Αρκίτσα Φθιώτιδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°44′36.13″N 23°1′58.84″E / 38.7433694°N 23.0330111°E / 38.7433694; 23.0330111

Αρκίτσα Φθιώτιδας
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Αρκίτσα Φθιώτιδας
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΣτερεά Ελλάδα
ΔήμοςΔήμος Λοκρών
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΦθιώτιδας
Υψόμετρο40
Πληθυσμός840 (2011)

Η Αρκίτσα είναι παράλιος οικισμός του Νομού Φθιώτιδας με υψόμετρο 40 μ. και πληθυσμό 840 κατοίκους κατά την Ελληνική Απογραφή 2011. Αποτελεί αναγνωρισμένο τουριστικό θέρετρο, γνωστό για τις παραλίες του με τα καθαρά νερά του και το περιβάλλον του. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, στην ακτή της τέως Επαρχίας Λοκρίδας επί του Βόρειου Ευβοϊκού κόλπου. Υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Λοκρών, με έδρα την Αταλάντη.

Παλαιότερα στην Αρκίτσα υπαγόταν και ο συνοικισμός Μελιδόνι. Απέχει 10 χιλιόμετρα από την Αταλάντη και 150 χιλιόμετρα από την Αθήνα.

Το λιμάνι της συνδέει με φέρι μποτ την Κεντρική Ελλάδα με τη Βόρεια Εύβοια (Αρκίτσα – Λουτρά Αιδηψού) και εμφανίζει μεγάλη κίνηση όλες τις εποχές του χρόνου.

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της Αρκίτσας ταυτίζεται με το σημείο που βρισκόταν η αρχαία Αλόπη.

Η Αλόπη ήταν χτισμένη στη σημερινή θέση Μελιδόνι στο 157ο χιλιόμετρο Εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας, ανάμεσα στις Λιβανάτες και τον Άγιο Κωνσταντίνο. Η απόσταση από Λιβανάτες (αρχαίος Κύνος) μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο (αρχαίος Δαφνούντας) είναι 18 -19 χιλιόμετρα, τόση όση αναφέρει και ο Στράβων[1].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν τη Μυκηναϊκή περίοδο στην περιοχή παρατηρήθηκαν καταστροφές οικισμών, στασιμότητα, επιστροφή στη γεωργία και πολιτισμική απομόνωση λόγω πιθανής εισβολής ελληνικών φύλων από τη Θεσσαλία.

Τη Μυκηναϊκή περίοδο οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αλιεία, την κτηνοτροφία και τη γεωργία (σιτάρι, δημητριακά, όσπρια, ελιές, σταφύλια, κρασί).

Την Πρωτογεωμετρική περίοδο (10ος αιώνας-8ος αιώνας π.Χ.) υπήρξε μεταβολή στα ταφικά έθιμα, επιρροές στην τέχνη από Αττική, Κόρινθο, Εύβοια και Θεσσαλία, μαζική παραγωγή αγγείων και άνθηση της μεταλλουργίας (όπλα και χρυσά κοσμήματα). Η κοινωνία την εποχή αυτή είναι πολυταξική με διαφορετικές ασχολίες των εκπροσώπων της κοινωνικής ιεραρχίας, η δε θέση της γυναίκας υψηλή και σημαντική εντός αυτής.

Οι ασχολίες του λαού με το εμπόριο και τη ναυτιλία, έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας εύπορης τάξης, της αστικής τάξης.

Η Αλόπη και το Θρόνιο κατά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου (431-430) είχαν καταληφθεί από τον Αθηναίο στρατηγό Κλεόπομπο του Κλεινίου[2], πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε η πόλη στην κλασική εποχή. Εκτός της Λοκρικής Αλόπης υπήρχαν και άλλες πόλεις με το ίδιο όνομα, όπως αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος.

Όλοι οι οικισμοί της Λοκρικής Αλόπης είναι παραθαλάσσιοι, οι κάτοικοί τους αγρότες, έμποροι και ναυτικοί και η κοινωνική οργάνωση ήταν ιεραρχημένη. Είναι εμφανείς οι επιρροές από την υπόλοιπη Ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά σε διάφορες ασχολίες των κατοίκων κυρίως όμως στην κεραμική τέχνη.

Ύστερη αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 4ο μ.Χ. αιώνα χρονολογείται η ανέγερση της εκκλησίας Αγία Αικατερίνη στη θέση «Μελιδόνι» κοντά στην ομηρική πόλη «Αλόπη». Λείψανα αυτής σώζονται μέχρι σήμερα. Η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1929 από τον Αναστάσιο Ορλάνδο στην εν λόγω περιοχή της Αρκίτσας, αποκάλυψε τα ερείπια μιας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής με προεξέχον εγκάρσιο κλίτος. Το κεντρικό και εγκάρσιο κλίτος και το ιερό κοσμούνταν με ψηφιδωτά δάπεδα που διαιρούνταν σε διάχωρα με γεωμετρικά κυρίως μοτίβα και πλαισιώνονταν από ελισσόμενους φυτικούς βλαστούς. Κοντά στο ιερό βήμα υπήρχε ψηφιδωτή αφιερωματική επιγραφή με τα ονόματα των δωρητών Ευγενίου και Διονυσείας.

Η εκκλησία του Άγιου Γεωργίου στην πλατεία της Αρκίτσας

Διασώθηκαν τμήμα του μαρμάρινου αρχιτεκτονικού διακόσμου του ναού, όπως ιωνικά κιονόκρανα με χωριστά επιθήματα και τμήματα του μαρμάρινου φράγματος του ιερού. Με βάση τα ψηφιδωτά δάπεδα και το μαρμάρινο διάκοσμο η βασιλική χρονολογήθηκε στα τέλη του 4ου ή, το πιθανότερο, στις αρχές του 5ου αιώνα. Στο δυτικό τμήμα της υπήρχε προστώο αίθριο πλαισιωμένο από προσκίσματα στη βόρεια και νότια πλευρά και πρόπυλο στα δυτικά. Η βασιλική διέθετε βαπτιστήριο με προαύλιο οίκο και φωτηστήριο, στο εσωτερικό του οποίου αποκαλύφθηκε ωοειδής κολυμβήθρα με δύο κλίμακες επενδεδυμένη με λευκά μαρμάρινα πλακίδια. Βόρεια του βαπτιστηρίου υπήρχε πιθανότατα το διακονικό, ενώ τα δυο προσκτίσματα της βόρειας πλευράς ήταν αποθηκευτικοί χώροι για τις προσφορές των πιστών. Το δάπεδο του πρόπυλου κοσμούσε ψηφιδωτό με επιγραφή του δωρητή Γερόντιου. Η ανασκαφή του αιθρίου έφερε στο φως θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών, χάλκινα νομίσματα και αρκετή κεραμική.

Ξεχωρίζει ένα σπάνιο λυχνάρι με παράσταση αυτοκράτορα που φέρει χώρο και ένσταυρη ράβδο. Η βασιλική που μέσα στον ο αιώνα δέχθηκε μερικές προσθήκες και επισκευές, φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε οριστικά στα τέλη του 6ου αιώνα, αφού είχε υποστεί σημαντικές καταστροφές, πιθανόν από επιδρομή και λεηλασία.

Στα ΝΔ της βασιλικής και σε μικρή απόσταση αποκαλύφθηκε εν μέρει ένα κτηριακό συγκρότημα σύγχρονο προς αυτή από την ανασκαφή του προήλθε μεγάλος αριθμός νομισμάτων, λύχνων με σταυρούς και οικιακών σκευών. Πιθανόν το κτήριο αυτό να σχετίζεται με το εκκλησιαστικό μνημείο, απαιτείται όμως η ολοκλήρωση της έρευνας για τον ασφαλή καθορισμό της χρήσης του. Μερικές δεκάδες μέτρα δυτικότερα αποκαλύφθηκε τμήμα λουτρικού συγκροτήματος που διατηρείται σε αρκετό ύψος. Το ορατό τμήμα ανήκει πιθανόν στο χώρο των φούρνων (praefurnium) και στην αίθουσα του θερμού (caldarium).

Από τα στοιχεία αυτά και την ύπαρξη άφθονης κεραμικής σε όλη την πλαγιά νότιας της βασιλικής, συμπεραίνει κανείς ότι στη θέση του σημερινού οικισμού Λιόση και ακριβώς δίπλα στο λόφο της αρχαίας πόλης Αλόπης, άκμασε για δύο τουλάχιστον αιώνες μια χριστιανική πόλη το όνομα της οποίας δεν έχει διασωθεί.

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φάρος της Αρκίτσας

Η μέση βυζαντινή περίοδος πρέπει να ήταν μια εποχή άνθησης για την περιοχή της Λοκρίδας. Αυτό μαρτυρείται από τα σωζόμενα μνημεία, αλλά και τα διάσπαρτα λείψανα, νομίσματα, αρχιτεκτονικά μέλη και επιφανειακή κεραμική που έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορες περιοχές.

Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν την ύπαρξη κατοίκησης, που όμως δεν έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά έως σήμερα.

Ο περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης από τις Μηλιές του Πηλίου, αναφέρει στις εντυπώσεις του που κατέγραψε από 1η Ιουνίου μέχρι 15 Οκτωβρίου 1815 σε βιβλίο του με τον τίτλο «Γεωγραφία μερική»:

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Επανάσταση του 1821 η Αρκίτσα ανέδειξε τους αγωνιστές Αθανασίου Γκόλφη, Βασιλείου Αργύρη, Γεωργίου Ηλία, Δημητρίου Αναστάσιο, Δημητρίου Γιοβάνη και Μοσχολιό Λουκά.

Στο ακρωτήρι «Κύνιον» κτίστηκε το 1906 ο Φάρος της Αρκίτσας (γνωστός επίσης και ως "φανάρι της Αρκίτσας")[3].

Η αρχική αναγνώριση της Αρκίτσας ως Κοινότητας έγινε το 1912[4] και προήλθε από τον Δήμο Δαφνουσίων. Αρχικά αποτελούνταν από τους συνοικισμούς Αρκίτσα και Μελιδόνι και ο πληθυσμός το 1920 ανερχόταν σε 392 κατοίκους στην Αρκίτσα και 66 στο Μελιδόνι.

Κατά την απογραφή του 1961 η Αρκίτσα είχε 711 κατοίκους, ενώ στην απογραφή του 1991 έφτασε τους 913.

Τουρισμός - Ήθη - Έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αρκίτσα πωλούνται ψάρια, χταπόδια και άλλα θαλασσινά που αλιεύονται στον Ευβοϊκό κόλπο. Επίσης περιβάλλεται από αρκετές παραλίες και κολπίσκους κατάλληλους για κολύμβηση όπως Λιβρίχιο, Σουβάλα, Κέδρος και την ίδια την παραλία της Αρκίτσας.

Ήθη - Έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου πραγματοποιούνται στο λιμάνι της Αρκίτσας πολιτιστικές εκδηλώσεις από τον Πολιτιστικό σύλλογο Αρκίτσας ΚΛΕΙΔΩΝΑ. Από το 2000 και μετά, διοργανώνεται φεστιβάλ παραδοσιακών χορών με συμμετοχές χορευτικών συγκροτημάτων από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, παιδικές δραστηριότητες και παρουσίαση τραγουδιών για να τιμήσουν την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου[5][6].

Τη Δευτέρα του Πάσχα, πραγματοποιείται το έθιμο της Ρωμάνας. Γυναίκες με τοπικές ενδυμασίες τραγουδώντας το τραγούδι της Ρωμάνας συγκεντρώνουν χρήματα και υλικά για να φτιάξουν παραδοσιακές πίτες. Το ίδιο απόγευμα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου υπό τους ήχους παραδοσιακής μουσικής προσφέρουν τις πίτες, που ετοίμασαν, και γίνεται ένα κλασικό γλέντι με χορό και κρασί.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. [...] Ἑξῆς μετὰ τὸν Κῦνον Ἀλόπη ἐστὶ καὶ ὁ Δαφνοῦς, ὃν ἔφαμεν κατεσπάσθαι· λιμὴν δ᾽ ἐστὶν αὐτόθι διέχων Κύνου περὶ ἐνενήκοντα σταδίους, Ἐλατείας δὲ πεζεύοντι εἰς τὴν μεσόγαιαν ἑκατὸν εἴκοσιν. ἤδη δ᾽ ἐστὶ ταῦτα τοῦ Μαλιακοῦ κόλπου· μετὰ γὰρ τὸν Ὀπούντιον συνεχής ἐστιν οὗτος. [...] Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο Θ', κεφ. 4.3
  2. [...] Ὑπὸ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον τοῦτον Ἀθηναῖοι τριάκοντα ναῦς ἐξέπεμψαν περὶ τὴν Λοκρίδα καὶ Εὐβοίας ἅμα φυλακήν· ἐστρατήγει δὲ αὐτῶν Κλεόπομπος ὁ Κλεινίου. [...] Θουκυδίδης, Ιστορίαι, Βιβλίο Β', κεφ. 26.1
  3. «ΦΑΡΟΣ ΑΡΚΙΤΣΑΣ ΕΥΒΟΙΚΟΣ | ΦΑΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ». www.faroi.com. Ανακτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2020. 
  4. «Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών». ΕΕΤΑΑ. Ανακτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2020. 
  5. Αρκίτσα: 12o Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών
  6. «Στο 12ο φεστιβάλ παραδοσιακών χορών Αρκίτσας το Χορευτικό Δήμου Καλαμπάκας». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Σεπτεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2017. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αβραάμ Δημήτριος Π. 2001. «Λοκρικά – Περιβοάγρια-Επικνυμίδια ». Λαμία 2001.
  • Δακορώνια Φ., Κωτούλας Δ., Μπαλτά Ε. Συθιακάκη Β. Τόλιας Β. «Λοκρίδα – Ιστορία & Πολιτισμός». Εκδόσεις: Κτήμα Χατζημιχάλη.
  • Πρωτόπαπας Ζήσης. 1952. «Λοκρίδα». Αθήνα 1952
  • Χριστοφόρου Μάνθος Κ. 1991. «Η Οπουντία Λοκρίδα και η Αταλάντη – Μνήμες και μαρτυρίες». Μέρος 1ο. Αθήνα: Εταιρεία Ιστορικών και Λαογραφικών Ερευνών Αταλάντης (Ε.Ι.Λ.Ε.Α.).
  • Χριστοφόρου Μάνθος Κ. 2001. «Χρονολόγιο Οπούντος και Αταλάντης 4000 χρόνια – εν τάχει». Έκδοση Δήμου Αταλάντης.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]