Βολιβία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 16°42′43″S 64°39′58″W / 16.7119°S 64.6661°W / -16.7119; -64.6661

Πολυεθνοτικό Κράτος της Βολιβίας
Estado Plurinacional de Bolivia (ισπανικά)
Buliwya Mamallaqta (κέτσουα)

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: "¡La unión es la fuerza!"
«Η ενότητα είναι δύναμη!»
Εθνικός ύμνος: Bolivianos, el hado propicio
«Βολιβιανοί, ένα Ευνοϊκό Μέλλον»
Σούκρε (συνταγματική)
Λα Πας (διοικητική)
Μεγαλύτερη πόλη
Σάντα Κρους ντε λα Σιέρρα
Ισπανικά και άλλες 36 ακόμα γλώσσες[1]
Προεδρική Δημοκρατία
Έβο Μοράλες
Άλβαρο Γκαρσία
Ανεξαρτησία
Από την Ισπανία
Ισχύον Σύνταγμα

6 Αυγούστου 1825
7 Φεβρουαρίου 2009
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα

1.098.581 km2 (28η)
1,29%
6.940 km
Πληθυσμός
 • Απογραφή 2012 
 • Πυκνότητα 

10.027.254[2] (87η) 
9,1 κατ./km2 (222η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

45,488 δισ. $[3] (88η)  
4.448 $[3] (117η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

17,549 δισ. $[3] (100η)  
1.716 $[3] (123η) 
ΔΑΑ (2014) Straight Line Steady.svg 0,667 (113η) – μεσαία
Νόμισμα Μπολιβιάνο (BOB)
(UTC -4)
Internet TLD .bo
Κωδικός κλήσης +58

Η Βολιβία (με την επίσημη ονομασία «Πολυεθνοτικό Κράτος της Βολιβίας» από τις 4 Μαΐου του 2009[4]) είναι χώρα στη Νότια Αμερική. Συνορεύει βορειοανατολικά με τη Βραζιλία, νοτιοανατολικά με την Παραγουάη, νότια με την Αργεντινή, νοτιοδυτικά με τη Χιλή και δυτικά με το Περού. Έχει έκταση 1.098.580 τ.χλμ. και πληθυσμό 10.027.254[2] κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2012. Πρόεδρος της χώρας είναι, από το 2006, ο Έβο Μοράλες και Αντιπρόεδρος από την ίδια χρονιά ο Άλβαρο Γκαρσία.

Πριν από τον Ευρωπαϊκό αποικισμό της, η περιοχή της σημερινής Βολιβίας αποτελούσε τμήμα της αυτοκρατορίας των Ίνκας. Κατακτήθηκε από τους Ισπανούς τον 16ο αιώνα και για το μεγαλύτερο διάστημα της ισπανικής κατάκτησης ονομαζόταν ως Άνω Περού ή Τσάρκας, ενώ διοικητικά υπαγόταν στην Αντιβασιλεία του Περού, κάτω από την κυριαρχία της οποίας βρισκόταν και οι περισσότερες ισπανικές κτήσεις της Νότιας Αμερικής. Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 1809, ακολούθησαν 16 έτη συνεχών πολέμων μέχρι την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας από τον Σιμόν Μπολίβαρ, στις 6 Αυγούστου του 1825.

Η Βολιβία σήμερα είναι ένα δημοκρατικό κράτος, το οποίο διαιρείται διοικητικά σε 9 διαμερίσματα. Η γεωγραφία της ποικίλλει καθώς περιλαμβάνει την οροσειρά των Άνδεων στα δυτικά, και πεδινές εκτάσεις στα ανατολικά, μέρος της λεκάνης του Αμαζονίου. Κύριες οικονομικές δραστηριότητες είναι η γεωργία, η δασοκομία, η αλιεία, τα ορυχεία και η μεταποίηση σε υφάσματα, ρουχισμό, επεξεργασμένα μέταλλα και η άντληση και διύλιση πετρελαίου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κράτος του Τιγουανάκου στη μέγιστη επικράτειά του το 950 (μΧ).
Η επέκταση των Ίνκας (1438–1527).

Προαποικιακή ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της σημερινής Βολιβίας κατοικείται συνεχώς τις τελευταίες δύο χιλιετηρίδες, με πρώτους κατοίκους τους ιθαγενείς Αϊμάρα, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη δυτική Βολιβία, το νότιο (σημερινό) Περού και τη βόρεια (σημερινή) Χιλή. Οι Αϊμάρα σχετίζονται με έναν προηγμένο πολιτισμό της περιοχής, γνωστό με την ονομασία Τιγουανάκου, ο οποίος αναπτύχθηκε στα δυτικά τμήματα της χώρας. Η ομώνυμη πρωτεύουσα του κράτους του Τιγουανάκου πρέπει να ιδρύθηκε γύρω στο 1500 π.Χ., ως ένας μικρός γεωργικός οικισμός. Η κοινότητά του αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε σε πόλη μεταξύ του 5ου και 7ου αιώνα μ.Χ., αποτελώντας παράλληλα μία σημαντική δύναμη στην περιοχή των νότιων Άνδεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η πόλη στην ακμή της εκτείνονταν σε 6,5 τετρ. χλμ. και είχε πληθυσμό μεταξύ 15.000 και 30.000 κατοίκων.

Γύρω στο 400 μ.Χ., το κράτος του Τιγουανάκου εξελίχθηκε από τοπική δύναμη σε ολοκληρωμένη πολιτεία και επεκτάθηκε στη γειτονική φυλή των Γιούνγκας, καθώς και σε άλλες τοπικές κοινότητες του Περού, της Βολιβίας και της Χιλής, διαδίδοντας και επιβάλλοντος την πολιτιστική δομή του. Η επέκταση έγινε κατά βάση με την ίδρυση αποικιών, εμπορικές συμφωνίες και διάδοση της γλώσσας και της κουλτούρας, ενώ η χρήση των όπλων δεν φαίνεται να ήταν διαδεδομένη.

Το κράτος του Τιγουανάκου επεκτείνονταν συνεχώς, αφομοιώνοντας γειτονικούς πολιτισμούς και φυλές, χωρίς να έχει να αντιμετωπίσει κάποιον σημαντικό ανταγωνιστή στην ευρύτερη περιοχή. Η αφθονία της τροφής από καλλιέργειες και την κτηνοτροφία των λάμα, χρησιμοποιούταν για να ανατροφοδοτήσει φτωχότερες περιοχές μέσω ενός δικτύου συνεχούς εμπορίου. Η ανάπτυξη συνεχίστηκε με αυτό τον τρόπο απρόσκοπτα μέχρι και το 950 μ.Χ., περίοδος που το κράτος του Τιγουανάκου είχε φτάσει στη μέγιστη επικράτειά του.

Την περίοδο εκείνη σημειώθηκε όμως μία έντονη αλλαγή στο κλίμα της περιοχής, καθώς η βροχόπτωση στη λεκάνη της λίμνης Τιτικάκα έπεσε σημαντικά. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι επήλθε μία ξαφνική περίοδος ξηρασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι πόλεις της περιοχής της Τιτικάκα να παράγουν όλο και λιγότερη τροφή, με συνέπεια την έλλειψη πλεονάσματος, το οποίο διαχειριζόταν η αριστοκρατία του κράτους. Με τη σειρά της, η αριστοκρατία έχασε τη δημοτικότητά της καθώς ήταν υπεύθυνη για την αναδιανομή του πλεονάσματος. Η πρωτεύουσα παρέμεινε η μόνη σημαντική παραγωγική περιοχή, αλλά ακόμα και ο τεχνικά έξυπνος σχεδιασμός των καλλιεργειών της, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ξηρασία. Το κράτος του Τιγουανάκου εξαλείφθηκε σταδιακά μέσα σε 50 χρόνια μέχρι το 1000 μΧ, με βασική αιτία την έλλειψη τροφής, που ήταν και η δύναμή του. Η ευρύτερη περιοχή παρέμεινε ερημωμένη με όλο και λιγότερους κατοίκους σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς, χωρίς καμία πλέον κρατική δομή ή κεντρική διοίκηση και πολιτισμό.

Μεταξύ του 1438 και του 1527, η αυτοκρατορία των Ίνκας προσάρτησε το μεγαλύτερο δυτικό τμήμα της Βολιβίας. Οι εσωτερικές αδυναμίες όμως της αυτοκρατορίας δεν επέτρεψαν τη συνέχιση της κυριαρχίας, και ακολούθησε η κατάκτηση από τους Ισπανούς, παράλληλα με την πτώση των Ίνκας.

Αποικιακή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάκτηση των περιοχών της Βολιβίας ξεκίνησε το 1524 με τη σταδιακή αποδυνάμωση και τελική πτώση του πολιτισμού των Ίνκας από τους Ισπανούς, ενώ μέχρι το 1533 η κυριαρχία του Ισπανικού στέμματος στην περιοχή είχε εδραιωθεί. Η Βολιβία, με τα σημερινά της όρια, αποκαλούταν ως Άνω Περού και βρισκόταν κάτω από την εξουσία της Αντιβασιλείας του Περού με έδρα τη Λίμα. Η τοπική διακυβέρνηση της περιοχής, γνωστή με την ονομασία Αουδιένσια ντε Τσάρκας (Audiencia de Charcas - Κοινό των Τσάρκας), είχε έδρα την Τσουκισάκα, που ταυτίζεται με τη σύγχρονη πρωτεύουσα Σούκρε στην περιοχή Λα Πλάτα.

Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, σημαντική πηγή πλούτου για τους αποικιοκράτες ήταν τα τοπικά κοιτάσματα αργύρου, τα οποία θεωρούταν φημισμένα στο σύνολο της Ισπανικής αυτοκρατορίας. Για την εξόρυξη, αλλά και για σχεδόν το σύνολο των εργατικών δραστηριοτήτων, οι Ισπανοί χρησιμοποιούσαν ιθαγενείς, υιοθετώντας ένα προκολομβιανό τοπικό σύστημα εργασίας με την ονομασία μίτα. Το Άνω Περού, ως ευρύτερη περιοχή, μετατέθηκε στην επικράτεια της Αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα στη σημερινή Αργεντινή το 1776. Στη συνέχεια, με τη σταδιακή εξασθένηση της ισχύος του Ισπανικού θρόνου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, ενισχύθηκαν οι αντιδράσεις και η δυσμένεια απέναντι στην αποικιοκρατία σε όλη την περιοχή, αλλά και γενικότερα σε όλες τις κτήσεις του στέμματος στη Νότια Αμερική.

Ανεξαρτησία και επακόλουθες συρράξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αγώνας της Βολιβίας για πλήρη ανεξαρτησία από την Ισπανία ξεκίνησε ουσιαστικά το 1809 και διήρκεσε σχεδόν 16 χρόνια. Το ανεξάρτητο κράτος της δημοκρατίας της Βολιβίας ιδρύθηκε στις 6 Αυγούστου του 1825 από τον Σιμόν Μπολίβαρ.

Το 1836, η Βολιβία, με την ηγεσία του στρατηγού Αντρές ντε Σάντα Κρούς, εισέβαλε στο Περού για να υποστηρίξει τον απερχόμενο πρόεδρο της χώρας στρατηγό Λουίς Ορμπεγκόσο. Με την επαναφορά του στην εξουσία, οι δύο χώρες συνενώθηκαν στο σχήμα της Βολιβιοπερουβιανής Συνομοσπονδίας, με προκαθήμενο τον Σάντα Κρους με τον τίτλο του Ανώτατου Προστάτη. Μετά από διαδοχικές εντάσεις μεταξύ της Συνομοσπονδίας και της Χιλής, η Χιλή κήρυξε πόλεμο στις δύο χώρες το 1836. Η Αργεντινή, σύμμαχος της Χιλής, κήρυξε με τη σειρά της πόλεμο στη Συνομοσπονδία μερικούς μήνες αργότερα. Οι δυνάμεις του Περού και της Βολιβίας κατάφεραν σημαντικές και αρκετές νίκες κατά τη διάρκεια αυτής της σύρραξης, η οποία είναι πλέον γνωστή ως ο Πόλεμος της Συνομοσπονδίας. Η ήττα των Αργεντινών και στη συνέχεια των Χιλιανών εκστρατευτικών σωμάτων στην περιοχή της Παουκαρπάτα και την πόλη της Αρεκίπα, είναι τα σημαντικά ορόσημα του πολέμου αυτού. Η συνθήκη της Παουκαρπάτα επιβεβαίωσε την άνευ όρων παράδοση των στρατευμάτων της Χιλής και των Περουβιανών επαναστατών που ήταν αντίθετοι στη Συνομοσπονδία και τον πρόεδρο Ορμπεγόσο. Με βάση τη συνθήκη αυτή, η Χιλή ήταν υποχρεωμένη να αποσύρει τις δυνάμεις της από τα εδάφη της Συνομοσπονδίας, να επιστρέψει πολεμικά σκάφη που είχε συλλάβει, και να δεχθεί την εξισορρόπηση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των χωρών αυτών με την πληρωμή του Περουβιανού χρέους στη Χιλή από τη Συνομοσπονδία. Η λαϊκή βούληση όμως δεν δέχθηκε τους όρους της συνθήκης και η Χιλιανή κυβέρνηση την απέρριψε. Τα χιλιανά στρατεύματα οργάνωσαν μία δεύτερη επίθεση και νίκησαν τις δυνάμεις της Συνομοσπονδίας στη μάχη του Γιουνγκάι. Μετά από αυτή την ήττα, ο Σάντα Κρους διέφυγε στο Εκουαδόρ και η Συνομοσπονδία οδηγήθηκε σε διάλυση.

Μετά τη διάλυση και με την ηγεσία του νέου πρόεδρου στρατηγού Αγουστίν Γκαμάρρα, το Περού εισέβαλε στη Βολιβία. Ο Περουβιανός στρατός ηττήθηκε στην αποφασιστική μάχη του Ινγκαβί το 1841, όπου και σκοτώθηκε ο Γκαμάρρα. Αυτό είχε ως συνέπεια, το Περού να μην μπορέσει να αντισταθεί στην Βολιβιανή αντεπίθεση και οι δυνάμεις της Βολιβίας κατέλαβαν το Περουβιανό λιμάνι της Αρίκα. Το 1842, οι δύο χώρες υπέγραψαν την οριστική συνθήκη ειρήνης μεταξύ τους, η οποία και έβαλε τέλος στη σύρραξη.

Ακολούθησε μία περίοδος πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, η οποία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα κατέβαλε τη Βολιβία. Ο επακόλουθος Πόλεμος του Ειρηνικού από το 1879 ως το 1883 ενάντια στη Χιλή, είχε ως συνέπεια την απώλεια της πρόσβασης της χώρας στον Ειρηνικό ωκεανό, αλλά και την παραχώρηση στη Χιλή των περιοχών Σαλίτρε και των λιμανιών της Αντοφαγάστα και της Αρίκα.

Από την ανεξαρτησία της και στη συνέχεια, η Βολιβία έχασε σχεδόν τη μισή έκτασή της σε πολέμους με τις γειτονικές χώρες. Η πολιτεία του Άκρε, γνωστή για την παραγωγή γομαλάκας, προσχώρησε το 1903 με τη σειρά της στη Βραζιλία, αποχωρώντας από το Βολιβιανό κράτος.

Με το τέλος του 19ου αιώνα και την άνοδο των παγκόσμιων τιμών αργύρου, η Βολιβία πέρασε σε μία περίοδο σχετικής οικονομικής ευμάρειας και πολιτικής σταθερότητας. Με την αλλαγή του αιώνα, σταδιακά ο βωξίτης αντικατέστησε τον άργυρο ως πρώτη πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, ενώ μέχρι το 1930 οι κυβερνήσεις ακολούθησαν τα καπιταλιστικά πρότυπα, καθώς ελέγχονταν από την κοινωνική και οικονομική ελίτ. Οι συνθήκες διαβίωσης των ιθαγενών, που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, παρέμειναν ιδιαίτερα δύσκολες. Με περιορισμένες δυνατότητες εργασίας και πρωτόγονες συνθήκες στα ορυχεία και σε μεγάλα αγροκτήματα που θύμιζαν Ευρωπαϊκή φεουδαρχία, οι ιθαγενείς δεν είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση, σε οικονομικές ευκαιρίες και σε συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα. Αυτή η κατάσταση, παράλληλα με την ήττα της Βολιβίας από την Παραγουάη στον Πόλεμο του Τσάκο (1932-35), οδήγησαν σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής τη χώρα.

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εθνικιστικό Επαναστατικό Κίνημα (M.N.R.) ξεκίνησε ως ένα πολιτικό κόμμα με ευρεία βάση. Αν και ακυρώθηκε η νίκη του στις εκλογές του 1951, το MNR πρωτοστάτησε σε μία επιτυχημένη επανάσταση το 1952. Με πρόεδρο τον Βίκτορ Παζ Εστενσόρο και με ισχυρό λαϊκό έρεισμα, το κίνημα καθιέρωσε την καθολική ψήφο και πραγματοποίησε ριζικές αλλαγές προωθώντας την αγροτική εκπαίδευση και την εθνικοποίηση των μεγαλύτερων ορυχείων βωξίτη της χώρας.

Μετά από 12 χρόνια στην εξουσία, το κίνημα παρουσίασε τις πρώτες εσωτερικές εντάσεις, με συνέπεια το 1964 να ανατραπεί ο πρόεδρος Εστενσόρο από μία στρατιωτική δικτατορία. Αν και η Βολιβία ανήκει σ' εκείνη τη σπάνια κατηγορία χωρών για τις οποίες ένα στρατιωτικό πραξικόπημα μάλλον δεν αποτελεί είδηση πρώτης γραμμής, οι αιματηρές ταραχές του φθινοπώρου του 1964 συνιστούν τη χειρότερη κρίση που γνώρισε η χώρα από την επανάσταση του 1952, όταν οι εξεγερμένοι εργάτες και φοιτητές ανέτρεψαν το δικτατορικό καθεστώς και έφεραν στην εξουσία το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα, υπό την ηγεσία του Βίκτορ Παζ Εστενσόρο. Το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1964 οι εργάτες και οι φοιτητές βρέθηκαν ξανά στα οδοφράγματα σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Βολιβίας, αυτή τη φορά όμως όχι για να στηρίξουν αλλά για να ανατρέψουν τον Εστενσόρο, ο οποίος από τις 31 Μαΐου εκτούσε την τρίτη προεδρική του θητεία. Στις εκλογές αυτές, ο 56χρονος Εστενσόρο ήταν ο μοναδικός υποψήφιος καθώς όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, από την ακροδεξιά "Σοσιαλιστική Φάλαγγα" μέχρι το μαρξιστικό "Επαναστατικό Κόμμα της Πατριωτικής Αριστεράς" του Χουάν Λεχίν, απείχαν από την ψηφοφορία καταγγέλοντάς την ως "τη μεγαλύτερη φάρσα στην ιστορία της χώρας". Η ένταση κλιμακώθηκε μετά την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, με πρόσχημα την αποκάλυψη συνωμοσίας για τη δολοφονία του Εστενσόρο. Το πενθήμερο 26-30 Οκτωβρίου, οι φωτιές της εξέγερσης απλώθηκαν σε όλα τα αστικά κέντρα: στην πρωτεύουσα Λα Πας το υπουργείο Υγείας πυρπολήθηκε από διαδηλωτές. Στην Κοχαμπάμπα χιλιάδες φοιτητές έστησαν οδοφράγματα και έδωσαν φονικές μάχες με δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας. Στο Σούκρε εκατοντάδες διαδηλωτές λεηλάτησαν τα τοπικά γραφεία του M.N.R. Αλλά το επίκεντρο της εξέγερσης ήταν η βιομηχανική πόλη Ορούρο, όπου βρίσκονταν τα μεγαλύτερα ορυχεία κασίτερου -ένα προϊόν από το οποίο η Βολιβία προσποριζόταν άνω του 50% των ετήσιων εσόδων της. Οι σκληροτράχηλοι εργάτες των ορυχείων, που καθοδηγούνταν από τον παλιό τους συνάδελφο, πρώην αντιπρόεδρο της χώρας και νυν γενικό γραμματέα της Εργατικής Συνομοσπονδίας, Χουάν Λεχίν, είχαν πάντα μεγάλη πολιτική δύναμη λόγω του πρωταγωνιστικού τους ρόλου στην επανάσταση του 1952. Πλέον ήταν η ώρα να την χρησιμοποιήσουν: με δυναμίτες στα χέρια παρήλασαν στους δρόμους του Ορούρο, σε μία εντυπωσιακή πορεία στις 28 Οκτωβρίου, που προοριζόταν να ενωθεί με μία φοιτητική διαδήλωση. Δεν πρόλαβαν, όμως, καθώς ισχυρές δυνάμεις του στρατού τούς διέλυσαν με δακρυγόνα και σφαίρες, για να ακολουθήσει ένα όργιο βίας και συλλήψεων σ' όλη τη χώρα, όπως των φοιτητών της Λα Πας. Πάνω από πενήντα οι νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, χιλιάδες συλληφθέντες. Την επομένη, ο Εστενσόρο διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις της χώρας του με την Τσεχοσλοβακία, καταγγέλοντας την ανάμιξή της στον εξοπλισμό των εργατών του Ορούρο. Οι σημαίες της εξέγερσης συνέχισαν να κυματίζουν στους δρόμους της Λα Πας μέχρι τις 3 Νοεμβρίου, όταν εκδηλώθηκε σχεδόν αναίμακτο πραξικόπημα με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο της χώρας, στρατηγό Ρενέ Μπαριέντος. Ο Εστενσόρο, ακολουθώντας τη μοίρα πολλών Λατινοαμερικανών προέδρων, κατέφυγε αεροπορικώς μετά της οικογενείας του στη Λίμα την ώρα που οι στρατιωτικές δυνάμεις των κινηματιών προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν δια πυρός και σιδήρου την ηρεμία στις εξεγερμένες βολιβιανές πολιτείες[5].

Το 1969, ο θάνατος του προέδρου Ρενέ Μπαριέντος Ορτούνιο, εκλεγμένου πρόεδρου του καθεστώτος το 1966, οδήγησε σε διαδοχικές αδύναμες κυβερνήσεις. Η αναρχία και η λαϊκή δυσμένεια, ο στρατός μαζί με το κίνημα εγκατέστησαν τον συνταγματάρχη (και μετέπειτα στρατηγό) Ούγο Μπανσέρ Σουάρες στη θέση του πρόεδρου το 1971. Ο Μπανσέρ κυβέρνησε με την υποστήριξη του MNR μέχρι το 1974, οπότε και με αυτόνομη απόφασή του αντικατέστησε τους αξιωματούχος με στρατιωτικό προσωπικό και ανέστειλε τις πολιτικές δραστηριότητες. Η οικονομία παρουσίασε έντονη ανάπτυξη σε όλη τη διακυβέρνηση του Μπανσέρ, αλλά υπήρχαν παράλληλα παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τελικά οικονομικές κρίσεις που ελάττωσαν την υποστήριξη στο πρόσωπό του. Εξαναγκάστηκε να προκηρύξει εκλογές το 1978, και η Βολιβία μπήκε σε μία περίοδο πολιτικών αναταραχών.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάπτυξη του πληθυσμού (1961-2003) από στοιχεία του FAOSTAT (πληθυσμός σε χιλιάδες).

Ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 10.027.254[2] κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2012. (87η στον κόσμο). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 1,6% (εκτίμηση 2014)[6]. Ο ρυθμός γεννήσεων είναι 23,28 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 6,59 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2014). Πρωτεύουσα της Βολιβίας είναι η Λα Πας (La Paz). Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2014 τα 68,55 χρόνια (65,78 χρόνια οι άνδρες και 71,45 οι γυναίκες).[6]

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμερίσματα της Βολιβίας

Η χώρα διαιρείται σε 9 διαμερίσματα (στα Ισπανικά : departamentos). Αυτά μαζί με τις πρωτεύουσές τους σε παρένθεση, είναι τα εξής:

  • Beni (Trinidad)
  • Chuquisaca (Sucre)
  • Cochabamba (Cochabamba)
  • La Paz (La Paz)
  • Oruro (Oruro)
  • Pando (Cobija)
  • Potosí (Potosí)
  • Santa Cruz (Santa Cruz de la Sierra)
  • Tarija (Tarija)

Καθένα από τα διαμερίσματα υποδιαιρείται σε επαρχίες (provincias).

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 44,792 δις $ (εκτίμηση 2009). Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι 3,70% (εκτίμηση 2004). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 4.380 $ (εκτίμηση 2009).

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχηγός Κράτους είναι ο Πρόεδρος Έβο Μοράλες. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι παντρεμένοι, ηλικίας 18 ετών και άνω, ενώ για τους ανύπαντρους το ηλικιακό όριο είναι τα 21 χρόνια. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική για όλους.[6].

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύνταγμα της Βολιβίας, άρθρο 5-I: Son idiomas oficiales del Estado el castellano y todos los idiomas de las naciones y pueblos indígena originario campesinos, que son el aymara, araona, baure, bésiro, canichana, cavineño, cayubaba, chácobo, chimán, ese ejja, guaraní, guarasu’we, guarayu, itonama, leco, machajuyai-kallawaya, machineri, maropa, mojeño-trinitario, mojeño-ignaciano, moré, mosetén, movima, pacawara, puquina, quechua, sirionó, tacana, tapiete, toromona, uru-chipaya, weenhayek, yaminawa, yuki, yuracaré y zamuco.
  2. 2,0 2,1 2,2 Απογραφή 2012
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «World Economic Outlook Database». ΔΝΤ. Οκτώβριος 2009. http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2009/02/weodata/weorept.aspx?sy=2009&ey=2009&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=%2C&br=1&pr1.x=35&pr1.y=10&c=218&s=NGDPD%2CNGDPDPC%2CPPPGDP%2CPPPPC%2CLP&grp=0&a=. Ανακτήθηκε στις 18-10-2009. 
  4. Διοργανικό εγχειρίδιο σύνταξης κειμένων — Παράρτημα A5 Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
  5. Χούντα των στρατηγών στη Βολιβία, Ιστορικό Λεύκωμα 1964, σελ. 122-125, Καθημερινή (1997)
  6. 6,0 6,1 6,2 CIA World Factbook

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]