Κυπαρίσσι Φθιώτιδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°38′23″N 23°4′34″E / 38.63972°N 23.07611°E / 38.63972; 23.07611

Κυπαρίσσι Φθιώτιδας
Κυπαρίσσι Φθιώτιδας βρίσκεται στο τόπο Greece
Κυπαρίσσι Φθιώτιδας
Κυπαρίσσι Φθιώτιδας
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΣτερεά Ελλάδα
ΔήμοςΔήμος Λοκρών
Πληθυσμός184

Το Κυπαρίσσι βρίσκεται στο 140ο χλμ της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας. Απέχει 9 χλμ από την Αταλάντη. Με την εφαρμογή του Νόμου συνένωσης Δήμων και Κοινοτήτων "Καποδίστριας" (2539/97), αποτέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αταλάντης. Από το 2011 ανήκει στο Δήμο Λοκρών. Το χωριό, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, έχει 184 κατοίκους, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι γεωργοί και εργάτες.

Μαζί με τον οικισμό Ευκάλυπτος, ο οποίος έχει πληθυσμό 10 κατοίκους, συναποτελούν την Τοπική Κοινότητα Κυπαρισσίου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα δείγματα ανάπτυξης της περιοχής του Κυπαρισσίου απαντώνται κατά την Αρχαϊκή Εποχή (700 - 480 π.Χ.). Στην περιοχή Γαρδενίτσα (ή Γαρδινίτσα ή λόφος Καστράκι) υπάρχουν οχυρωματικά έργα[1] της περιόδου, όπως επίσης στους βόρειους πρόποδες του λόφου είναι χτισμένη και αρχαϊκή στοά, με πλούσιο διάκοσμο (πιθανόν κατασκευάστηκε περί τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα). Τα έργα αυτά υπέστησαν ζημιές από το μεγάλο σεισμό του 425 π.Χ. που συγκλόνισε όλη την ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας. Στην περιοχή πιθανότητα λειτουργούσε και ιερό (δεν είναι γνωστό ποιου/ποιας θεού/θεάς), και σε αυτό συνηγορούν και τα ευρήματα της στοάς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν -όπως και στην ευρύτερη περιοχή- με την γεωργία, την αλιεία, την αμπελουργία, την κτηνοτροφία και την κεραμοποιία.

Παλαιοχριστιανικά ερείπια στο Κυπαρίσσι

Στην Ρωμαϊκή περίοδο (30 π.Χ. – 324 π.Χ.), η περιοχή του Κυπαρισσίου δεν εγκαταλείφθηκε, όπως οι περισσότερες στη Λοκρίδα μετά τις επιδρομές του Σύλλα το 87/86 π.Χ., αλλά αντιθέτως αποτέλεσε αγροτική περιοχή, με αγροικίες και μεγάλες ιδιόκτητες εκτάσεις, όπως συνηθιζόταν στο ρωμαϊκό κόσμο τότε.

Οι επιδρομές κατά τους επόμενους αιώνες (έως και το 10ο αιώνα μ.Χ.), έφεραν οπισθοδρόμηση και έπληξαν την οικονομία της περιοχής.

Από το 1204, και μέχρι την υποδούλωση της περιοχής από τους Οθωμανούς το 1458, η περιοχή του Κυπαρισσίου αποτέλεσε τμήμα του Δουκάτου των Αθηνών, και πιο συγκεκριμένα ήταν ενταγμένη στη διοίκηση της Βαρονίας Αταλάντης.

Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, το Κυπαρίσσι δεν αναφέρεται. Η περιοχή υπαγόταν στον καζά Ταλαντίου. Αναφέρεται όμως ο οικισμός της Γαρδενίτσας, ο οποίος είχε 77 κατοίκους το 1466, και 105 σπίτια (νοικοκυριά, με την έννοια της φορολογικής μονάδας) το 1506. Το 1521 υπήρχαν 126 σπίτια και η συνολική φορολογία που πλήρωναν οι κάτοικοι της ανερχόταν στα 8.503 άσπρα (ασημένια νομίσματα της εποχής), το 1540 είχε 96 σπίτια και οι φόροι που κατέβαλε ήταν 7.030 άσπρα, ενώ το 1571 παρατηρήθηκε εκ νέου μείωση των κατοικιών σε 66 και φυσικά της φορολογίας σε 3.000 άσπρα.

Η Γαρδενίτσα δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα, πιθανώς από τους εποικισμούς των Σλάβων στην περιοχή. Την ίδια περίοδο επίσης, πιθανότερα το 1519[2], γεννήθηκε στην Γαρδενίτσα Κυπαρισσίου ο Όσιος Δαυίδ.

Το 1815, σύμφωνα με τον περιηγητή Αργύρη Φιλιππίδη [3], η Γαρδενίτσα, όπως επίσης και το Κυπαρίσσι, είχαν 15 σπίτια, όπου σε όλα διέμεναν χριστιανοί. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία (σιτάρι, κριθάρι, βαμβάκι, κρασί) και την κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα).

Το 1836, κατά τα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, το Κυπαρίσσι ανήκε διοικητικά στο Δήμο Αταλάντης. Το 1838 στο χωριό κατοικούσαν 13 οικογένειες. Ενώ το 1879 οι κάτοικοί του έφταναν τους 153.

Κατά το μεγάλο σεισμό της Λοκρίδας το 1894, έχασαν τη ζωή τους 4 κάτοικοι του Κυπαρισσίου από τους συνολικά 183 που είχε εκείνη την εποχή το χωριό. Ο πληθυσμός μειώθηκε κατά τα επόμενα χρόνια και το 1896 οι κάτοικοι του ήταν μόλις 80. Αντίθετα οι κάτοικοι του Κυπαρισσίου το 1907 ήταν 91.

Η Κοινότητα Κυπαρισσίου αναγνωρίστηκε το 1932, προερχόμενη από την απόσπασή της από την Κοινότητα Τραγάνας.

Το 1940 η Κοινότητα είχε 187 κατοίκους, το 1961 242 και το 1991 302.

Από το 1998, η κοινότητα Κυπαρισσίου εντάσσεται εκ νέου στο Δήμο Αταλάντης.

Με τη νέα διοικητική διαίρεση της χώρας, που προέβλεπε το «σχέδιο Καλλικράτης», το Κυπαρίσσι ανήκει στο Δήμο Λοκρών.

Αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους πρόποδες του λόφου Καστράκι Κυπαρισσίου βρέθηκε στοά αρχαϊκής εποχής,τα οικοδομήματα αυτού του είδους κατά την αρχαϊκή εποχή άνηκαν σε ιερά και μια από τις χρήσεις τους ήταν η φύλαξη των αφιερωμάτων.

Η στοά οικοδομήθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα πΧ και καταστράφηκε από σεισμό όπως αυτό φαίνεται από τις αλλοιώσεις της θεμελίωσής της. Τα διάφορα ευρήματα και κυρίως η κεραμική δείχνουν ότι το κτίριο ήταν σε χρήση έως το 480 π.Χ. Στις ανοιχτές πλευρές της είχε κιονοστοιχία από πώρινους δωρικούς κίονες και δωρικό επιστήλιο, είχε δίρριχτη στέγη και πώρινα αετώματα στις ανοικτές πλευρές της. Το κτίριο διέθετε πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο και το καλύτερα σωζόμενο τμήμα αυτού είναι η στέγη η οποία ήταν καλυμμένη με κεραμίδες κορινθιακού τύπου με πλούσια διακόσμηση.

Η θεότητα στην οποία ήταν αφιερωμένο το ιερό δεν μας είναι γνωστό όμως από τα ευρήματα που ήταν κυρίως χάλκινα και σιδερένια αντικείμενα όπως κοσμήματα και εξαρτήματα ενδυμασίας παρόμοια των οποίων έχουν βρεθεί και στους ναούς της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος στο Καλαπόδι και στο ιερό της Αθηνάς στις Αλές στο Θεολόγο οδηγούν στην απόδοση της στοάς και του ιερού σε κάποια θηλυκή θεότητα.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραλία στο Κυπαρίσσι με θέα το Αταλαντονήσι

Στην περιοχή του Κυπαρισσίου υπάρχουν πολλά μικρά ξωκλήσια. Ο επισκέπτης μπορεί να επιδοθεί στη ποδηλασία και στο περπάτημα. Το χωριό αυτό μοιράζεται την παραλία Αρμυρά και Παλιομάγαζα μαζί με την Αταλάντη. Είναι μια αβαθής και αμμώδης παραλία η οποία προσφέρεται για μπάνιο, κατασκήνωση και ψάρεμα.

Απέναντι από τη παραλία αυτή βρίσκεται λιμνοθάλασσα μ'ένα πλούσιο υδροβιότοπο όπου φιλοξενεί διάφορα είδη πουλιών κατά τους χειμερινούς μήνες.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αβραάμ Δημήτριος Π. 2001. «Λοκρικά – Περιβοάγρια-Επικνυμίδια ». Λαμία 2001.
  2. Δακορώνια Φ., Κωτούλας Δ., Μπαλτά Ε. Συθιακάκη Β. Τόλιας Β. «Λοκρίδα – Ιστορία & Πολιτισμός». Εκδόσεις: Κτήμα Χατζημιχάλη.
  3. «Λοκρικά Χρονικά». 1997. Αθήνα: Ετήσια Έκδοση Εταιρείας Ιστορικών και Λαογραφικών Ερευνών Αταλάντης (Ε.Ι.Λ.Ε.Α.). Τόμος και Χρόνος 3ος.
  4. Μητσόπουλος Κ. 1895. «Ο μέγας της Λοκρίδος σεισμός – κατά τον Απρίλιο του 1894». Εθνικό Τυπογραφείο. Αθήνα 1895.
  5. Χριστοφόρου Μάνθος Κ. 1991. «Η Οπουντία Λοκρίδα και η Αταλάντη – Μνήμες και μαρτυρίες». Μέρος 1ο. Αθήνα: Εταιρεία Ιστορικών και Λαογραφικών Ερευνών Αταλάντης (Ε.Ι.Λ.Ε.Α.).
  6. Χριστοφόρου Μάνθος Κ. 1993. «Η Οπουντία Λοκρίδα και η Αταλάντη – Μνήμες και μαρτυρίες». Μέρος 2ο. Αθήνα: Εταιρεία Ιστορικών και Λαογραφικών Ερευνών Αταλάντης (Ε.Ι.Λ.Ε.Α.).
  7. Χριστοφόρου Μάνθος Κ. 2001. «Χρονολόγιο Οπούντος και Αταλάντης 4000 χρόνια – εν τάχει». Έκδοση Δήμου Αταλάντης.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές η οχύρωση αποτελούσε μέρος της Ακρόπολης του Οπούντα, της μητρόπολης των Οπουντίων Λοκρών, αλλά κατ’ άλλους η πόλη στην οποία ανήκε δεν έχει πλήρως ταυτιστεί. - Δακορώνια Φ., Κωτούλας Δ., Μπαλτά Ε. Συθιακάκη Β. Τόλιας Β. «Λοκρίδα – Ιστορία & Πολιτισμός». Εκδόσεις: Κτήμα Χατζημιχάλη. σελ. 88. υπ. 112.
  2. Χριστοφόρου Μάνθος Κ. 2001. «Χρονολόγιο Οπούντος και Αταλάντης 4000 χρόνια – εν τάχει». Έκδοση Δήμου Αταλάντης. σελ. 14-15.
  3. «Λοκρικά Χρονικά». 1997. Αθήνα: Ετήσια Έκδοση Εταιρείας Ιστορικών και Λαογραφικών Ερευνών Αταλάντης (Ε.Ι.Λ.Ε.Α.). Τόμος και Χρόνος 3ος. σελ. 113-114.