Βενέδικτος Ιεροσολύμων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Βενέδικτος Α΄ Ιεροσολύμων)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βενέδικτος Ιεροσολύμων
Flickr - Government Press Office (GPO) - GREEK ORTHOODOX PATRIARCH BENEDICTUS.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1892
Τσεσνείρο
Θάνατος10  Δεκεμβρίου 1980
Ιερουσαλήμ
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιερέας
χριστιανός ιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΠατριάρχης Ιεροσολύμων
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Βενέδικτος (κατά κόσμον Βασίλειος Παπαδόπουλος, 1892 - 10 Δεκεμβρίου 1980) ήταν Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1892 στο χωριό Τσεσνείρο της Προύσης. Το 1906, σε ηλικία 14 ετών, μετέβη στα Ιεροσόλυμα, όπου αφιερώθηκε και σπούδασε στην τοπική Ιερατική Σχολή.

Τή 23 Σεπτεμβρίου 1914 διωρίσθη Γραμματεύς έν τοις Πατριαρχικοΐς Γραφείοις[1].

Ένθα ύπηρετήσας επί δύο μήνας έκάρη μοναχός τή 3 Δεκεμβρίου 1914, μετονομασθείς Βενέδικτος και τή επομένη έχειροτονήθη Διάκονος επί του Φρικτού Γολγοθά υπό του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Πτολεμαΐδος Κελαδίωνος, ύφ' ού καΐ έζητήθη ϊνα υπηρέτηση έν τη Μητροπόλει Άκρης. Κατά την άπαγωγήν του Μακαριότατου και της Συνόδου είς Δαμασκόν ήκολούθησεν αύτούς, διαταγή χον Μακαριωτάτου, ώς διάκονος[1].

Τη 23η Δεκεμβρίου 1918 έπανελθών μετά του Μακαριωτάτου εις Ιεροσόλυμα επανέλαβε την έν τοις Πατριαρχικοϊς Γραφείοις ύπηρεσίαν αυτού, άναπληρών άμα και χρέη διακόνου των Πατριαρχείων[1].

Τη 9η Σεπτεμβρίου 1921 ένεκρίθη Συνοδική άποφάσει άπελθεΐν είς Αθήνας έπι συμπληρώσει των σπουδών αυτού έν τω Έθνικω Πανεπιστήμιω, ένθα έσπούδασε τά Νομικά και έν έτει 1925 έτυχε διπλώματος τής Νομικής και τών Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών. Ωσαύτως διήκουσε μαθήματα Θεολογίας έν τω Πανεπιστήμιω Αθηνών[1].

Έν έτει 1927 απεστάλη ώς άντιπρόσωπος του Πατριαρχείου εις τό έν Λωζάννη συνελθόν Παγχριστιανικόν Συνέδριον "Πίστεως και Τάξεως"[1].

Τον Φεβρουάριον του 1929 διωρίσθη είς την έν Αθήναις Έξαρχίαν έξαρχος του Παναγίου Τάφου[1].

Τον Οκτώβριο του 1929 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη[1], και διορίστηκε Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα. Έμεινε στη θέση αυτή ως το 1946.

Κατά την περίοδο 1946-1951 ήταν μέλος της Ιεράς Συνόδου του πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Το 1951 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Τιβεριάδος. Στις 29 Ιανουαρίου 1957 εξελέγη Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Κατά τα πρώτα έτη της Πατριαρχίας του εκδόθηκε νόμος της Ιορδανικής κυβέρνησης (27/1-7-1958), ο οποίος κατοχυρώνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας στα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Τον Ιανουάριο του 1964 συναντήθηκε στα Ιεροσόλυμα με τον Πάπα Παύλο ΣΤ'. Έλαβε μέρος σε διεθνή εκκλησιαστικά συνέδρια και επισκέφθηκε πολλές χώρες και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες για την αντιμετώπιση ζητημάτων της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας. Διακρίθηκε για τα άριστα διοικητικά του προσόντα και τη μεγάλη του διορατικότητα στην αντιμετώπιση σοβαρών εκκλησιαστικών, πολιτικών και ποιμαντικών προβλημάτων του πατριαρχείου και της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας. Η επίλυση των μεγάλων προβλημάτων (στελέχωση και οικονομικό) αποτέλεσαν το κύριο μέλημα του, στη διάρκεια δε της πατριαρχίας του επιλύθηκαν πολλά προβλήματα (κατοχύρωση των προσκυνημάτων, εκλογή Πατριάρχη, στελέχωση της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας, μισθοδοσία των μελών της και του εφημεριακού κλήρου, λειτουργία τυπογραφείου κ.ά.). Υπήρξε από τους πιο αποτελεσματικούς Πατριάρχες του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος[2], υπήρξε μέλος της μασονικής στοάς «Αδελφοποίησις». Πέθανε στα Ιεροσόλυμα στις 10 Δεκεμβρίου 1980. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στις 14 Δεκεμβρίου 1980, προεξάρχοντος του τοποτηρητού του Πατριαρχικού Θρόνου Μητροπολίτου Πέτρας Γερμανού. Ο ενταφιασμός έγινε στον Ιερό Ναό της Αναλήψεως στο Όρος των Ελαιών[3].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]