Πολιτικό σύστημα της Ελλάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Coat of arms of Greece.svg
Αυτό το λήμμα ανήκει στη σειρά:
Πολιτικό σύστημα της Ελλάδας
 

Το Πολιτικό σύστημα της Ελλάδας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, με τον Πρωθυπουργό ως αρχηγό της κυβέρνησης και πολυκομματικό σύστημα. Η νομοθετική εξουσία ανήκει στη Βουλή των Ελλήνων. Από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας το 1974 μέχρι τις εκλογές του 2012 κυριαρχούσαν δύο πολιτικά κόμματα: η φιλελεύθερη-συντηρητική Νέα Δημοκρατία και το σοσιαλδημοκρατικό Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα. Στις εκλογές του Μαΐου 2012 το ΠΑΣΟΚ συγκέντρωσε 13,1% και η Νέα Δημοκρατία 18,85%, οπότε κα τερματίσθηκε το συμπαγές δικομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης με την πρώτη εκλογή από την οποία προέκυψε μετέωρο κοινοβούλιο από το 1990. Η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη της εκτελεστικής και της νομοθετικής.

Το Σύνταγμα του 1975 περιλαμβάνει εκτενείς πολιτικές ελευθερίες και ορίζει ως αρχηγό κράτους τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που εκλέγεται από τη Βουλή. Η δομή της ελληνικής κυβέρνησης είναι παρόμοια με αυτή πολλών δυτικών δημοκρατιών, και περιγράφεται ως συμβιβασμός μεταξύ του γαλλικού και του γερμανικού μοντέλου. Ο Πρωθυπουργός και το Υπουργικό Συμβούλιο διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην πολιτική διαδικασία, ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει κυρίως τελετουργικό ρόλο, με κάποιες (περιορισμένες) νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες. Η ψήφος στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική, αν και στην πράξη η παράλειψη της ψήφου δεν τιμωρείται.

Εκτελεστική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Υπουργικό Συμβούλιο περιλαμβάνει τον Πρωθυπουργό και όλους τους Υπουργούς, οι οποίοι διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του Πρωθυπουργού.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή με πενταετή θητεία , με μέγιστο 2 θητείες. Όταν λήγει η προεδρική θητεία, η Βουλή ψηφίζει για να εκλέξει νέο Πρόεδρο. Στις πρώτες 2 ψηφοφορίες απαιτείται πλειοψηφία ⅔ (200 ψήφοι). Στην 3η και τελική ψηφοφορία απαιτούνται 3/5 των Βουλευτών (180 ψήφοι). Αν και η τρίτη ψηφοφορία αποβεί άκαρπη, η Βουλή διαλύεται και ο τελευταίος Πρόεδρος κηρύσσει βουλευτικές εκλογές εντός 30 ημερών. Η νέα Βουλή επαναλαμβάνει άμεσα την ψηφοφορία για Πρόεδρο της Δημοκρατίας και απαιτούνται 3/5 της ψήφου στην πρώτη ψηφοφορία, απόλυτη πλειοψηφία (151 Βουλευτές) στη δεύτερη και απλή πλειοψηφία στην τρίτη και τελική ψηφοφορία. Το σύστημα έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να προωθεί με συναίνεση υποψήφιους Προέδρους από τα κύρια πολιτικά κόμματα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη δύναμη να κηρύξει πόλεμο, να δώσει χάρη και να υπογράψει σύμφωνα ειρήνης, συμμαχίας, και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς. Αν το ζητήσει η Κυβέρνηση, απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτείται για να επικυρώσει τέτοιες ενέργειες ή συμφωνίες. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί απόλυτη πλειοψηφία ή πλειοψηφία 3/5 (π.χ. η είσοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτούσε πλειοψηφία 3/5). Ο Πρόεδρος έχει στη διάθεσή του επίσης κάποιες έκτακτες εξουσίες, οι οποίες πρέπει να υπογραφούν από τον αντίστοιχο Υπουργό. Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1986 περιόρισε τις εξουσίες του Προέδρου. Συνεπώς ο Πρόεδρος δεν μπορεί πλέον να λύσει το Κοινοβούλιο, να παύσει την Κυβέρνηση, να αναστείλει την ισχύ άρθρων του Συντάγματος ή να κηρύξει κατάσταση πολιορκίας, χωρίς την αντίστοιχη υπογραφή του Πρωθυπουργού ή του αντίστοιχου Υπουργού. Για να προκηρύξει δημοψήφισμα χρειάζεται την έγκριση της Βουλής.

Ο Πρωθυπουργός είναι συνήθως ο αρχηγός του κόμματος που ελέγχει την απόλυτη πλειοψηφία των Βουλευτών. Αν κανένα κόμμα δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής, ο Πρόεδρος δίνει στον αρχηγό του κόμματος με τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή, δηλαδή του δίνει εντολή να εξετάσει αν σε συνεργασία με άλλα κόμματα μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση που να μπορεί να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο Πρωθυπουργός διαφυλάττει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις δραστηριότητες αυτής. Είναι το ισχυρότερο πρόσωπο του ελληνικού πολιτικού συστήματος και προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το διορισμό ή την παύση των Υπουργών και των Υφυπουργών.

Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός βασίζεται στην αρχή της δεδηλωμένης, που αφορά στη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής στην Κυβέρνηση. Συνεπώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να διορίσει για Πρωθυπουργό πρόσωπο που θα λάβει την ψήφο εμπιστοσύνης των Βουλευτών (δηλαδή 151 ψήφους). Η Κυβέρνηση μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή: αντιστρόφως, ένας αριθμός Βουλευτών μπορεί να ζητήσει "ψήφο δυσπιστίας". Οι δύο αυτές διαδικασίες συμβαίνουν σπανίως στην πράξη, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως προβλέψιμο, καθώς φαινόμενα κομματικής απειθαρχίας είναι ιδιαίτερα σπάνια.

Νομοθετική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουλή των Ελλήνων εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία όλων των πολιτών άνω των 18 ετών. Έχει 300 μέλη που εκλέγονται σε 4-ετή θητεία με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής σε 48 πολυεδρικές εκλογικές περιφέρειες, 8 μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και ένα ψηφοδέλτιο επικρατείας. 288 από τους 300 Βουλευτές εκλέγονται απευθείας από το λαό, καθώς οι πολίτες μπορούν να δηλώσουν την προτίμησή τους "σταυρώνοντας" το όνομα του Βουλευτή στο ψηφοδέλτιο. Οι υπόλοιπες 12 θέσεις εκλέγονται από ψηφοδέλτια επικρατείας ξεκινώντας από την κορυφή του κάθε ψηφοδελτίου και με βάση το ποσοστό της ψήφου που το αντίστοιχο κόμμα έλαβε στις εκλογές.

Ο παρών εκλογικός νόμος ορίζει ένα πολύπλοκο σύστημα ενισχυμένης αναλογικής εκπροσώπησης που δεν ευνοεί τη δημιουργία μικρών κομμάτων και επιτρέπει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ακόμη και αν το πρώτο σε ψήφους κόμμα δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου. Το κάθε κόμμα πρέπει να λάβει τουλάχιστον 3% της ψήφου για να εκλέξει Βουλευτές. Το πρώτο σε ψήφους κόμμα έχει τη δυνατότητα βουλευτικής πλειοψηφίας (151 Βουλευτές), αρκεί να λάβει τουλάχιστον το 41% της λαϊκής ψήφου. Το σύστημα αυτό ενισχύει την κυβερνητική σταθερότητα.

Ο εκλογικός νόμος μπορεί να αλλάξει με απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ ο νέος εκλογικός νόμος δεν εφαρμόζεται στις επόμενες εκλογές αλλά στις μεθεπόμενες, εκτός αν (ο νόμος) ψηφιστεί από πλειοψηφία ⅔ των Βουλευτών.

Δικαστική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δικαστική εξουσία στην Ελλάδα διακρίνεται σε διοικητικά, πολιτικά (αστικά) και ποινικά δικαστήρια.

Στην ελληνική δικαιοσύνη υπάρχουν τρία ανώτατα δικαστήρια: το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Τα δικαστήρια αυτά αποτελούνται από δικαστές, που έχουν αποφοιτήσει από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Οι πρόεδροι και αντιπρόεδροι των τριών ανώτατων δικαστηρίων επιλέγονται από το Υπουργικό Συμβούλιο μεταξύ των εν ενεργεία μελών του κάθε ανώτατου δικαστηρίου.

Τοπική αυτοδιοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]