Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία
Coat of arms of BPC.png
Έμβλημα
Ανεξαρτησία919, 1870
Αναγνώριση1945
ΠροκαθήμενοςΜητροπολίτης Σόφιας Νεόφυτος, Πατριάρχης πάσης Βουλγαρίας
ΈδραΣόφια, Βουλγαρία
ΕπικράτειαΒουλγαρία
ΓλώσσαΒουλγαρική
Πιστοί8.000.000
Δικτυακός τόποςbg-patriarshia.bg

Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μία από τις δεκαπέντε αυτοκέφαλες Εκκλησίες που συναποτελούν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Υπήρξε καρπός της ιεραποστολικής δραστηριότητας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, διατήρησε στο πέρασμα των αιώνων μια ξεχωριστή φυσιογνωμία, χωρίς ποτέ να παρεκκλίνουν από την ανατολική ορθόδοξη παράδοση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Βουλγαρίας, η οποία ιδρύθηκε με τη σύντομη δράση της βυζαντινής ιεραποστολής, αμφιταλαντεύτηκε για λόγους πολιτικής κυρίως σκοπιμότητας μεταξύ των θρόνων της Πρεσβυτέρας και της Νέας Ρώμης. Τελικώς όμως εντάχθηκε ως μητρόπολη στη δικαιοδοσία Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την απόφασή της υπό τον Πατριάρχη Ιγνάτιο συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (869-870) και παρά την αντίδραση των εκπροσώπων του παπικού θρόνου. Μετά τη σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως, οι αντιπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη Η΄ επανέθεσαν επισήμως το θέμα στον αποκατασταθέντα Πατριάρχη Φώτιο, ο οποίος όμως απέρριψε με μετριοπάθεια και ευελιξία το παπικό αίτημα, λόγω των βέβαιων αντιδράσεων του αυτοκράτορα και της ιεραρχίας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως. Η μεταστροφή των Βουλγάρων στον χριστιανισμό επιταχύνθηκε με το έργο των μαθητών του Κυρίλλου και Μεθοδίου, οι οποίοι κατέφυγαν μετά τον θάνατο του Μεθοδίου στη Βουλγαρία και στους άλλους Σλαβικούς λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Ο Συμεών, νεότερος υιός του πρώτου χριστιανού ηγεμόνα της Βουλγαρίας Βόρη-Μιχαήλ, ανέλαβε την εξουσία μετά την εξουδετέρωση της προσπάθειας του πρεσβύτερου αδελφού του Βλαδιμήρου (889-893) να αποκαταστήσει στη Βουλγαρία την προγονική ειδωλολατρία, αλλά έδωσε συνέχεια στα παλαιότερα φιλόδοξα σχέδια του πατέρα του για μια ανεξάρτητη από το Οικουμενικό πατριαρχείο Εκκλησία της Βουλγαρίας[1].

Η Βουλγαρία έμεινε υποδουλωμένη στο Βυζάντιο από την εποχή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή (972), με πρόσκαιρη επιβίωση του δυτικού τμήματός της στα χρόνια του τσάρου Σαμουήλ (976-1014), μέχρι την ώρα που στο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185). Την εποχή εκείνη το Βυζάντιο συγκλόνιζαν πολλές ταραχές. Ακριβώς στη δύσκολη αυτή στιγμή εκμεταλλεύτηκαν οι δύο αδελφοί, Πέτρος και Ιωάννης Ασέν, συνένωσαν τους Βούλγαρους και τους Βλάχους κατοίκους του κάτω Δούναβη και εξεγέρθηκαν κατά του Βυζαντίου. Ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς, ο οποίος στάλθηκε εναντίον τους, προτίμησε να στραφεί και αυτός κατά του θρόνου και να αυτοαναηρυχθεί σε αυτοκράτορα. Τότε, την εκστρατεία στην επαναστατημένη περιοχή ανέλαβε προσωπικά ο αυτοκράτορας Ισαάκιος, ο οποίος αφού εξουδετέρωσε τον σφετεριστή του θρόνου Βρανά, επιτέθηκε κατά των Βουλγάρων. Στην αρχή μάλιστα είχε κάποιες μικρές επιτυχίες. Τελικά όμως οι Βούλγαροι, αφού ενώθηκαν και με τους Κουμάνους και ενίσχυσαν τη δύναμή τους, κατόρθωσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις του αυτοκράτορα και να υποχρεώσουν να συνθηκολογήσει μαζί τους (1187). Έτσι άρχισε να δημιουργείται ο ανεξάρτητος βουλγαρικός πυρήνας, πάνω στον οποίο θα στηριζόταν το δεύτερο Βουλγαρικό Κράτος.

Μεταξύ των ερευνητών, οι οποίοι ασχολήθηκαν σοβαρότητα με το πρόβλημα της διοικητικής οργάνωσης της εκκλησίας της Βουλγαρίας, υπάρχει διάσταση απόψεων. Μέχρι σήμερα έχουν διατυπωθεί οι εξής απόψεις και υποθέσεις ως προς το αξίωμα, την θέση και τα δικαιώματα του αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, κατά την αρχική περίοδο: Α) ήταν αρχιεπίσκοπος τάξεως των γνωστών σε εμάς την εποχή εκείνη στην δυτική Ευρώπη αρχιεπισκόπων που ταυτίζονται με το μητροπολίτη. Β) Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας μπορούσε να παραλληλιστεί με τους παλαιότερους αρχιεπίσκοπους στη Γαλλία και τη Γερμανία. Γ) Θεωρείται αυτοκέφαλος αρχιεπίσκοπος μητροπολίτης του τύπου τον προκαθημένων, οι οποίοι ήταν επικεφαλής των εκκλησιών Κύπρο και πρώτης Ιουστινιάνης. Δ) Είχε τα δικαιώματα του εξάρχου του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Βουλγαρία. Ε) Ήταν συνηθισμένος αυτοκέφαλος αρχιεπίσκοπος όποιος μνημονεύεται στο τακτικό του Ψευδοεπιφανίου.

Η σύγχυση στην έρευνα είναι δικαιολογημένη για τρεις κύριους λόγους: Α) Διότι οι υπάρχουσες πήγες δεν αναφέρουν τα δικαιώματα του πρώτου αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας. Β) Διότι σε κάποιες πηγές υπάρχει σαφής σύγχυση της αρχιεπισκοπής Βουλγαρίας του Α΄ Βουλγαρικού κράτους με την αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Γ) Διότι ορισμένοι ερευνητές για τον προσδιορισμό της διοικητικής οργανώσεως της εκκλησίας της Βουλγαρίας χρησιμοποιούν ως μέτρο την παράδοση, κατά την οποία το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν παραχωρούσε εύκολα πλήρη αυτονομία σε νεοφώτιστες εκκλησίες, όπως ήταν η βουλγαρική. Από την άλλη, σωρεία ερευνητών υποστηρίζει ότι σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα η αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας πέρασε από το στάδιο της σχετικής αυτονομίας στο στάδιο της ανεξαρτησίας, της αυτοκεφαλίας, κατά το πρότυπο της αρχιεπισκοπής Κύπρου. Και αυτό πραγματώθηκε πριν από το έτος 899.

Το φιρμάνισύστασης της Βουλγαρικής Εξαρχίας

Βουλγαρική Εξαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουλγαρική εκκλησία αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη το έτος 1870, χωρίς συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αρχηγοί στους αγώνες για την ανεξαρτησία της Βουλγαρικής Εκκλησίας ήταν οι αρχιερείς Ιλαρίων Μακαριοπόλσκι, Αυξέντιος Βέλεσκι και Παΐσιος Πλόβντιφσκι. Στις 28 Φεβρουαρίου 1870 συστήθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία ως αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία με σουλτανικό φιρμάνι, του σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ, κατά παράβαση των χριστιανικών διατάξεων και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, που την καταδίκασε ως σχισματική.

Το φιρμάνι αυτό αναγνώριζε ουσιαστικά την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή της μετέπειτα Βουλγαρίας μετά τη βαθμιαία αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού που είχε αρχίσει να εμφανίζεται περί το 1840 και την εκδίωξη αργότερα των Ελλήνων κληρικών από την περιοχή μετά την επάνδρωσή της με Βούλγαρους ιεράρχες. Η σύσταση της Εξαρχίας αποσκοπούσε στη μείωση της ισχύος του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, κάτι που δεν ήταν άγνωστο στο Πατριαρχείου και στον Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ΄.

Η κανονική επικοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποκαταστάθηκε το 1945, πρώτα με την κανονική παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος και αργότερα, το 1953, με την ανύψωσή της σε Πατριαρχείο[2].

Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή Εκκλησία της Βουλγαρίας περιλαμβάνει περίπου 8 εκατομμύρια κατοίκους και αποτελεί τμήμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο υπόλοιπος πληθυσμός αποτελείται από Βουλγάρους μωαμεθανούς, αλλογενείς Ρωμαιοκαθολικούς, ενώ στην Ανατολική Βουλγαρία υπάρχουν και απόγονοι Παυλικιανών και Βογομίλων (Τούρκοι, Αρμένιοι, Ρουμάνοι, Εβραίοι και Αθίγγανοι). Οι Διαμαρτυρόμενοι χριστιανοί είναι ασήμαντοι σε αριθμό.

Σημερινός Πατριάρχης Βουλγαρίας είναι ο Νεόφυτος.

Οργάνωση και διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας της Βουλγαρίας βασίζεται σε 2 αρχές:

  1. Της Συνοδικής ανώτατης καθοδήγησης
  2. στα φυσιολογικά μέτρα συμμετοχής του Λαϊκού στοιχείου, στα νομοθετικά και διοικητικά όργανα
  3. της ανεξαρτησίας έναντι της πολιτείας.

Βάσει της οργάνωσης και διοίκησης της Εκκλησίας είναι το Καταστατικό της, το οποίο συντάχθηκε από κοινού μεταξύ της εκκλησίας και της πολιτείας και εγκρίθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1950.

Στις 11 Δεκεμβρίου 2008 συγκλήθηκε η έκτη Κληρικολαϊκή συνέλευση της ορθόδοξης εκκλησίας της Βουλγαρίας, η οποία ψήφισε το νέο καταστατικό χάρτη της. Σύμφωνα με τις διατάξεις του, ως ανώτατο διοικητικό όργανο της εκκλησίας ορίζεται η Ιερά Σύνοδος που συγκαλείται τόσο ως σύνοδος της ιεραρχίας, όσο και ως διαρκής. Παράλληλα λειτουργεί και ένα ανώτατο εκκλησιαστικό συμβούλιο, αποτελούμενο από αρχιερείς, κληρικούς και λαϊκούς, που ασχολείται με διαχειριστικές και οικονομικές υποθέσεις της τοπικής αυτής εκκλησίας. Η εκλογή πατριάρχη ο οποίος φέρει τον τίτλο του «Μητροπολίτη Σόφιας και Πατριάρχη πάσης Βουλγαρίας» διενεργείται πλειοψηφικά από την πατριαρχική εκλογική συνέλευση, βάση τριπροσώπου το οποίο καταρτίζει η ιερά σύνοδος της ιεραρχίας[3].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστορία της Βουλγαρικής Εκκλησίας, Τόμος Α΄. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε, Ιωάννης Χ. Ταρνανίδης. 
  2. Σαντοριναίου, Κορίνα (23 Φεβρουαρίου 2020). «Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας τιμά την 150η επέτειο από την σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας». www.romfea.gr. 
  3. Ιστορία των Ορθοδόξων Εκκλησιών Βουλγαρίας και Σερβίας. Γ΄ Έκδοση- Εκδόσεις Αρμός, Δημήτριου Β. Γόνη.