Το Τρίτο Μάτι (περιοδικό τέχνης)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το περιοδικό Τρίτο Μάτι.

Το Τρίτο Μάτι (1935-1937) ήταν περιοδικό της δεκαετίας του ’30, υπό τον Στρατή Δούκα (1895-1983), αφιερωμένο στις πλαστικές τέχνες, ενώ παράλληλα φιλοξενούσε και φιλολογικές μελέτες. Το στοιχείο αυτό διαφοροποίησε το Τρίτο Μάτι από αντίστοιχα περιοδικά τέχνης που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του τριάντα (20ός Αιώνας, Τέχνη).[1]  Στο περιοδικό δεν εμφανίζεται πολιτική ή άλλη ιδεολογική ταυτότητα, ενώ πρότυπο απετέλεσαν τα Τετράδια Τέχνης του Κριστιάν Ζερβός (1889-1970).

Ιστορική Αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το περιοδικό Τρίτο Μάτι, ήταν ένα βραχύβιο έντυπο, το οποίο κυκλοφόρησε το διάστημα 1935-1937. Τα τεύχη δεν εμφανίζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα αλλά ανάλογα με τη δουλειά και την ύλη που απαιτούσε το εκάστοτε τεύχος, προκειμένου να είναι όσο το δυνατόν αρτιότερο. Τα θέματά του αφορούσαν τη ζωή, την επιστήμη και την τέχνη. To πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1935 και κόστιζε 5 δραχμές, το δεύτερο τεύχος κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 1935 έναντι 10 δραχμών, το τρίτο τριπλό τεύχος κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1936 με κόστος 15 δραχμές και το τελευταίο εξαπλό τεύχος κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1937 έναντι 50 δραχμών.

Συντάκτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα εξώφυλλα του περιοδικού αναφέρονται οι ακόλουθοι συντάκτες: Διευθυντής του περιοδικού διετέλεσε ο Στρατής Δούκας, λογοτέχνης και ζωγράφος. Επιμελητές αναφέρονται οι: Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968) (αρχιτέκτονας), Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994) (ζωγράφος), Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) (ζωγράφος), Σωκράτης Καραντινός (1906-1979) (σκηνογράφος), Τάκης Παπατζώνης (1895-1970) (λογοτέχνης), Μιχάλης Τόμπρος (1889-1974) (γλύπτης), Άγγελος Θεοδωρόπουλος (1883-1965) (χαράκτης). Κύριο ρόλο, ωστόσο, διαδραμάτισαν οι Δούκας, Πικιώνης, Παπατζώνης και Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ενώ υπήρξε και διαμεσολάβηση ανάμεσα σε Αθηναίους εκδότες και κύκλους της Θεσσαλονίκης.

Στόχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πρώτο τεύχος διαβάζουμε το προγραμματικό άρθρο, το οποίο είναι ανυπόγραφο και φιλοξενείται στις τέσσερις πρώτες σελίδες. Βασικός στόχος των συντακτών είναι η δημιουργία ενός περιοδικού τέχνης που θα καλύψει το κενό που υπάρχει στον τομέα αυτόν, καθώς η προσφορά αντίστοιχων περιοδικών τέχνης δεν θεωρείται επαρκής. Ακολουθεί η δευτερολογία, υπογεγραμμένη από τον Πικιώνη, όπου επαναλαμβάνονται στοιχεία από τον πρόλογο, όμως το ενδιαφέρον του στρέφεται σε ολόκληρη την εθνική κουλτούρα (ενώ στο πρόλογο ήταν στην ποιότητα του έργου), με τον τόνο να γίνεται πιο φιλοσοφικό.

Περιγραφή και περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτο τεύχος, 10 Οκτωβρίου 1935[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πρώτο τεύχος το περιοδικό, έχοντας συνείδηση της αποστολής του, παρουσιάζει διεξοδικά το πρόγραμμά του. Σε αυτό, αναφέρεται η διαπίστωση μερικών κενών και ελλείψεων στην πνευματική ζωή του τόπου, που προτίθεται να συμπληρώσει. Με αυτόν τον τρόπο, το περιοδικό, θα αποτελέσει μια «ελπίδα» αλλά και ένα «όπλο» για όσους το υποστηρίξουν. Τα κενά που διαπιστώθηκαν στην πνευματική ζωή είναι: η έλλειψη κατεύθυνσης σε «όλα τα πνευματικά -εθνικά και διεθνή- ζητήματα», «ανυπαρξία καθορισμένου προγράμματος», «έλλειψη πειθαρχίας και ιεραρχίας», άγνοια σε ό, τι αφορά την σύγχρονη κίνηση του εξωτερικού, «ημιμάθεια και κακή μίμηση», αδιαφορία για τα «ζωντανά και αυθεντικά στοιχεία της τέχνης», «πνευματική και συναισθηματική προχειρότητα», «απροθυμία για κάθε καινοτομία». Στη συνέχεια, ακολουθούν οι ελπιδοφόροι οιωνοί, οι οποίοι βρίσκονται στο ελληνικό παρελθόν και στις δυνατότητες της ελληνικής φυλής. [2] Θα πρέπει, δηλαδή, να μελετηθεί πρώτα η ελληνική κληρονομιά και έπειτα να «αποφανθούμε για έργα». Ο συντάκτης αναφέρεται έπειτα σε μια εργασία που χρειάζεται η Ελλάδα, αυτή της αποκατάστασης της συνέχειας του «φαινομενικά ασυνάρτητου μωσαϊκού», που μας κληροδότησαν οι πολιτισμοί που πέρασαν από τον τόπο μας.[3] Μέτρο της επιλογής των έργων δεν θα είναι πλέον η μορφή τους αλλά το «πηγαίο» και το «πρωτότυπο» της δημιουργίας. Στην παράγραφο έξι, αναφέρεται ξεκάθαρα το ενδιαφέρον του περιοδικού, το οποίο θα είναι στραμμένο τόσο στην παράδοση όσο και στην πρωτοπορία, στις λαϊκές εκδηλώσεις αλλά και στους νέους. Στην επόμενη παράγραφο σημειώνεται η επιδίωξη του περιοδικού να παρακολουθήσει όλα τα σύγχρονα κινήματα του εξωτερικού. Ο τελικός σκοπός αναφέρεται στην παράγραφο εννέα και αφορά σε μια σωστή αφετηρία από τις «φυλετικές μας δυνατότητες», σε μία τοποθέτηση αυστηρή και αμερόληπτη και σε μια βοήθεια για την επιδίωξη ενός έργου. Το πρόγραμμα αυτό πλαισιώνουν έξι φωτογραφίες: ένα κυκλαδικό ειδώλιο, ένα έργο του Πάμπλο Πικάσο (1881-1973), ένα πολεοδομικό σχέδιο του Λε Κορμπυζιέ (1887-1965), μια εικόνα «σύγχρονης τεχνικής»[4] , μια βυζαντινή τοιχογραφία και ένα λαϊκό γλυπτό για να φανεί «η ενότητα όλων των πηγαίων και αυθεντικών μορφών στη ζωή και στην τέχνη».Το πρώτο κείμενο έχει τίτλο «Χαρακτηριστικά της Νέας Τέχνης» με υπότιτλο «Τέχνη και Εποχή» και υπογράφεται από τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Το  άρθρο ξεκινά  με  το επιχείρημα  ότι  η  τέχνη  πρέπει  να  καθρεφτίζει  την εποχή της και να την αντιπροσωπεύει με οποιοδήποτε τρόπο. Στη συνέχεια, ξεκινώντας από την Αρχαία Ρώμη και φτάνοντας ως τον εικοστό αιώνα -τον αιώνα της ταχύτητας και των γρήγορων μεταβολών- ο συντάκτης αναφέρεται στους παράγοντες που διαμορφώνουν την τέχνη σε κάθε εποχή, παραλληλίζοντάς τους με τα εκάστοτε πολιτισμικά φαινόμενα. Το άρθρο κλείνει με τον κίνδυνο της ομοιομορφίας που χαρακτηρίζει την εποχή. Ακολουθούν «αποσπάσματα και κείμενα» του Νίτσε -για τις αισθήσεις και το πνεύμα, συνοδευόμενο από ένα σχέδιο του «ΕΡΝΙ»- και του Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) -απόσπασμα από τον Φίληβο και συνοδεύεται από ένα σχέδιο του «Τζιακομέττι» (=Αλμπέρτο Τζιακομέτι (1901-1966)). Τα επόμενα δύο κείμενα υπογράφονται από τον Πικιώνη. Το πρώτο, έχει τίτλο «Τα Παιχνίδια Της Οδού Αιόλου» και αναφέρεται σε μια «καλλιεργημένη όραση», σε μια «προετοιμασία», που χρειάζεται προκειμένου να γίνει κατανοητή η νέα τέχνη, η οποία προέρχεται ουσιαστικά από τη «λαϊκή παράδοση» και διασώζει ένα «πανάρχαιο πνεύμα», ένα πνεύμα που στη «βιομηχανική Ευρώπη» έχει πεθάνει για πάντα. Το δεύτερο κείμενο φέρει τον τίτλο «Ιδεογράμματα της Οράσεως» και ένα μικρό απόσπασμα από τους «Έξι Κανόνες Ζωγραφικής» του Αμπανίντρα-Ναθ Ταγκόρ (1871-1946) αναφερόμενο στο «διπλό φως», αυτό της ψυχής   και   των   πλανητών,   που   φωτίζει   τις   μορφές.  Το   άρθρο   ξεκινά με την «ατμοσφαιρική ζωγραφική» του Πωλ Σεζάν (1839-1906), αναφέρεται στην Αφαίρεση που χαρακτηρίζει την εποχή, τη «νέα αντιμετώπιση του αντικειμένου», το «μυστήριο». Τονίζει την προβολή ενός «αισθητικού» σχεδίου που θα εξηγεί την «ασύλληπτη ενότητα των Μορφών», την αναγωγή τους σε «συναισθηματικά σύμβολα της οράσεως», που για τη δημιουργία τους συνδυάζονται και οι πέντε αισθήσεις. Ακολουθούν στοιχεία και «Ιδεογράμματα» που δικαιολογούν τις απόψεις του. Το κείμενο συνοδεύουν τέσσερα έργα των Σεζάν, Πικάσο, Ζωρζ Μπρακ (1882-1963) και Φερνάν Λεζέ (1881-1955). Στη συνέχεια, υπάρχει ένα αφιέρωμα για τον Ισπανό κυβιστή Χουάν Γκρις (1887-1927), τον οποίο παρουσιάζει σύντομα ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας, συγκρίνοντάς τον με τον «ιμπρεσιονιστή» Σεζαν. Η διάλεξη του Ισπανού, που ακολουθεί, είναι μεταφρασμένη  στα ελληνικά και αναφέρεται, ουσιαστικά, στη νέα αρχιτεκτονική σύνθεση, η οποία «πρέπει ν’ ακούει σε ορισμένους όρους» και τη ζωγραφική, η οποία είναι «η επίπεδη και με χρώματα αρχιτεκτονική». Στη συνέχεια ο συντάκτης αναλύει τις σχέσεις και τις αναλογίες ως προς το χρώμα και το σχήμα, συμπεραίνοντας ότι «η μόνη δυνατότητα ζωγραφικής είναι η έκφραση κάποιων σχέσεων του ζωγράφου με τον εξωτερικό κόσμο», γιατί όπως είπε και ένας φιλόσοφος «Οι αισθήσεις δίνουν το υλικό για τη γνώση, όμως ο νους δίνει σε αυτή τη μορφή»

Το τεύχος κλείνει με ένα μικρό αφιέρωμα στον Μιλτιάδη Σαράντη Πεντζίκη, που χάθηκε πρόωρα, και το οποίο περιλαμβάνει ένα σχέδιό του και ένα κείμενό του, «Το Ρολογά του Πέτρογραντ».  

Δεύτερο τεύχος (διπλό), Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1935[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δεύτερο τεύχος έχει τίτλο «ΦΥΣΗ, ΘΕΜΑ, ΤΟΠΙΟ», προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για τις χωροταξικές μελέτες  που θα ακολουθήσουν. Το εισαγωγικό κείμενο  κάνει λόγο για τη σχέση της φύσης με την τέχνη, για «τις γεωλογικές βάσεις της ίδιας της πλαστικής», για το αν η τέχνη έχει σχέση -και ποια είναι αυτή- με την εποχή, τον τόπο, τη φυλή. Σκοπός του τεύχους είναι να «υποβάλει στον αναγνώστη την επιθυμία να εμβαθύνει πνευματικότερα και να αποκτήσει τη συνείδηση του τοπίου». Με βάση, λοιπόν, τον πρόλογο, ακολουθεί το κείμενο  του Elie Faure (1873-1937), σε μετάφραση του Καίσαρος Εμμανουήλ (1902-1970), το οποίο έχει τίτλο «Το Πνεύμα των Μορφών» και αναφέρεται στη σχέση ενός κτίσματος με το χώρο και στο κατά πόσο αυτή επηρεάζεται από το κλίμα. Στο τέλος, μετά από μια σύντομη αναφορά σε ορισμένους ζωγράφους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «μεταξύ των εξωτερικών θεαμάτων του κόσμου και των εσωτερικών παραστάσεων του πνεύματος, μια στενή συνάφεια τείνει να πραγματοποιηθεί». Αυτό που απομένει να μάθουμε, συνεχίζει το κείμενο, είναι οι προϋποθέσεις αυτής της συνάφειας. Στη συνέχεια, παρατίθενται τέσσερα μικρά κείμενα των H. A. Taine (1828-1893), E.d’Ors, Alain (1868-1951) και Σατωμπριάν (1768-1848), όλα σε μετάφραση, με παρόμοιο ιδεολογικό περιεχόμενο.Έπειτα, αναδημοσιεύεται ένα απόσπασμα από μια παλιά μελέτη  του Περικλή Γιαννόπουλου (1869-1910) με τίτλο «Η Ελληνική Γραμμή». Πρόκειται για το πρώτο αισθητικό κείμενο για την ελληνική φύση και τον ελληνικό τρόπο θεώρησης των πραγμάτων. Το ελληνικό τοπίο, χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, καθαρότητα, συμμετρία, απλότητα, χάρη και μ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ακολουθεί ένα δισέλιδο απόσπασμα από κείμενο του Γάλλου γλύπτη Ωγκύστ Ροντέν (1840-1917), με τίτλο «Γοτθικές Μητροπόλεις» σε μετάφραση του Παντελή Πρεβελάκη (1909-1986), συνοδευόμενο από δύο σχέδια του γλύπτη. Το απόσπασμα του γλύπτη αναφέρεται στη σχέση φύσης και αρχιτεκτονήματος («οι γαλλικές Κατεντράλες γεννήθηκαν από τη γαλλική φύση») και είναι σχετικό με την προηγηθείσα μελέτη του Γιαννόπουλου. Στη συνέχεια, δημοσιεύονται «Τρεις Μελέτες του John Ruskin» (1819-1900) σε μετάφραση του Τ. Κ. Παπατζώνη. Πρόκειται για «Το Φύλλο», «Το Βουνό»  και «Το Σύννεφο», όπου με σχέδια αναλύεται η εσωτερική δομή των μορφωμάτων που επιλέχτηκαν: το φύλλο λόγω της διαφορετικότητας, της ποικιλίας των ειδών του αλλά και του δυναμικού σχήματός του, το βουνό για τις διαστρωματώσεις των μαζών του και, τέλος, το σύννεφο για την ελαφρότητα και τη μεταβλητότητά του .[5] Στις επόμενες σελίδες, υπάρχουν τρία αποσπάσματα: το πρώτο είναι από τον Τιμαίο του Πλάτωνα και αναφέρεται στα σχήματα, το δεύτερο του Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) από το «Περί Τοπίου» και το τελευταίο από την Οδύσσεια και αναφέρεται στην  ελληνική φύση. Το θέμα της σχέσης περιβάλλοντος-κατασκευής και της μεταξύ τους αρμονίας θίγεται εκ νέου στο άρθρο «Το Αττικό Τοπίο» από δύο αρχιτέκτονες, τους Λε Κορμπυζιέ και Μέντελσον (1887-1953), τον γλύπτη Τόμπρο και τον ζωγράφο Παπαλουκά. Ο καθένας αντιμετωπίζει το θέμα από τη δική του οπτική γωνία. Ακολουθεί μια συνέντευξη του Σεζάν στον J. Gasquet, που φέρει τίτλο «Το Ζωγραφικό Θέμα». Ο Γάλλος ζωγράφος μιλάει για την Τέχνη, η οποία πρέπει «να μας δίνει την αιώνια γεύση» της φύσης γιατί η τέχνη είναι «μια αρμονία παράλληλη με τη φύση!» που σκοπό έχει «να την ερμηνεύσει ασύνειδα… μέσα από το συναίσθημα». «Η αρμονία βρίσκεται στο χρώμα μέσα στο οποίο υπάρχει το φως». Επίσης, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί τις συνθέσεις του και σημειώνει ότι δεν σκέφτεται όταν ζωγραφίζει γιατί τότε «όλα χαλούνε». Το δεύτερο τεύχος, κλείνει με ένα εκτενές κείμενο του Χατζηκυριάκου-Γκίκα με τίτλο «Φύσις και Τέχνη» και υπότιτλο «Στοιχεία μιας Πλαστικής Γλώσσας». Εδώ, ο ζωγράφος, μιλάει για την τέχνη που δεν έχει σαν σκοπό την αντιγραφή της φύσης αλλά τη δημιουργία μιας άλλης πραγματικότητας. Η σύγχρονη ζωή επηρέασε τη ζωγραφική έκφραση και έτσι το εικονιζόμενο θέμα παριστάνεται λιγότερο απ’ ότι παλαιότερα. Ανακαλύφθηκε μια «νέα και πολυσύνθετη γεωμετρία της ύλης». Το νέο αυτό πνεύμα επιβάλει και μια νέα μέθοδο που «εκπλήττει -πολλές φορές δυσάρεστα- το θεατή». Το θέμα, όμως, όσο αφηρημένο και αν είναι, στο βάθος, περιέχει μια «σωστή και οξεία παρατήρηση, μια πρωτότυπη… ερμηνεία του συναισθήματος». Στο σημείο αυτό αναφέρει ως παράδειγμα τους Πικάσο, Μπρακ, Λεζέ και Πάουλ Κλέε (1879-1940). Ακολουθούν οι ερμηνείες των συναισθημάτων διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων, ο συνδυασμός των οποίων στοχεύει στη συγκίνηση του θεατή. Το άρθρο κλείνει με δύο μικρά αποσπάσματα του Κλέε και του Ροζέ Βιτράκ (Roger Vitrac, 1899-1952), συνοδευόμενα από ένα σχέδιο του πρώτου.

Τρίτο τεύχος (τριπλό), Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 1936[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To τρίτο τεύχος είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στη Λογοτεχνία. Τα λογοτεχνικά κείμενα που επιλέχθηκαν αντιστοιχούν στο πνεύμα των άρθρων που είχαν κυκλοφορήσει στα προηγούμενα τεύχη του περιοδικού . Το «Ένα Ψιχίον από Μεγάλο Δείπνο» του Παπατζώνη εικονογραφείται από αποσπάσματα της Δευτέρας Παρουσίας του Μιχαήλ Αγγέλου (1475-1564) και την προσωπογραφία του Δάντη (1265-1321). Το κείμενο μπορεί να θεωρηθεί ως ερμηνευτική κριτική στο έργο του Δάντη, με μια ηθική διάσταση, καθώς ακολουθούν ένας βουδιστικός μύθος και μια περίληψη του έργου «Αδέλφια» (1914) του Ρώσου συγγραφέα Ιβάν Μπούνιν (1870-1953), ο οποίος το 1933 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ, εμβαθύνοντας στο κύριο μήνυμα της πίστης, το οποίο υπερβαίνει αυτό της χριστιανικής παράδοσης. Ακολουθούν τέσσερα ποιήματα του Ρώμου Φιλύρα (1898-1942) με συμβολικό και φυσιολατρικό περιεχόμενο:  δύο ελεγειακού και δύο υμνητικού χαρακτήρα, με τίτλους «Πότε», «Νεκροταφείο, φρενοκομείο», «Η Σελήνη», «Ωκεανός». Τα τρία πρώτα δημοσιεύονται για πρώτη φορά στο Τρίτο Μάτι. Τα «Γράμματα σε νέο μου Φίλο» συνέταξε ο Δούκας εν είδη επιστολογραφίας και εσωτερικού μονολόγου. Πρόκειται για δεκαεννιά γράμματα που αναφέρονται στην τέχνη, την ποίηση, τη θρησκευτική αγάπη, το χριστιανισμό, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τον Κλασικισμό, το Ρομαντισμό, την απλότητα, την ανθρώπινη φύση. Στο τεύχος συμπεριλαμβάνονται και μερικά ανέκδοτα του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938), τα οποία σχετίζονται με τον εσωτερικό του κόσμο αλλά και γενικές τεκμηριώσεις για τη ζωή του, όπως αφορισμοί για την τέχνη, την εποχή και το έργο του, καθώς και τέσσερα ποιήματα του Παπατζώνη («Μύθος» (1934), «Τραγούδι των εφήμερων πραγμάτων» (1935), «Τα κλειστά ερμάρια» (1936), «Τα ορεινά» (1936)) με αναφορές για το χώρο και το χρόνο με συμβολικό ή κυριολεκτικό τρόπο. Έπειτα, δημοσιεύονται ποιήματα και κείμενα των Αλέξανδρου Μάτσα (1911-1969), Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941), Νικόλαου Καλαμάρη (1907-1988), καθώς και η «Ηρωδιάς» του Στεφάν Μαλλαρμέ (1842-1898), συνοδευόμενη από σχόλια του μεταφραστή (Καίσαρ Εμμανουήλ). Επίσης, παρατίθενται αποσπάσματα από την «Κυριακή του Πάσχα κοντάκιον», τα «Χρονικά» του Μιχαήλ Ψελλού (1018-1078), τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου (1553-1613/14), τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), «Τα τραγούδια του Θεού» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη (π.445-386 π.Χ.), τη «Γυναίκα της Ζακύνθου» του Διονυσίου Σολωμού (1798-1857), τον «Εσωτερικό μονόλογο» του Τζέιμς Τζόυς (1882-1941) κ.ά. Τέλος, στις σελίδες του περιοδικού εκπροσωπείται και το λαϊκό πνεύμα, αφού συμπεριλαμβάνονται «Τα παραμύθια της Χαλιμάς», ο Καραγκιόζης, ρήσεις παιδιών και παιδικά σχέδια, παραμύθια της Καλαβρίας κ.ά. Να σημειωθεί πως ανάμεσα στα κείμενα δημοσιεύονται σχέδια των Τόμπρου, Παπαλουκά, Φώτη Κόντογλου (1895-1965), Γιώργου Γουναρόπουλου (1889-1977), Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Alfred Jarry (1873-1907) και χαρακτικά των Δημήτρη Γαλάνη (1879-1966) και Θεοδωρόπουλου.

Τέταρτο τεύχος (εξαπλό), Αύγουστος 1937[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέταρτο και τελευταίο τεύχος  έχει τίτλο «Ο Νόμος του Αριθμού στη Φύση και στην Τέχνη». Στο «Είδος Εισαγωγής», που επιμελήθηκε ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας, γίνεται λόγος για το ρόλο και τη σημασία των Αριθμών και της Γεωμετρίας στη Φύση και τη Σκέψη από την εποχή των Πυθαγόρειων φιλοσόφων μέχρι και την «πιο μοντέρνα επιστήμη». Επίσης, αναφέρεται στις ρυθμικές σχέσεις  της Τέχνης του Λόγου, του Χορού, της Μουσικής, της Τεκτονικής και της Αρχιτεκτονικής, της Γλυπτικής αλλά και της Ζωγραφικής. Ακολουθούν τέσσερεις επεξηγηματικοί πίνακες. Το δεύτερο μέρος, ανοίγει με την «Κατανομή Κανόνος» του Ευκλείδη (325-265 π.Χ.) (η εισαγωγή από Θρ. Γεωργιάδη), ενώ υπάρχει πληθώρα άρθρων σχετικών με το Μαθηματικό Λογισμό στην Αρχιτεκτονική και τη Διακοσμητική («Η Αρμονία εν τη Αρχιτεκτονική Ποιήσει» του Αθ. Γεωργιάδου, «Οι Θεωρίες των Αρμονικών Χαράξεων εις την Αρχιτεκτονική» του Κ. Δοξιάδη, «Η Θεωρία του Αρχιτέκτονος Κ. Α. Δοξιάδη για τη Διαμόρφωση του Χώρου εις την Αρχαία Αρχιτεκτονική» του Δ. Πικιώνη, «Τα Μαθηματικά και η Διακοσμητική»). Το μέρος αυτό κλείνει με δύο κείμενα του Πικιώνη: «Ορθογωνικοί Δυναμικοί Κανόνες στο Επίπεδο και στο Χώρο» και «Αρμονία Χρωμάτων και Τόνων». Το τρίτο και τελευταίο μέρος, περιλαμβάνει μελέτες και άρθρα για το Χορό, την Ποίηση, το Λόγο και το Θέατρο («Ο Ιερός Χορός» του Κουρτ Ζαξ, «Ο Ρυθμός στο Λόγο» των Κλωντέλ, M. Ghyka, M. J. Servien, «Θέατρο» του Καραντινού). Ακολουθεί ένα εισαγωγικό κείμενο για το «Νόμο του Αριθμού στην Τέχνη και την Τεχνική», με δεκατρείς πίνακες, υπογεγραμμένο από τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Ο ζωγράφος, στο σημείο αυτό, εξετάζει την «πλήρωση του γεωμετρικού κανόνος στην πρωτόγονη, αρχαία όσο και σύγχρονη τέχνη και τεχνική τους». Οι πίνακες, που συνοδεύουν το κείμενο, δείχνουν πόσο «εκπληκτική είναι η συγγένεια μεταξύ διαφορετικών κατά το είδος και την πρόθεση έργων». Τέλος, παρουσιάζονται αποσπάσματα του Κλέε με τίτλο «Παιδαγωγικό Βιβλίο»  και του Βασίλι Καντίνσκι (1866-1944) με τίτλο «Σημείο και Γραμμή Πάνω στην Επιφάνεια», συνοδευόμενα από σχέδιά τους, όπου ερμηνεύονται και αναλύονται ζωγραφικά στοιχεία. Στο τέλος του τόμου εξηγούνται οι λόγοι διακοπής έκδοσης του περιοδικού (οικονομικοί, εσωτερικές διαφωνίες, έλλειψη κοινού).


Βιβλιογραφία 
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το Τρίτο Μάτι, τ.χ.1-4, 1935-1937.
  2. Ν. Ζίας, «Τα περιοδικά των εικαστικών τεχνών (δοκίμιο βιβλιογραφικής έρευνας). Αθηναϊκός Τύπος 1900-1962», Νέα Εστία, τ. 72, 1962.
  3. Α. Σχινά, «Το περιοδικό Τρίτο Μάτι, 1935-1937», Δελτίο της Αίθουσας το Τρίτο Μάτι, τ.χ.2, 1977.
  4. Ε. Χαμαλίδη, «Ελληνικά περιοδικά Τέχνης κατά τη δεκαετία 1930-1940», Σε Αναζήτηση της Ελληνικότητας: Η «Γενιά του '30». Ζωγραφη-Κεραμική-Γλυπτική-Χαρακτική, επιμ.Δ. Παυλόπουλος, Αθήνα 1994.
  5. Ε. Sartori, Το Τρίτο Μάτι, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2010.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Elena Sartori, Το Τρίτο Μάτι, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2010, σ.11.
  2. Έ. Χαμαλίδη, «Ελληνικά Περιοδικά Τέχνης κατά τη δεκαετία 1930-1940», Σε Αναζήτηση της Ελληνικότητας: Η «Γενιά του '30». Ζωγραφική-Κεραμική-Γλυπτική-Χαρακτική, επιμ. Δ. Παυλόπουλος, Αθήνα 1994, υποσημ. 1, σ. 58.
  3. Ό.π., υποσημ. 1, σ. 59.
  4. Νίκου Ζία, «Τα περιοδικά των εικαστικών τεχνών (δοκίμιο βιβλιογραφικής έρευνας). Αθηναϊκός Τύπος 1900-1962», Νέα Εστία, τ.72, 1962, υποσημ. 3, σ. 1357.
  5. Α. Σχινά,«Το περιοδικό Τρίτο Μάτι, 1935-1937», Δελτίο της αίθουσας το Τρίτο Μάτι, τχ. 2,1977, υποσημ.23, σ.112.