Χταπόδι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χταπόδι
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
323.2 – 0Ma Late Carboniferous – recent
Κοινό χταπόδι (octopus vulgaris)
Κοινό χταπόδι (octopus vulgaris)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Μαλάκια
Ομοταξία: Κεφαλόποδα
Υφομοταξία: Κολεοειδή
Υπερτάξη: Οχταποδόμορφα
Τάξη: Οκτώποδες [1]
Υπόταξη

Cirrina, Incirrina

Το χταπόδι είναι μαλάκιο της τάξης Οκτώποδες με οκτώ πόδια και μαλακό σώμα. Η τάξη περιλαμβάνει περίπου 300 είδη που συμπεριλαμβάνονται στην ομοταξία Κεφαλόποδα μαζί με τα καλαμάρια,τις σουπιές και τα ναυτιλοειδή. Όπως και τα άλλα κεφαλόποδα, το χταπόδι είναι αμφίπλευρα συμμετρικό με δύο μάτια και ένα ράμφος, με το στόμα στο κεντρικό σημείο μεταξύ των ποδιών (τα αποκαλούμενα και "πλοκάμια"). Το μαλακό σώμα μπορεί να αλλάξει γρήγορα το σχήμα του, επιτρέποντας στα χταπόδια να περάσουν μέσα από μικρά κενά. Όταν κολυμπούν το κεφάλι προηγείται των ποδιών. Το σιφόνι χρησιμοποιείται τόσο για αναπνοή όσο και για μετακίνηση, εκτοξεύοντας έναν πίδακα νερού. Τα χταπόδια έχουν περίπλοκο νευρικό σύστημα και εξαιρετική όραση, και είναι από τα πιο έξυπνα και πολύμορφα από όλα τα ασπόνδυλα.

Τα χταπόδια κατοικούν σε διάφορες περιοχές του ωκεανού, σε κοραλλιογενείς ύφαλους, σε πελάγη και τον θαλάσσιο βυθό. Μερικά ζουν στην ακτή και άλλα σε αβυσσαία βάθη. Τα περισσότερα είδη αναπτύσσονται γρήγορα, ωριμάζουν νωρίς και είναι βραχύβια. Κατά την αναπαραγωγή, το αρσενικό χρησιμοποιεί ένα ειδικά προσαρμοσμένο βραχίονα για να παραδώσει μια δέσμη σπέρματος μέσα στην κοιλότητα του θηλυκού μανδύα και έπειτα γερνά και πεθαίνει. Το θηλυκό αποθέτει τα γονιμοποιημένα ωάρια σε μια φωλιά και τα φροντίζει μέχρι να εκκολαφθούν, οπότε και πεθαίνει. Οι τεχνικές προστασίας από αρπακτικά περιλαμβάνουν την εκτόξευση μελάνης, τη χρήση καμουφλάζ και απειλητικές αντιδράσεις και τη δυνατότητα ταχείας διαφυγής και κάλυψης. Όλα τα χταπόδια είναι δηλητηριώδη, αλλά μόνο τα χταπόδια με μπλε δακτυλίους είναι θανατηφόρα για τον άνθρωπο.

Τα χταπόδια εμφανίζονται στη μυθολογία ως θαλάσσια τέρατα όπως το Κράκεν στη Νορβηγία, το Ακκορκαμούι των Αϊνού και ίσως οι Γοργόνες στην αρχαία Ελλάδα. Μια μάχη με χταπόδι εμφανίζεται στο βιβλίο του Βίκτωρ Ουγκώ Οι Εργάτες της Θάλασσας, αποτελώντας έμπνευση και για άλλα έργα όπως η Octopussy του Ίαν Φλέμινγκ. Χταπόδια εμφανίζονται στην ιαπωνική ερωτική τέχνη, σούνγκα. Είναι γευστικά εδέσματα και δημοφιλή πιάτα παντού στον κόσμο, ειδικά στη Μεσόγειο και τις Ασιατικές θάλασσες.

Ετυμολογία και πληθυντικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επιστημονικός λατινικός όρος χταπόδι προέρχεται από την αρχαία ελληνική ὀκτώπους,[2] που είναι παράγωγη των ôκτώ ( "οκτώ") και πούς ("πόδι"). Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Αλέξανδρο τον Τραλλιανό (περίπου 525-605) για το κοινό χταπόδι.[3][4][5]

Ανατομία και φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέγεθος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γιγαντιαίο χταπόδι του Ειρηνικού (Enteroctopus dofleini) θεωρείται το μεγαλύτερο γνωστό είδος χταποδιών. Τα ενήλικα ζυγίζουν περίπου 15 χλγ., με μήκος βραχίονα έως και 4,3 μ.[6] Το μεγαλύτερο δείγμα αυτού του είδους που τεκμηριώθηκε επιστημονικά ζύγιζε ζωντανό 71 χγρ.[7] Υπάρχουν ισχυρισμοί για πολύ μεγαλύτερα χταπόδια γίγαντες στον Ειρηνικό:[8] ένα από τα καταγεγραμμένα δείγματα ζύγιζε 272 χγρ. με μήκος βραχίονα 9 μ.[9] Ένα Haliphron atlanticus, χταπόδι με επτά πόδια, πεθαμένο ζύγιζε 61 χγρ. και εκτιμάται ζωντανό ζύγιζε των 75 κιλά.[10][11] Το μικρότερο είδος είναι το Χταπόδι Γούλφι, με μήκος περίπου 2,5 εκατοστά και βάρος λιγότερο από 1 γραμ.[12]

Χταπόδι γίγαντας του Ειρηνικού στο Ενυδρείο Echizen Matsushima στην Ιαπωνία.

Εξωτερικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χταπόδι είναι αμφίπλευρα συμμετρικό κατά μήκος του κοιλιακού του άξονα· η κεφαλή και το πόδι βρίσκονται στο ένα άκρο του επιμήκους σώματος και αποτελούν το εμπρόσθιο μέρος του ζώου. Η κεφαλή περιλαμβάνει το στόμα και τον εγκέφαλο. Το πόδι έχει εξελιχθεί σε ένα σύνολο εύκαμπτων, συλληπτήρια προσαρτήματα, αποκαλούμενα πλοκάμια, που περιβάλλουν το στόμα και είναι προσαρτημένα μεταξύ τους στη βάση σε πλέγμα.[13] Τα πλοκάμια περιγράφονται με βάση τη θέση τους, ονοματίζονται ανάλογα (όπως L1, R1, L2, R2) και διακρίνονται σε τέσσερα ζεύγη.[14][13] Ο βολβοειδής και κοίλος μανδύας είναι συμπτυγμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και αποτελούν τον σπλαγχνικό κορμό που περιέχει τα περισσότερα ζωτικά όργανα.[15][16] Η κοιλότητα του μανδύα έχει μυϊκούς τοίχους και περιέχει τα βράγχια· συνδέεται με το εξωτερικό με έναν αγωγό ή σιφόνι.[13][17] Το στόμα του χταποδιού, που βρίσκεται κάτω από τα πόδια, είναι αιχμηρό σκληρό ράμφος.[16]

Πλευρικό διάγραμμα χταποδιού, με βράγχια, σιφώνι, μάτι, ιστό, πλοκάμια, βεντούζες, εκτοκότυλα.

Το δέρμα του χταποδιού αποτελείται από μια λεπτή εξωτερική επιδερμίδα με βλεννώδη και αισθητήρια κύτταρα και ένα χόριο συνδετικού ιστού που αποτελείται κυρίως από ίνες κολλαγόνου και κύτταρα που επιτρέπουν την αλλαγή χρώματος.[13] Το σώμα του είναι μαλακός ιστός που του επιτρέπεται να επιμηκύνεται, να συστέλλεται και να αλλάζει σχήμα. Το χταπόδι μπορεί να συμπιεστεί και να περάσει μέσα από μικροσκοπικά κενά· ακόμη και τα μεγαλύτερα είδη μπορούν να περάσουν διαμέσου ανοίγματος διαμέτρου οπής περίπου 2,5 εκ.[16] Άνευ σκελετού, τα πλοκάμια είναι οι μυώδεις δομές με διαμήκεις, εγκάρσιους και κυκλικούς μυες γύρω από ένα κεντρικό αξονικό νεύρο. Εκτείνονται και συστέλλονται, στρίβουν αριστερόστροφα ή δεξιόστροφα, κάμπτονται προς οποιαδήποτε θέση ή κατεύθυνση ή ακινητοποιούνται σε ακαμψία.[18][19]

H εσωτερική επιφάνεια των ποδιών είναι καλυμμένη με κυκλικούς, κολλώδεις μυζητήρες (βεντούζες). Οι μυζητήρες επιτρέπουν στο χταπόδι να αγκυροβολήσει ή να χειριστεί αντικείμενα. Κάθε μυζητήρας είναι συνήθως κυκλικός και λεκανοειδής και διακρίνεται σε δύο τμήματα: μια εξωτερική ρηχή κοιλότητα που ονομάζεται infundibulum και μια κεντρική κοίλη κοιλότητα που ονομάζεται κοτύλη, και οι δύο είναι πυκνοί μύες καλυμμένοι με προστατευτική χιτινώδη επιδερμίδα. Όταν ένας μυζητήρας προσκολλάται σε μια επιφάνεια, το άνοιγμα μεταξύ των δύο δομών σφραγίζεται. Το infundibulum παρέχει πρόσφυση ενώ η κοτύλη παραμένει ελεύθερη και οι συστολές των μυών επιτρέπουν την προσκόλληση και την αποσύνδεση.[20][21]

Τα μάτια του χταποδιού είναι μεγάλα και βρίσκονται στην κορυφή του κεφαλιού. Είναι δομικά παρόμοια με αυτά του ψαριού και περικλείονται σε μια χονδροειδή κάψουλα συντηγμένη με το κρανίο. Ο κερατοειδής σχηματίζεται από ένα ημιδιαφανές επιδερμικό στρώμα και η κόρη βρίσκεται πίσω από τη σχισμή της ίριδας. Ο φακός βρίσκεται πίσω από την κόρη και οι φωτοϋποδοχείς του αμφιβληστροειδούς καλύπτουν το πίσω μέρος του ματιού. Η κόρη αυξομειώνεται σε μέγεθος και η συγκέντρωση του αμφιβληστροειδούς σε χρωστικές είναι ανάλογη με το προσπίπτον φως σε φωτεινές συνθήκες.[13]

Ορισμένα είδη διαφέρουν σε μορφή από το τυπικό σχήμα χταποδιού. Τα μέλη της υπόταξης Cirrina έχουν παχουλά ζελατινώδη σώματα με ιστό που φτάνει στην άκρη των ποδιών τους και δύο μεγάλα πτερύγια πάνω από τα μάτια, που στηρίζονται από ένα εσωτερικό κέλυφος. Κατά μήκος του κάτω μέρους των ποδιών υπάρχουν σαρκώδη τριχίδια, και τα μάτια τους είναι πιο ανεπτυγμένα.[22]

Κυκλοφορικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα χταπόδι με πτερύγια Grimpoteuthis της υπόταξης Cirrina

Τα χταπόδια έχουν κλειστό κυκλοφορικό σύστημα, όπου το αίμα παραμένει μέσα στα αιμοφόρα αγγεία. Τα χταπόδια έχουν τρεις καρδιές· μια συστηματική καρδιά που κυκλοφορεί το αίμα σε όλο το σώμα και δύο βραγχιακές καρδιές για άντληση σε κάθε ένα από τα δύο βράγχια. Η συστηματική καρδιά αδρανοποιείται όταν το ζώο κολυμπά και όταν πολύ σύντομα κουράζεται προτιμά το σύρσιμο.[14][22] Το αίμα του χταποδιού περιέχει την πλούσια σε χαλκό αιμοκυανίνη για τη μεταφορά οξυγόνου. Αυτό κάνει το αίμα πολύ ιξώδες και χρειάζεται μεγάλη πίεση για άντληση σε όλο το σώμα· οι πιέσεις αίματος των χταπόδιων μπορεί να υπερβαίνουν τα 75 mmHg.[14][16][23] Σε κρύες συνθήκες με χαμηλά επίπεδα οξυγόνου, η αιμοκυανίνη είναι πιο αποτελεσματική στη μεταφορά οξυγόνου από την αιμοσφαιρίνη. Η αιμοκυανίνη διαλύεται στο πλάσμα αντί να κινείται με τα κύτταρα του αίματος και δίνει στο αίμα ένα γαλαζωπό χρώμα.[14][16]

Η συστηματική καρδιά έχει μυϊκά συσταλτικά τοιχώματα και αποτελείται από μία κοιλία και δύο κόλπους, μία για κάθε πλευρά του σώματος. Τα αιμοφόρα αγγεία περιλαμβάνουν αρτηρίες, τριχοειδή αγγεία και φλέβες και είναι επενδεδυμένα με ένα κυτταρικό ενδοθήλιο που διαφέρει αρκετά από αυτό των περισσότερων άλλων ασπονδύλων. Το αίμα κυκλοφορεί μέσω της αορτής και του τριχοειδούς συστήματος προς την κοίλη φλέβα, στη συνέχεια διέρχεται από τα βράγχια με τις βοηθητικές καρδιές και τελικά πίσω στην κύρια καρδιά. Πολλά από τα φλεβικά συστήματα είναι συστολικά, και βοηθούν στην κυκλοφορία του αίματος.[13]

Αναπνοή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χταπόδι με ανοιχτό σιφόνι. Το σιφόνι χρησιμοποιείται για την αναπνοή, την απέκκριση και την εκτόξευση μελάνης.

Η αναπνοή περιλαμβάνει την άντληση νερού μέσα στην κοιλότητα του μανδύα μέσω ενός ανοίγματος, διέλευση από τα βράγχια και απέκκριση από το σιφόνι. Η εισροή του νερού επιτυγχάνεται με συστολή των ακτινικών μυών στο τοίχωμα του μανδύα, και οι βαλβίδες του πτερυγίου κλείνονται όταν ισχυροί κυκλικοί μύες αποβάλλουν το νερό μέσω του σιφωνίου.[24] Τα εκτεταμένα πλέγματα συνδετικού ιστού υποστηρίζουν τους αναπνευστικούς μύες και τους επιτρέπουν να επεκτείνουν τον αναπνευστικό θάλαμο.[25] Η πτυχοειδής δομή των βράγχίων επιτρέπει μεγάλη πρόσληψη οξυγόνου· έως και 65% σε νερό θερμοκρασίας 20 ° C.[14] Η ροή του νερού πάνω από τα βράγχια συσχετίζεται με μετακίνηση· το χταπόδι κινείται εμπρόσθια εκτοξεύοντας νερό από το σιφόνι του.[26]

Το λεπτό δέρμα του χταποδιού απορροφά επιπλέον οξυγόνο.[27] Σε κατάσταση ηρεμίας, το 41% περίπου της πρόσληψης οξυγόνου γίνεται μέσω του δέρματος. Περιορίζεται σε 33% όταν κολυμπά, καθώς περισσότερο νερό ρέει πάνω από τα βράγχια· και η πρόσληψη οξυγόνου από το δέρμα αυξάνεται. Σε κατάσταση ανάπαυσης μετά από γεύμα, η πρόσληψη από το δέρμα μπορεί να πέσει σε 3% της ολικής πρόσληψης οξυγόνου.[27]

Πέψη και κένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πεπτικό σύστημα του χταποδιού ξεκινάει από το παρειακό σύστημα που περιλαμβάνει το στόμα, το φάρυγγα, τα γλωσσίδια και τους σιελογόνους αδένες.[14] Τα γλωσσίδα είναι ακιδωτά και χιτινώδη.[16] Το φαγητό διασπάται και εισάγεται στον οισοφάγο με τη βοήθεια των γλωσσιδίων. Από εκεί μεταφέρεται στο γαστρεντερικό σωλήνα, που συγκρατείται στο άνω μέρος της κοιλότητας του μανδύα με πολυάριθμες μεμβράνες. Η διαδρομή περιλαμβάνει έναν πρόλοβο για προσωρινή αποθήκευση του φαγητού· ένα στομάχι για πέψη των τροφίμων· το τυφλό έντερο όπου ο χυλός του φαγητού χωρίζεται σε υγρά και στερεά σωματίδια και προηγείται της απορρόφησης· τον πεπτικό αδένα όπου τα ηπατικά κύτταρα αποικοδομούν και απορροφούν το υγρό και γίνονται «καφέ σώματα»· και το έντερο, όπου τα συσσωρευμένα απόβλητα μετατρέπονται σε περιττώματα και αποβάλλονται μέσω του ορθού.[14][28]

Νευρικό σύστημα και αισθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα κοινό χταπόδι (Octopus vulgaris) που κινείται. Το νευρικό του σύστημα επιτρέπει αυτονομία κινήσεων στα πόδια.

Το χταπόδι (μαζί με τη σουπιά) έχει την υψηλότερη αναλογία μάζας εγκεφάλου-σώματος από όλα τα ασπόνδυλα.[29] Έχει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο νευρικό σύστημα, μόνο ένα μέρος του οποίου εντοπίζεται στον εγκέφαλο που περιέχεται σε μια χόνδρινη κάψουλα.[30] Τα δύο τρίτα των νευρώνων του ζώου βρίσκονται στα νεύρα των ποδιών, στα οποία οφείλονται οι αντανακλαστικές κινήσεις που γίνονται ακόμα και άνευ εντολής από τον εγκέφαλο.[31] Οι σύνθετες κινήσεις των χταποδιών δεν οργανώνονται στον εγκέφαλό τους μέσω ενός σωματοτοπικού χάρτη όπως γίνεται στα σπονδυλωτά· το σύστημα τους είναι μη σωματοτοπικό και αποκλειστικό για τα ασπόνδυλα με μεγάλους εγκεφάλους.[32]

Το μάτι του κοινού χταποδιού.

Όπως και τα άλλα κεφαλόποδα, τα χταπόδια μπορούν να διακρίνουν την πόλωση του φωτός. Η έγχρωμη όραση φαίνεται πως ποικίλλει από είδος σε είδος, για παράδειγμα υπάρχει στο O. aegina αλλά απουσιάζει από τον O. vulgaris][33]. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι οι οψίνες στο δέρμα είναι αισθητήρια για διαφορετικά μήκη κύματος φωτός και βοηθούν στην επιλογή χρωματισμού για καμουφλάζ, σε συνδυασμό με τα οπτικά ερεθίσματα από τα μάτια.[34] Άλλοι ερευνητές υποθέτουν ότι τα μάτια κεφαλόποδων σε είδη που έχουν μόνο μία πρωτεΐνη φωτοϋποδοχέα μπορεί να χρησιμοποιούν χρωματική παραμόρφωση για να μετατρέψουν τη μονοχρωματική όραση σε έγχρωμη όραση, αν και αυτό θυσιάζει από την ποιότητα της εικόνας.[35]

Δύο ειδικά όργανα του εγκεφάλου που ονομάζονται στατοκύστες (σακοειδείς δομές περιέχουσες ανόργανη μάζα και ευαίσθητα τριχίδια), επιτρέπουν στο χταπόδι να αισθανεται τον προσανατολισμό του σώματός του. Παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη θέση του σώματος, σχετικά με τη βαρύτητα και τη γωνιακή επιτάχυνση. Το αυτόνομο νευρικό σύστημα κρατά τα μάτια του χταποδιού προσανατολισμένα έτσι ώστε η κόρη να βρίσκεται πάντα σε οριζόντια θέση.[13] Οι στατοκύστες είναι και αισθητήρια ήχου. Το κοινό χταπόδι μπορεί να ακούσει ήχους μεταξύ 400 Hz και 1000 Hz με βέλτιστη ποιότητα στα 600 Hz.[36]

Τα χταπόδια έχουν και εξαιρετική αίσθηση αφής. Οι μυζητήρες έχουν χημειοϋποδοχείς για αίσθηση γεύσης. Τα πόδια του ζώου δεν μπερδεύονται και δεν συγκολλιούνται μεταξύ τους επειδή οι αισθητήρες αναγνωρίζουν το δέρμα ομοειδούς και εμποδίζουν την αυτοκόλληση.[37]

Τα πόδια έχουν αισθητήρες τάσης, έτσι ώστε το χταπόδι να ξέρει αν τα πόδια του είναι απλωμένα, αλλά αυτό δεν επαρκεί για να καθορίσει ο εγκέφαλος τη θέση του σώματος ή των άκρων. Συνεπώς, το χταπόδι δεν έχει στερεογνωσία· δηλαδή, δεν σχηματίζεται μια πνευματική απεικόνιση για τη μορφή και χωροταξική θέση του αντικειμένου που χειρίζεται. Μπορεί να αντιληφθεί τοπικές εναλλαγές στην υφή, αλλά αδυνατεί να συνθέσει τις πληροφορίες σε μια μεγαλύτερη εικόνα. Η νευρολογική αυτονομία των άκρων σημαίνει ότι το χταπόδι δεν καταλαβαίνει εύκολα τα αποτελέσματα των κινήσεων του. Δεν έχει καλή αυτοαντίληψη και για τη γνώση των κινήσεων του βασίζεται σε οπτική παρακολούθηση.[38]

Σάκος μελάνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σάκος μελάνης ενός χταποδιού βρίσκεται κάτω από τον πεπτικό αδένα. Ο αδένας παράγει το μελάνι που αποθηκεύεται στο σάκο. Ο σάκος είναι κοντά στον αγωγό μέσω του οποίου εκτοξεύεται το μελάνι. Προ της εκτόξευσης, το μελάνι περνά από αδένες που του προσθέτουν βλέννα, δημιουργώντας μία παχύρρευστη σκούρα κηλίδα που επιτρέπει στο ζώο να ξεφύγει από ένα θηρευτή. Η βασική χρωστική στη μελάνη είναι η μελανίνη, στην οποία οφείλεται το μαύρο χρώμα.[39] Τα χταπόδια της υπόταξης cirrina δεν διαθέτουν σάκο μελάνης.[40]

Κύκλος της ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θηλυκό χταπόδι γίγαντας του Ειρηνικού φυλά τα αυγά της.

Τα χταπόδια είναι σχετικά βραχύβια· ορισμένα είδη ζουν μόνο έξι μήνες. Το γιγαντιαίο χταπόδι του Ειρηνικού, ένα από τα δύο μεγαλύτερα είδη χταποδιών, μπορεί να ζήσει μέχρι και πέντε χρόνια. Η διάρκεια ζωής των χταποδιών περιορίζεται από την αναπαραγωγή: τα αρσενικά πεθαίνουν λίγους μήνες μετά το ζευγάρωμα και τα θηλυκά πεθαίνουν λίγο μετά την εκκόλαψη των αυγών τους. Τα αναπαραγωγικά όργανα που ωριμάζουν κατόπιν ορμονικής επίδρασης του οπτικού αδένα απενεργοποιούν τους πεπτικούς αδένες με αποτέλεσμα ασιτία του ζώου και θάνατο.[41] Πειραματικά βρέθηκε ότι η αφαίρεση και των δύο οπτικών αδένων μετά την ωοτοκία έχει ως αποτέλεσμα διακοπή της εκκόλαψης, αποφυγή του θανάτου από ασιτία, αυξημένη ανάπτυξη και επιμήκυνση της διάρκειας ζωής.[42]

Οικότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χταπόδια υπάρχουν σε κάθε ωκεανό, και ποικιλία ειδών έχουν προσαρμοστεί για διαβίωση σε διαφορετικά θαλάσσια οικοσυστήματα. Τα νεαρά κοινά χταπόδια κατοικούν σε ρηχές λιμνούλες της παλίρροιας. Το χαβανέζικο χταπόδι (Octopus cyanea) ζει σε κοραλλιογενείς υφάλους· οι αργοναύτες πλέουν σε πελαγικά ύδατα. Το Abdopus aculeatus ζει ως επί το πλείστον σε παράκτιες περιοχές με φύκη. Ορισμένα είδη προτιμούν τα ψυχρά, ωκεάνια βάθη. Το χταπόδι Bathypolypus arcticus βρίσκεται στην αβυσσαία ζώνη σε βάθος 1.000 μ. Και το Vulcanoctopus hydrothermalis ζει κοντά σε υδροθερμικούς αγωγούς στα 2.000 μέτρα.[43] Τα cirrina συνήθως κολυμπούν ελεύθερα και ζουν σε οικοσυστήματα μεγάλου βάθους.[22] Φαίνεται πως δεν υπάρχουν χταπόδια του γλυκού νερού.[44]

Αλίευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επαγγελματική αλιεία του χταποδιού στις ελληνικές θάλασσες, από στατιστική άποψη, παρακολουθείται. Συγκεκριμένα το 2001 αλιεύθηκαν 2.190 τόνοι, το 2002 2.443 τόνοι και το 2003 περίπου 3.000 τόνοι.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «ITIS Report: Octopoda Leach, 1818». Itis.gov. 10 April 2013. Ανακτήθηκε στις 4 February 2014. 
  2. «ὀκτώπους - Βικιλεξικό». el.wiktionary.org. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  3. «octopus | Origin and meaning of octopus by Online Etymology Dictionary». www.etymonline.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  4. «the definition of octopus». www.dictionary.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  5. «Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon, ὀκτά-πους». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30.  line feed character in |title= at position 37 (βοήθεια)
  6. «Giant Pacific Octopus - National Zoo| FONZ». 2014-02-23. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  7. Cosgrove, J.A. 1987. Aspects of the Natural History of Octopus dofleini, the Giant Pacific Octopus. MSc Thesis. Department of Biology, University of Victoria (Canada), 101 pp.
  8. Norman, M. 2000. Cephalopods: A World Guide. ConchBooks, Hackenheim. p. 214.
  9. High, William L. (1976). "The giant Pacific octopus" (PDF). Marine Fisheries Review. 38(9): 17–22.
  10. O'Shea, Steve (2004-01). «The giant octopusHaliphron atlanticus(Mollusca: Octopoda) in New Zealand waters» (στα αγγλικά). New Zealand Journal of Zoology 31 (1): 7–13. doi:10.1080/03014223.2004.9518353. ISSN 0301-4223. http://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/03014223.2004.9518353. 
  11. O'Shea, S. (2002). "Haliphron atlanticus – a giant gelatinous octopus" (PDF). Biodiversity Update. 5: 1.
  12. «Octopus Facts». Live Science. https://www.livescience.com/55478-octopus-facts.html. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 E.,, Ruppert, Edward. S.,, Fox, Richard. Invertebrate zoology : a functional evolutionary approach (Seventh edition έκδοση). Delhi, India. 970002268. ISBN 9788131501047. https://www.worldcat.org/oclc/970002268. 
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 14,5 14,6 J.,, Wells, M.. Octopus : Physiology and Behaviour of an Advanced Invertebrate. Dordrecht. 864684007. ISBN 9789401724685. https://www.worldcat.org/oclc/864684007. 
  15. A., Mather, Jennifer. B., Wood, James (2010). Octopus : the ocean's intelligent invertebrate. Portland, Or.: Timber Press. 436623449. ISBN 9781604690675. https://www.worldcat.org/oclc/436623449. 
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 16,5 Harmon,, Courage, Katherine. Octopus! : the most mysterious creature in the sea. New York, New York. 861695955. ISBN 9780698137677. https://www.worldcat.org/oclc/861695955. 
  17. Semmens, J. M.; Pecl, G. T.; Villanueva, R.; Jouffre, D.; Sobrino, I.; Wood, J. B.; Rigby, P. R. (2004-07-16). «Understanding octopus growth: patterns, variability and physiology» (στα αγγλικά). Marine and Freshwater Research 55 (4): 367–377. doi:10.1071/MF03155. ISSN 1448-6059. http://www.publish.csiro.au/mf/MF03155. 
  18. «OCTOPUSES & RELATIVES: LOCOMOTION: CRAWLING». www.asnailsodyssey.com. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  19. Zelman, Ido; Titon, Myriam; Yekutieli, Yoram; Hanassy, Shlomi; Hochner, Binyamin; Flash, Tamar (2013). «Kinematic decomposition and classification of octopus arm movements» (στα English). Frontiers in Computational Neuroscience 7. doi:10.3389/fncom.2013.00060. ISSN 1662-5188. PMID 23745113. PMC PMC3662989. http://journal.frontiersin.org/article/10.3389/fncom.2013.00060/abstract. 
  20. Tramacere, Francesca; Beccai, Lucia; Kuba, Michael; Gozzi, Alessandro; Bifone, Angelo; Mazzolai, Barbara (2013-06-04). «The Morphology and Adhesion Mechanism of Octopus vulgaris Suckers» (στα αγγλικά). PLOS ONE 8 (6): e65074. doi:10.1371/journal.pone.0065074. ISSN 1932-6203. PMID 23750233. PMC PMC3672162. http://journals.plos.org/plosone/article?id=10.1371/journal.pone.0065074. 
  21. Kier, William M.; Smith, Andrew M. (2002-12-01). «The Structure and Adhesive Mechanism of Octopus Suckers» (στα αγγλικά). Integrative and Comparative Biology 42 (6): 1146–1153. doi:10.1093/icb/42.6.1146. ISSN 1540-7063. https://academic.oup.com/icb/article/42/6/1146/698313. 
  22. 22,0 22,1 22,2 Corporation., Marshall Cavendish (2004). Encyclopedia of the aquatic world.. New York: Marshall Cavendish. 51445929. ISBN 0761474188. https://www.worldcat.org/oclc/51445929. 
  23. 1915-2007., Schmidt-Nielsen, Knut,. Animal physiology : adaptation and environment (Fifth edition έκδοση). Cambridge. 35744403. ISBN 0521570980. https://www.worldcat.org/oclc/35744403. 
  24. Wells, M.; Wells, J. (1995-01-01). «The control of ventilatory and cardiac responses to changes in ambient oxygen tension and oxygen demand in octopus» (στα αγγλικά). Journal of Experimental Biology 198 (8): 1717–1727. ISSN 0022-0949. PMID 9319626. http://jeb.biologists.org/content/198/8/1717. 
  25. Wells, J. (1996-11-01). «Cutaneous respiration in Octopus vulgaris» (στα αγγλικά). Journal of Experimental Biology 199 (11): 2477–2483. ISSN 0022-0949. PMID 9320405. http://jeb.biologists.org/content/199/11/2477. 
  26. «OCTOPUSES & RELATIVES: LOCOMOTION: JET PROPULSION». www.asnailsodyssey.com. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  27. 27,0 27,1 Wells, M.; Wells, J. (1995-01-01). «The control of ventilatory and cardiac responses to changes in ambient oxygen tension and oxygen demand in octopus» (στα αγγλικά). Journal of Experimental Biology 198 (8): 1717–1727. ISSN 0022-0949. PMID 9319626. http://jeb.biologists.org/content/198/8/1717. 
  28. Dennis,, Willows, A. O.. The mollusca. Volume 9, Neurobiology and behavior. Part 2. Orlando, Florida. 878141158. ISBN 9781483275512. https://www.worldcat.org/oclc/878141158. 
  29. «Kings of Camouflage — NOVA | PBS». www.pbs.org. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  30. Hochner, Binyamin (2012-10-23). «An embodied view of octopus neurobiology». Current biology: CB 22 (20): R887–892. doi:10.1016/j.cub.2012.09.001. ISSN 1879-0445. PMID 23098601. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/23098601. 
  31. Yekutieli, Yoram; Sagiv-Zohar, Roni; Aharonov, Ranit; Engel, Yaakov; Hochner, Binyamin; Flash, Tamar (2005-8). «Dynamic model of the octopus arm. I. Biomechanics of the octopus reaching movement». Journal of Neurophysiology 94 (2): 1443–1458. doi:10.1152/jn.00684.2004. ISSN 0022-3077. PMID 15829594. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/15829594. 
  32. Zullo, Letizia; Sumbre, German; Agnisola, Claudio; Flash, Tamar; Hochner, Binyamin (2009-10-13). «Nonsomatotopic organization of the higher motor centers in octopus». Current biology: CB 19 (19): 1632–1636. doi:10.1016/j.cub.2009.07.067. ISSN 1879-0445. PMID 19765993. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/19765993. 
  33. Kawamura, Gunzo; Nobutoki, Kazuo; Anraku, Kazuhiko; Tanaka, Yoshito; Okamoto, Masaru (2001). «Color Discrimination Conditioning in Two Octopus Octopus aegina and O. vulgaris.» (στα ja). NIPPON SUISAN GAKKAISHI 67 (1): 35–39. doi:10.2331/suisan.67.35. ISSN 1349-998X. http://joi.jlc.jst.go.jp/JST.Journalarchive/suisan1932/67.35?from=CrossRef. 
  34. «Octopus vision, it's in the eye (or skin) of the beholder». thedishonscience.stanford.edu. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  35. «Study proposes explanation for how cephalopods see color, despite black and white vision». https://phys.org/news/2016-07-explanation-cephalopods-black-white-vision.html. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  36. «The cephalopods can hear you» (στα αγγλικά). 2009-06-15. http://news.bbc.co.uk/earth/hi/earth_news/newsid_8095000/8095977.stm. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  37. «Why This Octopus Isn't Stuck-Up» (στα αγγλικά). NPR.org. https://www.npr.org/2014/05/15/312575546/why-this-octopus-isnt-stuck-up?t=1532966918781. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30. 
  38. Wells, M. J. (1978). Octopus, Physiology and Behaviour of an Advanced Invertebrate. Springer Science & Business Media. ISBN 978-94-017-2470-8 p.p.228-244
  39. Derby, Charles D. (2014-05-12). «Cephalopod Ink: Production, Chemistry, Functions and Applications» (στα αγγλικά). Marine Drugs 12 (5): 2700–2730. doi:10.3390/md12052700. PMID 24824020. PMC PMC4052311. http://www.mdpi.com/1660-3397/12/5/2700. 
  40. "Finned Deep-sea Octopuses, Grimpoteuthis spp". MarineBio. Retrieved 25 May 2017.
  41. Anderson, Roland C.; Wood, James B.; Byrne, Ruth A. (2002-10). «Octopus Senescence: The Beginning of the End» (στα αγγλικά). Journal of Applied Animal Welfare Science 5 (4): 275–283. doi:10.1207/s15327604jaws0504_02. ISSN 1088-8705. http://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1207/S15327604JAWS0504_02. 
  42. Wodinsky, J. (1977-12-02). «Hormonal inhibition of feeding and death in octopus: control by optic gland secretion». Science (New York, N.Y.) 198 (4320): 948–951. doi:10.1126/science.198.4320.948. ISSN 0036-8075. PMID 17787564. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17787564. 
  43. Mather, J. A.; Anderson, R. C.; Wood, J. B. (2010). Octopus: The Ocean's Intelligent Invertebrate. Timber Press. ISBN 978-1-60469-067-5. p.p.13-15
  44. «Are there any freshwater cephalopods?». www.abc.net.au (στα Αγγλικά). 2013-01-16. Ανακτήθηκε στις 2018-07-30.