Γενιά του ’30

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Γενιά του 1930)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γενιά του 1930, ονομάστηκε η γενιά των Ελλήνων λογοτεχνών και καλλιτεχνών που γεννημένοι στις αρχές του 20ου αιώνα, βρέθηκαν τη δεκαετία του 1930 στο αποκορύφωμα της δημιουργικής πορείας τους. Κοινά χαρακτηριστικά στη θεματολογία και στους τρόπους έκφρασης συνδέουν τους καλλιτέχνες μεταξύ τους, αλλά και με την κοινωνία και την ιστορία της εποχής. Η γενιά αυτή έδωσε τα περισσότερα σημαντικά νεοελληνικά έργα. Αποκορύφωμα της δημιουργικής πορείας της, ήταν τα δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας που χάρισε στην Ελλάδα.

«Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία σε συλλογικό επίπεδο, είναι ότι αισθητικοποίησε τις βασικές ιδέες του λαϊκού ,του χώρου και της Ιστορίας, εισήγαγε μια ελληνικότητα δημιουργική που βοήθησε στη συνομιλία του παρόντος με το παρελθόν και επεξεργάστηκε μια αμφίδρομη σχέση με την Ευρώπη». Δ. Τζιόβας [1]


Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έργο του Νίκου Εγγονόπουλου,ποιητή και ζωγράφου, χαρακτηριστικού εκπροσώπου της γενιάς του 1930

Η “γενιά” δεν ξεπερνά ορισμένα χρονικά όρια, όπως “η σχολή”, και οι εκπρόσωποί της έχουν την ίδια πάνω - κάτω ηλικία, με διαφορά μεταξύ τους συνηθέστερα μικρότερη από μια πενταετία και οπωσδήποτε όχι μεγαλύτερη από δεκαετία. Γιατί εκείνο που συνδέει τους εκπροσώπους της, διαχωρίζοντάς τους από τους προηγούμενους και επόμενους, είναι η ιστορική στιγμή και η στιγμή που έρχονται να διαδραματίσουν το ρόλο τους στα γράμματα, το τι συμβαίνει εκείνη την ώρα στον ιστορικό χώρο και τι επικρατεί στον πνευματικό και λογοτεχνικό, και ιδίως το γεγονός ότι μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν ζώντας τα ίδια κοινά για όλους περιστατικά και αναπνέοντας την ίδια ατμόσφαιρα και το ότι ξεκίνησαν και συμπορεύτηκαν έχοντας περίπου το ίδιο φορτίο ζωής. [2]
Ο όρος «Γενιά του '30» πρωτοχρησιμοποιήθηκε με κάπως αόριστο περιεχόμενο από τον Γιώργο Θεοτοκά, και το περιβάλλον των διανοουμένων γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής «Τα Νέα Γράμματα». Το 1962 ο κριτικός της λογοτεχνίας Ανδρέας Καραντώνης, - ο κριτικός της γενιάς του '30 - χρησιμοποιεί τον όρο,καθιερώνοντάς τον, στο βιβλίο του «Πεζογράφοι και Πεζογραφήματα της γενιάς του '30».

Τα χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η γενιά αυτή συνχρονίστηκε με τις νέες φόρμες που παρουσιάζονταν στην δυτική Ευρώπη, ο υπερρεαλισμός με τον ελεύθερο στίχο του στην ποίση, το μυθιστόρημα στην πεζογραφία. Ο Λίνος Πολίτης θεωρεί ότι οι λογοτέχνες που παρουσιάστηκαν γύρω από την χρονολογία αυτή, ανανέωσαν δημιουργικά όχι μόνο την ποίηση αλλά και την πεζογραφία, η οποία στα χρόνια 1920- 1930 φυτοζωούσε σε μια καθυστερημένη επιβίωση της ηθογραφίας περιγράφοντας τη ζωή της μίζερης φτωχογειτονιάς.[3]
  • Το οριστικό θάψιμο της Μεγάλης Ιδέας με την Μικρασιατική καταστροφή, τους ανάγκασε να επαναπροσδιορίσουν την ελληνικότητα. Ερχόμενοι σε επαφή με την Ευρώπη προσπάθησαν και πέτυχαν να συγκεράσουν με έναν τρόπο ελληνικό, τον μοντερνισμό με την παράδοση, τον κοσμοπολιτισμό με την εντοπιότητα και να εκφράσουν το συλλογικό ασυνείδητο της εποχής τους.
  • Ανακάλυψε, θαύμασε και αγάπησε τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό σε όλες τις εκδηλώσεις του, από την ντοπιολαλιά μέχρι τους ανώνυμους λαϊκούς ζωγράφους.

Στην ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ποίηση της δεκαετίας του 1930 βρίσκουμε τα πρώτα βήματα της αλλαγής που θα φέρει αυτή η γενιά στην λογοτεχνία. Από τη Γαλλία έρχεται το νέο κίνημα, ο υπερρεαλισμός που θα γίνει το όχημα που θα εκφραστούν οι ποιητές – που θα αποτελέσουν τη γενιά του 1930. Οι πιο αποφασιστικές κινήσεις στην πορεία της αλλαγής στην ποίηση ήταν:

  • Το 1930 κυκλοφόρησε στο Παρίσι, ο πρόδρομος της ελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης, η ποιητική συλλογή «Στου γλυτωμού το χάζι», του Θεόδωρου Ντόρρου.
  • Το 1931, δημοσιεύεται στο περιοδικό «Λόγος», το δοκίμιο του Δημήτρη Μεντζέλου Ο υπερρεαλισμός και οι τάσεις του, στο οποίο ο συγγραφέας εκθέτει συστηματικά την θεωρία του υπερρεαλισμού.

Την ίδια χρονιά ο Σεφέρης, εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Στροφή», η οποία αν και στο μεγαλύτερο μέρος αποτελεί κλασσική ποίηση, έχει όμως και ποιήματα με υπερρεαλιστική διάθεση.

  • Το 1933 δημοσιεύονται στο περιοδικό «Κύκλος», ποιήματα του Τόμας Στερνς Έλιοτ, που θα συμβάλει όσο κανείς στην ποίηση ιδιαίτερα του Σεφέρη.
  • Το 1935 κυκλοφορεί «Η Υψικάμινος» του Ανδρέα Εμπερίκου η πρώτη ελληνική υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή, καθώς και η συλλογή του Σεφέρη «Μυθιστόρημα». Αυτά τα δυο γεγονότα, αλλά και άλλα παρόμοια - (όπως η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη, η δημοσίευση αποσπασμάτων από τον «Οδυσσέα» του Τζέημς Τζόυς σε μετάφραση Τάκη Παπατσώνη, αλλά και οι πρώτες μεταφράσεις του Έλλιοτ από τον Σεφέρη) θα οδηγήσουν τον Ανδρέα Καραντώνη, να θεωρήσει το 1935, χρονιά – σταθμό στην ποίηση: «...ότι αργότερα θα αποτελέσει το σώμα της νέας ποίησης πρωτοεκδηλώεται στο χρονικό όριο του 1935... ο χρόνος αυτός είναι ένας από τους πιο ιστορικούς της νεοελληνικής ποίησης, γιατί απο κει και πέρα κυρίως, άλλαξε τελειωτικά η μορφή του ποιητικού μας λόγου.»

Σημαντικότεροι εκπρόσωποι και εκφραστές αυτής της γενιάς θεωρούνται οι ποιητές: Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νικήτας Ράντος, Γιώργος Σαραντάρης, Δημήτρης Αντωνίου, Αναστάσιος Δρίβας, Θεόδωρος Ντόρρος, Νίκος Εγγονόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Νικηφόρος Βρεττάκος, και Νίκος Γκάτσος.

Στην πεζογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την πεζογραφία οι λογοτέχνες άρχισαν να εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές φόρμες της νουβέλας και του διηγήματος, για να μπορέσουν μέσα από τη φόρμα του μυθιστορήματος, να ανιχνεύσουν ψυχολογικές καταστάσεις συνθετότερες, να περιγράψουν σοβαρότερα κοινωνικά και ανθρώπινα προβλήματα. Ταυτόχρονα έκαναν τομή στο ύφος και στη γλώσσα, υιοθετώντας την απλή δημοτική, και πολλές φορές την ντοπιολαλιά.
Το 1933 μπορεί να θεωρηθεί η χρονιά – σταθμός στην νεοελληνική πεζογραφία για το μυθιστόρημα. Αυτή τη χρονιά εμφανίστηκαν σημαντικά μυθιστορήματα, ίσως τα σημαντικότερα, της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Θεοτοκάς αναφέρεται σε αυτήν τη χρονιά, σαν τη χρονιά της απότομης και πολύμορφης ανάπτυξης του μυθιστορήματος.
Αυτόν το χρόνο κυκλοφόρησαν «Οι Δεσμώτες» του Άγγελου Τερζάκη, «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» του Μ. Καραγάτση, «Η αργώ» του Γιώργου Θεοτοκά, «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Στράτη Μυριβήλη, και άλλα. Ο Ανδρέας Καραντώνης και πάλι, σε ένα άρθρο του, στο περιοδικό «Νέα Γράμματα», το 1935 θα επισημάνει ότι «Η λογοτεχνική μορφή που δυνατώτερ' από κάθε άλλη κεντρίζει σήμερα προς την πρωτότυπη εργασία τις μυστικές λαχτάρες των νέων είναι το μυθιστόρημα. Τέτοιος είναι ο εκδοτικός οργασμός από την πληθωρική συγγραφή μυθιστορημάτων ώστε έχει κανείς την εντύπωση πως για πρώτη φορά στην Ελλάδα πάει να γίνει από αχρησιμοποίητο σχήμα, σώμα με βάρος, με αφή και με δυναμική ενέργεια» [4]
Ο Καραντώνης διακρίνει ήδη τη φιγούρα του νέου πεζογράφου, που ασχολούμενος με το μυθιστόρημα προσπαθεί να γνωρίσει τον άνθρωπο της πατρίδας του. Από τον άνθρωπο να περάσει στην κοινωνική του θέση, από την κοινωνία στη φύση και στην ιστορία του τόπου του.

Στυλοβάτες της γενιάς αυτής θεωρούνται, ο Φώτης Κόντογλου, ο Θράσος Καστανάκης, ο Στράτης Μυριβήλης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Μ. Καραγάτσης, ο Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, ο Άγγελος Τερζάκης και ο νεαρότερος όλων, ο Παντελής Πρεβελάκης. [5]

Στην ζωγραφική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αίτημα της επιστροφής στην παράδοση , το αίτημα «της Ελληνικότητας» είναι το επιτακτικό αίτημα για τους ζωγράφους της εποχής εκείνης. Η ελληνικότητα στη ζωγραφική ήταν ένα ανοιχτό αίτημα ήδη από τις αρχές του αιώνα, που εκφράστηκε όμως μέσα απο την τοπιογραφία, που ζητούσε απλά να αναπαριστήσει τον ελληνικό χώρο και το ελληνικό φως. Μετά την μικρασιατική καταστροφή οι καλλιτέχνες της γενιάς του 30 αναζήτησαν την ελληνικότητα σε περισσότερο εσωτερικούς δρόμους. Θέλησαν οι περισσότεροι -του Κόντογλου εξαιρουμένου – να εκφράσουν την πραγματικότητα της εποχής τους, συνδυάζοντας (όπως έκαναν και οι πεζογράφοι και οι ποιητές) την ελληνική παράδοση με τα μοντερνιστικά ρεύματα όπως τον φωβισμό, τον κυβισμό, τον υπερρεαλισμό, κ.α..Σε αυτό το πλαίσιο ανακαλύπτονται και αξιολογούνται οι λαϊκοί ζωγράφοι, όπως ο Θεόφιλος και ο Ζωγράφος του Μακρυγιάννη, αλλά και η βυζαντινή παράδοση.

Ελληνική λαϊκή ζωγραφική του Παναγιώτη Ζωγράφου

Τον προηγούμενο υπαιθρισμό θα τον διαδεχτεί ο ανθρωποκεντρισμός. Αυτό σημαίνει ότι η νόηση κυριαρχεί της αίσθησης, με συνέπεια η ζωγραφική να γίνεται περισσότερο πνευματική και λιγότερο αναπαραστατική. [6]

Σημαντικότεροι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής στις εικαστικές τέχνες είναι ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο Φώτης Κόντογλου, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας, ο Γιώργος Μπουζιάνης, ο Γιώργος Γουναρόπουλος.

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σε αναζήτηση της Ελληνικότητας: η Γενιά του 30-ζωγραφική-κεραμική-γλυπτική-χαρακτική, εκδ.Διεθνές Κέντρο Εικαστικών ΤεχνώνΑέναον, Αθήνα, 1994
  • Mario Vitti, H γενιά του τριάντα.Ιδεολογία και μορφή, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1977
  • Δημήτρης Τζιόβας, Ο μύθος της γενιάς του τριάντα : νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία,εκδ.Πόλις ,Αθήνα, 2011
  • Mario Vitti,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1978
  • Henri Tonnet, Ιστορία του Ελληνικού μυθιστορήματος, μτφρ, Μαρίνα Καραμάνου, εκδ.Πατάκης, Αθήνα, 2010
  • Εμμανουήλ Κριαράς, «Η φιλολογική γενιά του 30. Στον τομέα των νεοελληνικών γραμμάτων»,Εποχές, τομ 9 (Ιανουάριος 1964),σελ.11-16

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://fotodendro.blogspot.gr/2012/01/30.html
  2. Κ. Στεργιόπουλος «Λογοτεχνία και χρονολογίες»
  3. Φ. Δημητρακόπουλος σελ. 77
  4. Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1930, σελ 9
  5. http://www.ptde.gr/forum2011/index.php?action=dlattach;topic=123.0;attach=995
  6. http://www.artmag.gr/articles/art-articles/about-art/item/675-greekpaintingpart2

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φώτης Δημητρακόπουλος: «Η πρωτοποριακή κίνηση του '30 και το μυθιστόρημα», Καστανιώτης, 1990
  • Νάνσυ Μπαλούτογλου: «Η γέννηση της νεότερη ελληνικής ζωγραφικής», ηλεκτρονικό περιοδικό Artmag.