Δρόπολη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πινακίδες σήμανσης για το χωριό Καλογοραντζή

Η Δρόπολη (αναφέρεται και ως Δερόπολη·, αλβανικά: Dropull «Ντρόπουλ») είναι περιοχή της Βορείου Ηπείρου, στην Αλβανία. Συγκεκριμένα, η περιοχή εκτείνεται από τα ελληνο-αλβανικά σύνορα στο ύψος της Κακαβιάς ως τα νότια της πόλης του Αργυροκάστρου, κατά μήκος της κεντρικής οδού.

Η περιοχή αποτελεί τμήμα της Βορείου Ηπείρου, που έχει αναγνωριστεί από το αλβανικό κράτος ως 'ελληνική μειονοτική ζώνη', που δίνει έτσι το δικαίωμα για την ίδρυση ελληνόγλωσσων σχολείων. Ο πληθυσμός της περιοχής αποτελείται στη συντριπτική του πλειοψηφία από Έλληνες κατοίκους που μιλούν την ελληνική ως μητρική γλώσσα.

Η Δρόπολη θεωρείται η πνευματική πρωτεύουσα των Ελλήνων της Αλβανίας. Κατά την περίοδο της κομμουνιστικής δικτατορίας οι Δροπολίτες συνέβαλλαν στην αναγνώριση της Ελληνικής Μειονότητας, ιδρύοντας στο Αργυρόκαστρο ελληνική εφημερίδα "Λαϊκό Βήμα", ραδιοφωνική εκπομπή στην Ελληνική, Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του πανεπιστημίου Αργυροκάστρου και σχολείο μέσης εκπαίδευσης δασκάλων Ελληνικής γλώσσας. Στη Δρόπολη ιδρύθηκε το κόμμα των Ελλήνων "Ομόνοια". Η Δρόπολη είναι η πατρίδα του γνωστού συγγραφέα Τηλέμαχου Κώτσια.

Διοικητικά η περιοχή διαιρείται σε Άνω και σε Κάτω Δρόπολη.

Ο συνολικός πληθυσμός το 1990 υπολογιζόταν περίπου σε 36.000 Έλληνες και 4.000 Αλβανούς.

Χωριά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξημέρωμα κοντά στο χωριό Γεωργουτσάτες

Στην κοιλάδα της Δρόπολης βρίσκονται 34 χωριά, τα μεγαλύτερα από αυτά είναι τα :

Και τα 34 χωριά της Δρόπολης: Δερβιτσάνη, Γοραντζή, Βάνιστα, Χάσκοβο, Δούβιανη, Σωφράτικα, Τεριαχάτι, Γορίτσα, Φράστανη, Λιούγκαρη, Γράψη, Βραχογοραντζή, Γλύνα, Κάτω Επισκοπή, Άνω Επισκοπή, Ραντάτι, Γεωργουτσάτες, Ζερβάτι, Βουλιαράτες, Βόδριστα, Βοδίνο, Πέπελη, Άγιος Νικόλας, Κουρά (Κρα), Βρυσερά, Κλεισάρι, Σελλιό, Λυκομίλι, Λοβίνα, Λόγγος, Σωτήρα, Κρυονέρι, Κοσσοβίτσα, Κακαβιά είναι αναγνωρισμένα μειονοτικά χωριά.

Ενώ ιστορικά στην περιοχή περιλαμβάνονται και τα χωριά Χρυσόδουλη, Μαυρόπουλο και Κτίσματα, που σήμερα βρίσκονται στην Ελλάδα.

Στην απογραφή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας του 1431 υπήρχαν και τα εξής χωριά τα οποία στην συνέχεια εγκαταλείφθηκαν και εξαφανίστηκαν: Μπούρνοι, Σιαράταις (ανάμεσα Γράψης και Γεωργουτσάτες) Νόντια, Άγιος Μαρτίνος, Κλαζέζνη, Στόγιανοι (Σώζονταν μέχρι το 1840), Εφταλάρ, Μπόλσανη, Κουνουπίτσα.

Πίνακας απογραφής των χωριών της Δρόπολης από το 1431 μέχρι και το 1989
Χωριά Δρόπολης Απ. σε οικίες

1431[1][2]

Απογραφή

1880[3]

Απογραφή

1895[4]

Απογραφή

1913[3][5]

Απογραφή

1927[3]

Απογραφή

1989[6]

Δερβιτσάνη 68 900 1023 1253 1423 1818
Γοραντζή 35 720 705 815 762 820
Βάνιστα 30 180 325 412 260
Χάσκοβο 14 240 269 275 356 331
Δούβιανη 16 420 551 602 771 216
Σωφράτικα 14 240 278 284 356 317
Τεριαχάτι 14 600 453 518 567 626
Γορίτσα 30 120 134 152 139 141
Φράστανη 35 180 198 208 324 505
Λιούγκαρη 180 160 187 207 215
Γράψη 240 341 406 474 512
Βραχογορατζή 13 240 263 220 228 367
Γλύνα 25 120 264 375 372 376
Κάτω Επισκοπή 14 240 218 237 224 327
Άνω Επισκοπή 20 240 260 265 334 466
Ραντάτι 42 99 55 48 113
Απ. σε οικίες

1431

Απογραφή

1880

Απογραφή

1895

Απογραφή

1913

Απογραφή

1927

Απογραφή

1989

Γεωργουτσάτι 360 449 515 657 1015
Ζερβάτι 180 165 158 251 603
Βουλιαράτι 600 468 865 949 833
Βόδριστα 31 240 153 318 428 902
Βοδίνο 72 138 123 199 332
Πέπελη 20 392 420 557 505
Άγιος Νικόλας 60 102 163 204 149
Κουρά (Κρά) 60 99 130 163 314
Βρυσερά 311
Κλεισάρι 302 480 294
Σελλιό 600 683 364 409 285
Λυκομίλι
Λοβίνα 32 120 120 132 151 329
Λόγκος 480 520 650 695 476
Σωτήρα 420 905 1050 946 338
Κρυονέρι 120 176 188 218 302
Κοσοβίτσα 15 600 874 1050 639 364
Κακαβιά 180 153 315 409 419

*Η απογραφή του 1431 έγινε από τον Τούρκο Ιναλτζίκ, για κάποια χωριά δεν υπάρχουν δεδομένα από φθορά του προτότυπου εγγράφου

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δερόπολη υπήρξε κατά την αρχαιότητα αποικία του αρχαίου Δωρικού Ελληνικού φύλου των Δρύοπες, από τους οποίους πήρε και το όνομά της στα αρχαία χρόνια Δρυοπίς ή Δρυινούπολις. Στην Ελλαδική περίοδο (2100 π.Χ. - 1500 π.Χ.) βρέθηκε στο Βοδίνο ένας διπλός Τύμβος όμοιος με τους κυκλικούς τάφους στις Μυκήνες, αυτό δείχνει στενή σύνδεση εκείνη την εποχή ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την περιοχή της Αλβανίας.[7] Στην Κλασική αρχαιότητα η περιοχή κατοικήθηκε από το Ηπειρώτικο φύλλο Χάονες. Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο φιλέλληνας αυτοκράτορας Αδριανός δημιούργησε στην περιοχή έναν οικισμό που πήρε το όνομα του "Αδριανούπολη", στα πλαίσια της προσπάθειάς του να κάνει το Ρωμαϊκό "χρυσό αιώνα". Ο Αδριανός ήταν λάτρης του κλασσικού Αθηναϊκού πολιτισμού και φέρεται να δημιούργησε και την συγκεκριμένη Αδριανούπολη μεταφέροντας κατοίκους από την Αττική προκειμένου να κατοικηθεί ξανά η ούτως ή άλλως σχεδόν ακατοίκητη τότε Ήπειρος. Ο οικισμός βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο στην κοιλάδα του ποταμού Δρίνου, στο σημερινό χωριό Σωφράτικα, 11 χιλιόμετρα νότια από το Αργυρόκαστρο. Τα θεμέλια της Αδριανούπολης ανακαλύφτηκαν από τοπικούς χωρικούς (1984), βρήκαν τα άνω τμήματα του αμφιθεάτρου. Οι Ιταλοί και οι Αλβανοί αρχαιολόγοι συνέχισαν τις ανασκαφές, ανακάλυψαν ολόκληρο το αμφιθέατρο και πολλά Ρωμαικά λουτρά, η Αγορά της πόλης ανακαλύφτηκε με την χρήση ραντάρ και από το 2008 συνεχίστηκαν οι ανασκαφές. Στο αμφιθέατρο βρέθηκαν "δωμάτια αλλαγής" πιθανότατα για θεατές που παρακολουθούσαν τα άγρια θηρία να κατασπαράζουν τους κατάδικους.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 6ο αιώνα μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α´ μετέφερε την πόλη 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά στο χωριό Πάνω και Κάτω Επισκοπή, ο στόχος του ήταν να προστατέψει τους κατοίκους από τις βαρβαρικές επιδρομές. Η νέα πόλη πήρε το όνομα "Ιουστινιανούπολη" από το όνομα του αυτοκράτορα ιδρυτή της. Στην πόλη διασώζονται ερείπια των τειχών της, του υδραγωγείου και της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η πόλη υπήρξε τοπικό εμπορικό κέντρο και απέκτησε αξιοσημείωτη οικονομική ευρωστία τους επόμενους αιώνες.[8] Τον 11ο αιώνα εμφανίζεται στις πηγές με το όνομα "Δρυινούπολις", πιθανότατα από παραφθορά του αρχικού ή από το όνομα του ποταμού Δρίνου που διατρέχει την περιοχή. Η πόλη αποτέλεσε έδρα επισκοπής και μνημονεύεται στις πηγές από τον 5ο αιώνα, αρχικά υπαγόμενη στην μητρόπολη Νικοπόλεως, μετέπειτα στην Ναυπάκτου και κατόπιν στα Ιωάννινα. Το Χρονικό των Ιωαννίνων αναφέρει ότι το τελευταίο τέταρτο του 14ου αιώνα η Αλβανική οικογένεια Ζενεβίσι κυβερνούσε την Δερόπολη και το Αργυρόκαστρο.[9] Οι Αλβανικές οικογένειες Ζενεβίσι και Μαζαράκη ηττήθηκαν από τις δυνάμεις του Δεσπότη της Ηπείρου Θωμά Β΄ Πρελιούμποβιτς και του Οθωμανού Ισαγίμ (1380). Με την βοήθεια των Οθωμανών ο Θωμάς Β΄ κατέλαβε από τις Αλβανικές Οικογένειες Ζενεβίσι και Μαζαράκη την Δερόπολη, την Βαγενετία και την Βέλλα.[10] Ο Ισαγίμ κατέλαβε την Δερόπολη (1384) αλλά την ανακατέλαβαν αμέσως μετά οι Ζενεβίσι. Στις αρχές του 1385 ξεκίνησε μια νέα επίθεση ο επιφανής Τούρκος πασάς Γαζή Αχμέτ Εβρενός εναντίον του Γκιν Ζενεβίσι. Ο Δεσπότης της Ηπείρου Ησαύ Μπουοντελμόντι έκλεισε ειρήνη με την Οικογένεια Σπάτα και ξεκίνησε επίθεση εναντίον του Γκιν Ζενεβίσι από το Μεγάλο Ζαγόρι με άντρες που ανήκαν στις Οικογένειες Μαζαράκη και Μαλακάση.[11] Ο Ησαύ στρατολόγησε Έλληνες από το Ζαγόρι, το Μεγάλο Ζαγόρι, την Δερόπολη και το Πάπιγκο Ιωαννίνων.[12] Στην μάχη που ακολούθησε ωστόσο ο Ησαύ Μπουοντελμόντι ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε, ο Γκιν Ζενεβίσι ανακατέκτησε όλη την βόρεια Βαγενετία.[13] Η Δημοκρατία της Βενετίας έκλεισε ειρήνη με τον Γκιν Ζενεβίσι (1400).[14]

Οθωμανική αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οινογένεια Ζενεβίσι κυβερνούσε την περιοχή μέχρι το επόμενο κύμα Οθωμανικών επιδρομών με τις οποίες κατακτήθηκε το κάστρο του Αργυροκάστρου, εκδιώχθηκε η οικογένεια Ζενεβίσι και η περιοχή προσαρτήθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1418).[15] Μετά την ολοκλήρωση της Οθωμανικής κατάκτησης της περιοχής εισήλθε στο Σαντζάκι της Αλβανίας, τα περισσότερα τοπωνύμια ήταν Σλαβικά.[16] Μια μικρή επανάσταση ξεκίνησε ο Εμμανουήλ Μορμόρης (1571) αλλά οι Οθωμανοί την κατέστειλαν την ίδια χρονιά.[17] Τον 16ο και τον 17ο αιώνα ιδρύθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό 11 Ορθόδοξα μοναστήρια, ο μεγάλος αριθμός των διάσπαρτων εκκλησιών έδωσε στην Δερόπολη τον τίτλο "μικρό Άγιον Όρος".[18] Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821 πολλοί τοπικοί ευγενείς εξεγέρθηκαν και συμμετείχαν έντονα σε αυτήν.[19]

Το Αλβανικό κράτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα πολλοί κάτοικοι μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.[20] Οι Αλβανικές αρχές αποφάσισαν όταν ιδρύθηκε το νέο Αλβανικό κράτος το κλείσιμο όλων των Ελληνικών σχολείων (1927), οι Ελληνικές αρχές επαναστάτησαν και διαμαρτυρήθηκαν στο κεντρικό κράτος. Η Αλβανική κυβέρνηση αποφάσισε εκτεταμένες διώξεις του Ελληνικού πληθυσμού (1 Οκτωβρίου 1935), 100 Αλβανοί αστυνομικοί εισήλθαν στην περιοχή και ξεκίνησαν την δίωξη των Ελλήνων δασκάλων.[21] Οι εξεγέρσεις στην Δερόπολη επεκτάθηκαν σύντομα σε όλες τις γειτονικές περιοχές, αυτό ανάγκασε την Αλβανική κυβέρνηση να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελληνική μειονότητα.[22] Η Κοινωνία των Εθνών υποστήριξε και αυτή με την σειρά της ενεργά τα δικαιώματα της Ελληνικής εθνικής μειονότητας.[23] Όταν ιδρύθηκε η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας (1945-1991) η Αλβανική κυβέρνηση αναγνώρισε την Ελληνική μειονότητα της Δερόπολης αλλά έκανε πολλές προσπάθειες να την εξαλβανίσει με μεταφορές πληθυσμών.[24]

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λαϊκή παράδοση, τα ηπειρώτικα τραγούδια και η εντυπωσιακή παραδοσιακή γυναικεία στολή είναι τα κύρια αναγνωριστικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού της Δρόπολης. Πριν την παραχώρηση της Βόρειας ηπείρου στην Αλβανία, η Δρόπολη ήταν γνωστή για τους πολλούς δασκάλους και για την καθαρότητα της Ελληνικής γλώσσας. Παρότι σε γεωγραφικό άκρο του Ελληνισμού και σχεδόν ποτέ στην ελληνική επικράτεια η Δροπολίτικη διάλεκτος θεωρήθηκε από τις πλέον απαλλαγμένες από τοπικούς ιδιωματισμούς κυρίως γραπτή. Η προφορική διάλεκτος περιέχει παχιά σύμφωνα και είναι λίγο τραγουδιστή.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παπαδόπουλος, Νίκος (1970). Η Δούβιανη της Δροπόλης Β. Ηπείρου. Αθληνα. σελ. ?. 
  2. Παπαδόπουλος, Νίκος (1976). Η Δρόπολη της Βορείου Ηπείρου κατά την Τουρκοκτρατίαν (1430-1913). Αθήνα. σελ. 23,24,25. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Παπα, Ευτυχία. Η Επαρχία Δρυινουπόλεως της Βορείου Ηπείρου κατά την νεότερη περίοδο. Θεσσαλονίκη. σελ. 176-203. 
  4. Κοκολάκης, Μιχάλης. Η Τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο σαλναμέ του 1895. σελ. 276-279. 
  5. ., Γενικό επιτελείο Ελληνικού Στρατού (1913). Χάρτης Εθνογραφικός της Β. Ηπείρου (1913). ?. σελ. 10-12. 
  6. Καλιβρετάτης, Λεωνίδας. Η Ελληνική κοινότητα της Αλβανίας από την σκοπιά της ιστορικής γεωγραφίας και δημογραφίας. σελ. 58. 
  7. Komita, Nuobo (1982). "The Grave Cicles at Mycenae and the Early Indo-Europeans" (PDF). Research Reports of Ikutoku Tech. Univ. (A-7): 59–70
  8. Epirus, 4000 years of Greek history and civilization. M. V. Sakellariou. Ekdotike Athenon, 1997. σσ. 154, 191
  9. Giakoumis 2002b, σ. 180
  10. Giakoumis 2002b, σ. 180
  11. Giakoumis 2002b, σ. 180
  12. Hammond, Nicholas Geoffrey Lemprière (1976). Migrations and Invasions in Greece and Adjacent Areas. Noyes Press. σ. 61
  13. Giakoumis 2002b, σ. 180
  14. Giakoumis 2002b, σσ. 180–181
  15. Giakoumis 2002b, σ. 181
  16. Giakoumis 2002a, σ. 21
  17. Giakoumis 2002a, σ. 21
  18. Giakoumis 2002a, σ. 125
  19. Giakoumis 2002a, σ. 47
  20. Religion in Post-Communist Albania. Muslims, Christians and the idea of 'culture' in Devoll, Southern Albania. Gilles de Rapper. σ. 7
  21. Manta, Eleftheria (2005). "Aspects of the Italian Ιnfluence upon Greek - Albanian Relations during the Interwar Period" (in Greek). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας: 104
  22. Manta, Eleftheria (2005). "Aspects of the Italian Ιnfluence upon Greek - Albanian Relations during the Interwar Period" (in Greek). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας: 213
  23. Manta, Eleftheria (2005). "Aspects of the Italian Ιnfluence upon Greek - Albanian Relations during the Interwar Period" (in Greek). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας: 206–207
  24. Metzeltin (Hg.), Oliver Jens Schmitt-Michael (2015). "Das Südosteuropa der Regionen". 858. Austrian Academy of Science Press: 688

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]