Βόλφγκανγκ Σόιμπλε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε
WSchaeuble.jpg
Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας
Εν ενεργεία
Ανέλαβε καθήκοντα
28 Οκτωβρίου 2009
Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ
Προκάτοχος Πέερ Στάινμπρουκ
Υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας
Περίοδος
22 Νοεμβρίου 2005 – 27 Οκτωβρίου 2009
Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ
Προκάτοχος Ότο Σίλι
Διάδοχος Τόμας ντε Μεζιέρ
Περίοδος
21 Απριλίου 1989 – 26 Νοεμβρίου 1991
Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ
Προκάτοχος Φρίντριχ Ζίμερμαν
Διάδοχος Ρούντολφ Σάιτερς
Αρχηγός της Καγκελαρίας
Υπουργός Ειδικών Θεμάτων
Περίοδος
15 Νοεμβρίου 1984 – 21 Απριλίου 1989
Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ
Προκάτοχος Βάλντεμαρ Σρέκενμπεργκερ
Διάδοχος Ρούντολφ Σάιτερς
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 18 Σεπτεμβρίου 1942 (1942-09-18) (75 ετών)
Φράιμπουργκ, Γερμανία
Εθνικότητα Γερμανική
Πολιτικό κόμμα Χριστιανοδημοκρατική Ένωση
Σύζυγος Ίνγκεμποργκ Σόιμπλε
Παιδιά 4
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ
Πανεπιστήμιο του Αμβούργου
Θρήσκευμα Λουθηρανισμός
Ιστοσελίδα http://www.wolfgang-schaeuble.de/

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (γερμανικά: Wolfgang Schäuble, Φράιμπουργκ 18 Σεπτεμβρίου 1942) είναι Γερμανός πολιτικός της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), ο οποίος έχει υπηρετήσει ως Ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών κατά την δεύτερη και τρίτη κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ, από το 2009.

Από το 1984 μέχρι το 1991 ήταν Υπουργός της Κυβέρνησης του Χέλμουτ Κολ, αρχικά ως Ομοσπονδιακός Υπουργός Ειδικών Υποθέσεων και Αρχηγός της Καγγελαρίας κι έπειτα ως Ομοσπονδιακός Υπουργός Εσωτερικών. Από το 1991 έως το 2000, ήταν αρχηγός της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στο κοινοβούλιο και από το 1998 έως το 2000 ήταν αρχηγός του κόμματος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Διετέλεσε και πάλι Υπουργός Εσωτερικών κατά την πρώτη θητεία της Μέρκελ μεταξύ των ετών 2005 και 2009.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σόιμπλε γεννήθηκε στο Φράιμπουργκ και ήταν ο γιος ενός υπαλλήλου της εφορίας. Είναι ο μεσαίος από τρεις αδερφούς. Αφού έλαβε απολυτήριο λυκείου το 1961, ο Σόιμπλε σπούδασε Νομική και Οικονομικά στα Πανεπιστήμια του Φράιμπουργκ και του Αμβούργου από τα οποία αποφοίτησε το 1966 και το 1970 εργάστηκε ως εφοριακός και ως δικηγόρος, αφού πρώτα πέτυχε στις κρατικές εξετάσεις.

Το 1971 έλαβε το διδακτορικό του στη Νομική, με μια εργασία που είχε τίτλο "Η επαγγελματική νομική κατάσταση του ορκωτού λογιστή στις λογιστικές επιχειρήσεις".

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σόιμπλε εισήλθε στην τοπική αυτοδιοίκηση στο κράτος της Βάδης-Βυρεμβέργης και τελικά κατέληξε να γίνει ανώτερος διοικητικός υπάλληλος της φορολογικής υπηρεσίας του Φράιμπουργκ. Στην συνέχεια άσκησε την δικηγορία στο περιφερειακό δικαστήριο του Όφενμπουργκ, από το 1978 έως το 1984.

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιτική σταδιοδρομία του Σόιμπλε ξεκίνησε το 1961 με την ένταξή του στην Γιούνγκε Ουνίον (γερμανικά : Union Junge, αγγλικά : Young Union), την νεολαία της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Κατά την διάρκεια των σπουδών του διετέλεσε πρόεδρος του Christlich-Demokratischer Studenten (ελληνικά : Ένωση Χριστιανοδημοκρατικών Φοιτητών) στο Αμβούργο και στο Φράιμπουργκ. Το 1965 ο Σόιμπλε έγινε μέλος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Από το 1969 έως το 1972 ήταν πρόεδρος της Γιούνγκε Ουνίον στο νότιο Μπάντεν. Από το 1976 έως το 1984 διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Αθλητισμού της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης.

Μέλος του Κοινοβουλίου, 1972 έως σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σόιμπλε είναι μέλος του Κοινοβουλίου (Μπούντεσταγκ) από το 1972. Από το 1981 έως το 1984 ήταν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης και τον Νοέμβριο του 1991 έγινε πρόεδρός της. Ο Σόιμπλε εγκατέλειψε την θέση αυτή το 2000 ως μια επιμέρους συνέπεια ενός σκανδάλου χρηματοδότησης. Από τον Οκτώβριο του 2002 μέχρι το 2005 ο Σόιμπλε υπηρέτησε ως αναπληρωτής πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, υπό την ηγεσία της Άνγκελα Μέρκελ.

Ομοσπονδιακός Υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων, 1984-1989[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15 Νοεμβρίου 1984 ο Σόιμπλε διορίστηκε Υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων και επικεφαλής της Καγκελαρίας υπό τον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ. Όταν το 1986 ο σοβιετικός τύπος κατηγόρησε τον Χέλμουτ Κολ ότι, σε μια συνέντευξή του σε περιοδικό, έκανε σύγκριση μεταξύ των προπαγανδιστικών ικανοτήτων του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και του Τζόζεφ Γκόμπελς, υποστηρίχθηκε από διάφορους ότι ο Σόιμπλε συμβούλεψε τον Καγκελάριο να μην γράψει επιστολή απολογίας στον Γκορμπατσόφ για αυτό το περιστατικό, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω χειρονομία θα παρεξηγούνταν ως ένδειξη αδυναμίας.

Με την ιδιότητά του ως Υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων, ο Σόιμπλε ηγήθηκε των προετοιμασιών για την πρώτη επίσημη επίσκεψη του Έριχ Χόνεκερ, προέδρου του συμβουλίου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (GDR), το 1987. Μέχρι εκείνη την στιγμή, θεωρούνταν ευρέως ως ένας από τους πλησιέστερους συμβούλους του Χέλμουτ Κολ.

Ομοσπονδιακός Υπουργός Εσωτερικών, 1989-1991[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον μετασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου στις 21 Απριλίου 1989, ο Σόιμπλε έγινε Υπουργός Εσωτερικών. Υπό αυτόν τον ρόλο προήγαγε τις διαπραγματεύσεις για λογαριασμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για την επανένωσή της με την GDR το 1990. Τόσο ο ίδιος όσο και ο αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών της Αυστρίας Γκούντερ Κράουσε υπέγραψαν την Συνθήκη Ενοποίησης στις 31 Αυγούστου 1990. Σε μια ισχυρή και φορτισμένη συναισθηματικά ομιλία του στο Κοινοβούλιο το 1991, ο Σόιμπλε υποστήριξε την θέση υπέρ της μετακίνησης της γερμανικής πρωτεύουσας από την Βόννη στο Βερολίνο.

Στην δεκαετία του 1990 ο Σόιμπλε έγινε ένας από τους πιο δημοφιλείς πολιτικούς στην Γερμανία και υπήρχε μια συνεχής εικασία ότι θα αντικαθιστούσε στην καγκελαρία τον Χέλμουτ Κολ, του οποίου η δημοτικότητα μειωνόταν συνεχώς. Τον Νοέμβριο του 1991 ο Σόιμπλε έγινε ο κοινοβουλευτικός ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατικών, αντικαθιστώντας τον 71χρονο Άλφρεντ Ντρέγκερ, μια κίνηση που τον έκανε πιθανό διάδοχο του Χέλμουτ Κολ. Το 1997 ο Χέλμουτ Κολ δήλωσε ότι ο Σόιμπλε ήταν ο επιθυμητός υποψήφιος για να τον διαδεχθεί αλλά δεν ήθελε να παραδώσει την εξουσία μέχρι το 2002 όταν η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση θα ολοκλήρωνε την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος του ευρώ. Ωστόσο, καθώς η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση έχασε στις εκλογές του 1998, ο Σόιμπλε δεν έγινε ποτέ Καγκελάριος.

Μετά την εκλογή του Έμπερχαντ Ντίεπγκεν ως δημάρχου του Βερολίνου, ο Σόιμπλε έκανε συνομιλίες για να είναι ο πρώτος υποψήφιος στις πρόωρες εκλογές της 21ης Οκτωβρίου 2001 αλλά απορρίφθηκε από το παρακλάδι της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στο Βερολίνο για χάρη του Φρανκ Στέφελ.

Ορισμένα υποκαταστήματα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης ήθελαν τον Μάρτιο του 2004 να ορίσουν τον Σόιμπλε ως υποψήφιο για το αξίωμα του Γερμανού Πρωθυπουργού, του αρχηγού κράτους, λόγω της τεράστιας πολιτικής του εμπειρίας. Παρά την υποστήριξη των πρωθυπουργών της Βαυαρίας και της Έσσης, ο Σόιμπλε δεν έλαβε τελικά την υποψηφιότητά του από το κόμμα επειδή η ηγέτης της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης Άνγκελα Μέρκελ, άλλοι πολιτικοί της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης και το φιλελεύθερο κόμμα καταφέρθηκαν εναντίον του. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το σκάνδαλο με τις κομματικές συνεργασίες στις εκλογές που αφορούσε τον Σόιμπλε και πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 1999 δεν είχε ποτέ επιλυθεί πλήρως.

Πρόεδρος του κόμματος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, 1998-2000[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάρρευση της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στις ομοσπονδιακές εκλογές του 1998, ο Σόιμπλε διαδέχθηκε τον Χέλμουτ Κολ και έγινε ο πρόεδρος του κόμματος. Μόλις 15 μήνες αργότερα, παραιτήθηκε από την θέση και από την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης το 2000 μετά το σκάνδαλο για την χρηματοδότηση του κόμματος. Η παραίτηση του Σόιμπλε ξεκίνησε μια αλλαγή στο εσωτερικό των Χριστιανοδημοκρατών, με την Άνγκελα Μέρκελ να αναλαμβάνει την ηγεσία του κόμματος και τον Φρήντριχ Μερτζ να γίνεται πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης.

Ομοσπονδιακός Υπουργός Εσωτερικών, 2005-2009[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν τις εκλογές του 2005 η Άνγκελα Μέρκελ συμπεριέλαβε τον Σόιμπλε στο υπουργικό της συμβούλιο για την εκστρατεία των Χριστιανοδημοκρατών προκειμένου να μην γίνει ο Γκέρχαρντ Σρέντερ καγκελάριος. Κατά την διάρκεια της εκστρατείας, ο Σόιμπλε υπηρέτησε ως σύμβουλος της Μέρκελ πάνω στα θέματα της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής.

Μετά τις εκλογές, ο Σόιμπλε έγινε δυνητικός υποψήφιος για το αξίωμα του Ομοσπονδιακού Υπουργού Αμύνης. Ωστόσο, κατά τις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις για την σύσταση κυβέρνησης συνασπισμού, ηγήθηκε της αντιπροσωπείας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στην ομάδα εργασίας για την εσωτερική πολιτική. Μόλις σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση, ο Σόιμπλε έγινε ξανά Υπουργός Εσωτερικών, αυτή τη φορά στον κομματικό συνασπισμό υπό την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ.

Από το 2007 έως το 2009 ο Σόιμπλε ήταν ένα από τα 32 μέλη της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του ομοσπονδιακού κράτους, το οποίο δημιουργήθηκε για να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις πάνω στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των ομοσπονδιακών και των κρατικών αρχών της Γερμανίας.

Ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών, 2009-2017[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2009, ο Σόιμπλε, μέχρι τότε ένας από τους πιο έμπειρους πολιτικούς της Γερμανίας, έγινε Υπουργός Οικονομικών τον Οκτώβριο του 2009. Τότε, σε ηλικία 67 ετών, έγινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας στο υπουργικό συμβούλιο και το μεγαλύτερο σε ηλικία μέλος του Κοινοβουλίου στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ήταν επίσης ένας από τους επτά συντηρητικούς υπουργούς της απερχόμενης κυβέρνησης της Μέρκελ, το οποίο παρέμεινε στην εξουσία. Μέχρι το 2014, η Wall Street Journal ονόμαζε τον Σόιμπλε ως "το δεύτερο ισχυρότερο πρόσωπο της Γερμανίας μετά την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ".

Κατά την διάρκεια της θητείας του, ο Σόιμπλε θεωρήθηκε ευρέως ως ο πιο αντιρρησίας συνήγορος της κυβέρνησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ένας παθιασμένος υποστηρικτής της συνεργασίας της Γερμανίας με την Γαλλία. Ωστόσο, μαζί με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ λαμβάνει συχνά μια σκληρή γραμμή απέναντι σε ορισμένες νότιες ευρωπαϊκές χώρες κατά την διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη. Το 2012 ο Σόιμπλε απέρριψε τις προτάσεις της προέδρου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ να δοθεί στην Ελλάδα περισσότερος χρόνος για πρόσθετες περικοπές δαπανών με στόχο την αντιμετώπιση του ελλείμματός της. Την ίδια χρονιά ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας κατηγόρησε τον Σόιμπλε ότι προσβάλλει το έθνος του. Τον Οκτώβριο του 2013 ο Σόιμπλε κατηγορήθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό της Πορτογαλίας Χοζέ Σόκρατες για την συχνή τοποθέτηση ειδήσεων στα ΜΜΕ ενάντια στην Πορτογαλία κατά την διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη πριν την πτώχευση της χώρας. Ο Σόκρατες τον χαρακτήρισε ως έναν "πονηρό υπουργό οικονομικών".

Ως ένας κορυφαίος υποστηρικτής της λιτότητας κατά την διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη - ο Σόιμπλε έφερε το 2014 στην Γερμανία έναν εθνικό προϋπολογισμό ύψους 299 δις ευρώ, ο οποίος επέτρεψε στην Γερμανία να μην αναλάβει ένα νέο εθνικό χρέος για πρώτη φορά από το 1969. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2016, ο Σόιμπλε κατάφερε ένα πλεόνασμα ύψους 18,5 δις ευρώ. Έχει χαρακτηριστεί ως η "προσωποποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας" και ως η "πρωταρχική ευρωπαϊκή λιτότητα" - η φήμη του Σόιμπλε πάνω στον σκληρό έλεγχο των δαπανών βοήθησε στην ταχεία ανάκαμψη της Γερμανίας από την ύφεση αλλά έχει επανειλλημμένως απορρίψει τις προτάσεις από κυβερνητικούς υποστηρικτές με θέμα τις φορολογικές περικοπές. Καθ'όλη την διάρκεια της θητείας του, υποστήριξε την θέση ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως η αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη, είναι η διέξοδος από μια χαμηλή ανάπτυξη. Το 2013 ο Σόιμπλε και ο Βίτορ Γκασπάρ, ο ομόλογός του στην Πορτογαλία, ανακοίνωσαν ένα σχέδιο χρήσης της γερμανικής κρατικής τράπεζας KfW ώστε να δημιουργηθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα βοηθήσει τους Πορτογάλους κάτω των 25 ετών να αποκτήσουν μια θέση εργασίας ή επαγγελματική κατάρτιση.

Το 2012, μετά την παραίτηση του Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ από την προεδρεία των 17 Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, γνωστών ως Εurogroup, δημοσιοποιήθηκαν οι προθέσεις της Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ να ασκεί πίεση στον Σόιμπλε για την ανάληψη αυτής της θέσης. Την εν λόγω θέση ανέλαβε αργότερα ο Γερούν Ντάισεμπλουμ.

Στις διαπραγματεύσεις για την συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνασπισμού μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2013, ηγήθηκε της αντιπροσωπείας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στην ομάδα εργασίας για την χρηματοοικονομική πολιτική ; αντιπρόεδρος του SPD ήταν ο δήμαρχος του Αμβούργου Όλαφ Σόλτζ. Από το 2014 έως το 2015, ο Σόιμπλε και ο Σολτζ ηγήθηκαν εκ νέου των διαπραγματεύσεων για την αναθεώρηση της λεγόμενης επιβάρυνσης της πρόσθετης αλληλεγγύης επί του εισοδήματος και του εταιρικού φόρου και για την αναδιοργάνωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γερμανίας και των ομοσπονδιακών κρατών της.

Σε μια επιστολή προς τον Πιερ Μοσκοβισί, Ευρωπαίο Επίτροπο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων και Φορολογίας, στα τέλη του 2014, ο Σόιμπλε και οι Υπουργοί Οικονομικών των άλλων μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης - Μισέλ Σαπέν της Γαλλίας και Πιερ Κάρλο Παντοάν της Ιταλίας - προέτρεψαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταρτίσει νόμους για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής από τις εταιρείες και να εμποδίσει τα κράτη μέλη να προσφέρουν χαμηλότερους φόρους για να προσελκύσουν επενδυτές, ζητώντας μια ολοκληρωμένη οδηγία BEPS (Διάβρωση Βάσης και Μετατόπιση Κερδών) προς τα κράτη μέλη έως τα τέλη του 2015.

Με πρωτοβουλία του Σόιμπλε, η Γερμανία έγινε ιδρυτικό μέλος της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων και Υποδομών. Σε μια συνάντηση των μεγάλων οικονομιών G-20 το 2015, ο Σόιμπλε ζήτησε μια καλύτερη ενσωμάτωση της ισλαμικής οικονομίας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Όταν ο ομοσπονδιακός πρόεδρος Γιόακιμ Γκάουκ ανακοίνωσε τον Ιούνιο του 2016 την πρόθεσή του να μην ξαναβάλει υποψηφιότητα για τις εκλογές, ο Σόιμπλε αναφέρθηκε ως πιθανός διάδοχος από τα γερμανικά και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Η θέση τελικά καταλήφθηκε από τον Φρανκ-Γουόλτερ Σταϊνμάιερ.

Από τα τέλη του 2016, ο Σόιμπλε υπηρέτησε ως μέλος της επιτροπής της γερμανικής κυβέρνησης για το Brexit, στην οποία οι υπουργοί συζητούν οργανωτικά και διαρθρωτικά ζητήματα σχετικά με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρόεδρος του Γερμανικού Κοινοβουλίου, 2017[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017, ο Σόιμπλε ορίστηκε από την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης ως ο νέος πρόεδρος του Μπούντεσταγκ και διαδέχθηκε τον Νόμπερτ Λάμμερτ.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμος και τάξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κριτική του Σόιμπλε επικεντρώνεται στις απόψεις του για τον νόμο και την τάξη, κατά την δεύτερη θητεία του ως Ομοσπονδιακού Υπουργού Εσωτερικών, ειδικά στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας για την οποία έχει επικριθεί από ορισμένους ακτιβιστές των πολιτικών δικαιωμάτων. Οι αντίπαλοί του περιλαμβάνουν την κοινότητα του ανοιχτού λογισμικού. Οι τελευταίες αποφάσεις του υπουργείου του οδήγησαν σε μια εκστρατεία που ονομάστηκε Stasi 2.0 και παρουσίαζε μια ομοιότητα με το East German Ministerium für Staatssicherheit.

Η διαμάχη πυροδοτήθηκε σε μια συνέντευξη του 2007 στην οποία ο Σόιμπλε ανέφερε ένα βιβλίο του Όττο Ντεπενχάουερ, το οποίο θεωρούσε το στρατόπεδο κράτησης του Γκουαντάναμο ως την "νομικά αποδεκτή απάντηση στον αγώνα του συνταγματικού πολιτισμού ενάντια στην βαρβαρότητα της τρομοκρατίας".

Ως διαμαρτυρία ενάντια στην υποστήριξή του απέναντι στην αυξανόμενη χρήση βιομετρικών δεδομένων, η ομάδα χάκερ Chaos Computer Club δημοσίευσε ένα από τα δακτυλικά αποτυπώματα του Σόιμπλε στο περιοδικό Datenschleuder που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2008. Το περιοδικό αναφερόταν επίσης σε μια ταινία την οποία οι αναγνώστες θα μπορούσαν να συμβουλευτούν για να ξεγελάσουν τους μοριακούς βιολόγους.

Τον Νοέμβριο του 2008 ένα νομοσχέδιο που έδινε μεγαλύτερη εξουσία στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Εγκληματολογικής Αστυνομίας (BKA) απέτυχε όταν ορισμένα κράτη απείχαν από την ψηφοφορία στο Μπούντεσρατ, τον νομοθετικό εκπρόσωπο των κρατών. Στην συνέχεια ο Σόιμπλε πρότεινε να αλλάξουν οι διαδικασίες ψηφοφορίας στο Μπούντεσρατ ώστε να μειωθεί η αποχή. Πολλοί πολιτικοί της αντιπολίτευσης επέκριναν την πρότασή του και ορισμένοι ζήτησαν την παραίτησή του.

Τον Φεβρουάριο του 2009 η ιστοσελίδα του Σόιμπλε δέχτηκε επίθεση από χάκερ εξαιτίας ενός λάθους ασφαλείας στο TYPO3 CMS και ενός μη ασφαλούς κωδικού πρόσβασης. Η επίθεση των χάκερ συνίστατο σε μια αλλοίωση της ιστοσελίδας με την τοποθέτηση ενός μεγάλου και εύκολα ορατού συνδέσμου στην αρχική σελίδα υπό το θέμα της διατήρησης των δεδομένων.

Σχέσεις με την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σόιμπλε επικρίθηκε έντονα για τις ενέργειές του κατά την διάρκεια της ελληνικής κρίσης και του Grexit το 2015 : ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε αναφέρει ότι ο Σόιμπλε σκόπευε να εξαναγκάζει την Ελλάδα να βγει από την ευρωζώνη, ακόμα και πριν την εκλογή της αριστερής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον πρώην Υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Tim Geithner στις αρχές του 2014 ; αποκαλώντας το σχέδιο του Σόιμπλε "τρομακτικό", ο Geithner κατέγραψε ότι ο Σόιμπλε πίστευε πως μια έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα τρόμαζε άλλες χώρες ώστε να ευθυγραμμιστούν. Ο Σόιμπλε έλαβε επίσης μια εκτεταμένη κριτική όσον αφορά τις συστάσεις του περί λιτότητας μέσα από το Twitter. Τέτοιου είδους επικριτικά σχόλια επικεντρώθηκαν στο γεγονός ότι η επιμονή του Σόιμπλε στις πολιτικές λιτότητας έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις εμπειρικές αποδείξεις πως οι πολιτικές στις οποίες επέμενε είχαν συρρικνώσει την ελληνική οικονομία κατά 25% όσο και από τις εκθέσεις του ΔΝΤ οι οποίες επέμεναν ότι μόνο μια μαζική ελάφρυνση του χρέους, και όχι μια περαιτέρω λιτότητα, θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική.

Φορολογικές ελλείψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν η κοινοβουλευτική έρευνα ξεκίνησε το 2017 για να εξετάσει το σκάνδαλο των μερισμάτων των τραπεζών, ο Σόιμπλε αντιμετώπισε μια δημόσια κριτική ότι περίμενε πάρα πολύ καιρό για να απαγορεύσει μια έλλειψη στην ιδιοκτησία, η οποία επέτρεψε στα δυο εμπλεκόμενα μέρη να διεκδικήσουν την κατοχή των ίδιων μετοχών και να διεκδικήσουν τις φορολογικές ελαφρύνσεις, με αποτέλεσμα το κράτος να χάσει δις ευρώ από φόρους.

Άλλες δραστηριότητες (επιλογή)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εταιρικά συμβούλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • KfW, Deputy Chairman of the Board of Supervisory Directors (2009-2010)

Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Friends of the Festspielhaus Baden-Baden, Chairman
  • Deutsche Nationalstiftung, Member of the Board of Trustees
  • Deutsche Stiftung Denkmalschutz, Member of the Board of Trustees
  • Deutsche Stiftung Querschnittlähmung (German Paraplegia Foundation), Member of the Board of Trustees
  • Friends of the Berliner Philharmonie, Member of the Board of Trustees
  • House of Finance, Goethe University Frankfurt, Member of the Board of Trustees
  • International Foundation for Research in Paraplegia, Member of the Board of Trustees
  • Max Planck Society, Member of the Board of Trustees
  • RAG-Stiftung, ex-officio Member of the Board of Trustees
  • Robert Schuman Foundation, Member of the Board of Directors
  • 2011 FIFA Women's World Cup, Member of the Board of Trustees

Βράβευση (επιλογή)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1986: Order of Merit of the Italian Republic
  • 1988: Grand-Officier de l'Ordre National du Mérite by the President of France
  • 1989: Grand Commander (Commander with the star) of the Order of Merit of the Federal Republic of Germany
  • 1991: Grand Cross of the Order of Merit of the Federal Republic of Germany
  • 1992: Honorary Doctorate of the University of Erlangen-Nuremberg
  • 1998: Konrad-Adenauer-Preis
  • 1998: Ordre national de la Légion d'honneur
  • 2005: Honorary Doctorate of the University of Fribourg
  • 2006: Honorary Doctorate of the University of Warmia and Mazury in Olsztyn
  • 2008: Order of Merit of Baden-Württemberg
  • 2009: Honorary Doctorate of the University of Tübingen
  • 2010: Toleranzpreis der Evangelischen Akademie Tutzing
  • 2011: Honorary Doctorate of the Corvinus University of Budapest
  • 2011: Order of the Oak Crown of the Grand Duchy of Luxembourg
  • 2012: International Charlemagne Prize of Aachen
  • 2014: Award for Understanding and Tolerance of the Jewish Museum Berlin
  • 2015: Bambi Award
  • 2017: Kissinger Prize

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σόιμπλε είναι παντρεμένος με την οικονομολόγο Ίνγκεμποργκ Σόιμπλε από το 1969. Έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά : τρεις κόρες (Κριστίν, Τζουλιάν, Άννα) και έναν γιο (Χανς). Ο αδερφός του Τόμας Σόιμπλε (1948-2013) ήταν πρώην Υπουργός Εσωτερικών της Βιρτεμβέργης και εκτελεστικός πρόεδρος της ζυθοποιΐας Rothaus από το 2004 έως το 2013. Γιος του είναι ο Τόμας Στρομπλ, ο οποίος σήμερα υπηρετεί ως Υπουργός Εσωτερικών της Βιρτεμβέργης.

Όταν ο Σόιμπλε γιόρτασε τα 70α γενέθλιά του στο Βερολίνο τον Σεπτέμβριο του 2012, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και η Κριστίν Λαγκάρντ, διευθύνων σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, παραχώρησαν τις βασικές ομιλίες προς τιμήν του.

Προσπάθεια δολοφονίας και προβλήματα υγείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Οκτωβρίου 1990, σε ηλικία 48 ετών, ο Σόιμπλε έγινε ο στόχος μιας προσπάθειας δολοφονίας από τον Ντίτερ Κάουφμαν, ο οποίος έριξε τρεις βολές εναντίον του μετά το τέλος μιας προεκλογικής εκστρατείας την οποία είχαν παρακολουθήσει περίπου 300 άτομα στο Οπενάου. Ο Κάουφμαν τραυμάτισε ελαφρά έναν σωματοφύλακα ενώ τραυμάτισε σοβαρά τον νωτιαίο μυελό και το πρόσωπο του Σόιμπλε.

Ο Σόιμπλε παρέμεινε παράλυτος από την επίθεση και από τότε χρησιμοποιεί αναπηρική καρέκλα. Ο υποψήφιος δολοφόνος του κηρύχθηκε ψυχικά άρρωστος από τους δικαστές και είχε κλειστεί σε κλινική λόγω ψυχασθένειας. Απελευθερώθηκε το 2004.

Στο μεταξύ ο Σόιμπλε ανάγκασε τον εαυτό του να επιστρέψει στην εργασία μέσα σε διάστημα τριών μηνών. Ενώ έμενε ακόμα σε μια μονάδα αποκατάστασης, μάθαινε να κάνει ελιγμούς παρόλο που είχε παραλύσει από τη μέση και κάτω. Για τον τελευταίο του αγώνα στις εκλογές του 1990, ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ ταξίδεψε στο Όφενμπουργκ όπου ο Σόιμπλε έκανε την πρώτη του εμφάνιση μετά την απόπειρα δολοφονίας μπροστά σε ένα πλήθος περίπου 9.000 ατόμων.

Τον Μάιο του 2010, κατά το ταξίδι του στις Βρυξέλλες για μια επείγουσα συνάντηση των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Σόιμπλε εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας ενός βέλγικου νοσοκομείου αντιμετωπίζοντας επιπλοκές από την προηγούμενη επέμβαση αλλά και μια αλλεργική αντίδραση σε ένα νέο αντιβιοτικό. Εκείνη την περίοδο, τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης έκαναν εικασίες αναφορικά με την παραίτησή του, ακόμα και με τις πιθανότητες επιβίωσής του. Ωστόσο η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ αρνήθηκε δυο φορές την πρόταση του Σόιμπλε να αποχωρήσει από την πολιτική ενώ διέτρεχε μια περίοδο κακής υγείας το 2010.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πατρίδα του, ο Σόιμπλε έχει γίνει αντικείμενο σφοδρής κριτικής από τη γερμανική αριστερά για την υποστήριξή του στον Πόλεμο κατά του Ιράκ το 2003. Επίσης, ο Σόιμπλε είναι υποστηρικτής του στρατοπέδου Γκουαντάναμο. Σε συνέντευξή του στο Σπίγκελ το 2007 ως Υπουργός Εσωτερικών, πρότεινε την αύξηση της εξουσίας της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης με στόχο την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας και ζήτησε τα ακόλουθα: Προληπτική σύλληψη υπόπτων για θέματα τρομοκρατίας, χρησιμοποίηση του γερμανικού στρατού για επιχειρήσεις τήρησης της τάξης στο εσωτερικό της Γερμανίας, συστηματική παρακολούθηση του διαδικτύου και υποκλοπές e-mail από κυβερνητικές υπηρεσίες, και δολοφονίες (targeted killings) τρομοκρατών από τις αρχές ασφαλείας.[1]

Στην Ελλάδα αλλά και γενικά στην Ευρώπη, ο Σόιμπλε έχει δεχθεί κριτική για τη στάση του στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, καθώς επιμένει σε μία στρατηγική συνεχούς λιτότητας.

Επιλεγμένη εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σόιμπλε έχει γράψει πλήθος βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων των :

  • Der Vertrag. Wie ich über die deutsche Einheit verhandelte (The treaty: How I conducted the negotiations on German unification, 1991)
  • Und der Zukunft zugewandt (Looking to the future, 1994); Und sie bewegt sich doch (And yet it moves, 1998); Mitten im Leben (In the prime of life, 2000)
  • Scheitert der Westen? Deutschland, Die neue Weltordnung (Is the West failing? Germany and the new world order, 2003)
  • Zukunft mit Maß. Was wir aus der Krise lernen können (Future of moderation: What we can learn from the crisis, 2009)
  • 60 Jahre Grundgesetz: Verfassungsanspruch und Wirklichkeit, in: Robertson-von Trotha, Caroline Y. (ed.): 60 Jahre Grundgesetz. Interdisziplinäre Perspektiven (= Kulturwissenschaft interdisziplinär/Interdisciplinary Studies on Culture and Society, Vol. 4), Baden-Baden 2009

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα