Αρχιεπισκοπή Ρωσικών Ορθόδοξων Εκκλησιών Δυτικής Ευρώπης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρχιεπισκοπή Ρωσικών Ορθόδοξων Εκκλησιών Δυτικής Ευρώπης

Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στο Παρίσι, έδρα της Αρχιεπισκοπής
Περιοχή Δυτική Ευρώπη, Βρετανικές Νήσοι
Στατιστικά
Πιστοί 100.000
Ενορίες π. 100
Πληροφορίες
Τυπικό Εξαρχία, Εκκλησιαστικά Σλαβονικά, τοπικές γλώσσες
Ψαλμοί: Ρωσικοί Ψαλμοί, Βυζαντινοί Ψαλμοί
Ημερολόγιο: Ιουλιανό
Ιδρύθηκε 1931
Ιεραρχία
Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Χαριουπόλεως
Ιστοσελίδα
exarchat.org

Η Αρχιεπισκοπή Ρωσικών Ορθόδοξων Εκκλησιών Δυτικής Ευρώπης είναι εξαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία ακολουθεί την Ρωσική Ορθόδοξη παράδοση, με έδρα το Παρίσι, ενώ διαθέτει ενορίες σε όλη την Ευρώπη, με επίκεντρο κυρίως την Γαλλία. Η Εξαρχία σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρεται ως Rue Daru, λόγω της ομώνυμης οδού, όπου ο Καθεδρικός Ναός της ευρίσκεται.[1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης των Μπολσεβίκων το 1917, οι Ρώσοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που ευρίσκονταν εκτός Ρωσίας, καθώς κι εκείνοι που διέφυγαν εκεί από το κομμουνιστικό καθεστώς ευρέθηκαν σε δύσκολη κατάσταση. Μια προσωρινής φύσεως λύση ήταν η ίδρυση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εκτός Ρωσίας (ROCOR), στην οποία, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1920, η ευρεία πλειοψηφία των εκτός συνόρων Ρώσων Ορθοδόξων συμμετείχε, καθώς ήσαν ηνωμένοι από την κοινή τους αντίθεση στο Σοβιετικό καθεστώς. Ρώσος επίσκοπος του Παρισιού ήταν, εκείνη την περίοδο, ο Μητροπολίτης Ευλόγιος (Γκεοργκιέφσκι), ο οποίος είχε οριστεί από τον Άγιο Τίχωνα Μόσχας το 1921 ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στην Δυτική Ευρώπη και έδρευε στην σύνοδο μαζί με τους υπόλοιπους επισκόπους της ROCOR.

Το 1927, ο Ευλόγιος ήρθε σε ρήξη με την ROCOR (μαζί με τον Μητροπολίτη Πλάτωνα (Ροζντεστβένσκι) Νέας Υόρκης, προκαθήμενο της Ρωσική Μητρόπολη Αμερικής), με ως αποτέλεσμα την ρήξη του με την τελευταία, προκαλώντας διάσπαση μεταξύ της κοινότητας των Ρώσων εμιγκρέδων στην Δυτική Ευρώπη. Το 1928, ο Μητροπολίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι), τότε locum tenens του Πατριαρχείου Μόσχας, ζήτησε δηλώσεις πίστης προς το Σοβιετικό καθεστώς, αίτημα το οποίο ο Ευλόγιος αρχικά υποστήριξε, ωστόσο στην συνέχεια αποκήρυξε. Το 1930, αφότου έλαβε μέρος σε λειτουργία προσευχής στο Λονδίνο υπέρ των Χριστιανών οι οποίοι ευρίσκονταν υπό διωγμό από τους Σοβιετικούς, ο Ευλόγιος απομακρύνθηκε της θέσης του από τον Σέργιο και αντικαταστάθηκε.

Οι περισσότερες εκ των ενοριών του Ευλόγιου παρέμειναν πιστές προς τον ίδιο, ωστόσο, καθώς ήσαν γενικά αντίθετες στο Σοβιετικό καθεστώς. Ο Ευλόγιος, στην συνέχεια, ζήτησε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β΄ να τον δεχτεί υπό την σκέπη του, κάτι που συνέβη το 1931, καθιστάμενος εξαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1945, λίγο καιρό πριν τον θάνατό του, ο Ευλόγιος οδήγησε την εξαρχία σε επιστροφή εντός του Πατριαρχείου Μόσχας. Ωστόσο, μετά τον θάνατό του, εκ νέου ρήξη έλαβε χώρα με σημαντικό αριθμό ενοριών να τίθενται εκ νέου υπό την σκέπη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Η Εξαρχία έπαυσε να υφίσταται από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ μέσω επιστολής του με ημερομηνία τις 22 Νοεμβρίου 1965, με μία συνέλευση να λαμβάνει χώρα το διάστημα μεταξύ 16–18 Φεβρουαρίου 1966, όπου τονίστηκε πως τέτοιου τύπου προσωρινές εθνοτικές εκκλησιαστικές δομές δεν ήσαν πλέον αναγκαίες, δεδομένης της παρόδου αρκετών γενεών, οι οποίες είχαν επιτρέψει στους μετανάστες να αφομοιωθούν στις νέες χώρες εγκατάστασής τους, οι οποίες, πλέον, αποτελούνταν από ολοένα και περισσότερους πιστούς.

Η Εξαρχία παρέμεινε αδρανής έως τις 22 Ιανουαρίου 1971, όταν και αποκαταστάθηκε από τον ίδιο Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ - εκ νέου υπό το ωμοφόριο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ωστόσο με εσωτερική αυτονομία σε επίπεδο οργάνωσης. Το καταστατικό αυτό επικυρώθηκε εκ νέου από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄ στις 19 Ιουνίου 1999 ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια την Εξαρχία "αναγνώρισε την πλήρη αυτονομία της Αρχιεπισκοπής σε διοικητικά, ποιμαντικά και πρακτικά ζητήματα".[2]

Το 2006, παρά τις διαμαρτυρίες της Μόσχας, η Εξαρχία δέχτηκε στις τάξεις της τον Επίσκοπο Βασίλειο (Όσμπορν) Αμφίπολης (προηγουμένως προσωρινού προκαθήμενου Επισκοπής του Σουρόζ του Πατριαρχείου Μόσχας), μαζί με αριθμό ενοριών και κληρικών από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Επίσκοπος Βασίλειος εξελέγη ως βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου της Εξαρχίας, ενώ του ανατέθηκε η ηγεσία του Επισκοπικού Βικαριάτου Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, το οποίο αποτελείτο από τις ενορίες και τους κληρικούς που τον ακολούθησαν.

Μορφή και σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την υποδοχή της εντός του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1931, η Εξαρχία έχει αυξηθεί σε περίπου 100 ενορίες (άνω των 40 εκ των οποίων ευρίσκονται στην Γαλλία), ενώ εξυπηρετείται από περίπου 66 ιερείς οι οποίοι καλύπτουν τις ανάγκες μιας ολοένα και αυξανόμενης πολυπολιτισμικής θρησκευτικής μειονότητας, η οποία αριθμεί περίπου 100.000 πιστούς. Η Εξαρχία διαθέτει, επίσης, ένα γυναικείο μοναστήρι, το Ορθόδοξο Μοναστήρι του Πέπλου της Παναγίας (Μπυσί-αν-Οτ, Βουργουνδία, Γαλλία), το οποίο εκδίδει μεταφράσεις λειτουργικών κειμένων.

Θρησκευτικές κοινότητες της Εξαρχίας, η οποία αποτελεί την πολυπληθέστερη Ορθόδοξη θρησκευτική κοινότητα στην Γαλλία, όπου και εδρεύει, ευρίσκονται σε όλη την Δυτική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Νορβηγίας, της Δανίας, της Σουηδίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Η Εξαρχία έχει αναπτύξει ιδιαίτερη αποστολική δράση στην Σκανδιναβία, συμπεριλαμβανομένης της τέλεσης των θρησκευτικών λειτουργιών στις τοπικές γλώσσες.

Πιθανώς το πλέον γνωστό ίδρυμα της Εξαρχίας είναι το Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο Αγίου Σέργιου, το οποίο ιδρύθηκε το 1925 από τον Μητροπολίτη Ευλόγιο και αποτέλεσε κέντρο για αριθμό σημαντικών Ορθόδοξων θεολόγων και συγγραφέων του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των Γκεόργκι Φλορόφσκι, Αλεξάντρ Σχέμαν και Ζαν Μαγιεντόρφ (όχι όμως του Βλαντιμίρ Λόσκι, ο οποίος ούτε δίδαξε στον Άγιο Σέργιο, ούτε και ήταν μέλος της Εξαρχίας, καθώς ο ίδιος παρέμεινε πιστός προς το Πατριαρχείο Μόσχας).

Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Rue Daru: Can a Franco-Russian Tragedy be Healed?». http://orthodoxengland.org.uk/rdaru.htm.. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2010. «This group, commonly known as ‘Rue Daru’ after the address of its Paris Cathedral,» 
  2. «Archevêché des églises russes en Europe occidentale - Brief history». Exarchat.org. http://www.exarchat.org/spip.php?article546. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 48°52′40″N 2°18′06″E / 48.87778°N 2.30167°E / 48.87778; 2.30167