Σιδηρόκαστρο Σερρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°14′00″N 23°23′00″E / 41.233333°N 23.383333°E / 41.233333; 23.383333

Σιδηρόκαστρο
Το βυζαντινό κάστρο (Ισσάρι)
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Σιδηρόκαστρο Σερρών
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Κεντρική Μακεδονία
Δήμος Σιντικής
Υψόμετρο 81 m
Πληθυσμός 5 177
Ταχ. κωδ. 62300
Τηλ. κωδ. 23230

Το Σιδηρόκαστρο είναι πεδινή πόλη (υψόμ. 100μ.) του νομού Σερρών. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού, 26 χλμ. ΒΔ. της πόλης των Σερρών, ανάμεσα στα όρη της Βροντούς και του Αγκίστρου από βορρά και του ποταμού Στρυμόνα από δυτικά. Το Σιδηρόκαστρο αποτελεί έδρα του Δήμου Σιντικής και είναι ο τελευταίος δήμος της Ελλάδας στην έξοδο της χώρας προς τη Βουλγαρία.

Στην κωμόπολη υπάρχουν μνημεία όπως το βυζαντινό κάστρο, λαξευτοί μακεδονικοί τάφοι, ρωμαϊκός οικισμός και διατηρητέα αρχοντικά. Στην περιοχή του Σιδηροκάστρου διεξήχθη το 1185 η ιστορική Μάχη του Δημητρίτζη μεταξύ των Βυζαντινών και των Νορ­μανδών που έληξε με βυζαντινή νίκη.[1] Επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν Δεμίρ Ισσάρ (δηλαδή σιδερένιο κάστρο) και κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα αποτέλεσε σημαντική εστία του Ελληνισμού[2]. Ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε το Σιδηρόκαστρο στις 27 Ιουνίου 1913.[3]

Πίνακας περιεχομένων

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιδηρόκαστρο (1919)

Το Σιδηρόκαστρο είναι αμφιθεατρικά χτισμένο στους πρόποδες του Ισσάρι, υψηλού και απόκρημνου γρανιτένιου γκρίζου βράχου που δεσπόζει ανατολικά και στους τριγύρω λόφους του, που σε όποιο σχεδόν σημείο του κι αν βρίσκεται ο επισκέπτης, βλέπει την υπόλοιπη πόλη. Είναι αρχαία πόλη, οι πρώτοι κάτοικοί της λέγονταν Σίντιοι και η περιοχή Σιντική.

Οι κάτοικοι του Σιδηροκάστρου είναι γηγενείς και πρόσφυγες από διάφορα μέρη: Μελενίκιοι που ήρθαν το 1913 από το Μελένικο, Θρακιώτες που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία, Μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν το 1922 με την Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, Πόντιοι, Βλάχοι και άλλοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Ο ποταμός Κρουσοβίτης, παρακλάδι του Στρυμόνα, χωρίζει την πόλη σε δύο μέρη που ενώνονται με γέφυρες: του Καλκάνη, από το όνομα του μηχανικού που την κατασκεύασε, και του Σταυρού, επειδή τα Θεοφάνεια ρίχνεται από αυτήν ο Σταυρός. Επίσης ξεχωρίζουν οι γέφυρες της Μαϊμούδας (ξεροπόταμος) που ενώνουν τις καλυμμένες με γρασίδι και πικροδάφνες όχθες της.

Το όνομά του, το πήρε ως αντιδάνειο από την παλαιότερη τούρκικη απόδοση του Δεμίρ Ισάρ (Демир Хисар) ή του πελώριου βράχου που δεσπόζει στην πόλη ύψους 155μ. ως σιδερένιο κάστρο Σιντι+ισάρι > Σιντισάρι > Σιντιρισάρι > Σιδηρόκαστρο – κι αποτελεί τη μια έδρα από τις τέσσερις επαρχίες του νομού Σερρών, της επαρχίας Σιντικής. Βρίσκεται βορειοανατολικά των Σερρών και σε απόσταση 20 χιλιομέτρων.

Σε κοντινή απόσταση γύρω από την πόλη υπάρχουν πολλά αξιοθέατα όπως τα υπαίθρια κολυμβητήρια, οι καταρράκτες, τα ιαματικά λουτρά, ο υγροβιότοπο της λίμνης Κερκίνης και οι ορεινοί όγκοι του Λαϊλιά και του Μπέλες.

Στην ευρύτερη περιοχή του Σιδηροκάστρου υπάρχουν αδρανή, μάρμαρα, λιγνίτης, μαγγάνιο, χαλκός, πυρομορφίτης, σίδηρος, χρωμίτης, δολομίτης, ουράνιο καθώς και γεωθερμικοί πόροι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πετούσα (Ήφαιστος) όλη μέρα κι όταν ο ήλιος έδυσε έπεσα μισοπεθαμένος στη Λήμνο· εκεί με περιμάζεψαν και με φρόντισαν οι Σίντιες.
κάππεσον ἐν Λήμνῳ, ὀλίγος δ᾽ ἔτι θυμὸς ἐνῆεν· ἔνθά με Σίντιες ἄνδρες ἄφαρ κομίσαντο πεσόντα. Όμηρος, Ιλιάδα Ραψωδία Α στχ. 593-595
Ο Βασίλειος Β´ και ο Νικηφόρος Β' Φωκάς, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την προάσπιση της περιοχής της Μακεδονίας κατά τη βυζαντινή εποχή.
Η νίκη των Βυζαντινών επί αυτοκράτορος Βασιλείου Β' κατά των Βουλγάρων στη Μάχη του Κλειδίου.

Το Σιδηρόκαστρο είναι τόπος με μακραίωνη ιστορία. Υπάρχουν μνημεία της παλαιολιθικής εποχής. Οι αρχαίοι κάτοικοί του ήρθαν από τη Λήμνο[4][5] και ονομάζονταν Σίντιοι[6], απ΄ όπου πήρε το όνομα της η Επαρχία της Σιντικής, μία από τις τέσσερις επαρχίες του νομού Σερρών, πρωτεύουσα της οποίας είναι το Σιδηρόκαστρο.

Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταθμός στην ιστορία της Μακεδονίας υπήρξε η Μάχη του Κλειδίου, στη θέση Κλειδί στο Ρούπελ της Σιντικής δίπλα σχεδόν στο Σιδηρόκαστρο, όπου ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, με ορμητήριο την πόλη των Σερρών κατανίκησε τους Βουλγάρους το 1014.

Η Μάχη του Δημητρίτζη [7][8] συνέβη το έτος 1185, στην περιοχή του σημερινού Σιδηροκάστρου, μεταξύ των δυνάμεων του Βυζαντινού στρατού και των Νορμανδών του Βασιλείου της Σικελίας, οι οποίοι είχαν πρόσφατα αλώσει την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη. Ήταν καθοριστική Βυζαντινή νίκη, η οποία τερμάτισε οριστικά την Νορμανδική απειλή για την Αυτοκρατορία.

Από το 1204 έως τις 20 Σεπτεμβρίου 1383 εναλλάχτηκαν Βούλγαροι και Σέρβοι.

Οθωμανικά χρόνια - Μακεδονικός Αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1383 το Σιδηρόκαστρο έπεσε στα χέρια των Τούρκων και παρέμεινε υπό την Οθωμανική διοίκηση για 529 χρόνια, ενώ η πόλη μετονομάστηκε σε Δεμίρ-Ισάρ (τουρκικά: Demirhisar).

Σημαντική δράση για τον ελληνισμό στην περιοχή επέδειξε ο Προκόπιος Λαζαρίδης, από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας, ως διάκονος της Μητρόπολης Μελενίκου έως το 1891. Διέτρεχε όλους τους ναούς της Μητρόπολης Μελενίκου, που περιελάμβανε το Σιδηρόκαστρο, για να κηρύξει και να ενισχύσει την παιδεία και τις ελληνικές κοινότητες.[9][10]

Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, οι Σιδηροκαστρινοί αγωνίστηκαν κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων και των συμμοριών τους. Σπουδαίος Μακεδονομάχος ήταν ο οπλαρχηγός Νικόλαος Γούσιος, καθώς και η δασκάλα Αμαλία Οικονόμου[11]. Ο Μητροπολίτης Μελενίκου Αιμιλιανός συνέβαλε στην ενίσχυση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή αλλά και στην εύρρυθμη λειτουργία της κοινοτικής οργάνωσης των υπόδουλων Ελλήνων. Τον Μάιο του 1905 ολοκληρώθηκε η ανέγερση του Ναού της Ευαγγελίστριας στην κάτω συνοικία του Σιδηροκάστρου από τον Μητροπολίτη Μελενίκου Αιμιλιανό.[12]

Α' Βουλγαρική Κατοχή και η Σφαγή του Σιδηροκάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1912 έπαψε να βρίσκεται υπό Οθωμανική Διοίκηση και το 1913 ανέλαβαν τη διοίκηση της περιοχής οι Βούλγαροι. Όμως τις τελευταίες ημέρες της κατοχής της περιοχής και γνωρίζοντας πως ο ελληνικός στρατός προελαύνει, ο βουλγαρικός στρατός προέβη σε πρωτοφανείς σφαγές και ποικίλες βιαιότητες[13][14]. Οι Βούλγαροι συνέλαβαν στις 25 Ιουνίου 1913 στο Σιδηρόκαστρο τον Μητροπολίτη Μελενίκου και Σιδηροκάστρου Κωνσταντίνο Ασημιάδη και τον κατακρεούργησαν. Μαζί με τον Μητροπολίτη, μαρτυρικό θάνατο βρήκαν ο πρωθιερέας Σταύρος και ο πρόκριτος Θωμάς Παπαχαριζάνος. Την επομένη, ημέρα Τετάρτη, σφαγιάσθηκαν από τον Βουλγαρικό στρατό κατοχής εκατό κάτοικοι του Σιδηροκάστρου[15]. Οι Βούλγαροι έσυραν τα σώματα του Μητροπολίτη και των άλλων εκτελεσθέντων και τα έριξαν σε λάκκο της ασβέστου. Επίσης ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός, πριν αποχωρήσει, προέβη σε βιασμούς, καταστροφές οικιών και καταστημάτων Ελλήνων και ληστείες μετά από άσκηση βίας, αφήνοντας πίσω εικόνα καταστροφής και φόβου.[16][17][18][19][20][21]

Απελευθέρωση 1913[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το απόγευμα της 27ης Ιουνίου 1913, η ίλη ιππικού με διοικητή τον ανθυπολοχαγό Ιωαννίδη, εισέρχεται στην μαρτυρική πόλη του Σιδηρόκαστρου και την απελευθερώνει.[22][23]

Β' Βουλγαρική Κατοχή 1916-1918[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουλγαρία εποφθαλμιούσε πάντοτε τη Μακεδονία. Έτσι κάθε φορά που καταλάμβανε την Ανατολική Μακεδονία, προσπαθούσε, με μεθόδους που είχαν χαρακτηριστικά γενοκτονίας όπως οι ομαδικές καταδίκες σε θάνατο από ασιτία ολόκληρων πόλεων και οικισμών ή οι απαγωγές μικρών παιδιών και η κράτησή τους στη Βουλγαρία μετά από τη λήξη του πολέμου, να αλλοιώσει την πληθυσμιακή σύνθεση. Ανάμεσα στις πρακτικές αυτλες κατά κανόνα η βουλγαρικός κατοχικός στρατός επιδιδόταν στη συστηματική και γενική αρπαγή όλων των επίπλων και αντικειμένων αξίας, υφασμάτων, ενδυμάτων, εμπορευμάτων από καταστήματα των πόλεων της Ανατολικής Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και του Σιδηροκάστρου. Επίσης, ανατίναξαν με δυναμίτη τον δικέφαλο αετό που ήταν φιλοτεχνημένος με χρυσές ψηφίδες στην κάθετη πλευρά του βράχου του Σιδηροκάστρου.

Σύληση των ελληνικών κειμηλίων της Μητροπόλεως Μελενίκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέμπλο της Μητρόπολης Μελενίκου, θαύμα ξυλογλυπτικής με ανάγλυφες παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη μεταφέρθηκε το 1913 στο Σιδηρόκαστρο κατά την εγκατάσταση των Μελενικίων στο ελληνικό έδαφος μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Επίσης οι Έλληνες εκ Μελενίκου διέσωσαν και μετέφεραν το 1913 στη νέα τους πατρίδα, το Σιδηρόκαστρο, πλήθος ιερών κειμηλίων ιδιοκτησίας της Μητροπόλεως Μελενίκου που προέρχονταν από 40 εκκλησίες της περιοχής του Μελένικου. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονται Ευαγγέλια υπενδεδυμένα με ασήμι, εικόνες επαργυρωμένες, ιερά άμφια και πλήθος από άλλα λατρευτικά αντικείμενα, όλα εξαιρετικής τέχνης κειμήλια, μεγάλης αρχαιολογικής αλλά και συναισθηματικής αξίας. Τα κειμήλια εναποτέθηκαν σε ακίνητο του Σιδηροκάστρου που μίσθωναν οι Μελενίκιοι. Κατά την κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, το 1916, οι Βούλγαροι απέσπασαν παράνομα το ιστορικό τέμπλο της Μητρόπολης Μελενίκου, το οποίο τοποθέτησαν στο Μοναστήρι της Ρίλα στη Βουλγαρία[24] . Ακόμη τον Αύγουστο του 1917 συνέλαβαν τον Δημήτριο Χατζηκούτρα, υπεύθυνο του ακινήτου όπου φυλάσσονταν τα κειμήλια, απέσπασαν τα κλειδιά και ο λοχαγός του 14ου Συντάγματος Πεζικού George Siskoff, διέταξε τη μεταφορά των κειμηλίων, εκτελώντας διαταγή του στρατηγού Rouseff, διοικητού της 7ης Μεραρχίας. Η παράνομη μεταφορά έγινε μάλιστα μεσημέρι, υπό το φως της ημέρας. Οι Βούλγαροι υποχρεωμένοι από τη Συνθήκης του Νεϊγύ το 1919 και ισχυριζόμενοι ψευδώς πως δεν διαθέτουν άλλα, επέστρεψαν στην Ελλάδα κάποια κειμήλια, ελάχιστα σε σχέση με τον συνολικό όγκο των κλαπέντων. Το 1990 όμως αποκαλύφθηκε πως έχουν στην κατοχή τους όλα τα κειμήλια που είχαν κλαπεί από την Ανατολική Μακεδονία κατά τη Β΄ Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1916-1918) (τα κειμήλια εκ Μελενίκου που βρίσκονταν στο Σιδηρόκαστρο και τα κειμήλια των Μοναστηριών Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Παναγίας Εικοσοφοινίσσης Παγγαίου και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας Ξάνθης).[25]

Γ' Βουλγαρική Κατοχή και Απελευθέρωση 1944[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1941, ύστερα από την παράδοση των οχυρών του Ρούπελ και την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, οι Βούλγαροι που τους ακολούθησαν κατέλαβαν πάλι το Σιδηρόκαστρο στις 3 Μαΐου. Οι κατακτητές αποχώρησαν τον Οκτώβριο 1944 και έτσι οι Σιδηροκαστρινοί ανέκτησαν εκ νέου την ελευθερία τους.

Περίοδος ανασυγκρότησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου (1949) αρχίζει μία νέα περίοδος για την περιοχή. Η περίοδος του ψυχρού πολέμου, όπως χαρακτηρίζεται, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη σχέσεων με τους γειτονικούς λαούς και τα μέτρα ασφαλείας είναι μεγάλα. Η περιοχή είναι χωρισμένη σε ελεγχόμενες και απαγορευμένες ζώνες. Κάτω υπό αυτές τις συνθήκες οι επενδύσεις στην περιοχή ήταν ανύπαρκτες. Η μοναδική πηγή εισροής κεφαλαίων για την πόλη ήταν ο Στρατός, ο οποίος τροφοδοτούσε ως ένα βαθμό την οικονομία μετά τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Οι υποδομές σε γέφυρες δρόμους αρδευτικά έργα ήταν ανύπαρκτες. Αυτές που υπήρχαν πριν από τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο καταστράφηκαν. Οι δρόμοι το χειμώνα γίνονταν αδιάβατοι και τα ποτάμια πλημμύριζαν με την πρώτη βροχή καταστρέφοντας τις σοδειές, γιατί δεν υπήρχαν τεχνικά έργα. Τα μαθητικά συσσίτια και η πρόνοια με τα διάφορα επιδόματα επεδίωκαν να ανακουφίσουν τους κατοίκους. Η λειτουργούσα ηλεκτρική εταιρία εξυπηρετούσε τις ανάγκες της πόλης μόνο κατά τη νύκτα. Η ουσιαστική επί καθημερινής και εικοσιτετράωρης βάσης παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού άρχιζε σταδιακά από το 1960.

Το 1955, η Ιερά Μητρόπολις Σιδηροκάστρου συγκεντρώνει εφόδια και οπλισμό για τον αγώνα της Κύπρου.

Από το 1960, το ηλεκτρικό ρεύμα αλλάζει τη ζωή της πόλης και τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της, αλλά αρχίζει και ένα έντονο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Δυτική Ευρώπη και τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος. Από το 1965 αρχίζει σταδιακά και η αποκατάσταση σχέσεων καλής γειτονίας με τη Βουλγαρία. Ανοίγει το τελωνείο του Προμαχώνα, κατασκευάζεται σύγχρονος, για την εποχή εκείνη αυτοκινητόδρομος, ο οποίος τη νύχτα φωτιζόταν καθ' όλο το μήκος του, από τη γέφυρα του Στρυμόνα μέχρι τον Προμαχώνα. Έτσι η εμπορική κίνηση αρχίζει να μεγαλώνει καθημερινά στο Σιδηρόκαστρο συγκεντρώνονταν ζωντανά όλα τα εισαγόμενα από τη Βουλγαρία αμνοερίφια, εκτελωνίζονταν και ως σφάγια μεταφέρονταν με οχήματα ψυγεία στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδος. Τα σφαγεία, τα οποία λειτουργούσαν με βάρδιες επί εικοσιτετραώρου βάσεως, προσέφεραν εργασία σε μεγάλο αριθμό των κατοίκων της πόλης.

Το Σιδηρόκαστρο γενικά την περίοδο αυτή παρουσίαζε αισιόδοξες προοπτικές, για ανάπτυξη και ευημερία. Με δύο μόνο εμπορικές δραστηριότητες με τη γειτονική Βουλγαρία είχε μετατραπεί σε σημαντικό εμπορευματικό κέντρο.

Το Σιδηρόκαστρο διακρινόταν για την προοδευτική του κοινωνία και την κοσμική του ζωή. Μέσα απ' αυτή την κοινωνία αναδείχθηκαν αξιόλογα άτομα και επιστήμονες. Τα πρώτα χρόνια οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν την Κυριακή το απόγευμα στην πλατεία κάθε γειτονιάς και χόρευαν με τους ήχους παραδοσιακών οργάνων των πατρίδων τους. Οι γάμοι τελούνταν απλά, αλλά πάντοτε παραδοσιακά με την τήρηση των ηθών και εθίμων.

Την εποχή αυτή, ιδρύθηκαν διάφορα σωματεία ή ανασυστάθηκαν παλαιότερα. Οι γυναίκες ανέπτυξαν αξιόλογη δράση στα τρία γυναικεία σωματεία, «Αναγέννηση», «Αρμονία», των Μελενικίων και «Μέριμνα» των Προσφύγων. Τα δύο πρώτα σωματεία ανέπτυξαν μεγάλη δράση μέχρι το 1940, ενώ το τρίτο υπήρξε βραχύβιο. Τα ανδρικά σωματεία «Πρόοδος» και «Σύνδεσμος Ευελπίδων Μελενίκου» πρωτοστάτησαν στην οργάνωση διαφόρων κοινωνικών και φιλανθρωπικών εκδηλώσεων.

Χοροί, ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες και διαλέξεις συγκέντρωναν το ενδιαφέρον των κατοίκων της πόλης. Τις μεγάλες γιορτές τις γιόρταζαν, όπως επέβαλαν τα έθιμα των Πατρίδων. Στα πανηγύρια έσπευδαν όλοι με κάθε μέσο. Τα κάρα στολίζονταν και ξεκινούσαν από τα ξημερώματα για να φθάσουν έγκαιρα το πρωί στην εκκλησία. Τα πανηγύρια της Ζωοδόχου πηγής, του Αγίου Γεωργίου στο Χορτερό, του Αγίου Αθανασίου στο Καμαρωτό, του Προφήτη Ηλία στα Ζεστά Νερά, της Ηράκλειας, αλλά κυρίως της Αγίας Ζώνης στις 31 Αυγούστου συγκέντρωναν και συγκεντρώνουν πολύ κόσμο. Το γλέντι υπό τους ήχους των νταουλιών και των ζουρνάδων έδινε χρώμα σε κάθε πανηγύρι. Οι ποδοσφαιρικοί αγώνες της τοπικής ομάδος και οι αγώνες πάλης έδιναν τη δική τους εορταστική νότα.

Οι πρώτες ασπρόμαυρες τηλεοράσεις εμφανίζονται από το 1966, όταν άρχισαν να εκπέμπουν οι πρώτοι τηλεοπτικοί σταθμοί από τη γειτονική Γιουγκοσλαβία. Το Σιδηρόκαστρο μάλιστα είχε το προνόμιο λόγω της θέσεως του να λαμβάνει το σήμα αυτό προτού ακόμη λειτουργήσουν τηλεοπτικοί σταθμοί στην Ελλάδα. Από την περίοδο αυτή η τηλεόραση αρχίζει να αλλάζει τον τρόπο ζωής των κατοίκων και παράλληλα να μειώνει το ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο. Έτσι σταδιακά οι τέσσερις χειμερινοί κινηματογράφοι, που λειτουργούσαν στην πόλη, μετατρέπονται και λειτουργοί ως καφετέριες. Τα πρώτα ταβερνάκια που λειτουργούσαν προπολεμικά και λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο διασκεδάζοντας τον κόσμο με το γραμμόφωνο ή τη λατέρνα ανακαινίζονται. Το καλοκαίρι τα εξοχικά κέντρα του Σιδηροκάστρου με ορχήστρα που μετακαλούσαν από τη Θεσσαλονίκη προσήλκυαν πολύ κόσμο από τη γύρω περιοχή. Ο «Παράδεισος» απέναντι από την εκκλησία της «Ευαγγελίστριας, η «Πράσινη Γωνιά» με τα υπέροχα οπωροφόρα δένδρα στο δρόμο για το Σταθμό, το «Πάνθεον» μέσα στους λαχανόκηπους (μπαχτσέδες), δίπλα από την παλιά γέφυρα στο Βαρόσι, η «Όαση» απέναντι από τον θερινό κινηματογράφο Ολύμπιον, δίπλα από την εκκλησία της Ευαγγελίστριας και το καφενείο στο Σιδηροδρομικό Σταθμό, ανταγωνίζονταν να φέρουν το καλύτερο μουσικό σχήμα από τις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη κάθε Κυριακή.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 λειτούργησαν και οι δυο θερινοί κινηματογράφοι «Παλλάς» και «Ολύμπιον». Οι αντίστοιχοι χειμερινοί λειτουργούσαν ο ένας δίπλα από το Καφενείο «Ομόνοια» και ο άλλος στο Τσαρστή Τζαμί. Τη δεκαετία του 1960, κτίσθηκε και τρίτος χειμερινός κινηματογράφος, απέναντι από την Εθνική Τράπεζα. Τη δεκαετία του 1970, λειτούργησε και τέταρτος χειμερινός κινηματογράφος.

Οι γυμναστικές επιδείξεις των σχολείων αποτελούσαν το κορυφαίο αθλητικό, αλλά και πολιτιστικό γεγονός κάθε Μάιο για τη νεολαία της πόλης.

Μνημεία και Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βυζαντινό Κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κάστρο, κτίσμα του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου σε λόφο ύψους 155μ., δεσπόζει ΒΔ. της πόλης. Πρωτοχτίστηκε το 527 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και ολοκληρώθηκε από τον Ανδρόνικο Γ' τον Παλαιολόγο (1326-1341). Στο κάστρο υπάρχουν επίσης και τα ερείπια ενός βυζαντινού ναϊδρίου, που καταστράφηκε με την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1384. Είναι γνωστό και ως Ίσσαρι καθώς επί Τουρκοκρατίας ονομαζόταν Δεμίρ Ισσάρ, που σημαίνει «Σιδερένιο κάστρο». Από την πανοραμική θέση του κάστρου, μπορεί ο επισκέπτης να παρατηρήσει όλη την πόλη και ένα μεγάλο μέρος του Σερραϊκού κάμπου, με τον ποταμό Στρυμόνα και τη λίμνη Κερκίνη.

Ο Ναός Αγίας Ζώνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναός Αγίου Δημητρίου και Αγίας Ζώνης.

Ο ναός της Αγίας Ζώνης, όπως είναι σήμερα γνωστός, ήταν ειδωλολατρικός τάφος της Ελληνιστικής εποχής που μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, αρχικά αφιερωμένο στον άγιο Δημήτριο. Με την πάροδο του χρόνου ο ναός εγκαταλείφθηκε και ξεχάστηκε η ύπαρξή του. Ανακαλύφθηκε εκ νέου την Άνοιξη του 1915 από τη Σιδηροκαστρινή Θεόπεμπτη Παζώνη. Ο Μητροπολίτης Παρθένιος φρόντισε τότε να χτιστεί ένας μικρός ναός σχεδόν όλος μέσα στον βράχο.

Η πανήγυρη της Αγίας Ζώνης που γινόταν στη Μονή Σπηλαίου στο Μελένικο μεταφέρθηκε ως παράδοση στο Σιδηρόκαστρο, καθώς κατά τον εκπατρισμό τους το 1913 οι Μελενίκιοι μετέφεραν την εικόνα της Αγίας Ζώνης μαζί με άλλα κειμήλια στη Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Η εικόνα αγιογραφήθηκε τον 18ο αιώνα στο Άγιο Όρος μετά από παραγγελία του Μελενίκιου Πέτρου Τρένου του Αλεξίου ως εκπλήρωση τάματος. Απεικονίζει την Θεοτόκο μεταξύ δύο αγγέλων να παραδίδει την Αγία Ζώνη στον Απόστολο Θωμά και στο κάτω μέρος της, εικονίζονται οι έντεκα Απόστολοι γύρω από τον κενό τάφο.

Έτσι μετά την έλευση των Ελλήνων εκ Μελενίκου, ο ναός αφιερώθηκε στην αγία Ζώνη. Το 1939 ο ναός επεκτάθηκε και πήρε τη μορφή που έχει σήμερα. Ο λαξευμένος στο βράχο τάφος είναι το ιερό βήμα του σημερινού ναού. Ανακαινίσθηκε εξ ολοκλήρου το 2003 από τον Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου Μακάριο.

Το Αρχοντικό Τριανταφύλλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κτήριο κτίσθηκε το 1888. Η πάροδος του χρόνου το κατέστησε ακατοίκητο και ερειπιώδες, όμως μετά από ενέργειες της Μητρόπολης Σιδηροκάστρου και του Ιδρύματος Λεβέντη αποκαταστάθηκε το 2014. Το ισόγειο λειτουργεί ως μουσειακός χώρος με κειμήλια εκκλησιαστικής τέχνης. Στον πρώτο όροφο όπου και η κύρια κατοικία, έγινε μια υποδειγματική αποκατάσταση με συντήρηση των σπάνιων εσωτερικών ζωγραφικών διακοσμήσεων.

Οι διατηρητέες οικίες και τα αρχοντικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πόλη του Σιδηροκάστρου διατηρούνται οικίες και αρχοντικά, εκ των οποίων πολλά με τα χαρακτηριστικά στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής όπως το χαγιάτι και τα τριγωνικά σαχνισιά.[26]

Αγάλματα και μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αναθηματική Στήλη, στη μνήμη των υπό των Βουλγάρων εκτελεσθέντων Σιδηροκαστρινών άμαχων πολιτών την 27 Ιουνίου 1913. Στο βάθρο είναι χαραγμένα όλα τα ονόματα των εκτελεσθέντων εθνομαρτύρων.
  • Προτομή μητροπολίτου Μελενίκου και Σιδηροκάστρου Κωνσταντίνου Ασημιάδη. Ο εθνομάρτυρας Κωνσταντίνος Ασημιάδης, γεννηθείς το 1872 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης, επέδειξε σημαντική εθνική δράση ως Μητροπολίτης Μελενίκου και Σιδηροκάστρου. Για το λόγο αυτό συνελήφθη το βράδυ της 25ης Ιουνίου 1913 στο Σιδηρόκαστρο από τους Βούλγαρους (που είχαν καταλάβει την πόλη κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο) και οδηγήθηκε με τη βία στο σημείο Καρά Αγάνη (σημερινή Πλατεία Πολυζωΐδη) όπου υπήρχε λάκκος καιόμενης ασβέστου. Εκεί οι βούλγαροι στρατιώτες τον λόγχισαν, τον ποδοπάτησαν και τον κατακρεούργησαν. Μαζί με τον Μητροπολίτη, μαρτυρικό θάνατο βρήκαν ο πρωθιερέας Σταύρος και ο πρόκριτος Παπαχαριζάνος. Την επομένη, ημέρα Τετάρτη, όταν είχε συντελεσθεί και η σφαγή των άλλων θυμάτων, οι Βούλγαροι έσυραν από τα πόδια τα σώματα του Μητροπολίτη και των άλλων εκτελεσθέντων τα έριξαν στο λάκκο της ασβέστου.[27] [28]
  • Προτομή ευεργέτη Αναστασίου Παλλατίδη, του εκ Μελενίκου.
  • Προτομή Γεωργίου Κατσάνη, Αντισυνταγματάρχου Καταδρομών πεσόντος το 1974 κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.[29]

Το ύψωμα του Σωτήρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ύψωμα του Σωτήρος στο Σιδηρόκαστρο.

Στη βόρειο-δυτική πλευρά του Σιδηροκάστρου, υψώνεται ένας άλλος λόφος στην κορυφή του οποίου δεσπόζει το εξωκλήσι του Σωτήρος Χριστού. Το εξωκλήσι αυτό κτίσθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου από τους στρατιώτες του φυλακίου. Στην πλαγιά του υψώματος αυτού και καθ' όλο το μήκος της, από τα δυτικά προς τα ανατολικά, απλώνονται οι συνοικίες της Καλλιθέας (Τσερκέζικα), όπως ονομάζονταν κατά την Τουρκοκρατία και του Βαροσίου. Στο ύψωμα αυτό βρέθηκαν πολλά αρχαιολογικά ευρήματα κατά την εκσκαφή των θεμελίων του Α' Δημοτικού Σχολείου και διαφόρων οικιών, τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη αρχαίου Ρωμαϊκού νεκροταφείου. Στο χώρο αυτό υπήρχε πιθανόν, σύμφωνα με τα ευρήματα και ναός Χριστιανικός ή ειδωλολατρικός. Κατά την Τουρκοκρατία, οι Οθωμανοί είχαν στήσει στην κορυφή του λόφου ένα μεγάλο κανόνι, το οποίο έδινε στους Μουσουλμάνους της περιοχής το σύνθημα για την έναρξη και τη λήξη της νηστείας του Ραμαζανιού και Μπαϊραμιού, για τον λόγο αυτό ονομαζόταν τότε «Τόπ Μπαϊρ» (Λόφος του Κανονιού). Το εξωκκλήσι λειτουργεί μία φορά το χρόνο, στις 6 Αυγούστου, ανήμερα της γιορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Ο Καταρράκτης Ζεστών Νερών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καταρράκτης βρίσκεται λίγο έξω από το Σιδηρόκαστρο στον ποταμό Κρουσοβίτη, και το νερό που πέφτει από ύψος 15 μέτρων είναι θερμό. Πίσω από τον καταρράκτη βρίσκεται η είσοδος για ένα υπόγειο ποτάμι μήκους 130 μέτρων με σταλακτίτες.

Ο Ναός Αγίου Νεκταρίου και τα ιδρύματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναός του Αγίου Νεκταρίου κτίσθηκε το 1963 από μία ομάδα πιστών. Το 1967 ανακαινίσθηκε, διαμορφώθηκε ο περιβάλλων χώρος και αποτέλεσε τον πυρήνα της ίδρυσης του Κέντρου Περίθαλψης Παίδων με χρόνια αναπηρικά προβλήματα του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και του Γηροκομείου, το οποίο συντηρείται με τη φροντίδα της Μητρόπολης. Στους πρόποδες του λόφου αυτού, παρά τον χείμαρρο της Μαϊμούδας, υπήρχε κατά την Τουρκοκρατία η συνοικία των Αράπηδων ή Αράπικα, όπως ονομάζονταν. Μέχρι το 1960 περίπου υπήρχε και η παραδοσιακή βρύση του Αράπη.

Η Μονή Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερά Μονή Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης

Στο ίδιο, υπερκείμενο της πόλης του Σιδηροκάστρου, ύψωμα που βρίσκεται ο Ναός της Αγίας Ζώνης, είναι κτισμένη Ιερά Μονή αφιερωμένη στους Αγίους Κήρυκο και Ιουλίττα, οι οποίοι κατάγονταν και μαρτύρησαν στο Ικόνιο της Μικρας Ασίας και τιμώνται στις 15 Ιουλίου.

Η μονή ιδρύθηκε το 1967 από τον Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου Ιωάννη. Ο μικρός Ιερός Ναός, στο εσωτερικό της Μονής αποτελεί το πρώτο καθολικό ενώ νέος Ιερός Ναός κτίζεται στον εξωτερικό περίβολο της Μονής. Στο εσωτερικό του ισογείου τμήματος του Ναού αυτού και στη δυτική πλευρά του αριστερού και δεξιού κλίτους, έχουν σχεδιασθεί και κατασκευασθεί δύο μικρά παρεκκλήσια αφιερωμένα στη μνήμη Αγίων. Το τμήμα αυτό του Ναού, το οποίο επικοινωνεί με υπόγεια σήραγγα με το εσωτερικό της Μονής, έχει αγιογραφηθεί και τελούνται όλες οι ακολουθίες κάθε Κυριακή και τις μεγάλες εορτές, έως ότου ολοκληρωθεί ο κυρίως Ναός. Στη Μονή λειτουργεί επίσης ξενώνας για τη φιλοξενία προσκυνητών. Περίοπτη θέση στο μοναστηριακό συγκρότημα κατέχει το Μοναστικό Κέντρο Διακονίας, το οποίο κτίστηκε με δωρεά του ιδρύματος Νιάρχου ως φιλανθρωπικό κέντρο. Η Μονή υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου.[30]

Πληθυσμός και Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σιδηρόκαστρο σύμφωνα με την απογραφή του 2001 έχει πληθυσμό 10.890, έκταση 196.554 στρέμματα και περιλαμβάνει τα δημοτικά διαμερίσματα του Βαμβακοφύτου (1066 κάτοικοι), Καμαρωτού (601 κάτοικοι), Στρυμονοχωρίου (488 κάτοικοι), Χαροπού (1002 κάτοικοι), Χορτερού (715 κάτοικοι), καθώς και αυτά της Φαιάς Πέτρας και της Αμπέλας. Ο ενεργός πληθυσμός του δήμου (εξαιρούνται μαθητές, φοιτητές, άνεργοι και άτομα τρίτης ηλικίας) υπολογίζεται στους 4.000 κατοίκους, από τους οποίους ένα ποσοστό του 68% των εργαζομένων απασχολείται στον πρωτογενή τομέα, με κύρια παραγόμενα προϊόντα: τον καπνό, τις πατάτες, το τριφύλλι, το βαμβάκι, το σιτάρι, το καλαμπόκι, την ελιά και τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Επίσης στην περιοχή καλλιεργείται η παλιά ποικιλία οινοποιίας Ζουμιάτικο ή Δαμιάτης( 12ο αιώνα) καθως και η ποικιλία cinsaut (Σενζώ) ή Γαλλικό ή Black Malvoisie της οποίας η εισαγωγη έγινε στην περιοχή το 1898 και δίνει εξαιρετικό κρασί και τσίπουρο σε περιορισμένες όμως ποσότητες, απο μικρούς παραγωγούς. Στο δευτερογενή τομέα απασχολείται ένα ποσοστό 14% των κατοίκων, που εργάζεται σε βιοτεχνίες, βιομηχανίες και επιχειρήσεις και στο τριτογενή ένα ποσοστό 18% σε δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και εμπορικά καταστήματα. Πλουτοπαραγωγική πηγή της περιοχής είναι ακόμη η γεωθερμία, η εκμετάλλευση της οποίας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δυο δημοτικών επιχειρήσεων (ιαματικών πηγών και θερμοκηπίων) που βοηθάνε στην ευρύτερη ανάπτυξη του δήμου.

Κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι του, προέρχονται από πολλές καταγωγές (ντόπιοι, Βλάχοι, Μελενίκιοι, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, το Πόντο και την Θράκη, κτλ) αφομοιώθηκαν και αποτελούν σήμερα μια κοινωνία με υψηλό πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο. Την τελευταία δεκαετία στο σύνολο των κατοίκων προστέθηκαν παλιννοστούντες Ελληνοπόντιοι από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Η οικονομική κατάσταση των κατοίκων, ως απόρροια των γεγονότων που ακολούθησαν μετά την απελευθέρωση της πόλης την 27η Ιουνίου 1913, δεν έδινε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί αξιόλογη κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν και οι διάφορες δοκιμασίες δεν επέτρεπαν μόνο την εξασφάλιση των αναγκαίων προϋποθέσεων και πόρων για την ασφάλεια της ζωής τους, την επούλωση των τραυμάτων από την απώλεια προσφιλών προσώπων και την επιβίωση τους. Παρ’ όλα αυτά, μετά το 1922 και την εγκατάσταση των Μικρασιατών και Θρακών προσφύγων, ο τόπος άρχισε να αποκτά μία νέα δυναμική. Εμφανίζονται οι πρώτοι πολιτιστικοί Σύλλογοι για να διατηρήσουν οι κάτοικοι τα ήθη και τα έθιμα των αλησμόνητων τους Πατρίδων.

Πολεοδομική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολεοδομική εξέλιξη στο Σιδηρόκαστρο σε όλες τις φάσεις της ιστορικής του πορείας φαίνεται να ήταν έντονη, διότι μετά από κάθε πόλεμο ακολουθούσε η περίοδος της ανασυγκρότησης. Ελάχιστα οικήματα σήμερα έχουν απομείνει από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κυρίως στη συνοικία Βαρόσι, τα οποία μαρτυρούν την πολεοδομική αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα.

Στη σημερινή εποχή, η οποία διακρίνεται από την παγκοσμιοποίηση και την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, το Σιδηρόκαστρο κατέχει κεντρική θέση στον συγκοινωνιακό άξονα, που οδηγεί από τη Μεσόγειο στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Ένα μεγάλο τουριστικό ρεύμα κινείται επί του συγκοινωνιακού αυτού άξονα, όπως συνέβαινε κατά τις διάφορες φάσεις της ιστορίας, που η Βαλκανική χερσόνησος αποτελούσε ενιαία κρατική οντότητα.

Παιδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα στο Σιδηρόκαστρο λειτουργούν τρεις Βρεφονηπιακοί σταθμοί, τέσσερα Νηπιαγωγεία με 140 νήπια και προνήπια, τρία Δημοτικά σχολεία με 500 μαθητές, το Παλλατίδειο Γυμνάσιο με 320 μαθητές, το Ενιαίο Λύκειο με 250 μαθητές, το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο (Τ.Ε.Ε) και Ι.Ε.Κ. διαφόρων ειδικοτήτων.

Το Δημοτικό σχολείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Σιδηρόκαστρο μετά το 1921 υπήρχε ένα εξατάξιο Δημοτικό σχολείο στο Βαρόσι με τρεις δασκάλους και τρεις δασκάλες. Κάθε τάξη αποτελούνταν από είκοσι περίπου αγόρια και επτά με οκτώ κορίτσια. Η εκπαίδευση δεν ήταν τότε υποχρεωτική, έγινε μετά το 1950.

Το Γυμνάσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Σιδηρόκαστρο μετά το 1921 υπήρχε ένα τετρατάξιο Γυμνάσιο απέναντι από τον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γεωργίου, το οποίο στεγάζονταν σε ιδιόκτητο σπίτι. Μετά το 1932 χτίστηκε καινούργιο κτίριο με μεγάλες αίθουσες και το γυμνάσιο στεγάστηκε εκεί και έγινε εξατάξιο. Οι καθηγητές αρχικά ήταν μόνο δύο και για τις τέσσερις τάξεις μετά όμως από διαμαρτυρία των μαθητών ήρθαν στο σχολείο και άλλοι τέσσερεις. Κάθε τάξη αποτελούνταν από εικοσιπέντε περίπου αγόρια και έξι κορίτσια. Μετά τον πόλεμο του 1940 στο Σιδηρόκαστρο υπήρχαν τρία Δημοτικά, τρία Νηπιαγωγεία και ένα εξατάξιο Γυμνάσιο. Κάθε τάξη είχε περίπου σαράντα μαθητές και κάθε σχολείο διακόσιους πενήντα μαθητές σε σύνολο. Τη δεκαετία του 1950 έως την δεκαετία του 1970 στο τέλος της κάθε σχολικής χρονιάς, στην αυλή του σχολείου πραγματοποιούνταν απ’ όλους τους μαθητές γυμναστικές επιδείξεις. Την 27η Ιουνίου, ημέρα απελευθέρωσης του Σιδηροκάστρου, πραγματοποιείται μαθητική παρέλαση.

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Σιντικής στεγάζεται στο ισόγειο της Μαθητικής Εστίας. Σκοπός της είναι η ανύψωση του πνεύματος, η εξάπλωση της γνώσης και της πληροφόρησης ειδικά για την νεολαίας καθώς και η διαφύλαξη της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Οι μαθητικές κατασκηνώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο δάσος της πευκόφυτης κοιλάδας, που διαρρέει ο Χείμαρρος της Μαϊμούδας, στα ανατολικά της πόλης υψώματα, είναι κτισμένο ένα μικρό εξωκκλήσι στην κορυφή ενός λόφου, αφιερωμένο στη μνήμη του Απόστολου των Εθνών Παύλου. Στη θέση αυτή κτίσθηκαν το 1970, από τον Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου Ιωάννη, οι μαθητικές κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου, οι οποίες φιλοξενούν κάθε καλοκαίρι αγόρια και κορίτσια από της περιοχής της Σιντικής, αλλά και άλλες περιοχές της χώρας.

Το Ηρώο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σιδηρόκαστρο ανήγειρε το 1920, λίγα χρόνια μετά τη Βουλγαρική κατοχή του 1917, ένα ηρώο στον πευκόφυτο λόφο στο κέντρο της πόλης. Πάνω στις μαρμάρινες πλάκες στις τρεις πλευρές του μνημείου ήταν χαραγμένα με χρυσά γράμματα τα ονόματα των σφαγιασθέντων το 1913 και πεσόντων Σιδηροκαστρινών. Στη μαρμάρινη πλάκα της δυτικής πλευράς υπήρχε χαραγμένο ένα δάφνινο στεφάνι και η επιγραφή: «Η Πόλις του Σιδηροκάστρου εις μνήμην των τέκνων της».

Η κατασκευή του ηρώου αυτού άρχισε το 1920, επί Δημαρχίας Γεωργίου Μάνου. Η κατασκευή του στοίχισε 150.000 περίπου δραχμές, σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη, που διατέθηκαν από τον προϋπολογισμό του Δήμου και προαιρετικές εισφορές των κατοίκων. Ολοκληρώθηκε στις 6 Αυγούστου του 1922, όταν την ημέρα αυτή έγινε η μετακομιδή των οστών των σφαγιασθέντων της 25ης και 26ης Ιουνίου του 1913 Σιδηροκαστρινών από την ασβεσταριά του προαυλίου του Εθνικού Ορφανοτροφείου Αρρένων Σιδηροκάστρου, τα οποία τοποθετήθηκαν στη βάση του μνημείου.

Στις 13 και 14 Αυγούστου του 1941, οι Βούλγαροι ανατίναξαν με δυναμίτη το Ηρώο. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου και την αποχώρηση των Βουλγάρων, στο μνημείο συνέχιζαν να αναπαύονται τα οστά των ηρώων της πόλης.

Το 1956 ο Δήμαρχος Παναγιώτης Βονίτης το αναστήλωσε και το επανέφερε στην αρχική του μορφή. Στις νέες του μαρμάρινες πλάκες, που εντοιχίστηκαν και πάλι, προστέθηκαν και τα ονόματα των πεσόντων στην Αλβανία το 1940, αλλά και αυτών που θανατώθηκαν κατά τη Βουλγαρική κατοχή. Τα 1960, η τότε Δημοτική αρχή, υπό τον Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη αποφάσισε την κατεδάφιση του μνημείου, κάτι που δε βρήκε σύμφωνους τους κατοίκους της πόλης, των οποίων η αντίδραση υπήρξε καθολική. Οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και τα υπομνήματα προς την Κυβέρνηση δεν έφεραν αποτέλεσμα και το Ηρώον κατεδαφίσθηκε πλέον οριστικά για να ανεγερθεί Τουριστικό Περίπτερο. Τα οστά των σφαγιασθέντων Σιδηροκαστρινών και του Μητροπολίτη Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασημιάδη (που μαρτύρησαν το 1913) μεταφέρθηκαν από τον τότε Μητροπολίτη Βασίλειο, στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία.

Η Δημοτική αρχή, για να μετριάσει τις αντιδράσεις που προκάλεσε η κατεδάφιση του Ηρώου αυτού, διενήργησε Πανελλήνιο Έρανο και φιλοτέχνησε το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου και της μητέρας του Ολυμπιάδος, το οποίο έστησε στην κεντρική πλατεία, επιδιώκοντας να το καθιερώσει ως Ηρώο της πόλης. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ως Ηρώο, επιδιώχθηκε να καθιερωθεί μία μαρμάρινη στήλη στην πλατεία, πάνω από το 2° Δημοτικό Σχολείο. Από τη δεκαετία του 1970, ως Ηρώο καθιερώθηκε η μαρμάρινη στήλη, που υπήρχε στο προαύλιο του Εθνικού Ορφανοτροφείου Αρρένων στη μνήμη των σφαγιασθέντων το 1913 Σιδηροκαστρινών.

Το 1998 η Δημοτική αρχή υπό τη Δήμαρχο Βασιλική Χατζηαγγέλου, μετά από πρόταση του Μακαριστού Μητροπολίτη Ιωάννη, αποφάσισε να κτίσει στο χώρο του προαυλίου του Ορφανοτροφείου, στη θέση όπου υπήρχε η ασβεσταριά, οστεοφυλάκιο, προκειμένου να μεταφερθούν τα οστά των σφαγιασθέντων του 1913. Μετά και τη διαμόρφωση της πλατείας Πολυζωΐδη, το Ηρώο της πόλης στήθηκε σε περίοπτη θέση στο χώρο της θυσίας των Σιδηροκαστρινών πάνω από το οστεοφυλάκιο, μαζί με τις προτομές του Μητροπολίτη Κωνσταντίνου Ασημιάδη και του Σιδηροκαστρινού ήρωα Αντισυνταγματάρχη Κατσάνη Γεωργίου, ο οποίος ως Διοικητής της 33 Μοίρας καταδρομών της Κύπρου, σκοτώθηκε κατά την Τουρκική εισβολή το 1974 στο ύψωμα του Αγίου Ιλαρίωνα, δίπλα από την Κερύνεια.

Ο κεντρικός λόφος και το τουριστικό περίπτερο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λόφος στον οποίο ήταν κτισμένο το Δημοτικό περίπτερο, στο κέντρο της σημερινής πόλης, έχει σημαντική ιστορία. Στο εσωτερικό του λόφου, υπήρχε καταφύγιο, το οποίο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου παρείχε αντιαεροπορική προστασία στον άμαχο Ελληνικό πληθυσμό και κατά την κατοχή χρησιμοποιήθηκε ως τόπος βασανιστηρίων και εκτελέσεων.

Ο λόφος αυτός, ο οποίος μοιάζει με αρχαία ταφική χωμάτινη τούμπα, χρησιμοποιούνταν κατά την προϊστορική και Μακεδονική εποχή, ως νεκροταφείο, όπως μαρτυρούν απασβεστωμένα οστά, τα οποία προβάλλουν κατά καιρούς στην απόκρημνη του πλευρά. Κατά τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή πιθανόν αποτελούσε χώρο αναψυχής λόγω της θέας που παρείχε, ενώ κατά την Τουρκοκρατία στη νότια του πλευρά, όπου σήμερα είναι κτισμένο το 2° Δημοτικό Σχολείο, υπήρχε σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ευρήματα, Μουσουλμανικό νεκροταφείο.

Από το 1922, λίγα χρόνια μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την απελευθέρωση της περιοχής από τον Τουρκικό και Βουλγαρικό ζυγό, ο λόφος αυτός αποτελούσε τον ιερό χώρο τιμής των ηρώων της πόλης μέχρι το 1962, οπότε κατεδαφίσθηκε το ηρώο για να κτισθεί το Δημοτικό Τουριστικό Περίπτερο. Λίγα χρόνια αργότερα, ένα μεγάλο τμήμα του λόφου αυτού οικοπεδοποιήθηκε.

Φυσικό περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποταμός Κρουσοβίτης ή Αχλαδίτης, ο οποίος έχει τις πηγές του στην περιοχή του Αχλαδοχωρίου ή Κρουσόβου, όπως ονομάζονταν το χωριό κατά την Τουρκοκρατία, διασχίζει το Σιδηρόκαστρο από τα βορειοανατολικά προς τα νοτιοδυτικά και συνιστά έναν από τους παραποτάμους του Στρυμόνα. Κατά μήκος της διαδρομής του ποταμού αυτού από το Αχλαδοχώρι μέχρι το Σιδηρόκαστρο, σχηματίζεται κοιλάδα με πλατάνια και πλούσια βλάστηση. Την κοιλάδα αυτή σε αρκετά σημεία κατά μήκος της, την γεφυρώνουν θολωτές κατασκευασμένες πέτρινες γέφυρες, οι περισσότερες των οποίων όμως ανατινάχθηκαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Σημαντικότερη από τις γέφυρες αυτές ήταν η θολωτή πέτρινη του Σιδηροκάστρου, δίπλα τον Πύργο του Ανδρόνικου, η οποία ένωνε τη συνοικία του Βαροσίου με την υπόλοιπη πόλη. Η γέφυρα κατεδαφίσθηκε τη δεκαετία του 1970 για να στηθεί στη θέση της αντίστοιχη σύγχρονη.

Μία νεότερη γέφυρα επίσης, με υπερκείμενα τόξα, που την κάνουν να ομοιάζει με κρεμαστή κατασκευάσθηκε τη δεκαετία του 1930 λίγο πιο κάτω, για να ενώσει τα Τσερκέζικα (Καλλιθέα) και το Βαρόσι με την υπόλοιπη πόλη. Η γέφυρα αυτή μετά από παρεμβάσεις που έγιναν τη δεκαετία του 1980 στα τόξα της και τον φέροντα οπλισμό της, για να συντηρηθεί και να ενισχυθεί, κατέρρευσε τελικά κάτω υπό το βάρος του φορτίου και τις ταλαντώσεις σύγχρονου τριαξονικού φορτηγού οχήματος το 1995. Ανακατασκευάσθηκε επάνω στο ίδιο αρχιτεκτονικό σχέδιο με την προηγούμενη, αλλά με διαπλάτυνση του οδοστρώματος και των ρείθρων (πεζοδρομίων) της και ξαναδόθηκε στην κυκλοφορία το 1998.

Καταρράκτης στην περιοχή «Ζεστά Νερά»

Στο ύψος του Σχιστόλιθου, δίπλα από τον μαύρο βράχο, όπου μικραίνει το πλάτος της κοιλάδας, ένα μικρό τεχνητό φράγμα δημιουργεί καταρράκτες. Καταρράκτες σχηματίζονται και στη διασταύρωση της οδού Σιδηροκάστρου- Αχλαδοχωρίου προς τα Ζεστά Νερά. Από τα Ζεστά Νερά μέχρι το σημείο αυτό, τα νερά του ποταμού ακολουθούν υπόγεια και επιφανειακή διαδρομή. Στο σημείο αυτό, τα επιφανειακά νερά σχηματίζουν καταρράκτες πάνω στα σταλαγμιτικά πετρώματα, ενώ τα υπόγεια εξέρχονται στο ίδιο σημείο από ένα σπήλαιο. Στη θέση αυτή παλαιότερα, νερόμυλοι συμπλήρωναν την ομορφιά του τοπίου, αλλά σήμερα σώζονται μόνο τα ερείπιά τους.

Κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Κρουσοβίτη, υπάρχουν επίσης σημαντικά σπήλαια, τα οποία είναι υπό εξερεύνηση.

Αξιοθέατα της ευρύτερης περιοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο υδροβιότοπος της τεχνητής λίμνης Κερκίνης. Αποτελεί το φυσικό βόρειο σύνορο της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και είναι υγροβιότοπος προστατευμένος από τη διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ.
  • Τα Λουτρά Σιδηροκάστρου με νερό 45˚C, λίγο βορειότερα από το Σιδηρόκαστρο και κοντά στην σιδηροδρομική γέφυρα του Στρυμόνα.
  • Τα Υδροθεραπευτήρια-Λουτρά των Θερμών και του Αγκίστρου.
  • Το ιστορικό οχυρό του Ρούπελ, που λειτούργησε ως φραγμός στην προέλαση των Γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων.
  • Το Μνημείο Βασιλείου Β' του Μακεδόνος (Μνημείο Μάχης του Κλειδίου). Το Μνημείο βρίσκεται στο 14ο χλμ Σιδηροκάστρου-Προμαχώνα και είναι αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Βασίλειο Βουλγαροκτόνο και τη νίκη του κατά τη Μάχη του Κλειδίου, που έλαβε χώρα το 1014 στην ευρύτερη περιοχή. Στην κορυφή του μνημείου είναι τοποθετημένο το σύμβολο Βυζαντίου, ο δικέφαλος αετός, ενώ στη μαρμάρινη στήλη είναι χαραγμένο το επίγραμμα:[31]

ΒΑΣΙΛΕΙΩ ΤΩ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙ ΜΝΗΜΟΝΕΣ ΔΕΙΝΩΝ ΑΕΘΛΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΤΟΔΕ ΛΑΪΝΟΝ ΕΠΙΓΟΝΟΙ ΣΤΗΣΑΝ ΔΟΞΗΣ ΑΪΔΙΟΝ

  • Ο δασοβοτανικός κήπος και το ενυδρείο της Βυρώνειας.
  • Tο χιονοδρομικό κέντρο στο Λαϊλιά.

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γεώργιος Σωτηριάδης (1852-1942), Φιλόλογος, αρχαιολόγος, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός.
  • Νικόλαος Γούσιος, διδάσκαλος και Μακεδονομάχος.
  • Γεώργιος Κατσάνης (1934-1974), αθλητής στίβου του Ηρακλή, ταγματάρχης, διοικητής της 33ης Μοίρας Καταδρομών της Εθνικής Φρουράς πεσών κατά την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο.
  • Γεώργιος Μόκκας (1917-1941), αεροπόρος σμηνίας, έπεσε στην αερομαχία των Τρικάλων και ήταν ο τελευταίος νεκρός αεροπόρος του πολέμου 1940-41.
  • Πέτρος Μώραλης (1936-1992), καθηγητής και πολιτικός, διατελέσας Υπουργός Παιδείας.
  • Μαριέττα Ιωαννίδου, καθηγήτρια στο Rijksuniversiteit, Πανεπιστήμιο του Groningen της Ολλανδίας.[32]
  • Γιάννης Τσιντσάρης (1962-2017), ολυμπιονίκης της άρσης βαρών.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Choniates, N.: Magoulias, Harry J., επιμ. (1984). O City of Byzantium. Annals of Niketas Choniates. Detroit: Wayne State University Press. ISBN 0-8143-1764-2.
  2. Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
  3. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, σ. 610 ISBN 960-817778-2
  4. ...κάππεσον ἐν Λήμνῳ, ὀλίγος δ᾽ ἔτι θυμὸς ἐνῆεν: ἔνθά με Σίντιες ἄνδρες ἄφαρ κομίσαντο πεσόντα. Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Α', στ. 593-594
  5. ...δεῦρο, φίλη, λέκτρονδε τραπείομεν εὐνηθέντες: οὐ γὰρ ἔθ᾽ Ἥφαιστος μεταδήμιος, ἀλλά που ἤδη οἴχεται ἐς Λῆμνον μετὰ Σίντιας ἀγριοφώνους. Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία Θ', στ. 292-294
  6. ...ἔπειτα διὰ Κερκίνης ἐρήμου ὄρους, ὅ ἐστι μεθόριον Σιντῶν καὶ Παιόνων· ἐπορεύετο δὲ δι' αὐτοῦ τῇ ὁδῷ ἣν πρότερον αὐτὸς ἐποιήσατο τεμὼν τὴν ὕλην, ὅτε ἐπὶ Παίονας ἐστράτευσεν. τὸ δὲ ὄρος ἐξ ᾿Οδρυσῶν διιόντες ἐν δεξιᾷ μὲν εἶχον Παίονας, ἐν ἀριστερᾷ δὲ Σιντοὺς καὶ Μαιδούς. Θουκυδίδου Ιστορίαι, Βιβλίο Β', κεφ. 98
  7. Nicetae Choniatae Historia, Τόμος 23, σελ.469
  8. Ιστορία του ελληνικού έθνους - Τόμος δ΄, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, περιεχόμενα
  9. Γιώργος Καζάνας, Ο Άγιος Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου (+1923) - ιστολόγιο Ένωσης Μικρασιατών Φοιτητών
  10. Ο Ελληνισμός του Μελενοίκου
  11. Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, επιστημονική επιμέλεια Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, ΕΜΣ, εκδόσεις University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2008
  12. Ο Ελληνισμός του Μελενοίκου
  13. Η Μάχη της Βέτρινας
  14. Δήμος Σιντικής: Σιδηρόκαστρο - Ιστορική Αναδρομή.
  15. Οδός Κωνσταντίνου Μελενίκου: Το πρόσωπο που τιμάται στην πιο γνωστή «φοιτητική» οδό της Θεσσαλονίκης
  16. http://meleniko.gr/docs/Mpakas-Ellinismos_Melenoikou.pdf
  17. Ο μέραρχος της έκτης Μεραρχίας, μετέβη στο Δεμίρ Ισσάρ και αφού διενήργησε έρευνα απέστειλε το εξής τηλεγράφημα στο Στρατηλάτη Βασιλέα Κωνσταντίνο.
    «Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι μετά τις πληροφορίες που λάβαμε για σφαγές στο Δεμίρ Ισσάρ, εστάλη αξιωματικός του Επιτελείου που εξακρίβωσε τα παρακάτω: Ο Βούλγαρος λοχαγός της χωροφυλακής Μίκτα Μίλεγκώφ με την υπόδειξη τριών βουλγαρόφωνων κατοίκων συνέλαβε το Μητροπολίτη Κωνσταντίνο, τον ιερέα Παπασταύρο, τον προύχοντα Θωμά Παπαζαχαρίου και πλέον των εκατό άλλων ομογενών, του οποίους έκλεισε στον περίβολο της βουλγαρικής Σχολής. Όλους αυτούς τη νύχτα της 25ης προς 26 τρέχοντος μηνός (1913) Βούλγαροι στρατιώτες και χωροφύλακες τους σκότωσαν. Αγγάρεψαν, μάλιστα, Τούρκους χωρικούς και τους έθαψαν στον περίβολο της Σχολής, έξω από τον ανατολικό μαντρότοιχο αυτής. Ο αξιωματικός του επιτελείου μου διέταξε την εκταφή αυτών για να βεβαιωθεί για το αποτρόπαιο γεγονός. Πράγματι, σε βάθος πλέον των δύο μέτρων βρέθηκαν μαζεμένα τα πτώματα αυτών που έσφαξαν. Εκτός από τις σφαγές, αξιωματικοί αλλά και στρατιώτες του βουλγαρικού στρατού βίασαν πολλές παρθένους. Μία, μάλιστα, από αυτές, ονομαζόμενη Αγαθή Θωμά, κόρη κηπουρού, αντιστάθηκε και την έσφαξαν. Τα καταστήματα της πόλης καταστράφηκαν και διαρπάχθηκαν καθώς και όλα τα σκεύη των σπιτιών των ομογενών, πολλούς από αυτούς έσωσαν οι Τούρκοι που τους έκρυψαν στα σπίτια τους. Γενικά η πόλη παρουσιάζει οικτρό θέαμα καταστροφής και η πείνα απειλεί να την συμπληρώσει.»
    Με το τηλεγράφημα αυτό ο βασιλιάς Κωνσταντίνος από το Γενικό Επιτελείο που έδρευε στη Δοϊράνη έστειλε το παρακάτω κείμενο στο Υπουργείο Εξωτερικών:
    «Έκτη μεραρχία αναφέρει ότι Βούλγαροι στρατιώτες με διαταγή κάποιου λοχαγού της χωροφυλακής συνέλεξαν στο προαύλιο της βουλγαρικής Σχολής το Μητροπολίτη του Δεμίρ Ισσάρ, δύο ιερείς και πάνω από εκατό προκρίτους, τους οποίους κατέσφαξαν. Η Μεραρχία διέταξε την εκταφή των πτωμάτων και βεβαιώθηκε το έγκλημα. Βίασαν παρθένους και μία που αντιστάθηκε την κατέσφαξε. Διαμαρτυρηθείτε με εντολή μου, στους αντιπροσώπους των πολιτισμένων Δυνάμεων εναντίον των ανθρωπόμορφων αυτών τεράτων και σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο και δηλώσατε ότι θα αναγκαστώ με λύπη μου να προβώ σε αντίποινα, για να εμπνεύσω κάποιο φόβο και σκέψη πριν γίνουν τέτοια εγκλήματα. Οι Βούλγαροι επισκιάζουν όλες τις φρικαλεότητες των βαρβαρικών επιδρομών του παρελθόντος και αποδεικνύουν ότι δεν έχουν πια το δικαίωμα να συγκατελέγονται μεταξύ των πολιτισμένων λαών. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β’»
    Το κείμενο δόθηκε και στον ανταποκριτή των “Times” του Λονδίνου ο οποίος τηλεγράφησε ότι το Δεμίρ Ισσάρ, το τελευταίο βουλγαρικό φρούριο στη Μακεδονία καταλήφθηκε από τον ελληνικό στρατό. Ο ανταποκριτής προσθέτει ότι ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος διαβίβασε σε αυτόν στη Δοϊράνη δριμύτατη τηλεγραφική διαμαρτυρία για την εξακρίβωση των σφαγών του Δεμίρ Ισσάρ.
  18. Ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ Σιδηροκάστρου (27 Ἰουνίου 1913) καί τά προηγηθέντα αὐτῆς.
  19. Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που εισήλθε στο Σιδηρόκαστρο ήταν ο μετέπειτα στρατηγός και δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος, τότε διοικητής του 9ου Τάγματος Ευζώνων. Ιδού οι πρώτες του εντυπώσεις, όπως τις περιγράφει στα «Απομνημονεύματά» του:
    Τα κύματα των πανικοβλήτων εξηκολούθουν παρελαύνοντα τροχάδην και με κραυγάς τρόμου προς δυσμάς. Υπό την σκέψιν ότι δεν δύναταί τις να βασισθή εις τας πληροφορίας ανθρώπων αλλοφρονούντων εκ του τρόμου, έσχισα την αναφοράν και διέταξα τους ιππείς (30 περίπου) να ιππεύσουν. Εξαπέστειλα δύο ελαφράς περιπολίας εμπρός και με την ημιλαρχίαν εν παρατάξει, δια των αγρών εκάλπασα προς τα βορείως της πόλεως υψώματα. Ομάδες τινές προ της θέας του επερχομένου ιππικού ετράπησαν εις φυγήν. Αλλά παρέμειναν επί του υψώματος τρεις τέσσαρες χωρικού ψυχραιμότεροι των άλλων […] Απέστειλα αμέσως δύο εκ των προυχόντων μετά τινών ιππέων όπως σταματήσουν τον φεύγοντα πληθυσμόν, ο οποίος μετά την μεσημβρίαν ήρχισεν επανερχόμενος εις τας οικίας του. Μετά σύντομον εξέτασιν ανεύρον εν των προαυλίω της Σχολής τεράστιον λάκον, ο οποίος περιείχε άνω των 60 πτωμάτων εκ των σφαγέντων την προηγουμένην. Μεταξύ αυτών ήταν και ο μητροπολίτης Μελενίκου. Εις έτερον τάφον επί αμμώδους εδάφους ήσαν περί τα 30 πτώματα, εν οις και δύο ιερείς της πόλεως. Περί τα 20 ακόμη πτώματα εύρομεν εις μεμονωμένους τάφους και τινά άταφα. Οι κάτοικοι και ιδία τα γυναικόπαιδα με σπαρακτικούς θρήνους παρηκολούθουν την εκταφήν των οικείων των. Μετά την σύνταξιν λεπτομερούς καταλόγου των ανεγνωρισθέντων θυμάτων ανεχώρησα μ.μ προς συνάντησιν της Μεραρχίας βαδιζούσης επί της αμαξιτής οδού προς βορράν εις Μαρτικοστίνοβο.
  20. Μακεδονία 1913, σφαγές στο Σιδηρόκαστρο- Δεμίρ Ισσάρ.
  21. Η μάχη της Βέτρινας – Απελευθέρωση Σιδηροκάστρου.
  22. Ἡ γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους (1916-1918)
  23. ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 1916-1918
  24. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις Μελένοικο-Θεσσαλονίκη σ. 36, εκδ. IMXA , 1992 GR ISSN: 0073-862Χ
  25. τα κειμήλια των Μελενικίων που εκλάπησαν από τους Βούλγαρους
  26. http://www.serrelib.gr/pdf/lila_theodoridou_Sidirokastro.pdf
  27. http://meleniko.gr/docs/Mpakas-Ellinismos_Melenoikou.pdf
  28. Οδός Κωνσταντίνου Μελενίκου: Το πρόσωπο που τιμάται στην πιο γνωστή «φοιτητική» οδό της Θεσσαλονίκης
  29. http://www.serrelib.gr/pdf/agalmatanomou.pdf
  30. Ιερά Μονή Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης στο Σιδηρόκαστρο Σερρών
  31. http://www.serrelib.gr/pdf/agalmatanomou.pdf
  32. http://www.slideshare.net/a3gymnasiou/ss-34827538

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • [1] Σαμσάρης Κ. Δημήτρης, Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την Αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη 1976 (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών), σσ. 56-57, 93-94, 120-123. ISBN 960-7265-16-5.
  • Πασχαλέρη Ν. Κανελλίτσα, «Το Σιδηρόκαστρο χθες και σήμερα», Φωτοτυπωτική, Θεσσαλονίκη, 1994.
  • Τζανακάρης Ι. Βασίλης, «Το Σιδηρόκαστρο επί πτερύγων ιστορίας», Typo Offset , Θεσσαλονίκη, 2002.
  • Σκαρλάτος Παν. Νικόλαος, «Σιδηρόκαστρο αιώνια πόλη του κάστρου»,Τυποτεχνική Σιδηροκάστρου, 2005.
  • Προφορική μαρτυρία: Ζαχαριάδης Κων/νος, 12-5-2005.
  • Έντυπο Ιεράς Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου, 30-8-2005.
  • Προφορική μαρτυρία: Παρίσης Αδάμ, 23-9-2005.
  • Ιστοσελίδα "Αθήνα 2004" (www.athens2004.com)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]