμερικανούς.[33] Υπό την ηγεσία του Υπουργού Οικονομικών Αλεξάντερ Χάμιλτον, η κυβέρνηση ανέλαβε τα χρέη των πολιτειών, δημιούργησε την Πρώτη Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών και εγκαθίδρυσε ένα ομοιόμορφο σύστημα δασμών και φόρων για την αποπληρωμή του χρέους και την ενίσχυση της οικονομίας. Για να προωθήσει τα προγράμματά του, ο Χάμιλτον ίδρυσε το Φεντεραλιστικό Κόμμα, το οποίο εστίαζε στη σταθερότητα, την ισχυρή κεντρική διοίκηση και την προώθηση των αμερικανικών αξιών. Όμως, για να μην υπάρχει υπερβολική κεντρική εξουσία, το Κογκρέσο υιοθέτησε το Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Πολίτη το 1791, διασφαλίζοντας θεμελιώδεις ελευθερίες όπως η ελευθερία λόγου και θρησκείας, το δικαίωμα οπλοκατοχής, την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας κ.α..[34] Ο Τόμας Τζέφερσον και ο Τζέιμς Μάντισον σχημάτισαν αντίστοιχα το Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο αντιπροσώπευε τις αρχές του περιορισμένου κράτους, δημιουργώντας την αντίπαλη σχολή στην πολιτική σκηνή της Αμερικής, επίσης μεγάλης σημασίας για την θεμελίωση του αμερικανικού πολιτικού/αξιακού συστήματος.
Το 1794, η Συνθήκη Τζέι επανέφερε τις σχέσεις με τη Βρετανία, προκαλώντας αντιδράσεις αλλά και συμβάλλοντας στη δημιουργία του Πρώτου Κομματικού Συστήματος. Παρά τις πολιτικές εντάσεις, η κυβέρνηση Ουάσινγκτον κατάφερε να διαχειριστεί σημαντικές προκλήσεις, όπως η Εξέγερση του Ουίσκι.[35]
Ο Τζον Άνταμς, Φεντεραλιστής, νίκησε τον Τόμας Τζέφερσον στις εκλογές του 1796 και έγινε ο δεύτερος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής διαδεχόμενος τον Ουάσινγκτον. Αυτές ήταν οι πρώτες εκλογές ανάμεσα σε δύο πολιτικά κόμματα. Ως πρόεδρος ο Άνταμς, ισχυροποίησε τον στρατό και το ναυτικό.
Στις εκλογές του 1800 ο Τζέφερσον νίκησε τον Άνταμς. Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που έκανε ως πρόεδρος, ήταν η Αγορά της Λουιζιάνας κατά την οποία αγοράστηκε μία μεγάλη έκταση γης από τη Γαλλία. Ο Τζέφερσον, επίσης προσπάθησε να σταματήσει το εμπόριο μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας έτσι ώστε οι ΗΠΑ να μην εμπλακούν σε τυχόν πόλεμο που αυτές θα συμμετέχουν. Πόλεμος ξέσπασε μεταξύ Αμερικής και Αγγλίας όταν ο Μάντισον ήταν πρόεδρος το 1812. Αυτός ο πόλεμος έμεινε γνωστός ως ο Πόλεμος του 1812.διαδέχθηκε τον Ουάσινγκτον το 1796. Η διοίκησή του αντιμετώπισε την κρίση με τη Γαλλία και εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Η εποχή χαρακτηρίστηκε και από την Δεύτερη Μεγάλη Αναγέννηση, ένα κίνημα θρησκευτικής αναζωπύρωσης που προκάλεσε ραγδαία αύξηση του αριθμού των μελών εκκλησιών, ιδιαίτερα των Βαπτιστών και Μεθοδιστών. Το κίνημα ξεκίνησε γύρω στο 1790 και κορυφώθηκε μετά το 1820, οδηγώντας στη δημιουργία νέων θρησκευτικών κοινοτήτων και σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως η προώθηση της εγκράτειας.[36]
Εξαγορά της Λουιζιάνα και Πόλεμος του 1812
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τζέφερσον εξελέγη Πρόεδρος το 1800, προωθώντας την εξαγορά της Λουιζιάνα το 1803, που άνοιξε τον δρόμο για την επέκταση προς τη Δύση. Η Αποστολή Λιούις και Κλαρκ χαρτογράφησε τη νέα περιοχή, ενώ ο Τζέφερσον προώθησε τις αρχές του ρεπουμπλικανισμού βασισμένου στην ανεξάρτητη πρωτογενή παραγωγή.[37]
Οι εντάσεις με τη Βρετανία κορυφώθηκαν λόγω παραβιάσεων των ουδέτερων δικαιωμάτων των αμερικανικών πλοίων, με αποτέλεσμα τον πόλεμο του 1812. Μετά από επιθέσεις των Βρετανών, οι οποίοι για λόγους κοινών συμφερόντων είχαν συμμαχήσει και με τους ιθαγενείς, κορυφώθηκαν το 1814, όταν οι Βρετανοί επιτέθηκαν και έκαψαν την Ουάσιγκτον. Παρόλα αυτά εν τέλει απωθήθηκαν στη Βαλτιμόρη, όπου γράφτηκε και ο σημερινός εθνικός ύμνος των ΗΠ της Αμερικής, προς τιμήν της αμερικανική επιτυχίας. Στις αρχές του 1815, ο Άντριου Τζάκσον νίκησε αποφασιστικά μια μεγάλη βρετανική εισβολή στη Μάχη της Νέας Ορλεάνης[38], και οι Αμερικανοί κέρδισαν τελικά στις 18 Φεβρουαρίου, με μία συνθήκη ειρήνης που άφησε τα προπολεμικά όρια στη θέση τους. Η νίκη αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν πόλεμο που συχνά αποκαλείται "δεύτερης ανεξαρτησίας", συνέβαλε στη δημιουργία μιας ισχυρής εθνικής ταυτότητας.[39]
Εποχή Καλών Αισθημάτων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η νίκη στον πόλεμο του 1812 και η επιτυχία της Διακήρυξης Μονρόε το 1823 εδραίωσαν την αυτοπεποίθηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Εντωμεταξύ κατά την εποχή εκείνη, το άλλοτε πανίσχυρο και πατριωτικό Φεντεραλιστικό Κόμμα, οδηγήθηκε σε συρρίκνωση, καθώς οι συνεχιστές του δεν ακολούθησαν τις αξίες οι οποίες διακατείχαν το κόμμα, και εναντιώθηκαν στον πόλεμο του 1812.[40] Η περίοδος αυτή κατά τ'άλλα, χαρακτηρίστηκε ως μια εποχή ενότητας και εθνικής ανάπτυξης.[41]

Η ιδέα του Manifest Destiny ενίσχυσε την επιθετική επέκταση προς τη Δύση. Πολλές φυλές ιθαγενών μετακινήθηκαν βίαια σε κρατημένους τόπους (π.χ. απομάκρυνση Τσερόκι – Trail of Tears). Ο τότε πρόεδρος Άντριου Τζάκσον, παρότι συχνά επαινείται για ορισμένες κοινωνικο-οικονομικές πολιτικές, έχει δεχτεί εντονότατη κριτική για τις πολιτικές του προς τους ιθαγενείς, καθώς επί της ουσίας προκάλεσε εθνοκάθαρση[42] και γενοκτονία, αποτελώντας μία προσωπικότητα με προεξέχοντα ρόλο στην ευρύτερη διάλυση των ιθαγενών κοινωνιών.
Τέλος, η Αμερική οδηγήθηκε και σε Πόλεμο με το Μεξικό (1846–1848), καθώς το δεύτερο δεν αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Τέξας (μετά την Επανάσταση του Τέξας), αλλά και γενικότερα λόγω της επεκτατικής πολιτικής των ΗΠ της Αμερικής. Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν η επέκταση της Αμερικής σε όλες τις σημερινές νοτιοδυτικές Πολιτείες.
Η εποχή της Άγριας Δύσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ανάπτυξη του Τέξας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η νέα πολιτεία μεγάλωσε ραγδαία καθώς μετανάστες έφταναν στις εύφορες βαμβακοφυτείες της ανατολικής πλευράς του Τέξας.[43] Οι Γερμανοί μετανάστες άρχισαν να καταφτάνουν στις αρχές της δεκαετίας του 1840 λόγω αρνητικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών πιέσεων στη Γερμανία.[44] Οι μεγαλογαιοκτήμονες δημιούργησαν βαμβακοφυτείες στις ανατολικές περιοχές. Η κεντρική περιοχή της πολιτείας αναπτύχθηκε περισσότερο από γεωργούς αυτοκατανάλωσης.[45]
Το Τέξας στις μέρες της Άγριας Δύσης προσέλκυσε άντρες που μπορούσαν να χειρίζονται καλά τα όπλα και διέθεταν ζήλο για περιπέτεια, «για αντρική φήμη, πατριωτική υπηρεσία, πολεμική δόξα και ουσιαστικούς θανάτους».[46]
Εξόρυξη χρυσού στην Καλιφόρνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1846, περίπου 10.000 Ισπανόφωνοι ζούσαν στην Καλιφόρνια, κυρίως σε ράντσα βοοειδών σε αυτό που σήμερα είναι η περιοχή του Λος Άντζελες. Μερικές εκατοντάδες ξένοι βρίσκονταν διάσπαρτοι στις βόρειες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων κάποιων Αμερικανών. Με το ξέσπασμα του πολέμου με το Μεξικό το 1846, οι ΗΠ της Αμερικής έστειλαν τον Φρίμοντ και μια μονάδα του Αμερικανικού Στρατού, καθώς και ναυτικές δυνάμεις, και πήραν γρήγορα τον έλεγχο.[47] Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, ανακαλύφθηκε χρυσός στο βορρά και τα νέα εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλο τον κόσμο.
Χιλιάδες Forty-Niners έφτασαν στην Καλιφόρνια, πλέοντας γύρω από τη Νότια Αμερική (ή διασχίζοντας τον συντομότερο αλλά επικίνδυνο, λόγω ασθενειών, Παναμά) ή ακολουθώντας το μονοπάτι της Καλιφόρνιας πεζή. Ο πληθυσμός εκτοξεύθηκε σε πάνω από 200.000 το 1852, κυρίως στις περιοχές εξόρυξης χρυσού που εκτείνονταν στους ορεινούς όγκους ανατολικά του Σαν Φρανσίσκο.

Η στέγαση στο Σαν Φρανσίσκο ήταν πανάκριβη και εγκαταλελειμμένα πλοία, των οποίων τα πληρώματα είχαν αναχωρήσει για τα ορυχεία, συχνά μετατρέπονταν σε προσωρινούς κοιτώνες. Στις ίδιες τις περιοχές όπου εξορυσσόταν ο χρυσός, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πρωτόγονες, αν και το ήπιο κλίμα ήταν ελκυστικό. Τα εφόδια ήταν ακριβά και το φαγητό φτωχό. Οι συγκεκριμένες κοινότητες, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άντρες χωρίς σταθερές δομές, συχνά μαστίζονταν από βία, μεθύσια, βωμολοχία και συμπεριφορές που τροφοδοτούνταν από την απληστία. Χωρίς δικαστήρια ή αστυνομικούς μηχανισμούς, οι μεταλλωρύχοι ανέπτυξαν ένα αυτοσχέδιο νομικό σύστημα βασισμένο στους «κώδικες εξόρυξης» που χρησιμοποιούνταν σε άλλα μεταλλευτικά κέντρα του εξωτερικού. Κάθε καταυλισμός είχε τους δικούς του κανόνες και συχνά αποδιδόταν δικαιοσύνη με λαϊκή ετυμηγορία. Οι ιθαγενείς Αμερικανοί, οι Μεξικανοί και οι Κινέζοι συνήθως λάμβαναν τις πιο σκληρές ποινές.[48]
Η εξόρυξη χρυσού άλλαξε δραστικά την οικονομία της Καλιφόρνιας και προσέλκυσε μια ποικιλία επαγγελματιών —από ειδικούς σε πολύτιμα μέταλλα, εμπόρους, γιατρούς και δικηγόρους, μέχρι μεταλλωρύχους, ιδιοκτήτες σαλούν, χαρτοπαίκτες και πόρνες. Μια εφημερίδα του Σαν Φρανσίσκο έγραφε: «Όλη η χώρα… ηχεί από την ποταπή κραυγή του χρυσού! Χρυσός! ΧΡΥΣΟΣ!, ενώ τα χωράφια μένουν μισοσπαρμένα, τα σπίτια μισοτελειωμένα και όλα παραμελημένα εκτός από την κατασκευή φτυαριών και κασμάδων».[49] Πάνω από 250.000 μεταλλωρύχοι ανακάλυψαν συνολικά πάνω από 200 εκατομμύρια δολάρια σε χρυσό κατά τα πέντε χρόνια της Εξόρυξης Χρυσού στην Καλιφόρνια.[50][51] Ωστόσο, καθώς οι αφίξεις πλήθαιναν, όλο και λιγότεροι κατάφερναν να πλουτίσουν. Οι περισσότεροι έμεναν εξουθενωμένοι και άφραγκοι.
Οι βίαιοι ληστές συχνά επιτίθονταν στους μεταλλωρύχους, όπως στην περίπτωση του Τζόναθαν Ρ. Ντέιβις που σκότωσε έντεκα ληστές μόνος του.[52] Οι καταυλισμοί απλώθηκαν βόρεια και νότια του Αμερικανικού Ποταμού και προς τα ανατολικά, στην Σιέρα Νεβάδα. Σε λίγα χρόνια, σχεδόν όλοι οι ανεξάρτητοι μεταλλωρύχοι αντικαταστάθηκαν από εταιρείες εξόρυξης, οι οποίες προσλάμβαναν εργάτες με χαμηλούς μισθούς. Καθώς ο χρυσός γινόταν πιο δύσκολο να βρεθεί, οι μεμονωμένοι μεταλλωρύχοι έδιναν τη θέση τους σε εξειδικευμένα συνεργεία και μηχανήματα. Οι μεγαλύτερες εταιρείες προξένησαν όμως και σοβαρές περιβαλλοντικές ζημιές. Στα βουνά κυριάρχησε η εξόρυξη σε φρέατα, που παρήγαγε μεγάλες ποσότητες αποβλήτων. Από το 1852, μετά το τέλος της μεγάλης «χρυσοθηρικής εξόρμησης» των ‘49ers, μέχρι το 1883, χρησιμοποιήθηκε η υδραυλική εξόρυξη. Παρά τα τεράστια κέρδη, αυτά συγκεντρώθηκαν στα χέρια λίγων κεφαλαιούχων, πολλοί μεταλλωρύχοι έμειναν άνεργοι, διοχετεύθηκαν τεράστιες ποσότητες αποβλήτων στα ποτάμια και προκλήθηκε μεγάλη οικολογική ζημιά. Η υδραυλική εξόρυξη απαγορεύθηκε όταν οι διαμαρτυρίες των αγροτών ανάγκασαν τις αρχές να σταματήσουν αυτή την πρακτική.[53]
Στις ορεινές περιοχές του τριγώνου από το Νέο Μεξικό έως την Καλιφόρνια και έως την Ντακότα υπήρχαν εκατοντάδες μεταλλευτικές τοποθεσίες, όπου οι χρυσοθήρες ανακάλυψαν χρυσό, ασήμι, χαλκό και άλλα μέταλλα (καθώς και μερικά κοιτάσματα άνθρακα). Πρόσκαιρα μεταλλευτικά στρατόπεδα εμφανίζονταν σε μια νύχτα, αλλά τα περισσότερα γίνονταν πόλεις-φαντάσματα όταν τα κοιτάσματα εξαντλούνταν. Οι μεταλλωρύχοι εξερεύνησαν και έψαξαν για χρυσό και ασήμι στα Βραχώδη Όρη και στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας. Σύντομα βρέθηκε χρυσός στο Κολοράντο, τη Γιούτα, την Αριζόνα, το Νέο Μεξικό, το Άινταχο, τη Μοντάνα και τη Νότια Ντακότα (ως το 1864).[54]
Η ανακάλυψη του Comstock Lode με τεράστιες ποσότητες ασημιού, οδήγησε στην άνθηση πόλεων στην περιοχή της άγρας δύσης. Ο πλούτος από το ασήμι, περισσότερο από το χρυσάφι, συνέβαλε στην ανάπτυξη του Σαν Φρανσίσκο τη δεκαετία του 1860 και στην άνοδο οικογενειών όπως εκείνη του Τζωρτζ Χερστ.[55]
Το Μονοπάτι του Όρεγκον
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να φτάσουν στα πλούσια εδάφη της Δυτικής Ακτής, οι ταξιδιώτες είχαν τρεις επιλογές: να πλεύσουν γύρω από το νοτιότερο άκρο της Νότιας Αμερικής για έξι μήνες, να πάρουν τον επικίνδυνο συντομότερο δρόμο μέσω του Ισθμού του Παναμά ή —στην περίπτωση 400.000 ανθρώπων— να ταξιδέψουν πεζή πάνω από 3.200 χλμ με καραβάνια. Συνήθως ξεκινούσαν από το Μιζούρι, μεταφέροντας ρούχα, γεωργικά εφόδια, όπλα και ζώα. Τα καραβάνια αυτά ακολουθούσαν μεγάλους ποταμούς, διέσχιζαν πεδιάδες και βουνά και στόχευαν να φτάσουν στο Όρεγκον ή την Καλιφόρνια σε ένα ζεστό εξάμηνο. Μέχρι το 1836, όταν οργανώθηκε το πρώτο καραβάνι στο Ίντιπεντενς του Μιζούρι, είχε ήδη καθαριστεί ένα πέρασμα μέχρι το Φορτ Χολ στο Άινταχο. Στη συνέχεια χαράχτηκαν μονοπάτια όλο και πιο δυτικά, φτάνοντας τελικά στο Όρεγκον. Αυτό το δίκτυο ονομάστηκε αργότερα «το Μονοπάτι του Όρεγκον». Το ανατολικό τμήμα της διαδρομής χρησιμοποιήθηκε και από ταξιδιώτες που πήγαιναν στην Καλιφόρνια (από το 1843), στους Μορμόνους (από το 1847) και στο Ουαϊόμινγκ (από το 1863) προτού οι ομάδες αποσπαστούν προς τους δικούς τους προορισμούς.[56]
Στο «Καραβάνι του 1843», περίπου 700 έως 1.000 έποικοι κατευθύνθηκαν στο Όρεγκον. Το 1846 ολοκληρώθηκε ο Barlow Road γύρω από το όρος Χουντ, παρέχοντας ένα δύσκολο αλλά εφικτό πέρασμα από τον ποταμό Μιζούρι: περίπου 3.200 χλμ.[57] Αν και τα πρώτα καραβάνια είχαν κατεύθυνση τη Δύση, δεν έλειπαν αυτοί που γύριζαν ανατολικά, είτε απογοητευμένοι και χωρίς πόρους, είτε επειδή ήθελαν να επιστρέψουν με χρήματα ή να φέρουν τις οικογένειές τους. Οι «επιστροφείς» αυτοί ήταν μία βασική πηγή πληροφοριών, προειδοποιήσεων και ενθουσιασμού για τα θαύματα, τις υποσχέσεις —αλλά και τους κινδύνους και τις απογοητεύσεις— της μακρινής Δύσης.[58]
Δεν έφτασαν όλοι οι ταξιδιώτες στον προορισμό τους. Οι κίνδυνοι ήταν πολλοί: δαγκώματα φιδιών, ατυχήματα με τις άμαξες, βία από άλλους ταξιδιώτες, αυτοκτονίες, υποσιτισμός, πανικόβλητα κοπάδια, επιθέσεις ιθαγενών, διάφορες ασθένειες (όπως δυσεντερία, τύφος και χολέρα), έκθεση σε ακραία καιρικά φαινόμενα και χιονοστιβάδες. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η Ομάδα των Ντόνερ, που παγιδεύτηκε στα βουνά Σιέρα Νεβάδα τον χειμώνα του 1846–1847. Οι μισοί από τους 90 ανθρώπους της ομάδας πέθαναν από πείνα και έκθεση στο κρύο, ενώ μερικοί κατέφυγαν ακόμη και σε κανιβαλισμό για να επιβιώσουν.[59] Άλλη τραγική ιστορία κανιβαλισμού είναι του Άλφρεντ Πάκερ κατά την πορεία του στο Κολοράντο το 1874. Υπήρχαν συχνές επιδρομές από ληστές στους δρόμους, όπως οι διαβόητοι αδερφοί Χαρπ που επιτίθονταν σε διερχόμενους και μετανάστες.[60][61]
Οι Μορμόνοι και η Γιούτα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Μιζούρι και το Ιλινόι, η έχθρα μεταξύ των Μορμόνων και των υπόλοιπων κατοίκων μεγάλωνε, κάτι που επαναλήφθηκε σε άλλες περιοχές, όπως στη Γιούτα αργότερα. Η βία ξέσπασε στις 24 Οκτωβρίου 1838, όταν πολιτοφύλακες και από τις δύο πλευρές συγκρούστηκαν και ακολούθησε μια μαζική δολοφονία Μορμόνων στην κομητεία Λίβινγκστον έπειτα από έξι μέρες.[62] Εκδόθηκε εκτελεστικό διάταγμα που απαιτούσε την εκδίωξη των Μορμόνων και αυτοί αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν.[63] Ο Μπρίγκαμ Γιανγκ, θέλοντας να ξεφύγει από τις θρησκευτικές διώξεις στο Ιλινόι και το Μιζούρι, οδήγησε τους Μορμόνους στην κοιλάδα της Μεγάλης Σολτ Λέικ, περιοχή που ανήκε τότε στο Μεξικό αλλά ουσιαστικά δεν ελεγχόταν από αυτό. Περί τα εκατό αγροτικά μορμονικά οικιστικά σημεία ξεφύτρωσαν στο Ντεσερέτ, το οποίο διοικούσε ο Γιανγκ ως θεοκρατία. Αργότερα, έγινε η επικράτεια της Γιούτα. Ο οικισμός του Σολτ Λέικ Σίτυ αποτέλεσε τον κόμβο του δικτύου τους, που επεκτάθηκε και σε γειτονικές περιοχές. Ο κοινοτισμός και οι προχωρημένες γεωργικές πρακτικές των Μορμόνων τούς βοήθησαν να επιτύχουν.[64] Οι Μορμόνοι συχνά πουλούσαν αγαθά σε καραβάνια που περνούσαν. Μετά τη Μάχη στο Φορτ Γιούτα το 1850, ο Γιανγκ άρχισε να διατυπώνει μια πολιτική για τους ιθαγενείς, που συχνά αποδίδεται ως «είναι φθηνότερο να τους ταΐζουμε παρά να πολεμάμε».[65] Ωστόσο, οι Πόλεμοι του Γουακάρα και του Μαύρου Γερακιού στην Γιούτα δείχνουν ότι οι εντάσεις συνεχίστηκαν ώσπου οι ομοσπονδιακές και τοπικές αρχές συμφώνησαν ότι οι ιθαγενείς έπρεπε να μετακινηθούν στον Καταυλισμό Γιούντα.[66] Η εκπαίδευση έγινε υψίστης σημασίας για να διατηρήσει συνοχή η κοινότητα και να καταπολεμηθεί η «αίρεση».[67]
Μετά τη λήξη του Μεξικανο-Αμερικανικού Πολέμου το 1848, η Γιούτα περιήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και οι Μορμόνοι στη Γιούτα είχαν στηρίξει τις ΗΠ της Αμερικής στη διάρκεια του πολέμου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, υπό την πίεση προτεσταντικών εκκλησιών, απέρριπτε τη θεοκρατία και την πολυγαμία. Το 1852 ιδρύθηκε το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, το οποίο ήταν άμεσα αντίθετο προς την Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών σχετικά με την πολυγαμία, που η πλειονότητα της αμερικανικής κοινωνίας θεωρούσε προσβολή για τις θρησκευτικές και ηθικές αξίες. Η αντιπαράθεση οδήγησε τον Πρόεδρο Μπιουκάναν να στείλει στρατό. Παρότι δεν έγιναν μάχες, έγιναν διαπραγματεύσεις και αποφεύχθηκε η γενίκευση, όμως η βία αυξήθηκε και υπήρξαν θύματα.[68] Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πήρε ουσιαστικά τον έλεγχο της Γιούτα. Η εκκλησία έχασε τη νομική της μορφή, μέλη της ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένου του Γιανγκ, απομακρύνθηκαν και δεν μπορούσαν να κατέχουν δημόσια αξιώματα.[69] Εν τω μεταξύ, οι επιτυχίες στο έργο ιεραποστολής έφεραν πολυάριθμους Μορμόνους μετανάστες στις ΗΠ της Αμερικής και την Ευρώπη. Το Κογκρέσο αρνήθηκε για καιρό την ένταξη της Γιούτα στην Ένωση ως πολιτεία. Τελικά, το 1890, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες ανακοίνωσαν ότι η πολυγαμία δεν αποτελεί πλέον κεντρικό δόγμα. Το 1896, η Γιούτα έγινε η 45η πολιτεία, με τους Μορμόνους να διαμοιράζονται πολιτικά ανάμεσα σε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς.[70]
Pony Express και τηλέγραφος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιχορήγησε την ανάπτυξη υπηρεσιών ταχυδρομείου και εμπορευματικών μεταφορών και, μέχρι το 1856, το Κογκρέσο εξουσιοδότησε τη βελτίωση δρόμων και μια χερσαία ταχυδρομική υπηρεσία προς την Καλιφόρνια. Τα νέα εμπορικά καραβάνια μετέφεραν κυρίως εμπορεύματα. Το 1858 ο Τζον Μπάτερφιλντ (1801–1869) ίδρυσε μια ταχυδρομική υπηρεσία με αμαξοστοιχίες από το Σεντ Λούις στο Σαν Φρανσίσκο σε 24 ημέρες, μέσω νότιας διαδρομής. Αυτή εγκαταλείφθηκε το 1861 μετά την ένταξη του Τέξας στη Συνομοσπονδία, προς όφελος άλλων υπηρεσιών μέσω Φορτ Λάραμι και Σολτ Λέικ Σίτυ, πάλι σε 24 ημέρες, με την Wells Fargo & Co. ως κύριο πάροχο (αρχικά χρησιμοποιώντας το όνομα «Butterfield»).[71]
Ο Γουίλιαμ Ράσελ, ελπίζοντας να πάρει κυβερνητικό συμβόλαιο για ταχύτερη αποστολή αλληλογραφίας, ξεκίνησε το Pony Express το 1860, μειώνοντας τον χρόνο παράδοσης σε δέκα ημέρες. Δημιούργησε πάνω από 150 σταθμούς, περίπου 24 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο.
Το 1861, το Κογκρέσο ψήφισε τον Land-Grant Telegraph Act, που χρηματοδότησε την κατασκευή των τηλεγραφικών γραμμών της Western Union. Ο Χίραμ Σίμπλι, επικεφαλής της Western Union, διαπραγματεύτηκε αποκλειστικές συμφωνίες με τους σιδηροδρόμους, ώστε οι τηλεγραφικές γραμμές να περνούν από τις σιδηροδρομικές εκτάσεις. Οκτώ χρόνια πριν ολοκληρωθεί ο υπερατλαντικός σιδηρόδρομος, στις 24 Οκτωβρίου 1861, συνδέθηκε τηλεγραφικά η Ομάχα της Νεμπράσκα με το Σαν Φρανσίσκο.[72] Το Pony Express έκλεισε μετά από μόλις 18 μήνες, καθώς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τον τηλέγραφο.[73][74]
Οι Συγκρούσεις στο Κάνσας (Bleeding Kansas)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Συνταγματικά, το Κογκρέσο δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τα ζητήματα σε κάθε Πολιτεία, όμως είχε δικαιοδοσία στις δυτικές επικράτειες. Η Καλιφόρνια έγινε πολιτεία το 1850, ενώ το Νέο Μεξικό εφάρμοσε νόμους που σπάνια γίνονταν πράξη. Το Κάνσας είχε ήδη οριστεί από τον Συμβιβασμό του 1820 σε άλλη κατεύθυνση. Στοιχεία που ήθελαν ελεύθερη εγκατάσταση αντιδρούσαν, φοβούμενα ότι αν επιτρεπόταν η αθρόα αγορά των καλύτερων εδαφών από πλούσιους γαιοκτήμονες, θα έμεναν ελάχιστες ευκαιρίες για τους υπόλοιπους λευκούς αγρότες. Με το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο Kansas–Nebraska Act του 1854, το Κογκρέσο άφησε την απόφαση στους ψηφοφόρους του Κάνσας. Σε όλο τον Βορρά ιδρύθηκε ένα νέο κόμμα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση: το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με πολλούς ηγέτες από τη Δύση, όπως ο Αβραάμ Λίνκολν από το Ιλινόι. Για να επηρεάσουν την απόφαση, οι αντιμαχόμενες πλευρές έστειλαν στο Κάνσας μετανάστες με πολιτικά κίνητρα. Η βία δεν άργησε να ξεσπάσει και στο διάστημα 1854–1859 οι νεκροί έφτασαν τους 56.[75] Μέχρι το 1860, οι φιλο-Νότιοι επικράτησαν, αλλά υπήρχαν ελάχιστες αντίστοιχες εγκαταστάσεις. Τελικά το 1861 το Κάνσας εντάχθηκε στην Ένωση ως ελεύθερη πολιτεία. Τα γεγονότα κατέδειξαν ότι ο δημοκρατικός συμβιβασμός μεταξύ Βορρά και Νότου ήταν αδύνατος και συνέβαλαν στην επίσπευση του Εμφυλίου Πολέμου.[76]
Εμφύλιος Πόλεμος και Ανασυγκρότηση (1848–1877)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι διαφωνίες για τη δουλεία οξύνθηκαν. Η απόσχιση των Νότιων Πολιτειών έφερε τον Εμφύλιο (1861–1865). Η Κυβέρνηση Λίνκολν (θεωρούμενη θετικά για την προσφορά της στη διατήρηση της Ένωσης) επικράτησε, τερματίζοντας τυπικά τη δουλεία. Ωστόσο, οι λεγόμενοι Νόμοι Τζιμ Κρόου κράτησαν διακρίσεις. Στην περίοδο Ανασυγκρότησης, επιχειρήθηκε η πολιτική ενσωμάτωση των Αφροαμερικανών.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις εκλογές του 1860, το Δημοκρατικό κόμμα, διαιρέθηκε και ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος για την προεδρία Αβραάμ Λίνκολν νίκησε τις εκλογές. Μετά από αυτό πολλές νότιες πολιτείες αποχώρησαν από την Ένωση. Τελικά αποχώρησαν έντεκα πολιτείες. Ίδρυσαν ένα νέο κράτος με το όνομα Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής ή απλά "Συνομοσπονδία". Ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Βορρά (Ένωση) και νότου (Συνομοσπονδία). Ο νότος είχε καλύτερους στρατηγούς από τον βορρά αλλά είχε λιγότερους σιδηρόδρομους και σχεδόν κανένα εργοστάσιο όπλων. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε έλλειψη στολών και όπλων για τους στρατιώτες της Συνομοσπονδίας. Ο Νότος αδυνατούσε να εφοδιαστεί επειδή ο βορράς είχε μπλοκάρει με καράβια τις νότιες ακτές.
Στις αρχές του πολέμου, στρατηγοί της Συνομοσπονδίας, όπως ο Ρόμπερτ Λη και ο Στόνγουολ Τζάκσον νίκησαν σε μάχες εναντίον των στρατηγών της Ένωσης όπως ο Τζορτζ Μακλέλαν. Το 1862 και το 1863, ο στρατός της Ένωσης επιχείρησε να καταλάβει την εχθρική πρωτεύουσα της Συνομοσπονδίας το Ρίτσμοντ (Βιρτζίνια) αρκετές φορές αλλά απέτυχαν. Ο στρατός του Λη κατέλαβε περιοχές στον βορρά δύο φορές αλλά οδηγήθηκε σε υποχώρηση στη Μάχη του Γκέττυσμπεργκ και τη μάχη του Αντιετάμ. Στη μέση του πολέμου ο Λίνκολν υπέγραψε τη Διακήρυξη Χειραφέτησης η οποία ελευθέρωνε όλους τους σκλάβους του Νότου και τους επέτρεπε να εισέλθουν στον στρατό της Ένωσης. Ο πόλεμος έτεινε προς το μέρος του βορρά το 1863. Σημαντικές μάχες για τη νίκη του Βορρά ήταν αυτή στο Γκέττυσμπεργκ και το Βικσμπεργκ. Αυτή του Γκέττυσμπεργκ απέτρεψε τον Λη να κατακτήσει τον βορρά και αυτή του Βίκσμπεργκ τους έδωσε τον έλεγχο του ποταμού Μισισιπή. Το 1864 ένας στρατός της Ένωσης υπό τον Ουίλιαμ Σέρμαν κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της Τζόρτζια. Μέχρι το 1865, ο στρατηγός της Ένωσης Οδυσσεύς Γκραντ κατέλαβε το Ρίτσμοντ.
Εμφύλιος Πόλεμος στη Δύση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Παρά την τεράστια έκτασή της, η περιοχή δυτικά του ποταμού Μισισιπή είχε αραιό πληθυσμό και η εμπλοκή της στον Εμφύλιο συχνά παραβλέπεται στην ιστοριογραφία. Η Συνομοσπονδία οργάνωσε αρκετές εκστρατείες σε αυτά τα δυτικά εδάφη. Το Κάνσας, μια πολιτεία που πριν τον πόλεμο υπήρξε πεδίο συγκρούσεων, είδε μόνο μία μάχη, στο Μάιν Κρικ, αλλά η γειτνίασή του με τα νότια σύνορα επέτρεψε σε παραστρατιωτικές ομάδες, όπως οι Quantrill's Raiders, να επιτίθενται σε οχυρές θέσεις της Ένωσης, διαπράττοντας σφαγές. Στο Τέξας, οι πολίτες ψήφισαν υπέρ της ένταξης στη Συνομοσπονδία. Αντιπολεμικοί Γερμανοί κρεμάστηκαν. Τοπικές δυνάμεις κατέλαβαν το ομοσπονδιακό οπλοστάσιο στο Σαν Αντόνιο με σχέδιο να πάρουν το βόρειο Νέο Μεξικό, τη Γιούτα και το Κολοράντο, και ίσως και την Καλιφόρνια, ενώ και η Αριζόνα τάχθηκε με την Συνομοσπονδία. Εν τέλει μια δύναμη εθελοντών εντόπισε τις κινήσεις του, ενημέρωσε τη φρουρά στο Φορτ Γιούνιον και η Μάχη στο πέρασμα Γκλωριέτα σταμάτησε οριστικά την εκστρατεία, αφήνοντας την περιοχή δυτικά του Τέξας στα χέρια της Ένωσης.
Συγκρούσεις Ιθαγενών-Αμερικανών κατά την διάρκεια του Εμφυλίου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο αμερικανικός στρατός μετά το 1850 δημιούργησε μια σειρά από οχυρά στις μεθοριακές περιοχές, με σκοπό να περιορίσει τη βία μεταξύ ιθαγενών φυλών αλλά και μεταξύ ιθαγενών και εποίκων. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι αξιωματικοί του στρατού συνήθως έχτιζαν την καριέρα τους με ρόλους «ειρηνευτικής δύναμης», μετακινούμενοι από φρούριο σε φρούριο μέχρι τη συνταξιοδότησή τους. Σπάνια αντιμετώπιζαν εκτεταμένες εχθροπραξίες.
Η πιο δραματική σύγκρουση ήταν ο πόλεμος στη Μινεσότα το 1862, όταν οι Ντακότα επιτέθηκαν σε γερμανικές αγροτικές περιοχές. Η μείωση των δυνάμεων της Ένωσης στα δυτικά άφησε πίσω άπειρες πολιτοφυλακές, οπότε ορισμένες φυλές εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να επιτεθούν σε αποίκους. Η πολιτοφυλακή αντέδρασε βίαια, επιτιθέμενη σε χειμερινούς καταυλισμούς ιθαγενών, όπως η σφαγή στο Σαντ Κρικ στο ανατολικό Κολοράντο, στο τέλος του 1864.

Ο Κιτ Κάρσον και ο αμερικανικός στρατός παγίδευσαν το 1864 όλη τη φυλή των Ναβάχο στο Νέο Μεξικό, όπου η φυλή πραγματοποιούσε επιδρομές, και τους μετέφεραν σε καταυλισμούς. Στην Ινδιάνικη Επικράτεια, δηλαδή την Οκλαχόμα, προέκυψαν συγκρούσεις ανάμεσα στις πέντε πολιτισμένες φυλές, πολλές από τις οποίες ήταν υπέρ της Συνομοσπονδίας.
Το 1862, το Κογκρέσο ψήφισε δύο σημαντικούς νόμους για να ενθαρρύνει τον εποικισμό της Δύσης: τον Homestead Act και τον Pacific Railroad Act. Κατά συνέπεια, έως το 1890 δημιουργήθηκαν εκατομμύρια νέες φάρμες στις Μεγάλες Πεδιάδες, πολλές από νέους μετανάστες από τη Γερμανία και τη Σκανδιναβία.
Μετανάστευση μετά τον Εμφύλιο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, πολλοί από την Ανατολική Ακτή και την Ευρώπη πείστηκαν να μεταναστεύσουν δυτικά από συγγενείς ή από διαφημιστικές εκστρατείες σιδηροδρομικών εταιρειών που υπόσχονταν «τα Καλύτερα Βαμβακοχώραφα», «Χαμηλές Τιμές», «Μεγάλες Εκπτώσεις για Μετρητά» και «Καλύτεροι Όροι από Ποτέ!». Η νέα σιδηροδρομική σύνδεση πρόσφερε ειδικά οικογενειακά εισιτήρια χαμηλού κόστους, που θα μπορούσαν να συμψηφιστούν με την πιθανή αγορά γης. Ωστόσο, η γεωργία στις πεδιάδες ήταν δυσκολότερη σε σχέση με την Ανατολή. Η διαχείριση του νερού ήταν σημαντική, οι φωτιές από κεραυνούς συχνές, οι καιρικές συνθήκες ακραίες και οι βροχοπτώσεις πιο ασταθείς.
Παρ’ όλα αυτά, όσοι τελικά εγκαταστάθηκαν ήταν αποφασισμένοι να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. Οι αγρότες αποζητούσαν μεγαλύτερα και φθηνότερα χωράφια· οι έμποροι και τεχνίτες ήθελαν νέες αγορές και νέες ευκαιρίες. Εργάτες αναζητούσαν υψηλότερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες. Ανάμεσα στις προκλήσεις που αντιμετώπισαν συμπεριλαμβάνονταν η έλλειψη ξυλείας για την κατασκευή σπιτιών (οι πρώτοι έποικοι έφτιαχναν «σπιτάκια από χορτοτάπητα»), οι ακραίοι χειμώνες, οι ανεμοστρόβιλοι και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιδρομές ακριδών όπως η καταστροφική του 1874. Όλα αυτά χαλύβδωσαν τους νέους κατοίκους στην προσπάθειά τους να δαμάσουν τα δυτικά εδάφη.
Αγορά της Αλάσκας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ της Ρωσίας αποφάσισε να πουλήσει την Ρωσική Αμερική (Αλάσκα) στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η Ρωσία χρειαζόταν χρήματα και φοβόταν ότι θα χάσει πανεύκολα την Αλάσκα αν ξεσπούσε σύγκρουση με τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Υπουργός Εξωτερικών William Seward διαπραγματεύτηκε με τους Ρώσους, αποκτώντας μια γιγαντιαία έκταση που ισοδυναμούσε με το 1/5 των υπόλοιπων ηπειρωτικών περιοχών της Αμερικής. Στις 30 Μαρτίου 1867, οι ΗΠ της Αμερικής αγόρασαν την Αλάσκα προς 7,2 εκατομμύρια δολάρια (σημερινής αξίας πολλαπλάσια). Στις 18 Οκτωβρίου 1867 έγινε η επίσημη παράδοση στο Σίτκα, όπου οι Ρώσοι στρατιώτες παρέδωσαν την περιοχή στον αμερικανικό στρατό.
Ο Σιούαρντ και οι υποστηρικτές της αγοράς ήλπιζαν ότι έτσι θα συνέχιζαν την επέκταση και σε άλλες περιοχές του Βορρά, ίσως καταλήγοντας στην ενσωμάτωση του Καναδά ή τμημάτων του. Οι αντίπαλοι χαρακτήρισαν την αγορά ως «η τρέλα του Σιούαρντ», θεωρώντας ότι δεν υπήρχαν σημαντικοί φυσικοί πόροι σε τόσο ψυχρά, παγωμένα εδάφη. Παρότι η ανάπτυξη της Αλάσκας ήταν αρχικά αργή, η ανακάλυψη χρυσωρυχείων κατά τον πυρετό του Κλοντάικ το 1896, του Nome Gold Rush το 1898 και του Fairbanks Gold Rush το 1902 έφερε χιλιάδες μεταλλωρύχους και οδήγησε σε ευημερία. Οι μεγάλες ανακαλύψεις πετρελαίου στον 20ό αιώνα έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ώθηση στην περιοχή.
Εξόρμηση για τη Γη στην Οκλαχόμα (Oklahoma Land Rush)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1889, η Αμερικανική κυβέρνηση άνοιξε περίπου 2.000.000 στρέμματα αδιάθετης γης στην Οκλαχόμα. Στις 22 Απριλίου, πάνω από 100.000 έποικοι και κτηνοτρόφοι («boomers») παρατάχθηκαν στα σύνορα και, με το σινιάλο στρατιωτικών όπλων και σαλπίγγων, όρμησαν για να διεκδικήσουν τα οικόπεδά τους (Land Run of 1889). Ένας αυτόπτης μάρτυρας έγραψε: «Οι καβαλάρηδες είχαν το προβάδισμα. Ήταν ένας ωραίος αγώνας ταχύτητας για λίγα λεπτά, αλλά σύντομα απλώθηκαν σαν βεντάλια στον ορίζοντα, σκορπίζοντας πέρα όσο πήγαινε το μάτι».[77] Μέσα σε μία μέρα, οι πόλεις Oklahoma City, Νόρμαν και Γκάθρι ιδρύθηκαν. Με τον ίδιο τρόπο, τα επόμενα τέσσερα χρόνια ανοίχθηκαν και άλλες εκτάσεις που προσελκύσαν εποίκους.
Πόλεμοι μεταξύ Αμερικανών και Ιθαγενών Αμερικανών (Indian Wars) και γενοκτονία των δεύτερων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι συγκρούσεις των Αμερικανών με τους Ιθαγενείς Αμερικανούς σημειώθηκαν σε όλη την επικράτεια των ΗΠ της Αμερικής, αν και συνήθως χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: αυτές ανατολικά του Μισισιπή και εκείνες δυτικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Γραφείου Απογραφής (1894):
«Οι "ινδιάνικοι" πόλεμοι κάτω από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν ξεπεράσει τους 40 σε αριθμό. Στοίχισαν τη ζωή σε περίπου 19.000 λευκούς (συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών) και σε περίπου 30.000 ιθαγενείς…».
Ο ιστορικός Ράσελ Θόρντον εκτιμά ότι από το 1800 μέχρι το 1890 ο ιθαγενής πληθυσμός μειώθηκε από 600.000 σε μόλις 250.000, κυρίως από ασθένειες, αλλά και λόγω πολέμων. Πολλές φυλές στο Τέξας (π.χ. Καρανκάουα, Akokisa, Bidui) εξαφανίστηκαν λόγω συγκρούσεων με τους Τεξανούς εποίκους. Η ραγδαία μείωση του ιθαγενικού πληθυσμού μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο προκάλεσε ανησυχία στην κυβέρνηση και συγκροτήθηκε η επιτροπή Doolittle για να ερευνήσει τις αιτίες και να προτείνει μέτρα, αλλά οι προτάσεις εφάρμοσαν ελάχιστα.
Πόλεμοι με τους Ιθαγενείς Αμερικανούς ανατολικά του Μισισιπή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μονοπάτι των Δακρύων (Trail of Tears)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η μετακίνηση προς τον νοτιοανατολικό χώρο της Αμερικής στις δεκαετίες 1820–1830 έθεσε επιτακτικά το «ινδιάνικο ζήτημα». Οι φυλές αυτές ήταν υπό ομοσπονδιακή εποπτεία, αλλά εκτός της δικαιοδοσίας των πολιτειακών νόμων. Οι Πολιτείες τονίζουν ότι θέλουν έλεγχο πάνω τους. Πολιτικά, οι Δημοκρατικοί του προέδρου Άντριου Τζάκσον απαιτούσαν την απομάκρυνση των ιθαγενών από τις νοτιοανατολικές πολιτείες σε δυτικά εδάφη· οι Γουίγοι και οι Προτεσταντικές εκκλησίες αντιστέκονταν. Η επικράτηση του τζακσονιανού Δημοκρατικού κόμματος στις εκλογές του 1828, 1832, 1836 σήμανε την εφαρμογή της πολιτικής αυτής. Ο Andrew Jackson υπέγραψε το 1830 τον Νόμο περί απομάκρυνσης των ιθαγενών (Indian Removal Act). Θεωρητικά, ο νόμος προέβλεπε εθελοντική απομάκρυνση και κάποιες εγγυήσεις δικαιωμάτων, όμως στην πράξη η μετακίνηση έγινε με τη βία, χωρίς σεβασμό στα προβλεπόμενα. Ο Τζάκσον δικαιολογούσε τη στάση του λέγοντας ότι οι ιθαγενείς «δεν είχαν ούτε τη νοημοσύνη, ούτε τη βιομηχανική ικανότητα, ούτε τις ηθικές συνήθειες, ούτε την επιθυμία προόδου».

Η βίαιη μετακίνηση αφορούσε περίπου είκοσι φυλές, συμπεριλαμβανομένων των «Πέντε Εκπολιτισμένων Φυλών» (Τσερόκι, Τσίκσοου, Τσόκταου, Κρικ και Σεμινόλε). Για να πιεστούν όσοι δίσταζαν, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τούς υποσχέθηκε όπλα, κουβέρτες, καπνό και μετρητά. Μέχρι το 1835 και οι Τσερόκι, οι τελευταίοι στη Νότια Περιοχή, είχαν υπογράψει και εκδιωχθεί στην Οκλαχόμα. Συνολικά, περίπου 70.000 ιθαγενείς μετακινήθηκαν και σχεδόν 18.000 πέθαναν από ασθένειες, πείνα ή έκθεση στα στοιχεία της φύσης. Το επεισόδιο αυτό έμεινε γνωστό ως «Το Μονοπάτι των Δακρύων».
Ο μόνος τρόπος για έναν ιθαγενή να αποφύγει τη μετακίνηση ήταν να αποδεχθεί την προσφορά του ομοσπονδιακού κράτους για 640 στρέμματα (ή περισσότερα, ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειας) σε αντάλλαγμα να εγκαταλείψει τη φυλή του και να γίνει πολίτης της πολιτείας. Ωστόσο, πολλοί από όσους το επιχείρησαν έπεσαν θύματα απατεώνων. Για παράδειγμα, στο Μισισιπή υπήρξαν παράνομες καταπατήσεις σε περίπου 3.800.000 στρέμματα. Οι Σεμινόλ αντιστάθηκαν περισσότερο, κρυπτόμενοι στους βάλτους της Φλόριντα και διεξάγοντας έναν πόλεμο που κόστισε στον αμερικανικό στρατό 1.500 ζωές και 20 εκατομμύρια δολάρια.
Πόλεμοι με τους Ιθαγενείς δυτικά του Μισισιπή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι ιθαγενείς πολεμιστές στα δυτικά, χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή τακτική περιορισμένων συγκρούσεων, ήρθαν αντιμέτωποι με τον αμερικανικό στρατό. Οι φυλές τόνιζαν την ατομική γενναιότητα, ενώ ο στρατός στηριζόταν κυρίως σε οχυρά, στην υλικοτεχνική υποστήριξη και στο τηλέγραφο και τους σιδηροδρόμους για τη γρήγορη μεταφορά δυνάμεων. Οι νομαδικές φυλές δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν έναν σύγχρονο, καλά εξοπλισμένο στρατό. Άλλες φυλές παρέμειναν ουδέτερες ή σύμμαχοι με τις ΗΠ της Αμερικής.
Οι περισσότεροι πόλεμοι δόθηκαν σε περιοχές κοντά στο Μεξικό, παρά στο εσωτερικό. Η Αριζόνα είχε τις περισσότερες μάχες (310), ξεπερνώντας ακόμα και το Τέξας. Στην Αριζόνα οι περισσότερες απώλειες οφείλονταν στους Απάτσι, ενώ στο Τέξας σε συγκρούσεις με Κομάντσι.
Ένας από τους φονικότερους πολέμους ήταν ο Snake War (1864–1868) σε περιοχές του Όρεγκον, της Νεβάδα, της Καλιφόρνια και του Άινταχο, ανάμεσα σε μια συμμαχία ιθαγενών και τον αμερικανικό στρατό. Η ένταση προκλήθηκε από την εισβολή μεταναστευτικών αποστολών που περνούσαν μέσα από τα εδάφη των φυλών. Ο πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε 1.762 ανθρώπους και έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική ιστορία, παρότι ήταν ιδιαίτερα αιματηρός. Ο Πόλεμος του Κολοράντο (1863–1865) εναντίον των εποίκων στο Κολοράντο και τη Νεμπράσκα χαρακτηρίστηκε από σφαγές και εκτεταμένη βία κι από τις δύο πλευρές.
Στους Πολέμους των Απάτσι, ο συνταγματάρχης Κιτ Κάρσον υπέταξε τους τοπικούς Απάτσι το 1862, ενώ το 1863–1864 εφάρμοσε πολιτική «καμένης γης» εναντίον των Ναβάχο, συνεργαζόμενος με αντιπάλους τους, τους Ουτ. Επίσης, ο Τζερόνιμο πολέμησε εναντίον εποίκων στο Τέξας τη δεκαετία του 1880. Οι Απάτσι έκαναν ενέδρες σε αμερικανικές φρουρές, όπως στη Μάχη του Σιμπικού Κρικ και λήστευαν ράντσα, όπως το περίφημο Empire Ranch. Το 1868 ο στρατός κατάφερε να υποτάξει και τον τελευταίο θύλακα Απάτσι υπό τον Τζερόνιμο.
Ο Πόλεμους του Ερυθρού Ποταμού (1874–1875) ξέσπασε καθώς οι Κομάντσι αντιμετώπιζαν την έλλειψη βουβαλιών (βασική πηγή τροφής) και κάποιες ομάδες αρνούνταν να πάνε σε καταυλισμούς. Οι Κομάντσι έκαναν επιδρομές σε οικισμούς στο Τέξας, πολεμώντας κυνηγούς βουβαλιών (Buffalo Wallow), τους Τεξανούς Ρέιντζερς (Battle of Lost Valley) και τον στρατό (Second Battle of Adobe Walls). Τελικά η τελική σύγκρουση στο Φαράγγι Palo Duro το 1875 οδήγησε στην παράδοση του τελευταίου πολέμαρχου των Κομάντσι, του Quanah Parker.
Ο Red Cloud's War (1866–1868), υπό την ηγεσία του Red Cloud των Λακότα, ήταν ο πιο επιτυχημένος αγώνας εναντίον των Αμερικανών, σταματώντας την οικοδόμηση οχυρών κατά μήκος του «Μονοπατιού Μπόζμαν». Η συνθήκη του 1868 παραχώρησε στους Λακότα μεγάλες εκτάσεις, περιλαμβανομένων των Black Hills. Ο Captain Jack των Μόντοκ επίσης διεξήγαγε έναν σκληρό αγώνα (1872–1873), κρατώντας με μόλις 53 πολεμιστές σε απόσταση 1.000 άνδρες του αμερικανικού στρατού επί επτά μήνες. Σκότωσε και τον στρατηγό Edward Canby. Το 1877, στον Πόλεμο Nez Perce, ο αρχηγόςChief Ζόσεφ αρνήθηκε να εγκαταλείψει τις πατρογονικές εκτάσεις του στο Όρεγκον και ξεκίνησε μια πορεία 1.900 χλμ (έως τα σύνορα με τον Καναδά) με μόλις 200 πολεμιστές, αντιμετωπίζοντας ~2.000 Αμερικανούς στρατιώτες και βοηθητικές φυλές σε 18 συρράξεις. Τελικά περικυκλώθηκε στη Μάχη του Μπέαρ Παου και παραδόθηκε. Ο Μεγάλος Πόλεμος των Σιού (1876) περιλάμβανε τους Λακότα, υπό τον Sitting Bull και τον Crazy Horse, που αντέδρασαν σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις των συνθηκών όταν βρέθηκε χρυσός στους Black Hills. Τελικά οι τελευταίες αντιστάσεις τέλειωσαν μετά τον Πόλεμο του Πόζεϊ το 1923.
Το τέλος των κυριότερων πολέμων ήρθε στη Σφαγή του Γουάουντεντ Νι στις 29 Δεκεμβρίου 1890, όταν το 7ο Ιππικό επιχείρησε να αφοπλίσει έναν Σιού και ξέσπασε σύγκρουση όπου σκοτώθηκαν περίπου 150 άντρες, γυναίκες και παιδιά Σιού. Μόλις 13 μέρες πριν, ο Sitting Bull είχε σκοτωθεί μαζί με τον γιο του, Crow Foot, σε συμπλοκή με ινδιάνικη αστυνομία που στάλθηκε να τον συλλάβει. Παρότι έλαβαν χώρα κάποια μεταγενέστερα επεισόδια, όπως ο Bluff War (1914–1915) και ο Posey War (1923), η τελευταία πολεμική εμπλοκή μεταξύ του αμερικανικού στρατού και ιθαγενών θεωρείται η Μάχη του Bear Valley στις 9 Ιανουαρίου 1918.
Καταυλισμοί Ιθαγενών (Indian reservations)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι ταξιδιώτες προς το Όρεγκον και την Καλιφόρνια συχνά έβρισκαν απέναντί τους εχθρότητα από ιθαγενείς. Ο Ρόμπερτ Λ. Μάνκρες μελέτησε 66 ημερολόγια αποστολών μεταξύ 1834–1860. Διαπίστωσε ότι η πλειονότητα δεν ανέφερε ένοπλες επιθέσεις, αλλά παρενοχλήσεις με ζητιανιές ή ζήτηση διοδίων και κλοπές ζώων. Στη Γιούτα και στο Αϊντάχο, οι Σοσόνι και Μπάνοκ ήταν πιο επιθετικοί. Η επέκταση προς τη Δύση και η θέληση για σιδηροδρομική σύνδεση προκάλεσαν μεγαλύτερες εντάσεις. Στα δυτικά, οι άποικοι καταλάμβαναν εκτάσεις προτού η κυβέρνηση εξασφαλίσει τίτλους ιδιοκτησίας από τους ιθαγενείς, δημιουργώντας συγκρούσεις. Στη Γιούτα, οι Μορμόνοι επίσης εγκαταστάθηκαν πριν την επίσημη εξαγορά από τη χώρα.
Σταδιακά διαμορφώθηκε η πολιτική δημιουργίας καταυλισμών (reservations). Ο στόχος ήταν να «αφομοιωθούν» οι ιθαγενείς για να προετοιμαστούν να ενταχθούν στην αμερικανική κοινωνία. Αυτό επέτρεψε την ανάπτυξη δεκάδων πόλεων στα παρόχθια του Μιζούρι στην νέα Επικράτεια Νεμπράσκα, όπως η Ομάχα, η Νεμπράσκα Σίτι και η Σεντ Τζόζεφ.
Οι αμερικανικές στάσεις προς τους ιθαγενείς κυμαίνονταν από ακραία εχθρότητα («ο μόνος καλός Ινδιάνος είναι ο νεκρός Ινδιάνος»), μέχρι απόψεις αφομοίωσης («είναι κατώτερες κοινωνίες και μπορούν να σωθούν μόνο με το να γίνουν σαν κι εμάς») και πιο ισορροπημένες προσεγγίσεις («η συνύπαρξη σε ξεχωριστές αλλά ίσες περιοχές είναι εφικτή»). Η νομαδικότητα δυσκόλευε την πολιτική των καταυλισμών, ενώ η αποκεντρωμένη οργάνωση των φυλών δυσχέραινε τη διαπραγμάτευση συνθηκών. Οι εντάσεις οδήγησαν σε μια σειρά πολέμων.
Επέκταση, εκβιομηχάνιση και δουλεία (1815-1861)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ένα από τα προβλήματα αυτής της περιόδου ήταν η δουλεία. Μέχρι το 1861 πάνω από τρεις εκατομμύρια αφροαμερικανοί ήταν σκλάβοι στον Νότο. Αυτό σημαίνει ότι εργάζονταν για άλλους ανθρώπους αλλά δεν είχαν ελευθερία και δεν δέχονταν πληρωμή για την εργασία τους. Οι περισσότεροι δούλευαν σε εκτάσεις βαμβακιού. Μόνο λίγοι λευκοί κάτοικοι είχαν στην κατοχή τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Οι περισσότεροι λευκοί του νότου δεν είχαν καν σκλάβους στην κατοχή τους. Μετά την ανακάλυψη της εκκοκκιστικής μηχανής βαμβακιού το 1793 το βαμβάκι έγινε κορυφαίο σε παραγωγή. Υπήρχαν μερικές επαναστάσεις σκλάβων αλλά όλες απέτυχαν. Ο νότος ήθελε να διατηρήσει τη σκλαβιά αλλά ο βορράς ήθελε να την απαγορεύσει. Μία άλλη διαφορά μεταξύ του βορρά και του νότου αφορούσε το θέμα του ρόλου της κυβέρνησης. Ο νότος ήθελε ισχυρές πολιτειακές κυβερνήσεις ενώ ο βορράς ισχυρή κεντρική κυβέρνηση.


Μετά τον πόλεμο του 1812, το ομοσπονδιακό κόμμα έσβησε αφήνοντας μία "περίοδο καλών συναισθημάτων" στην οποία μόνο ένα κόμμα ήταν σημαντικό, υπό τον πρόεδρο Τζέιμς Μάντισον και Τζέιμς Μονρόε. Υπό τον Μονρόε, η τακτική των Αμερικανών στη Βόρεια Αμερική ήταν το δόγμα του Μονρόε το οποίο υποστήριζε ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να σταματήσει να ελέγχει τις ΗΠ της Αμερικής και άλλα ανεξάρτητα κράτη στην αμερικανική ήπειρο. Αυτή την περίοδο το Κογκρέσο απαίτησε κάτι αποκαλούμενο "το αμερικανικό σύστημα". Το αμερικανικό σύστημα σήμαινε δαπάνη χρημάτων σε τραπεζικά μεταφορικά και επικοινωνιακά θέματα. Εξαιτίας του Αμερικανικού συστήματος μεγαλύτερες πόλεις και περισσότερα εργοστάσια κτίστηκαν. Μέχρι το 1840 σιδηρόδρομοι και κανάλια είχαν κατασκευαστεί. Μέχρι το 1860 χιλιάδες μίλια σιδηρόδρομων είχαν κατασκευαστεί κυρίως στα βορειοανατολικά.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση έφτασε στην Αμερική. Πολλά εργοστάσια, κτίστηκαν σε πόλεις όπως το Λόουελ στη Μασαχουσέτη. Τα περισσότερα έφτιαχναν ρούχα. Πολλοί εργάτες εργοστασίων ήταν γυναίκες και μερικοί ήταν παιδιά από τη Γερμανία και την Ιρλανδία. Παρά την εκβιομηχάνιση αυτή, η Αμερική παρέμενε ένα αγροτικό κράτος.

Αυτή την περίοδο υπήρχε ένα θρησκευτικό κίνημα γνωστό ως Δεύτερη Μεγάλη Αφύπνιση. Ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη και αργότερα επεκτάθηκε στη Νέα Αγγλία. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης μεγάλης αφύπνισης πολύ κόσμος μαζεύτηκε σε μεγάλες θρησκευτικές συγκεντρώσεις γνωστές ως αναγεννήσεις. Οι εκπρόσωποι της ΔΜΑ, πίστευαν ότι θα μπορούσαν να φέρουν μία χρυσή εποχή στις ΗΠ της Αμερικής μέσω της θρησκείας. Νέα θρησκευτικά κινήματα, όπως οι Μορμόνοι και ο Μεθοδισμός γεννήθηκαν.
Τον 19ο αιώνα, οι περισσότερες παντρεμένες γυναίκες έμεναν στα σπίτια και ανέτρεφαν τα παιδιά. Οι γυναίκες που δεν παντρευόταν είχαν ελάχιστες επαγγελματικές ευκαιρίες και κυρίως σε εργοστάσια παρασκευής ρούχων. Έτσι σε γυναίκες, όπως η Λουκριτία Μοττ αναπτύχθηκε η ιδέα ότι οι γυναίκες έπρεπε να αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα. Το 1848 πολλές από αυτές τις γυναίκες συναντήθηκαν και αποφάσισαν να πολεμήσουν για την απόκτηση δικαιωμάτων όπως το δικαίωμα ψήφου. Πολλές γυναίκες που είχαν εμπλακεί σε κινήματα απόκτησης δικαιωμάτων είχαν επίσης εμπλακεί σε κινήματα κατά της σκλαβιάς.

Το 1828 ο Άντριου Τζάκσον, εκλέχθηκε πρόεδρος. Ήταν ο πρώτος πρόεδρος που εκλέχθηκε από το Δημοκρατικό Κόμμα. Άλλαξε την κυβέρνηση με πολλούς τρόπους. Επειδή οι ψηφοφόροι του ήταν κυρίως φτωχοί άνθρωποι τους αντάμειψε με κυβερνητικές θέσεις Ένα άλλο κόμμα σχηματίστηκε για να αγωνιστεί εναντίον του. Αυτό ονομάστηκε δικομματικό πολιτικό σύστημα. Ο Τζάκσον ήταν κατά της εθνικής τράπεζας. Την έβλεπε ως σύμβολο των πλούσιων Αμερικάνων επιχειρηματιών. Ο Τζάκσον επίσης επέβαλε έναν υψηλό φόρο εισαγωγών που δυσαρέστησε τον Νότο. Το αποκαλούσαν «Ταρίφα της απέχθειας». Ο αντιπρόεδρος του Τζάκσον ήταν από τον Νότο. Έγραψε ότι ο νότος θα έπρεπε να σταματήσει την ταρίφα και πιθανόν να αποχωρήσει από την Ένωση. Τα λόγια αυτά θα ξαναλεχθούν στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.
Οι άνθρωποι κινήθηκαν δυτικά από τον ποταμό Μισισιπή και από τα Βραχώδη Όρη. Οι πρώτοι άνθρωποι που μετακινήθηκαν δυτικά ήταν εκείνοι που πουλούσαν δέρμα ζώων. Μέχρι το 1840 πολλοί άνθρωποι μετακινούνταν στο Όρεγκον με βαγόνια και ακόμα περισσότεροι πήγαν στα δυτικά μετά τον πυρετό χρυσού της Καλιφόρνια το 1849. Πολλές νέες πολιτείες προστέθηκαν στις αρχικές δεκατρείς. Αυτή την περίοδο πολλοί ιθαγενείς Αμερικάνοι, έχασαν τη γη τους. Το 1830, οι Ινδιάνοι εκδιώχθηκαν από την κεντρική χώρα και μέχρι το 1840 οι περισσότεροι είχαν μετακινηθεί δυτικά του ποταμού Μισισιπή.

Το 1845, το Τέξας που ήταν κράτος αφού αποχώρησε από το Μεξικό εισχώρησε στις ΗΠΑ. Το Μεξικό, διαφώνησε και οι Αμερικάνοι ήθελαν εδάφη του στις δυτικές ακτές. Έτσι ξέσπασε ένας πόλεμος γνωστός ως Αμερικανομεξικανικός πόλεμος. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι ΗΠ της Αμερικής, κατέλαβαν πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο, το Λος Άντζελες, το Βερακρούς, το Μοντερρέι και την Πόλη του Μεξικού. Ως αποτέλεσμα του πολέμου οι ΗΠ της Αμερικής, κατέλαβαν εδάφη στην Καλιφόρνια. Σε πολλούς ανθρώπους στον βορρά δεν άρεσε η έκβαση του πολέμου καθώς θεωρούσαν ότι ωφελούσε τις Νότιες Πολιτείες.
Το 1840 και το 1850, ξεκίνησε μία αντιπάθεια μεταξύ των κατοίκων των βόριων και των νότιων πολιτειών σχετικά με θέματα της σκλαβιάς και της εξουσίας της κεντρικής κυβέρνησης. Οι άνθρωποι στην κυβέρνηση προσπάθησαν να συνάψουν συμφωνίες για να αποτρέψουν τον πόλεμο. Τέτοια ήταν ο συμβιβασμός του 1850 αλλά όλες απέτυχαν. Οι νότιοι εκνευρίστηκαν με τον βορρά, σε σημεία όπως η έκδοση του βιβλίου «Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά» που έλεγαν ότι η σκλαβιά είναι λάθος. Οι βόρειοι εκνευρίστηκαν με αποφάσεις του ανωτάτου δικαστηρίου όπως στην υπόθεση Ντρεντ Σκοττ όπου ο Σκοττ παρέμεινε σκλάβος. Βόρειοι και νότιοι ξεκίνησαν να αλληλοσκοτώνονται για θέματα που αφορούν τη σκλαβιά στο Κάνσας.
Προοδευτική Εποχή και ιμπεριαλισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά την Ανασυγκρότηση, η βιομηχανία άνθισε (οι ΗΠΑ έγιναν παγκόσμια οικονομική δύναμη). Ανάπτυξη σηματοδότησε όμως και μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, επικρίσεις περί ιμπεριαλισμού και συγκρούσεις (π.χ. εργατικά κινήματα, αντιδράσεις μεταναστών). Το κίνημα των Προοδευτικών προώθησε μεταρρυθμίσεις (φορολογία εισοδήματος, προστασία καταναλωτή).
Ο ιμπεριαλισμός από την άλλη, αρχικά ήταν η ιδέα ότι η Αμερική θα πρέπει να έχει ένα ισχυρότερο ναυτικό για να κατακτήσει περιοχές, και γενικότερα ότι η Αμερική θα πρέπει να ασκεί έλεγχο σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα οι Αμερικανοί άρχισαν να έχουν ενεργό ρόλο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το 1898 η Αμερική πολέμησε εναντίον της Ισπανίας, όπου νίκησε και κατέλαβε το Πουέρτο Ρίκο, τη Γκουάμ, το Γκουαντάναμο και τις Φιλιππίνες. Σε συνδυασμό με την αγορά της Αλάσκα και την κατάληψη της Χαβάη οι Αμερικανοί είχαν στην κατοχή τους όλη τη σημερινή έκταση των ΗΠ της Αμερικής, συν κάποιες άλλες περιοχές που θα έχαναν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή την περίοδο η Αμερική και τα ευρωπαϊκά κράτη ξεκίνησαν το εμπόριο με την Κίνα.

Το 1901 ο Θεόδωρος Ρούζβελτ έγινε πρόεδρος. Ήταν στρατιώτης στον πόλεμο ενάντια της Ισπανίας. Ξεκίνησε μία πολιτική γνωστή ως "Big Stick" (Μεγάλο ξύλο). Σύμφωνα με αυτή οι Αμερικανοί είχαν ισχυρό ναυτικό και έλεγχο των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Μεταξύ του 1901 και το 1930 οι ΗΠ της Αμερικής έστειλαν στρατιώτες στη Λατινική Αμερική αρκετές φορές. Κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας του Ρούζβελτ ξεκίνησαν οι εργασίες στη Διώρυγα Παναμά μία ένωση μεταξύ Ειρηνικού και Ατλαντικού ωκεανού που διευκόλυνε τις παγκόσμιες συγκοινωνίες.
Εκείνη την περίοδο οι άνθρωποι άρχισαν να παρατηρούν τις φτωχικές συνθήκες στις αμερικανικές πόλεις. Άνθρωποι έγραφαν συνεχώς άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά για θέματα όπως η δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων, τις βλαβερές παραγωγικές διαδικασίες στα εργοστάσια και τις συνθήκες ζωής των φτωχών κατοίκων. Ο Ρούζβελτ και το Κογκρέσο απάντησαν στις ανησυχίες τους με μέτρα που περιόριζαν τις δυνάμεις των επιχειρήσεων.
Το 1920, ο Γούντροου Γουίλσον έγινε πρόεδρος. Ήταν προοδευτικός αλλά όχι όσο ο Ρούζβελτ. Εκείνη την περίοδο ψηφίστηκαν η 16η και 17η τροποποίηση του συντάγματος. Επέτρεπαν έναν ομοσπονδιακό φόρο εισαγωγών καθώς και άμεση εκλογή βουλευτών στο κογκρέσο της χώρας.
Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Αμερικανοί δεν ήθελαν να εμπλακούν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τελικά ξεκίνησαν να συμμετέχουν το 1917 για δύο λόγους. Ένας ήταν ότι ένα πλοίο που μετέφερε Αμερικάνους ανατινάχτηκε από Γερμανούς. Ο άλλος ήταν το τηλεγράφημα Ζίμμερμαν, ένα μήνυμα που η Γερμανία έστειλε στο Μεξικό σχετικά με την κατάκτηση των ΗΠ της Αμερικής. Οι Αμερικανοί πολέμησαν στο πλευρό της Βρετανίας και της Γαλλίας και ο πόλεμος έληξε ένα χρόνο αργότερα. Ο Γουίλσον συνέβαλε στη δημιουργία μίας διεθνούς οργάνωσης γνωστής ως Κοινωνία των Εθνών. Ο κύριος σκοπός της κοινωνίας των εθνών ήταν να αποτραπεί ο πόλεμος. Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μια πανδημία σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους στις ΗΠ της Αμερικής και στην Ευρώπη.
Μετά τον πόλεμο, άνθησαν οικονομικά στα «Roaring Twenties».
Περίοδος 1919-1939
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δεκαετία 1920
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1920 ήταν μία περίοδος ραγδαίας οικονομικής ανόδου και ευημερίας για τις ΗΠ της Αμερικής. Η διαφήμιση απέκτησε δύναμη. Εκείνοι την περίοδο πολλοί μαύροι μετακινήθηκαν από τον νότο σε μεγάλες πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Σικάγο και το Λος Άντζελες. Μαζί τους μετέφεραν την Τζαζ μουσική γι'αυτό και το 1920 ονομάστηκε η εποχή της Τζαζ. Το 1920 ήταν επίσης η περίοδος της ποτοαπαγόρευσης μετά την 18η τροποποίηση που οδήγησε σε εγκλήματα.
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠ της Αμερικής ακολούθησαν απομονωτική εξωτερική πολιτική. Έτσι έδειχναν ότι δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε έναν άλλο διεθνή πόλεμο. Πέρασαν συνθήκες και όρους που υποτίθεται θα σταματούσαν τον πόλεμο και σταμάτησαν να πωλούν όπλα στους πρώην συμμάχους τους.
Το 1921 ο Ουόρεν Χάρντινγκ έγινε πρόεδρος. Πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για να καλυτερέψει η οικονομία ήταν να ευνοηθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις. Ενώ η οικονομία βρισκόταν σε ανοδικό επίπεδο το χάσμα μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και αδυνάτων μεγάλωσε. Η προεδρία του Χάρντινγκ προκάλεσε πλήθος προβλημάτων. Ένα από αυτά ήταν οι γεωτρήσεις πετρελαίου. Ο Χάρντινγκ πέθανε το 1923 και ο Κάλβιν Κούλιτζ έγινε πρόεδρος. Η κυβέρνηση πίστευε ότι η κυβέρνηση πρέπει να περιορίσει τις μεγάλες επιχειρήσεις και ακολούθησε πολλές από τις πολιτικές του προκάτοχου του. Ο Κούλιτζ επέλεξε να μην συμμετέχει στις επόμενες προεδρικές εκλογές και έτσι ο Χέρμπερτ Χούβερ έγινε πρόεδρος.
Μεγάλη Ύφεση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1929 μία Μεγάλη Ύφεση σημάδεψε τις ΗΠ της Αμερικής. Το χρηματιστήριο κατέρρευσε. Πολλές τράπεζες ξέμειναν από χρήματα και έκλεισαν. Το 1932 το ένα τέταρτο του κράτους υπέφερε από ανεργία. Αυτό οδήγησε πολλούς ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις φάρμες.

Ο πρόεδρος Χούβερ προσπάθησε να σταματήσει την κρίση αλλά απέτυχε. Το 1932 ηττήθηκε και ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ έγινε πρόεδρος. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ πραγματοποίησε το New Deal, διευρύνοντας την κυβερνητική παρέμβαση. Ήταν μία σειρά κυβερνητικών προγραμμάτων που θα ανακούφιζαν τους ανθρώπους και την οικονομία. Το New Deal είχε πολλά προγράμματα που επέτρεψαν στους Αμερικάνους που υπέφεραν από ανεργία να βρουν εύκολα εργασία.
Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Όταν ξεκίνησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος οι ΗΠ της Αμερικής δήλωσαν ότι δεν θα εμπλακούν. Οι περισσότεροι Αμερικάνοι πίστευαν ότι η χώρα τους έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη. Τελικά οι ΗΠ της Αμερικής επιχείρησαν να βοηθήσουν τους Συμμάχους (Σοβιετική Ένωση, Γαλλία, Βρετανία) δίνοντας τους όπλα και χρήματα σε αντάλλαγμα να επιτρέπεται στην Αμερική η ελεύθερη χρήση αεροπορικών βάσεων σε όλο τον κόσμο.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 η Ιαπωνία έκανε την Επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, μία αμερικανική βάση στη Χαβάη. Τότε οι Αμερικανοί σταμάτησαν τη στάση ουδετερότητας και κήρυξαν επίσημα πόλεμο στον Άξονα (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία). Αν και η Αμερικανοί πολέμησαν αρκετές αέριες και ναυτικές μάχες εναντίον της Ιαπωνίας, συμμετείχαν και σε άλλα θέατρα του πολέμου, όπως στην κατάληψη της Νορμανδίας. Επίσης βομβάρδισε την Γερμανία καταστρέφοντας έτσι πόλεις και εργοστάσια, αλλά και προκαλώντας θανάτους αμάχων. Ένα χρόνο αργότερα οι Σύμμαχοι είχαν ελευθερώσει τη Γαλλία, ενώ οι Σοβιετικοί είχαν καταλάβει το Βερολίνο. Το 1945, ο Ρούζβελτ απεβίωσε και ο Χάρυ Τρούμαν έγινε πρόεδρος. Οι ΗΠ της Αμερικής αποφάσισαν να ρίξουν δύο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία εξαναγκάζοντας την να παραιτηθεί. Το παραπάνω θεωρείται από πολλούς ως έγκλημα πολέμου, με τις βόμβες να σκοτώνουν πολύ άμαχο πληθυσμό: τουλάχιστον 250.000 Ιάπωνες πέθαναν μέσα σε τέσσερις ημέρες, ενώ η ραδιενέργεια προκάλεσε χρόνια προβλήματα υγείας στον πληθυσμό.
Μεταπολεμική Περίοδος (1945-1999)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ψυχρός Πόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠ της Αμερικής και η Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο εναπομείναντες υπερδυνάμεις στον κόσμο. Ο Ψυχρός πόλεμος ήταν μία περίοδος έντασης μεταξύ των δύο αυτών χωρών σχετικά με τον τρόπο ζωής. Οι δύο αυτές χώρες προσπάθησαν να πάρουν τις άλλες χώρες με το μέρος τους. Η Σοβιετική Ένωση προσπαθούσε να κάνει τα κράτη κομμουνιστικά ενώ οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να το αποτρέψουν. Αμερικάνοι και σοβιετικοί στρατιώτες ποτέ δεν πολέμησαν μεταξύ τους αλλά πολέμησαν άμεσα μέσα από τον πόλεμο της Κορέας (1950) και τον πόλεμο στο Βιετνάμ (1950-1970).

Ο πόλεμος στην Κορέα κράτησε λίγα χρόνια αλλά Αμερικάνοι στρατιώτες βρίσκονται εκεί από τότε. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ κράτησε περισσότερο. Ξεκίνησε με μικρό αριθμό στρατευμάτων στο Βιετνάμ αλλά μέχρι το 1960 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε ραγδαία. Οι δύο αυτοί πόλεμοι ήταν μεταξύ μιας βόρεια κομμουνιστικής κυβέρνησης υποστηριζόμενη από τη Σοβιετική Ένωση και μία νότια υποστηριζόμενη από την Αμερική. Ο πόλεμος στην Κορέα οδήγησε στη διχοτόμηση της Κορέας αλλά ο πόλεμος στο Βιετνάμ οδήγησε σε ήττα των Αμερικανών οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα, με τους ντόπιους Βιετκόνγκ να αναλαμβάνουν την εξουσία. Σχεδόν 250.000 Αμερικάνοι πέθαναν στο Βιετνάμ. Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση διαφωνούσαν σχετικά με το που θα έπρεπε να τοποθετούν πυρηνικά όπλα. Μία από αυτές τις διαφωνίες ήταν η Κρίση των πυραύλων της Κούβας. Κατά τη διάρκεια της κρίσης των πυραύλων της Κούβας οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί έφτασαν πολύ κοντά στο να επιτεθούν η μια στην άλλη με πυρηνικά όπλα.

Ο Ψυχρός πόλεμος ξεκίνησε σαν μια μορφή ανταγωνισμού για το ποια χώρα είχε ισχυρότερα και περισσότερα όπλα. Αυτό ξεκίνησε μετά την παραγωγή ατομικής βόμβας από τη Σοβιετική Ένωση. Στην Αμερική ξεκίνησε ένα πρόγραμμα με σκοπό να χρησιμοποιηθούν χρήματα από την κυβέρνηση και από τις επιχειρήσεις για παρασκευή όπλων. Η κυβέρνηση και οι επιχειρήσεις βοηθήθηκαν για να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη. Κομμάτι αυτού του σχεδίου ήταν το Σχέδιο Μάρσαλ που αναγέννησε με την προώθηση αμερικανικών προϊόντων στην περιοχή. Το σχέδιο αυτό ενίσχυσε τη μεσαία τάξη και συνέχισε τον Ψυχρό πόλεμο.
Εκτός του ανταγωνισμού για τα όπλα υπήρχε και ένας μεγάλος ανταγωνισμός για το διάστημα με τις δύο αυτές χώρες. Αυτό ξεκίνησε όταν οι σοβιετική έστειλαν ένα δορυφόρο στο διάστημα τον λεγόμενο Σπούτνικ το 1957. Οι Αμερικανοί φοβήθηκαν ότι η Σοβιετική Ένωση είχε πιο ανεπτυγμένη τεχνολογία και έτσι ενισχύθηκε η μελέτη μαθηματικών και φυσικής στα σχολεία. Μετά από λίγα χρόνια η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση είχαν στείλει δορυφόρους, ζώα και ανθρώπους στη διαστημική τροχιά. Το 1969 η διαστημική αποστολή Απόλλων 11 έστειλε αστροναύτες στο φεγγάρι.


Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ άλλαξε όταν οι αυτές ηττήθηκαν και αποχώρησαν από το Βιετνάμ και ο Ρίτσαρντ Νίξον παραιτήθηκε εξαιτίας σκανδάλου Γουότεργκειτ. Την περίοδο 1970 έως 1980, οι ΗΠ της Αμερικής και η Σοβιετική Ένωση υπέγραφαν συνεχώς συνθήκες για να σταματήσουν την παραγωγή όπλων. Υπό την προεδρία του Νίξον και του Ρόναλντ Ρήγκαν η Αμερική έστειλε στρατιώτες και χρήματα στη Λατινική Αμερική ώστε να ανεβάσουν φίλα προσκείμενα καθεστώτα, με πρόσχημα την αποτροπή αυτών από το να μετατραπούν σε σοσιαλιστικά κράτη. Αυτό οδήγησε σε εξάρσεις βίας στη Λατινική Αμερική. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν οικονομικά πλήγματα επειδή οι ΗΠ της Αμερικής είχαν μειωμένη βιομηχανική παραγωγή και επειδή ορισμένες χώρες στη Μέση Ανατολή δεν έδιναν στην Αμερική όσο πετρέλαιο χρειαζόταν. Η Μέση Ανατολή έγινε σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά την απαγωγή ορισμένων Αμερικάνων στο Ιράν το 1979. Το 1980 η αμερικανική κυβέρνηση πούλησε όπλα στο Ιράν και ενίσχυσε στρατιωτικά τη Νικαράγουα. Οι Αμερικανοί εξισορρόπησαν τις σχέσεις τους με την Κίνα. Ο Ψυχρός πόλεμος έληξε όταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατέρρευσε στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες.
Μακαρθισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ένα στοιχείο που περιγράφει την Αμερική ιδίως κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, είναι το δόγμα του Μακαρθισμού, ένα δόγμα που ουσιαστικά απομονώνει την αριστερά ηθικά αλλά ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών ελευθεριών στην χώρα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου η κυβέρνηση της Αμερικής προσπάθησε να εντοπίσει κομμουνιστές. Η βουλή του αντιπροσώπων είχε συγκροτήσει μια ομάδα για να αντιμετωπίσει αυτό το γεγονός. Η μέθοδος αυτή οδήγησε ανθρώπους να χάσουν τις δουλειές τους να φυλακιστούν και ακόμα και να εκτελεστούν. Πολλοί ηθοποιοί και συγγραφείς τοποθετήθηκαν σε μαύρες λίστες εξαιτίας των ιδεών τους.
Η ιστορική περίοδος που έγινε γνωστή ως η εποχή του Μακάρθι ξεκίνησε πολύ πριν από την ανάμειξη του ίδιου του Τζόζεφ Μακάρθι σε αυτήν. Ήδη από το εκτελεστικό διάταγμα με αρ. 9835 του Προέδρου Χάρι Σ. Τρούμαν, της 21ης Μαρτίου 1947, απαιτήθηκε να ελεγχθούν όλοι οι υπάλληλοι της ομοσπονδιακής δημόσιας υπηρεσίας για «πίστη». Το διάταγμα ανέφερε ότι μια βάση για τον προσδιορισμό της απιστίας θα ήταν η διαπίστωση ότι ένα άτομο αποτελεί «μέλος, σύνδεσμο ή μέλος φίλα προσκείμενης ένωσης» με οποιαδήποτε οργάνωση που προσδιορίζεται από τον γενικό εισαγγελέα ως «ολοκληρωτική, φασιστική, κομμουνιστική ή ανατρεπτική» ή υποστηρίζει ή εγκρίνει τη βίαια άρνηση των συνταγματικών δικαιωμάτων σε άλλα πρόσωπα ή επιδιώκοντας «να αλλάξει τη μορφή της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών με αντισυνταγματικά μέσα».

Λόγω εν μέρει της επιτυχίας του στην οργάνωση εργατικών συνδικάτων και της πρώιμης αντίθεσής του στον φασισμό, και προσφέροντας μια εναλλακτική λύση στα δεινά του καπιταλισμού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, το Κομμουνιστικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών αύξησε τα μέλη του μέχρι τη δεκαετία του 1930, φτάνοντας στο αποκορύφωμά του περίπου 75.000 μέλη το 1940–41.[78] Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και συμμάχησαν με τη Σοβιετική Ένωση, το ζήτημα του αντικομμουνισμού ήταν σε μεγάλο βαθμό σιωπηλό. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ξεκίνησε ο Ψυχρός Πόλεμος, αναπτύχθηκε το Δόγμα Τρούμαν, το οποίο καθοδήγησε την υποστήριξη της Αμερικής στις αντικομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα και αργότερα στην Κίνα και αλλού.[79] Διάφορες δυνάμεις ενθάρρυναν την άνοδο του Μακαρθισμού. Οι πιο συντηρητικοί πολιτικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ιστορικά αναφερθεί στις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, όπως οι νόμοι για την παιδική εργασία και το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, ως «κομμουνιστικές» ή «ερυθρές συνωμοσίες», προσπαθώντας να εγείρουν φόβους ενάντια σε τέτοιες αλλαγές.[80] Χρησιμοποίησαν παρόμοιους όρους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και της Μεγάλης Ύφεσης όταν αντιτάχθηκαν στις πολιτικές του New Deal του Προέδρου Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Πολλοί συντηρητικοί εξίσωσαν το New Deal με τον σοσιαλισμό ή τον κομμουνισμό και θεώρησαν ότι οι πολιτικές αποτελούσαν απόδειξη υπερβολικής επιρροής από τους φερόμενους ως κομμουνιστές πολιτικούς που διαμόρφωναν την ατζέντα της κυβέρνησης Ρούσβελτ.[81] Η ανάμειξη του Μακάρθι σε αυτά τα ζητήματα ξεκίνησε δημόσια με μια ομιλία που έκανε την Ημέρα του Λίνκολν στις 9 Φεβρουαρίου 1950, στη Ρεπουμπλικανική Λέσχη Γυναικών στη Δυτική Βιρτζίνια. Κράτησε ένα κομμάτι χαρτί, το οποίο ισχυρίστηκε ότι περιείχε μια λίστα με γνωστούς κομμουνιστές που εργάζονταν για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο ΜακΚάρθι συνήθως δήλωνε: «Έχω εδώ στα χέρια μου μια λίστα με 205 ονόματα που έγιναν γνωστά στον Υπουργό Εξωτερικών ως μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και που, ωστόσο, εξακολουθούν να εργάζονται και να διαμορφώνουν πολιτική στο Υπουργείο εξωτερικών», εκκινώντας μία περίοδο πολιτικής φίμωσης και καταπίεσης[82].
Η εκτίμηση του αριθμού των θυμάτων του Μακαρθισμού είναι δύσκολη. Ο αριθμός που φυλακίστηκε είναι στις εκατοντάδες, και περίπου 10.000-12.000 έχασαν τις δουλειές τους.[83] Σε πολλές περιπτώσεις, η απλή κλήτευση από επιτροπές ήταν επαρκής αιτία για να απολυθεί κάποιος.[84] Εν τέλει, μετά και από κάποιες ενέργειες όπως αυτή του ραδιοφωνικού παραγωγού Τζων Χένρι Φολκ, πραγματοποιήθηκε μία σειρά δικών υπό τον ανώτατο δικαστή Ερλ Γουορεν, που έμειναν γνωστές ως «το Δικαστήριο του Γουώρεν», και οι οποίες έφεραν την επίσημη λήξη του Μακαρθισμού.[85] Παρόλα αυτά, ο αντικομμουνισμός και γενικά οι πολιτική απομόνωση της αριστεράς, δηλαδή των σοσιαλιστών και κομμουνιστών στην Αμερική, έχουν παραμείνει ως κυρίαρχα φαινόμενα της κοινωνίας μέχρι σήμερα, ενώ αντικομμουνιστικοί νόμοι συνεχίζουν να υφίστανται, όπως η υποχρεωτική προώθηση αντικομμουνστικής οπτικής γωνίας στην δημόσια παιδεία στην Φλόριντα.[86]
Εσωτερικά, κοινωνικά προβλήματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αμερική απέκτησε πάλι ευημερία. Εκατομμύρια λευκοί άνθρωποι έφυγαν από τις πόλεις και εγκαταστάθηκαν στα προάστια σε νότιες και δυτικές περιοχές γνωστές ως Ζώνη του Ήλιου. Αγόρασαν νέα αυτοκόνητα και τηλεοράσεις. Γεννήθηκαν νέες σκέψεις και ιδέες και ακόμα περισσότεροι άνθρωποι εντάχθηκαν στη Μεσαία Τάξη.


Οι υποδεέστερες συνθήκες υπό τις οποίες ζούσαν οι αφροαμερικανοί, οδήγησαν στο κίνημα φυλετικών δικαιωμάτων το 1950, ηγέτης του οποίου ήταν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και άλλοι. Το 1954 το Ανώτατο δικαστήριο διακήρυξε παράνομο τον φυλετικό διαχωρισμό στα σχολεία ο οποίος θα σταματούσε σε λίγα χρόνια. Το 1955 ηγήθηκε ενός μποϊκοτάζ με λεωφορεία στο Μοντγκόμερι. Το 1950-1960 ήθελε να παρθούν μέτρα για να σταματήσουν οι διαχωρισμού στις επιχειρήσεις καθώς και στα δημόσια μέρη. Ο Κινγκ δέχτηκε βοήθεια από τον πρόεδρο Τζον Κένεντι, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ, και τον διαδέχθηκε ο Λύντον Τζόνσον. Το 1963 ηγήθηκε μιας πορείας στην Ουάσινγκτον για τις φυλετικές διακρίσεις. Σύντομα, το Κογκρέσο ψήφισε νόμους που καθιέρωναν τον διαχωρισμό παράνομο. Ο Τζόνσον επίσης δημιούργησε ένα πρόγραμμα γνωστό ως "Σπουδαία Κοινωνία" που βοήθησε τους φτωχούς και τις μειονότητες.
Τέλος του Ψυχρού Πολέμου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Την περίοδο 1980-1990 ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε. Αυτό ευθύνεται στην πολιτική του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, στην πτώση του τείχους του Βερολίνου και στη διάλυση τις Σοβιετικής Ένωσης σε μικρότερα κράτη. Εκείνη την περίοδο μειώθηκε η βιομηχανική παραγωγή και είχαν μεγαλύτερο αριθμό εισαγόμενων παρά εξαγόμενων προϊόντων. Η Μέση Ανατολή έγινε ο κεντρικός στόχος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής καθώς οι Αμερικανοί προμηθεύονταν όλο το πετρέλαιο τους από εκεί. Το 1991 οι ΗΠ της Αμερικής πολέμησαν έναν πόλεμο εναντίον του Ιράκ γνωστός ως ο Πόλεμος του Κόλπου. Η αφορμή του πολέμου ήταν ότι ο ηγέτης του κράτους Σαντάμ Χουσεΐν διέταξε επίθεση στο Κουβέιτ.
Το 1992 ο Μπιλ Κλίντον έγινε πρόεδρος. Υπό την προεδρία του, η Αμερική συμμετείχε στον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, και έστειλε στρατεύματα στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη σε μία αποστολή των Ηνωμένων Εθνών. Οι ΗΠ της Αμερικής έγιναν μέλη του NATO. Υπό το ΝΑΤΟ, οι Αμερικανοί βομβάρδισαν την Σερβία προκαλώντας θανάτους αμάχων. Πολλοί άνθρωποι δεν ενέκριναν τις κινήσεις του Κλίντον και έτσι έχασε τον έλεγχο του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικάνους το 1994. Ο Κλίντον κατηγορήθηκε ότι είπε ψέματα στο δικαστήριο για μία εξωσυζυγική του σχέση αλλά η Βουλή δεν του αφαίρεσε την προεδρία.

21ος αιώνας (2000- σήμερα)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
11η Σεπτεμβρίου και «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας»
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]To 2000 ο Τζορτζ Μπους (νεότερος) εκλέχτηκε πρόεδρος παρ'όλο που ο Αλ Γκορ είχε περισσότερες ψήφους. Στις αρχές της θητείας του Μπους τρομοκράτες επιτέθηκαν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Πήραν τον έλεγχο τεσσάρων αεροπλάνων και χτύπησαν με δύο από αυτά το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και με ένα άλλο το Πεντάγωνο (ΗΠ της Αμερικής). Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν όταν τα κτίρια άρπαξαν φωτιά και κατέρρευσαν. Ο Μπους έγινε πολύ πιο δημοφιλής στους Αμερικάνους μετά τις επιθέσεις, λόγω του φόβου των πολιτών. Οι επιθέσεις αποτέλεσαν αφορμή ώστε ο Μπους να περάσει τον νόμο περί «Πατριωτική δράσης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής». Η Πατριωτική δράση επέτρεψε σε κυβερνητικές υπηρεσίες να συλλέγουν πληροφορίες για κατοίκους που θεωρούσαν ότι ήταν τρομοκράτες.
Ο πρόεδρος Τζορτζ Γ. Μπους επέκτεινε στρατιωτικές ενέργειες, οδηγώντας σε διεθνή δυσφορία. Το 2008, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έπληξε ξανά τις ΗΠΑ. Σύντομα μετά τις επιθέσεις οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ επιτέθηκαν στο Αφγανιστάν με πρόσχημα να βρουν τον Οσάμα μπιν Λάντεν και άλλους που πίστευαν ότι σχεδίασαν τις επιθέσεις.Το 2003 οι ΗΠ της Αμερικής επιτέθηκαν στο Ιράκ με πρόσχημα ότι υπήρχαν υποψίες ότι ο Σαντάμ Χουσείν είχε στην κατοχή του όπλα μαζικής καταστροφής. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο διαφώνησαν με τον πόλεμο στο Ιράκ. Εν τέλει, ο πόλεμος στο Ιράκ και η πτώση και εκτέλεση του Χουσείν οδήγησε την χώρα σε χάος, ενώ ο πολυετής πόλεμος και η κατοχή του Αφγανιστάν ανατράπηκαν το 2021 όταν οι Ταλιμπάν ανεκατέλαβαν την χώρα.
2005 - σήμερα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 2005 ένας μεγάλος τυφώνας ο Τυφώνας Κατρίνα χτύπησε τις νότιες πολιτείες. Η Νέα Ορλεάνη πλήχθηκε βαθιά από τον τυφώνα. Το 2006 οι Δημοκρατικοί πλειοψηφούσαν στο Κογκρέσο, καθώς οι Αμερικάνοι δεν ενέκριναν τον πόλεμο στο Ιράκ και τον τρόπου που χειρίστηκε ο Μπους τον τυφώνα. Στο τέλος της θητείας του οι ΗΠ της Αμερικής πέρασαν οικονομική κάμψη από τη Μεγάλη Ύφεση.

Ο σοσιαλφιλελεύθερος Μπαράκ Ομπάμα εκλέχτηκε πρόεδρος το 2008. Ήταν ο πρώτος αφροαμερικάνος πρόεδρος των ΗΠ της Αμερικής. Στην αρχή της θητείας του ο Ομπάμα και το Κογκρέσο έκαναν μεταρρυθμίσεις στα τραπεζικά θέματα και στην υγεία (Obamacare). Το 2011 ένα συντηρητικό κίνημα κατά της υψηλής φορολογίας γνωστό ως Tea Party, αντιτάχθηκε την πολιτική του Ομπάμα. Εξαιτίας μιας δυσαρέσκειας για τον Ομπάμα εκ μέρους των οικονομικά φιλελεύθερων Ρεπουμπλικανών, οι δεύτεροι κέρδισαν σχετικά μεγάλο αριθμό βουλευτικών θέσεων το 2010. Από την άλλη πλευρά, μήνες αργότερα νέοι διαδήλωσαν εναντίον των μεγάλων επιχειρήσεων που κατά την γνώμη τους έβγαζαν υπερκέρδη. Κατά την διάρκεια της θητείας του Ομπάμα έληξε ο πόλεμος στο Ιράκ και σκοτώθηκε ο Μπιν Λάντεν από Αμερικάνους στρατιώτες. Ο Ομπάμα επανεξελέγη πάλι το 2012.

Ο Ρεπουμπλικάνος, Ντόναλντ Τράμπ εκλέχτηκε πρόεδρος το 2016, παρ'όλο που η Δημοκρατική, Χίλαρι Κλίντον έχει λάβει τις περισσότερες ψήφους. Ίσως ο πιο αμφιλεγόμενος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολίτειων, ο Τραμπ χαρακτηρίζεται από εθνικιστική ρητορική, ενώ κατηγορείται για λαϊκισμό. Με το σύνθημα "Make America Great Again" (Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά) προσελκύει υποστηρικτές τις εναλλακτικής δεξιάς. Κάτα την διάρκεια της προεδρίας του οι σχέσεις των ΗΠ της Αμερικής με τις άλλες δυνάμεις κλονίζονται. Στις 25 Μαΐου 2020, ο 46χρονος Αφροαμερικανός, Τζορτζ Φλόιντ δολοφονείται στη Μινεάπολη, από αστυνομικό. Αυτό οδηγεί μεγάλο μέρος των Αμερικανών σε διαδηλώσεις. Η αστυνομική βία συνεχίζεται και οι νεκροί (κυρίως Αφροαμερικάνοι) πληθαίνουν, με τον πρόεδρο Τραμπ να ρίχνει τις ευθύνες στους διαδηλωτές, τους οποίους αποκαλεί τρομοκράτες.
Το 2020 πραγματοποιούνται εκλογές στις οποίες ο Τραμπ ηττάται από τον Τζο Μπάιντεν. Ο Τραμπ απορρίπτει το αποτέλεσμα των εκλογών θεωρώντας ότι έχει γίνει νοθεία. Αποκορύφωμα είναι η επίθεση και εισβολή στο Αμερικανικό Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου του 2021. Τελικά, ο Τζο Μπάιντεν ορκίζεται πρόεδρος στις 20 Ιανουαρίου 2021. Η θητεία του χαρακτηρίζεται από μετριοπάθεια και δέχεται ισχυρή κριτική σε επίπεδα οικονομίας, εξωτερικής πολιτικής και woke κουλτούρας, αλλά και σε προσωπικό επίπεδο με τους πολίτες να του καταλογίζουν ανικανότητα. Το 2024 ο Ντόναλντ Τραμπ επανεκλέγεται πρόεδρος της Αμερικής κερδίζοντας την Δημοκρατική Κάμαλα Χάρις, και ορκίζεται εκ νέου Πρόεδρος το 2025, προωθώντας ισχυρή αντιμεταναστευτική και αντι-woke πολιτική, οικονομικό φιλελευθερισμό σε συνδυασμό με προστατευτισμό (πολιτική δασμών), και ανορθόδοξη εξωτερική πολιτική.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία και Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- «New Ideas About Human Migration From Asia To Americas». ScienceDaily. October 29, 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις February 25, 2011. https://web.archive.org/web/20110225103124/http://www.sciencedaily.com/releases/2007/10/071025160653.htm. Ανακτήθηκε στις March 12, 2011.
- Woods, Thomas E. (2007). 33 questions about American history you're not supposed to ask. Crown Forum. σελ. 62. ISBN 978-0-307-34668-1. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Ιανουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2015.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «New Ideas About Human Migration From Asia To Americas». ScienceDaily. October 29, 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις February 25, 2011. https://web.archive.org/web/20110225103124/http://www.sciencedaily.com/releases/2007/10/071025160653.htm. Ανακτήθηκε στις March 12, 2011.
- 1 2 3 «Outline of American History - Chapter 1: Early America». usa.usembassy.de. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Νοεμβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ «Ancestral Pueblo culture | North American Indian culture | Encyclopedia Britannica». web.archive.org. 29 Απριλίου 2015. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ «Hopewell Culture - Ohio History Central - A product of the Ohio Historical Society». web.archive.org. 4 Ιουνίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιουνίου 2011. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ Woods, Thomas E. (2007). 33 questions about American history you're not supposed to ask. Crown Forum. σελ. 62. ISBN 978-0-307-34668-1. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Ιανουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2015.
- ↑ Magazine, Smithsonian. «The Vikings: A Memorable Visit to America». Smithsonian Magazine (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ Encyclopedia of Pestilence, Pandemics, and Plagues: A-M.
- ↑ Greenberger, Robert (2003). Juan Ponce de León: the exploration of Florida and the search for the Fountain of Youth.
- ↑ Internet Archive, Stephen J. (1998). How the Canyon became Grand : a short history. New York, N.Y. : Viking. σελ. 4-7. ISBN 978-0-670-88110-9.
- 1 2 «Coronado's Quest: The Discovery of the Southwestern States by A. Grove Day». web.archive.org. 26 Ιουλίου 2012. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ «Digital History». web.archive.org. 30 Δεκεμβρίου 2010. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Δεκεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ Butler, James Davie (1896). «British Convicts Shipped to American Colonies». The American Historical Review 2 (1): 12–33. doi:. ISSN 0002-8762. https://www.jstor.org/stable/1833611.
- ↑ Middleton, Richard· Lombard, Anne S. (2011). Colonial America: a history to 1763 (4. ed έκδοση). Chichester: Wiley-Blackwell. ISBN 978-1-4051-9004-6.
- ↑ Middleton, Richard· Lombard, Anne S. (2011). Colonial America: a history to 1763 (4. ed έκδοση). Chichester: Wiley-Blackwell. ISBN 978-1-4051-9004-6.
- ↑ Brands, H.W. (2010). The First American: The Life and Times of Benjamin Franklin. Random House Digital, Inc. σελίδες 232–240, 510–512. ISBN 9780307754943. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2015.
- ↑ Morgan, Edmund S. (2012) [1956]. The Birth of the Republic, 1763–89 (4th έκδοση). U. of Chicago Press. σελίδες 14–27. ISBN 9780226923420. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2015.
- ↑ Allison, Robert (2007). The Boston Tea Party. Applewood Books. σελίδες 47–63. ISBN 9781933212111. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2015.
- ↑ Conroy, David W. (2000). «Development of a revolutionary organization, 1765–1775». Στο: Pole, J. R.· Greene, J. P., επιμ. A Companion to the American Revolution (1st έκδοση). Blackwell. σελίδες 216–221. doi:10.1002/9780470756454. ISBN 9780631210580.
- ↑ Freeman, Douglas S. (1948). George Washington: A Biography. Augustus M. Kelley. σελ. 42. ISBN 9780678028346.
- ↑ Cogliano 2009, σελίδες 101–102.
- ↑ Wood, Gordon S. (1990). «Classical Republicanism and the American Revolution». Chicago-Kent Law Review 66: 13. https://heinonline.org/HOL/Page?handle=hein.journals/chknt66&id=27&div=&collection=.
- ↑ Kamp, David (5 Μαρτίου 2009). «Rethinking the American Dream». Vanity Fair (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2025.
- 1 2 Hamowy, Ronald (2000). «The Declaration of Independence». Στο: Pole, J. R.· Greene, J. P., επιμ. A Companion to the American Revolution (1st έκδοση). Blackwell. σελίδες 258–261. doi:10.1002/9780470756454. ISBN 9780631210580.
- ↑ «Today in History - July 4». Library of Congress. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Οκτωβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2023.
- ↑ Snow, Dean R. (2016). 1777: Tipping Point at Saratoga. Oxford University Press. σελίδες 7–9. ISBN 9780190618759.
- ↑ Jones, Howard (2001). Crucible of power: a history of American foreign relations to 1913. Rowman & Littlefield. σελ. 12. ISBN 9780842029186.
- ↑ Lumpkin, Henry (1981). From Savannah to Yorktown: The American Revolution in the South (στα Αγγλικά). University of South Carolina Press. σελίδες 27–30. ISBN 978-0-87249-408-4.
- ↑ Cogliano 2009, σελ. 110.
- ↑ Morris, Richard Brandon (1965). The Peacemakers: The Great Powers and American Independence (1st έκδοση). Harper & Row. σελίδες 411–412.
- ↑ «Treaty of Paris (1783)». National Archives (στα Αγγλικά). 10 Μαΐου 2022. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Οκτωβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2023.
- ↑ «The Confederation Congress's Ratification of the "Treaty of Paris"». US House of Representatives: History, Art & Archives (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Νοεμβρίου 2022.
- ↑ Berkin, Carol (2002). A Brilliant Solution: Inventing the American Constitution (στα Αγγλικά). Houghton Mifflin Harcourt. σελ. 192. ISBN 978-0-15-602872-1.
- ↑ McDonald, Forrest (1974). The Presidency of George Washington. Lawrence, KS: University Press of Kansas. ISBN 9780700601103.
- ↑ Labunski, Richard (2008). James Madison and the Struggle for the Bill of Rights.
- ↑ «George Washington's Farewell Address».
- ↑ Smith, Timothy L. (1971). Revivalism and Social Reform: American Protestantism on the Eve of the Civil War.
- ↑ Ambrose, Stephen E. (1996). Undaunted Courage.
- ↑ Stagg, J. C. A. (12 Μαρτίου 2012). The War of 1812. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-89820-1.
- ↑ Remini, Robert V. (2008). A Short history of the United States.
- ↑ Internet Archive, James M. (1970). To the Hartford Convention: the Federalists and the origins of party politics in Massachusetts, 1789-1815. New York : Knopf.
- ↑ Gilderhus, Mark T.. The Monroe Doctrine.
- ↑
- Anderson 2016, σελ. 416
- Carson 2008, σελ. 9–10
- Garrison 2002, σελ. 2–3
- Howe 2007, σελ. 423
- «Ethnic Cleansing». United Nations: Office on Genocide Prevention and the Responsibility to Protect. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Φεβρουαρίου 2019.
- Kakel, C. (12 Ιουλίου 2011). The American West and the Nazi East: A Comparative and Interpretive Perspective. Springer. ISBN 978-0-230-30706-3.
- Lynn, John A. (23 Ιουλίου 2019). Another Kind of War: The Nature and History of Terrorism. Yale University Press. ISBN 978-0-300-18998-8.
- ↑ Πρότυπο:Cite HOT
- ↑ Jordan, Terry G. (1966). German Seed in Texas Soil: Immigrant Farmers in Nineteenth-century Texas. University of Texas Press. ISBN 0292727070.
- ↑ Campbell, Randolph B. (1989). An Empire for Slavery: The Peculiar Institution in Texas, 1821–1865. Louisiana State University Press. ISBN 978-0807117231.
- ↑ Jimmy L Bryan, Jr., "The Patriot-Warrior Mystique", in Alexander Mendoza and Charles David Grear, eds. Texans and War: New Interpretations of the State's Military History (2012) p. 114.
- ↑ Kevin Starr, California: A History (2007) pp. 43–70 Πρότυπο:ISBN?
- ↑ Gordon Morris Bakken (2000). Law in the western United States. University of Oklahoma Press. σελίδες 209–214. ISBN 978-0806132150.
- ↑ Smith-Baranzini, Marlene (1999). A Golden State: Mining and Economic Development in Gold Rush California. University of California Press. σελίδες 186–187. ISBN 978-0520217713.
- ↑ Howard R. Lamar (1977), pp. 446–447
- ↑ Josephy (1965), p. 251
- ↑ Fournier, Richard. "Mexican War Vet Wages Deadliest Gunfight in American History", VFW Magazine (January 2012), p. 30.
- ↑ Walter Nugent, American West Chronicle (2007) p. 119.
- ↑ Rodman W. Paul, Mining Frontiers of the Far West, 1848–1880 (1980)
- ↑ Robinson, Judith (1991). The Hearsts: An American Dynasty. U. of Delaware Press. σελ. 68. ISBN 978-0874133837.
- ↑ John David Unruh, The Plains Across: The Overland Emigrants and the Trans-Mississippi West, 1840–1860 (1979).
- ↑ John David Unruh, The Plains Across: The Overland Emigrants and the Trans-Mississippi West, 1840–1860 (1993)[Χρειάζεται σελίδα]Πρότυπο:ISBN?
- ↑ Unruh, John D. Jr. (1973). «Against the Grain: West to East on the Overland Trail». Kansas Quarterly 5 (2): σελ. 72–84. Επίσης κεφάλαιο τέταρτο από το Unruh, The Plains Across
- ↑ Mary E. Stuckey, "The Donner Party and the Rhetoric of Westward Expansion", Rhetoric and Public Affairs, (2011) 14#2 pp. 229–260 in Project MUSE
- ↑ Schram, Pamela J.· Tibbetts, Stephen G. (2014). Introduction to Criminology: Why Do They Do It?. Los Angeles: Sage. σελ. 51. ISBN 978-1412990851.
- ↑ Newton, Michael· French, John L. (2008). Serial Killers. New York: Chelsea House Publishers. σελ. 25. ISBN 978-0791094112.
- ↑ Jensen, Emily W. (May 30, 2010), «Setting the record straight on the 'Hawn's' Mill Massacre», Deseret News, http://www.deseretnews.com/article/705384477/Setting-the-record-straight-on-the-Hawns-Mill-Massacre.html, ανακτήθηκε στις 2025-07-04
- ↑ Dean L. May, Utah: A People's History p. 57. (1987).
- ↑ Fireman, Bert M. (1982). Arizona, historic land. Knopf. ISBN 978-0394507972.
- ↑ Lawrence G. Coates, "Brigham Young and Mormon Indian Policies: The Formative Period, 1836–1851", BYU Studies (1978) 18#3 pp. 428–452
- ↑ Howard A. Christy, "Open Hand and Mailed Fist: Mormon-Indian Relations in Utah, 1847-1852", Utah Historical Quarterly (1978) 46#3 pp. 216-35
- ↑ Buchanan, Frederick S. (1982). «Education among the Mormons: Brigham Young and the Schools of Utah». History of Education Quarterly 22 (4): 435–459. doi:. https://archive.org/details/sim_history-of-education-quarterly_winter-1982_22_4/page/n42.
- ↑ Kennedy, Robert C. (November 28, 2001), «Setting the record straight on the 'Hawn's' Mill Massacre», The New York Times, https://www.nytimes.com/learning/general/onthisday/harp/1128.html
- ↑ David Prior, "Civilization, Republic, Nation: Contested Keywords, Northern Republicans, and the Forgotten Reconstruction of Mormon Utah", Civil War History, (Sept 2010) 56#3 pp. 283–310, in Project MUSE
- ↑ David Bigler, Forgotten Kingdom: The Mormon Theocracy in the American West, 1847–1896 (1998)
- ↑ Jackson, W. Turrentine (1972). «Wells Fargo: Symbol of the Wild West?». The Western Historical Quarterly 3 (2): 179–196. doi:.
- ↑ Joseph J. DiCerto, The Saga of the Pony Express (2002)
- ↑ Billington and Ridge, Westward Expansion pp. 577–578
- ↑ James Schwoch, Wired into Nature: The Telegraph and the North American Frontier (U of Illinois Press, 2018) online review.
- ↑ Dale Watts, "How Bloody Was Bleeding Kansas? Political Killings in Kansas territory, 1854–1861", Kansas History (1995) 18#2 pp. 116–129. online
- ↑ Nicole Etcheson, Bleeding Kansas: Contested Liberty in the Civil War Era (2006)
- ↑ Quoted in Larry Schweikart and Bradley J. Birzer, The American West (2003) p. 333
- ↑ Weir (2007), pp. 148–149.
- ↑ Merrill, Dennis (2006). «The Truman Doctrine: Containing Communism and Modernity». Presidential Studies Quarterly 36 (1): 27–37. doi:. https://archive.org/details/sim_presidential-studies-quarterly_2006-03_36_1/page/27.
- ↑ Fried, Richard M. (1990). Nightmare in Red: The McCarthy Era in Perspective. Oxford University Press. (ISBN 0195043618)., p. 41.
- ↑ Brinkley (1995), p. 141; Fried (1990), pp. 6, 15, 78–80.
- ↑ Griffith (1970), p. 49.
- ↑ Internet Archive, Ellen (1998). Many are the crimes : McCarthyism in America. Boston : Little, Brown. ISBN 978-0-316-77470-3.
- ↑ Schrecker, Ellen (2002). The age of McCarthyism: a brief history with documents. The Bedford series in history and culture (2nd ed έκδοση). New York: Palgrave. σελ. 63-63. ISBN 978-0-312-29425-0.
- ↑ Faulk, John Henry· Gardner, Don (1983). Fear on trial (1st University of Texas Press ed έκδοση). Austin, Tex: University of Texas Press. ISBN 978-0-292-72442-6.
- ↑ «Gov. DeSantis signs law requiring anti-communist teachings in K-12». mynews13.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Ιουλίου 2025.