Αετοβούνι Σερρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 41°17′1″N 23°15′34″E / 41.28361°N 23.25944°E / 41.28361; 23.25944

Αετοβούνι
Αετοβούνι is located in Greece
Αετοβούνι
Αετοβούνι
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΚεντρικής Μακεδονίας
Περιφερειακή ΕνότηταΣερρών
ΔήμοςΣιντικής
Δημοτική ΕνότηταΠετριτσίου
Δημοτική ΚοινότηταΝέου Πετριτσίου
Γεωγραφία και Στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμαΜακεδονίας
ΝομόςΣερρών
Υψόμετρο240 μέτρα
Πληθυσμός465 (1951)
Πληροφορίες
Παλαιά ονομασίαΚισισλίκ
Κισισλίκι
Κισιολίτι

Το Αετοβούνι, έως το 1927 γνωστό ως Κισισλίκ[1], Κισισλίκι[2] ή Κισιολίτι[3], είναι εγκαταλελειμμένος οικισμός που βρίσκεται στον σημερινό Δήμο Σιντικής της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 240 μέτρων, στους νοτιοανατολικούς πρόποδες της οροσειράς Μπέλλες, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων δυτικά από το Νέο Πετρίτσι Σερρών[4]. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και οι περισσότεροι κάτοικοί του μετεγκαταστάθηκαν στη Βυρώνεια Σερρών.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανήκε διοικητικά στον Καζά του Ντεμίρ Ισάρ του Σαντζακίου των Σερρών του Βιλαετίου της Θεσσαλονίκης.

Στη δημογραφική μελέτη «Εθνογραφία των Βιλαετίων Αδριανούπολης, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης» που εκδόθηκε το 1878 στην Κωνσταντινούπολη, εκτιμάται ότι το 1873 ο οικισμός αποτελούνταν από 50 σπίτια και 170 κατοίκους,[5] ενώ η στατιστική μελέτη του Βούλγαρου Βασίλ Κάντσωφ, «Μακεδονία, Εθνογραφία και Στατιστική», εκτιμά ότι το 1900 το Χατζή-Μπεϊλίκ είχε 300 κατοίκους.[6] Σύμφωνα με την «Εθνολογική Στατιστική των Βιλαετίων Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου» του Αθανάσιου Χαλκιόπουλου, που εκδόθηκε το 1910 στην Αθήνα, εκτιμάται ότι ο πληθυσμός του οικισμού ήταν 200 εξαρχικοί κάτοικοι.[7] Σε υπολογισμούς που εξέδωσε, το έτος 1919, η Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, προ του 1912 αναφέρονται 150 εξαρχικοί κάτοικοι.[2]

Το 1912, ως εκδίκηση για τον θάνατο ομοεθνών τους, οι Οθωμανοί εξαπέλυσαν επιδρομή και κατέστρεψαν ολοσχερώς το Κισισλίκ. Όσοι κάτοικοι κατάφεραν να επιβιώσουν διέφυγαν στη Βουλγαρία.[8]

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, ο οικισμός περιήλθε στην ελληνική επικράτεια και κατά την ελληνική απογραφή του 1913 καταγράφηκε ως κατεστραμμένος.[1] Το 1920 προσαρτήθηκε στη νεοσυσταθείσα κοινότητα Βετρίνης (Νέο Πετρίτσι), μαζί με το χωριό Ουμπαγιά (Αγριόλευκα), ενώ το 1927 μετονομάστηκε σε Αετοβούνι.[9][10][11]

Σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, στον κατεστραμμένο οικισμό εγκαταστάθηκαν τη δεκαετία του 1920 τουλάχιστον 120 οικογένειες προσφύγων του Πόντου και κατά την ελληνική απογραφή του 1928 είχε πληθυσμό 352 κατοίκων.[12][13]

Λίγο πριν τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο οικισμός εκκενώθηκε και ο πληθυσμός μετακινήθηκε προσωρινά σε άλλα κοντινά χωριά, παραμένοντας εκεί μέχρι την εισβολή των Γερμανών. Στην αρχή οι άνδρες και μετά οι υπόλοιποι κάτοικοι, επέστρεψαν στον οικισμό, αντιμετωπίζοντας τις οδυνηρές δυσκολίες της Γ' βουλγαρικής κατοχής.[14]

Επιστολή του Γεν. Διευθυντή Εποικισμού Μακεδονίας στην οποία επαινεί την εργατικότητα και αυτενέργεια των κατοίκων του Αετοβουνίου, κάνοντας ονομαστική αναφορά στα συντελεσθέντα έργα των κατοίκων (19 Δεκεμβρίου 1927).

Το 1949, κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, το Αετοβούνι εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοι, ήδη πρόσφυγες, μετεγκαταστάθηκαν σε νέα τοποθεσία, περίπου 2 χλμ. προς νότια-νοτιοδυτικά, δίπλα στον ήδη υπάρχον, τότε, Σιδηροδρομικό Σταθμό Βυρώνειας.[15] Στη συγκεκριμένη θέση, είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται οικισμός με επίσημη αρχική ονομασία Σιδηροδρομικός Σταθμός Βυρώνειας.[16] Εκεί μετεγκαταστάθηκαν την ίδια χρονική περίοδο και οι κάτοικοι από το παλιό χωριό της Βυρώνειας (μετέπειτα Άνω Βυρώνεια), καθώς και κάποιες οικογένειες από τη Ράμνα.[17] Ο νέος οικισμός που δημιουργήθηκε, αποτελεί το σημερινό χωριό Βυρώνεια Σερρών, με πληθυσμό 761 κατοίκων (2011).[18]

Το 1959 ο οικισμός του Αετοβουνίου αποσπάστηκε από την κοινότητα Νέου Πετριτσίου και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Βυρωνείας.[19] Κατά την απογραφή του έτους 1961 οι οικισμός συναπεγράφη για πρώτη φορά στη Βυρώνεια και έπαψε να καταγράφεται στις ελληνικές απογραφές.[20]

Τα ερείπια του δημοτικού σχολείου Αετοβουνίου (Απρίλιος 2023).

Σήμερα, στην τοποθεσία του οικισμού εντοπίζονται ίχνη από τα θεμέλια των σπιτιών που υπήρχαν κάποτε εκεί. Υπάρχουν, επίσης, τα ερείπια του δημοτικού σχολείου, όπου στέκει ακόμη όρθια μόνο η τοιχοποιία του, καθώς και η εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρoς σε καλή κατάσταση.

Σε μικρή απόσταση, περίπου 300 μέτρα δυτικά του οικισμού, στη θέση «Ανάληψη», υπάρχει εγκαταλελειμμένο λατομείο, το οποίο έπαψε να λειτουργεί με την ένταξη της ευρύτερης περιοχής του υγροβιότοπου της Λίμνης Κερκίνης στις υπό προστασία περιοχές της Σύμβασης Ραμσάρ.[21]

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απογραφή Ονομασία Κάτοικοι Αναφ.
Άνδρες Γυναίκες Σύνολο
1913 Κισισλίκ χαρακτηρίζεται ως κατεστραμμένο [1]
1915 Κισισλίκι 4 6 10 [2]
1920 Κισιολίτι 0 0 0 [3]
1928 Αετοβούνι 167 185 352 [13]
1940 Αετοβούνιον 216 248 464 [22]
1951 Αετοβούνιον 465 [23]

Χάρτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης
Η θέση του οικισμού Αετοβούνι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνση Στατιστικής (1915). Απαρίθμησις των Κατοίκων των Νέων Επαρχιών της Ελλάδος του Έτους 1913 (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 48. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Στατιστικοί πίνακες του πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας. Αθήνα: Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού. 1919. σελ. 9. 37. Κισισλίκι 
  3. 3,0 3,1 Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνση Στατιστικής (1921). Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920 - Πραγματικός πληθυσμός (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 281. 
  4. «Gov.gr - Θέαση». gov.gr. Ανακτήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2023. 
  5. Ethnographic des Vilayets d'Andrinople, de Monastir, et de Salonique (στα Γαλλικά). Κωνσταντινούπολη: Courrier d`Orient. 1878. σελ. 35. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2023. 
  6. Κάντσωφ, Βασίλ (1900). Македония. Етнография и статистика (στα Βουλγάρικα). Σόφια: Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών. 44. Кешишлъкъ CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  7. Χαλκιόπουλος, Αθανάσιος (1910). Εθνολογική Στατιστική των Βιλαετίων Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου. Αθήνα: Τυπογραφείου "Νομικής". σελ. 54. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2023. 
  8. Λιάος, Γεώργιος (1957). «Το Νέον Πετρίτσι και η Ιστορία του». Περιοδικό Σερραϊκά Χρονικά. σελ. 221. 
  9. Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) 2Α΄/4-1-1920. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 7. 
  10. Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) 7Α΄/14-1-1927. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 46. 
  11. «Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών - Κισιολίτι (Σερρών)». Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ). Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2023. 
  12. Ονομαστικόν Ευρετήριον Αγροτών Προσφύγων - Τόμος 1ος. Αθήνα: Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων. 1928. σελ. ΧΧX. Αύξων αριθ. υπεύθ. δηλώσεων 109961 - 110080: Κεσισλίκ (πρ. Αετοβούνι) 
  13. 13,0 13,1 Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνση Στατιστικής (1935). Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928 - Πραγματικός πληθυσμός (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 322. 
  14. Τσακιρίδης, Παύλος (2020). Από τον Πόντο στη Βυρώνεια. Σέρρες. 
  15. Χουρίδης, Θεμιστοκλής. Το Γενεαλογικό Δένδρο των Χουριδαίων. Μαίανδρος. σελ. 243. 
  16. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνση Στατιστικής (1935). Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928 - Πραγματικός πληθυσμός (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 321. 
  17. Τσιλικίδης, Ευθύμης (18 Απριλίου 2017). «Φωτογραφική έκθεση: «Βυρώνεια, γοητεία και εγκατάλειψη»». Ερανιστής. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2023. 
  18. «Απογραφή Πληθυσμού-Kατοικιών 2011». Ελληνική Στατιστική Αρχή. σελ. 10974. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2023. 
  19. Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) 116Α΄/10-6-1959. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 1081. 
  20. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (1962). Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961 - Πραγματικός πληθυσμός (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 162. 
  21. Παπαφιλίππου-Πέννου, Ευαγγελία (2004). Δυναμική εξέλιξη και σύγχρονες εξωγενείς διεργασίες του υδρογραφικού συστήματος της τεφρολεκάνης των Σερρών. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Γεωλογίας. σελ. 221. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2023. 
  22. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας - Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (1950). Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940 - Πραγματικός πληθυσμός (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 353. 
  23. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (1955). Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951 - Πραγματικός πληθυσμός (PDF). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο. σελ. 168.