Μπενίν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 8°50′00″N 2°11′00″E / 8.8333°N 2.1833°E / 8.8333; 2.1833

Δημοκρατία του Μπενίν
République du Bénin
Σημαία Εθνόσημο
Σημαία του Μπενίν Εθνόσημο του Μπενίν
Εθνικό σύνθημα: "Fraternité, Justice, Travail" (Αδερφότητα, Δικαιοσύνη, Αγώνας)
Εθνικός ύμνος: L'Aube Nouvelle (Η Αυγή μιας Νέας Ημέρας)
 
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
 
Πρωτεύουσα Πόρτο-Νόβο (επίσημη)
Κοτονού (διοικητική)
Μεγαλύτερη πόλη Κοτονού
Επίσημες γλώσσες Γαλλικά
Πολίτευμα Ημιπροεδρικό σύστημα
Γιαγί Μπονί
Πασκάλ Κουπακί

Ανεξαρτησία
από Γαλλία
Ισχύον Σύνταγμα


1η Αυγούστου 1960
2 Δεκεμβρίου 1990

Έκταση
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

112.622 km2 (101η)
1,8
1.989 km
121 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2011 
 • Απογραφή 2002 
 • Πυκνότητα 

9.325.032[1]β (89η) 
6.769.914 (ΟΗΕ)  
78,07 κατ./km2 (117η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

13,747 δισ. $[2] (133η)  
1.643 $[2] (152η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

6,401 δισ. $[2] (134η)  
765 $[2] (151η) 
ΔΑΑ (2013) Green Arrow Up Darker.svg 0,436 (166η) – χαμηλή
Νόμισμα Φράγκο CFA Δυτικής Αφρικής (XOF)
Ζώνη ώρας WAT (UTC +1)
Internet TLD .bi

Κωδικός κλήσης

+258

α. Έδρα της κυβέρνησης είναι η Κοτονού.
β. Οι εκτιμήσεις για αυτήν την χώρα λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της αυξημένης θνησιμότητας λόγω του AIDS. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μικρότερο πληθυσμό από τον αναμενόμενο.

Το Μπενίν, τέως Βασίλειο της Δαχομέης είναι χώρα της Δυτικής Αφρικής με έκταση 112.622 km² και πληθυσμό 8.791.832 κατοίκους, με βάση εκτιμήσεις του 2011.[1] Η χώρα έχει πολλά ποτάμια, που στις εκβολές τους σχηματίζουν λιμνοθάλασσες και έλη. Κυριότερα είναι ο Νίγηρας (που αποτελεί τα σύνορα με το κράτος του Νίγηρα), τα Ουεμέ, Κουφό, Μονό και οι παραπόταμοι του Νίγηρα Σότα, Μεκρού και Αλιμπόρι. Το όνομα της πρωτεύουσας είναι Πόρτο-Νόβο. Πρόεδρος της χώρας είναι ο Γιαγί Μπονί. Νόμισμά της είναι το Φράγκο CFA Δυτικής Αφρικής.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία "Benin" δεν σχετίζεται επακριβώς με το Βασίλειο του Μπενίν (ή την Πόλη του Μπενίν). Το όνομα Δαχομέη άλλαξε (ως μη αρμόζον) το 1975 σε Λαϊκή Δημοκρατία του Μπενίν και προήλθε από τον υδάτινο όγκο επάνω στον οποίο βρίσκεται η αφρικανική χώρα. Το όνομα αυτό επιλέχθηκε λόγω της ουδετερότητάς του, με δεδομένη την πληθώρα εθνοτικών και γλωσσικών ομάδων στο κράτος. Δαχομέη ονομαζόταν το αρχαίο βασίλειο των Φον.

Φυσική γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του Μπενίν.

Η χώρα καταλαμβάνει ένα μικρό τμήμα της γουινεϊκής Αφρικής που το βρέχει ο Κόλπος της Γουινέας, κατά μήκος της επονομαζόμενης Ακτής των Σκλάβων, για περίπου 120 χιλιόμετρα. Στα βόρεια εκτείνεται μέχρι τη σουδανική Αφρική. Το υψόμετρο της χώρας είναι σχεδόν το ίδιο παντού. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζουν στις νότιες ακτές. Στα βόρεια της χώρας υπάρχει σαβάνα (η οποία μερικές φορές αποψιλώνεται από τους ιθαγενείς για να αναπτύξουν τις καλλιέργειές τους) και υψίπεδα. Μορφολογικά, οι κυριότερες διαιρέσεις του εδάφους σχετίζονται με μια πεδινή παράκτια λωρίδα, τα βόρεια ανάγλυφα και ένα κεντρικό υψίπεδο.

Από τα νότια ρέει ο ποταμός Ουεμέ, μήκους 450 χλμ., ενώ η χώρα διαρρέεται και από τον ποταμό Νίγηρα για περίπου 150 χιλιόμετρα, καθώς επίσης και από τους ποταμούς Μόνο και Κούφο. Στο κράτος υπάρχουν επίσης λιμνοθάλασσες, οι οποίες κλείνονται από παράκτιες σειρές. Η μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα είναι η Νοκουέ, η οποία συνδέεται με διώρυγα με τον ωκεανό. Στα βόρεια βρίσκονται λοφώδεις σχηματισμοί και ακολουθεί η οροσειρά Ατακόρα.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα είναι υγρό και θερμό. Στη νότια περιοχή επικρατεί υποτροπικό κλίμα με δύο ξηρές εποχές και δύο εποχές των βροχών (Απρίλιος-Ιούλιος και Σεπτέμβριος-Νοέμβριος). Στη βόρεια περιοχή το κλίμα είναι τροπικό και υπάρχει μόνο μία περίοδος βροχοπτώσεων. Η εποχή της ξηρασίας στο βόρειο τμήμα διαρκεί από τον Οκτώβριο ως τον Απρίλιο. Το χειμώνα τις νύχτες μπορεί να κάνει περισσότερο κρύο, εξαιτίας των ανέμων χαρματάν. Το ύψος των βροχοπτώσεων δεν υπερβαίνει τα 800 χιλιοστά ετησίως, με εξαίρεση τα ανάγλυφα και τα Όρη Ατακόρα, όπου μπορούν να καταγραφούν και βροχοπτώσεις ύψους 1000 χιλιοστών.

Στη νότια πεδινή ζώνη ένα από τα φυτά που κυριαρχούν είναι ο ελαιούχος φοίνικας. Στα δυτικά των ορέων Ατακόρα βρίσκεται το Εθνικό Πάρκο του Πεντζάρι, όπου ζουν θηλαστικά, χαρακτηριστικά της σαβάνας (βούβαλοι, ελέφαντες, αντιλόπες, φακόχοιροι κλπ.), καθώς επίσης και σαρκοφάγα (λιοντάρια, γατόπαρδοι, λεοπαρδάλεις).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τις τοπικές προφορικές παραδόσεις, το 13ο περίπου αιώνα κατοικούσαν στις όχθες του ποταμού Μόνο πληθυσμοί των Άντζα. Έπειτα από εσωτερικές διαμάχες, μεγάλο μέρος των πληθυσμών αυτών μετακινήθηκε και ίδρυσε την πόλη και βασίλειο των Αλάντα. Το 17ο αιώνα το βασίλειο αυτό διασπάστηκε και τριχοτομήθηκε σε διαφορετικά βασίλεια: της Αλάντα, της Ζακέν (σημερινό Πόρτο Νόβο) και της Αμπομέι (Δαχομέη). Το τελευταίο ήταν το μόνο που άκμασε και επέζησε μέχρι τη γαλλική αποικιοκρατία.

Το Βασίλειο της Δαχομέης δημιουργήθηκε έπειτα από την ένωση μίγματος πολλών εθνοτικών ομάδων που είχαν μετακινηθεί. Οι ομάδες αυτές ήταν κυρίως σουδανικής προέλευσης[3] (Γιουρούμπα, Μάχι, Σόμπα, Μπαρίμπα κλπ.). Οι ιστορικοί δικαιολογούν αυτές τις μετακινήσεις πληθυσμών, με δεδομένο το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη το δουλεμπόριο ήταν πραγματικότητα κι έτσι επιζητούσαν ασφάλεια. Ιδρυτής του Βασιλείου θεωρείται ο Βεγκμπαγιά, ο οποίος έζησε το 17ο αιώνα. Το βασίλειο επεκτάθηκε επί του επιγόνου του, Αγκμπαγιά (1708-32) και επί του θηριώδους στα ήθη Γκέζο (1818-58) καταργήθηκε το δουλεμπόριο.

Η Δαχομέη είχε τα δικά της πολιτιστικά χαρακτηριστικά ως βασίλειο. Τα αγόρια μυούνταν στον πόλεμο από παλιούς πολεμιστές από πολύ νεαρή ηλικία. Επίσης, το Βασίλειο έγινε διάσημο για τα επίλεκτα στρατιωτικά σώματα γυναικών, που ονομάζονταν Ahosi , δηλαδή «οι δικές μας μητέρες», γνωστές ως Αμαζόνες. Η έμφαση στη στρατιωτική προετοιμασία και στην πειθαρχία έκανε πολλούς Ευρωπαίους παρατηρητές του 19ου αιώνα να χαρακτηρίζουν τη Δαχομέη, ως τη Μαύρη Σπάρτη. Στο βασίλειο κοινή πρακτική ήταν οι ανθρωποθυσίες, ιδιαίτερα σε περιόδους εορτών. Οι αιχμάλωτοι πολέμου αποκεφαλίζονταν δημοσίως.

Μαζί με το ισχυρό Βασίλειο της Δαχομέης, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που θα εξελισσόταν στη Δημοκρατία του Μπενίν και άλλοι λαοί. Αξιοσημείωτοι είναι οι Κετού, Ισά, Ντασά, Αναγκό και άλλες υποομάδες των λαών που ομιλούν τη γλώσσα Γιορούμπα.

Αποικιοκρατική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 15ο και 16ο αιώνα εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον από τις δυνάμεις της Ευρώπης. Τα επόμενα χρόνια άρχισε να διαφαίνεται η υπεροχή της Γαλλίας. Το 1671 ίδρυσε το οχυρό Ουιντάρ. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα, η Δαχομέη άρχισε να χάνει την τοπική δύναμή της, επί βασιλείας του Γκλεγκλέ (1858-89) και του διαδόχου του, Μπεχαντζίν (1889-1894). Αυτό βοήθησε τους Γάλλους να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη χώρα, το 1890, οπότε και η Δαχομέη έγινε γαλλικό προτεκτοράτο. Σημειώνεται ότι ήδη το 1868 είχε παραχωρηθεί από τον Βασιλιά Γκλεγκλέ η Κοτονού στους Γάλλους. Το 1894, έπειτα από εκστρατείες, οι Γάλλοι κατάφεραν να καταλύσουν το Βασίλειο της Δαχομέης. Η γαλλική επέκταση συνεχίστηκε προς τα βόρεια και ως το 1898 καθορίστηκαν τα σύνορα της Δαχομέης με τις γειτονικές αποικίες του Τόγκο και της Νιγηρίας, οι οποίες τότε ήταν υπό γερμανικό έλεγχο. Το 1899 το κράτος ονομάστηκε Δαχομέη και Εξαρτώμενα Εδάφη και αργότερα συνδέθηκε οργανικά με τις άλλες γαλλικές αποικίες στη Δυτική Αφρική. Το 1919 προσαρτήθηκε στη χώρα ένα μέρος του Τόγκο, αποτέλεσμα των συμφωνιών που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πορτογαλικό ενδιαφέρον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1680 οι Πορτογάλοι έκτισαν το φρούριο του Αγίου Ιωάννη Βαπτιστή της Αζουντά στην Ουίντα, το οποίο εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1861. Την 1η Αυγούστου του 1961 καταλήφθηκε και προσαρτήθηκε στη Δαχομέη. Οι Πορτογάλοι αναγνώρισαν την επικυριαρχία του Μπενίν στο φρούριο μόλις το 1985.

Από το 1885 ως το 1887 η Πορτογαλία είχε ανακηρύξει ένα προτεκτοράτο στη Δαχομέη, χωρίς αποτέλεσμα.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γάλλοι δεν μπόρεσαν ποτέ να παγιώσουν την κυριαρχία τους ως αποικιοκράτες, καθώς οι ιθαγενείς συχνά εξεγείρονταν με σκοπό την ανεξαρτησία. Το 1946 η Δαχομέη απέκτησε αυτοδιοίκηση και το 1958 έγινε αυτόνομη δημοκρατία υπό γαλλική προστασία. Τελικά, η χώρα έγινε ανεξάρτητη την 1η Αυγούστου του 1960.

Τα πρώτα 12 χρόνια του νεοσύστατου κράτους χαρακτηρίστηκαν από εθνοτικές συγκρούσεις και περίοδο αναταραχών. Ο γαλλόφιλος πρώτος Πρόεδρος Ιμπέρ Μαγκά ανατράπηκε σε στρατιωτικό πραξικόπημα, το 1963. Ακολούθησαν εμφύλιες συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια, με πρωταγωνιστές το Σουρού Απιτί και τον Ζιστέν Αχομαντεγκμπέ-Τομετέν. Μαζί με τον Μαγκά, ο καθένας από αυτούς εκπροσωπούσε μια διαφορετική περιοχή και εθνοτική ομάδα στο κράτος. Οι τρεις τους συμφώνησαν στο σχηματισμό προεδρικού συμβουλίου έπειτα από τις βίαιες εκλογές του 1970.

Το Προεδρικό Συμβούλιο κυβέρνησε ως το πραξικόπημα του 1972, που οδήγησε στην ανατροπή του και στην κατάληψη της εξουσίας από το Συνταγματάρχη Ματιέ Κερεκού. Ο τελευταίος εγκαθίδρυσε μαρξιστική κυβέρνηση υπό τον έλεγχο του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου (CNR). Το 1975 προχώρησε στη μετονομασία της χώρας σε Λαϊκή Δημοκρατία του Μπενίν και το 1979 το στρατιωτικό συμβούλιο διαλύθηκε και διεξήχθησαν εκλογές. Κυρίαρχη πολιτική δύναμη ήταν για αρκετά χρόνια το Κόμμα της Λαϊκής Επανάστασης του Μπενίν, το οποίο στις εκλογές του 1984 συγκέντρωσε το 98% των ψήφων. Ως τα τέλη της δεκαετίας του '80 ο Κερέκου εγκατέλειψε το μαρξιστικό σύστημα διακυβέρνησης έπειτα από την οικονομική κρίση και επανέφερε το καπιταλιστικό σύστημα με Κοινοβούλιο. Το 1988 αντιμετώπισε με επιτυχία απόπειρα πραξικοπήματος. Το 1990 συγκλήθηκε εθνική συνδιάσκεψη των «ενεργών δυνάμεων του έθνους» και συζητήθηκαν οι αλλαγές που απαιτούνταν και η σύνταξη νέου Συντάγματος. Ορίστηκε ένα ανώτατο συμβούλιο της δημοκρατίας, με συμμετοχή όλων των πρώην Προέδρων και αποφασίστηκε η μετονομασία του κράτους σε Δημοκρατία του Μπενίν. Παράλληλα, χορηγήθηκε αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους.

Το 1991 ο Κερέκου ηττήθηκε στις προεδρικές εκλογές από το Νισεφόρ Σολιό, πρώην αξιωματούχο της Παγκόσμιας Τράπεζας, και έγινε ο πρώτος έγχρωμος Αφρικανός Πρόεδρος που παραιτήθηκε από το αξίωμά του έπειτα από εκλογές. Ο Κερέκου επέστρεψε στην εξουσία το 1996, καθώς νίκησε στις εκλογές εκείνης της χρονιάς. Στη θητεία του αυτή μερίμνησε για την εξομάλυνση των σχέσεων με το γειτονικό Τόγκο. Το 2001 επανεξελέγη σε σχεδόν αμφίρροπες εκλογές, στις οποίες οι αντίπαλοί του έκαναν λόγο για παρατυπίες.

Ο Κερέκου και ο Σολιό δεν κατήλθαν υποψήφιοι στις προεδρικές εκλογές του 2006. Ο πρώτος επαινέθηκε ευρέως για την κίνησή του να μην αναθεωρήσει το Σύνταγμα με σκοπό την παραμονή του στο προεδρικό αξίωμα, σε αντίθεση με άλλους Αφρικανούς ηγέτες.

Στις 5 Μαρτίου του 2006 διεξήχθησαν προεδρικές εκλογές, που θεωρήθηκαν γενικά ελεύθερες και δίκαιες. Στο δεύτερο γύρο στις 19 Μαρτίου αναμετρήθηκαν οι νικητές του πρώτου γύρου, ο Γιαγί Μπονί και ο Αντριέν Ουνγκμπετζί. Ο Μπονί κέρδισε τις εκλογές και ορκίστηκε Πρόεδρος στις 6 Απριλίου του 2006.

Το Φεβρουάριο του 2008 ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Τζωρτζ Γουόκερ Μπους επισκέφθηκε το Μπενίν (στις 16 Φεβρουαρίου). Η μικρή στάση του Μπους στα πλαίσια περιοδείας του στην Αφρική ήταν η πρώτη επίσκεψη σημαίνοντος ηγέτη στο μικρό αφρικανικό κράτος. Ο Πρόεδρος Μπονί ευχαρίστησε τον Αμερικανό ομόλογό του για την παροχή οικονομικής βοήθειας από τις ΗΠΑ και του απένειμε το Μεγάλο Σταυρό του Εθνικού Τάγματος του Μπενίν.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπενίν είναι Προεδρική Δημοκρατία, με αρχηγό Κράτους και της Κυβέρνησης τον εκάστοτε Πρόεδρο στα πλαίσια ενός πολυκομματικού συστήματος. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο, ο οποίος εκλέγεται για πενταετή θητεία από το λαό με καθολική ψηφοφορία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την Εθνοσυνέλευση. Η τελευταία αριθμεί 83 μέλη, τα οποία εκλέγονται κάθε 4 χρόνια με καθολική ψηφοφορία. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.[1] Η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική και από τη νομοθετική εξουσία. Στις 30 Νοεμβρίου του 1975 η χώρα έγινε λαϊκή δημοκρατία και την 1η Μαρτίου του 1990 μετονομάστηκε σε Δημοκρατία του Μπενίν. Μία ημέρα νωρίτερα, στις 28 Φεβρουαρίου του 1990, τερματίστηκε η μονοκομματική διακυβέρνηση. Η χώρα έχει Σύνταγμα από τις 2 Δεκεμβρίου του 1990, οπότε εγκρίθηκε με δημοψήφισμα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη για την Ελευθερία του Τύπου, το Μπενίν ήταν στην 53η θέση μεταξύ 169 κρατών, για το έτος 2007. Οι τελευταίες προεδρικές εκλογές διεξήχθησαν το 2011. Πρόεδρος εξελέγη ξανά από τον πρώτο γύρο με 53,1% των ψήφων ο Γιαγί Μπονί.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητική διαίρεση του Μπενίν

Η χώρα υποδιαιρείται σε 12 επαρχίες ή διαμερίσματα (στα γαλλικά: départements), τα οποία επιμέρους υποδιαιρούνται σε 77 κοινότητες. Το 1999 τα προηγούμενα έξι διαμερίσματα χωρίστηκαν το καθένα σε δύο μισά, δημιουργώντας τα σημερινά 12. Τα έξι νέα διαμερίσματα δεν έχουν ακόμα πρωτεύουσα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία παραμένει υπανάπτυκτη και βασίζεται κυρίως στον πρωτογενή τομέα. Τα γεωργικά προϊόντα αλλά και η εκτροφή βοοειδών και άλλων ζώων δεν επαρκούν για τις διατροφικές ανάγκες του κράτους. Οι βιομηχανικές δραστηριότητες είναι περιορισμένες και αφορούν την επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, όπως το βαμβάκι, λαδιού στα σύγχρονα ελαιοτριβεία και ελάχιστα άλλα εργοστάσια. Η χώρα διαθέτει πετρέλαιο, μάρμαρο, χρυσό και βασικό προϊόν της είναι το βαμβάκι. Καλλιεργούνται, επίσης, ελαιοφοίνικας, καλαμπόκι, μανιόκα, καθώς επίσης και κεχρί και γλυκοπατάτα στα κεντρικά και βόρεια της χώρας. Οι κύριες εξαγωγές είναι βαμβάκι και ελαιώδη φυτά. Στα βόρεια οι κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Η εκμετάλλευση των δασών σχεδόν αποκλειστικά γίνεται για την παραγωγή καυσόξυλων. Παράγονται αλιεύματα που προορίζονται για την εγχώρια κατανάλωση. Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες για την ανάπτυξη του τουρισμού. Η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται σε θερμοηλεκτρικά και υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Η χώρα αναγκάζεται να εισαγάγει ενέργεια, με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες της.

Παρά το γεγονός ότι τα συνδικάτα στο Μπενίν αποτελούν το 75% του επίσημου εργατικού δυναμικού, η Διεθνής Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ITCU) τονίζει τα κύρια προβλήματα, που είναι η παιδική εργασία, η ανισότητα στους μισθούς των γυναικών και η εξαναγκαστική εργασία.[4]

Νομισματική μονάδα της χώρας είναι το Φράγκο CFA Δυτικής Αφρικής. Η υποτίμηση του νομίσματος κατά 50% το 1994 σε όλες τις χώρες της ζώνης του φράγκου στην Κεντρική και στη Δυτική Αφρική είχε αποτέλεσμα να γίνουν πιο ανταγωνιστικά τα προϊόντα του Μπενίν. Τα τελευταία χρόνια υποχώρησε αρκετά ο πληθωρισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,5% το 2005. Η ανεργία επίσης βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολυάριθμες εθνοτικές ομάδες συγκροτούν τον πληθυσμό του κράτους. Οι μορφολογικές και πολιτιστικές διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες είναι χαρακτηριστικές. Η παλαιότερη ομάδα είναι οι Παλαιονεγρίτες, που κατοικούν στα βόρεια του κράτους και διακρίνονται επιμέρους σε άλλες ομάδες (Σόμπα. Καμπρέ, Πίλα Πίλα κλπ.). Στα βόρεια της χώρας ζουν οι Μπαρίμπα, ένας σουδανικός πληθυσμός, όπως επίσης οι Φουλανί και οι Ντέντι.

Οι Φον αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα στο Μπενίν, με 1,7 εκατομμύρια να μιλούν τη γλώσσα Φον (με βάση στοιχεία του 2001), ακολουθούμενοι από διάφορες ομάδες Γιορούμπα (1,2 εκατομμύρια), τους Άια (600.000), τους Μπαρίμπα (460.000), τους Αγίζο (330.000), τους Φούλμπε (310.000) και τους Γκουν (240.000). Κοντά στα λιμάνια του νότου απαντώνται και κάτοικοι που κατάγονται από τους σκλάβους της Βραζιλίας, οι οποίοι επέστρεψαν. Το 99% του σημερινού πληθυσμού είναι αφρικανικές εθνότητες και λίγες χιλιάδες άτομα είναι Ευρωπαίοι, κυρίως Γάλλοι. Υπάρχουν επίσης Ασιάτες (κυρίως Λιβανέζοι) και Ινδοί.

Η αστικοποίηση είναι περιορισμένη στη χώρα, καθώς το 44% του συνολικού πληθυσμού ζει στις πόλεις.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ναός στο Κοτονού.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2002, το 27,1 του πληθυσμού είναι Ρωμαιοκαθολικοί, 24,4 % Μουσουλμάνοι και το 17,3% ασπάζονται το βουντού. Το 50% περίπου του συνολικού πληθυσμού ασπάζεται ανιμιστικές θρησκείες.[5] Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί Χριστιανοί έχουν εισαγάγει τις θεότητες του βουντού στη χριστιανική θρησκεία.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίσημη γλώσσα είναι η γαλλική. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια σε αρκετά εκπαιδευτήρια διδάσκεται και η αγγλική γλώσσα. Ομιλούνται επίσης διάφορα ιδιώματα, μεταξύ των οποίων η γλώσσα Φον και η Γιορούμπα στα νότια, όπως επίσης και ιδιώματα της Μπουρκίνα Φάσο στο βορρά. Στα βορειοανατολικά μιλούν το ιδίωμα ντέντι και άλλες διαλέκτους.

Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγαλύτερη πόλη και εμπορική πρωτεύουσα είναι η Κοτονού. Σημαντικό λιμάνι είναι η πρωτεύουσα Πόρτο-Νόβο, ενώ ιστορικής σημασίας πόλη είναι η Αμπομέι, άλλοτε πρωτεύουσα του Βασιλείου της Δαχομέης (των Φον). Ο Βασιλιάς των Φον συνεχίζει να κατοικεί εκεί. Το 1892 η πόλη και τα ανάκτορά της πυρπολήθηκαν από τους Γάλλους.

Η πόλη Ουίντα αποτελεί την πνευματική έδρα των βουντού και είναι γνωστή τοπικά ως Glexwe. Κατά την πορτογαλική κατοχή υπήρξε σταθμός δουλεμπορίου. Στην επαρχία Ατακόρα υπάρχουν οχυρωμένες θέσεις.

Ένοπλες Δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της αφρικανικής χώρας αριθμούσαν τα 4.550 άτομα σύμφωνα με στοιχεία του 2003. Παραμένει η συνοριακή διένεξη με την Μπουρκίνα Φάσο, για δύο χωριά στα σύνορα των δύο χωρών.

Επικοινωνίες και μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οδικό δίκτυο εκτείνεται στα 16.000 χλμ. εκ των οποίων μόνο τα 1.400 ήταν ασφαλτοστρωμένα το 2005. Λειτουργεί επίσης σιδηροδρομικό δίκτυο, που έχει μήκος 578 χλμ. Τα σημαντικότερα λιμάνια βρίσκονται στις μεγάλες πόλεις (Πόρτο-Νόβο, Κοτονού). Στη συμπρωτεύουσα, Κοτονού, βρίσκεται και το μοναδικό διεθνές αεροδρόμιο της χώρας. Λειτουργούν άλλα έξι αεροδρόμια. Τον Απρίλιο του 2009 η ΕΕ συμπεριέλαβε τη χώρα στον κατάλογο με τους αερομεταφορείς που απαγορεύεται να εκτελούν πτήσεις προς τα 27 κράτη μέλη της, για λόγους ασφαλείας.[6] H οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Πολιτισμός και αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Μπενίν βρέθηκαν ίχνη ενός σημαντικού πολιτισμού από την εποχή τριών βασιλείων: Αμπομέι, Κοπκόν και Αλάντα (17ος αιώνας)[7] Πιστεύεται ότι στο Μπενίν ξεκίνησε η θρησκεία βουντού και διαδόθηκε από εκεί στην Καραϊβική Θάλασσα και σε μέρη της Βόρειας Αμερικής από δούλους. Από το 1992 το βουντού αναγνωρίζεται ως επίσημη θρησκεία στη χώρα και στις 10 Ιανουαρίου εορτάζεται κάθε χρόνο η Εθνική Γιορτή του Βουντού. Στα νότια της χώρας τα δίδυμα παιδιά θεωρούνται σημαντικά και για το λόγο αυτό τα δίνουν ειδικά ονόματα.

Κατά την ακμή του βασιλείου των Φον, το 18ο αιώνα, δημιουργήθηκαν έργα τέχνης, κυρίως γλυπτά, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Τα περισσότερα από αυτά είναι από σίδερο, από πηλό, από ξύλο και άλλα υλικά, ενώ είναι ζωγραφισμένα με ζωηρά χρώματα. Στις πύλες του παλατιού υπάρχουν ανάγλυφα που παριστάνουν ζώα και συμβολίζουν τη δύναμη του Βασιλιά.

Η λαογραφική παράδοση της χώρας είναι πολύ πλούσια , όπως και η μουσική της. Τοπικά και παραδοσιακά μουσικά όργανα είναι τα κρουστά που χρησιμοποιούν κατά τις λατρευτικές τελετές τους για την επίκληση των θεών τους, οι Φον και οι Γιορούμπα. Ωστόσο, άνθηση παρουσιάζουν και τα νεότερα μουσικά ιδιώματα, όπως το αφροφάνκ. Η σύγχρονη μουσική χαρακτηρίζεται από επιρροές από την αφρικανική μουσική της Νιγηρίας και της Γκάνας αλλά και από το γαλλικό τραγούδι. Γνωστά πρόσωπα από τον καλλιτεχνικό χώρο που κατάγονται από το Μπενίν είναι ο υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός και χορευτής Τζιμόν Χανσού (γενν. στις 24 Απριλίου του 1964 και έγινε Αμερικανός πολίτης), όπως επίσης και η τραγουδίστρια Αντζελίκ Κιτζό (γεννήθηκε στο Κοτονού), η οποία προτάθηκε πέντε φορές για Βραβείο Γκράμι και έγινε Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNICEF.

Στην παραλία της Ουιντά, όπου λειτουργεί και Μουσείο της Ιστορίας της πόλης αυτής, δεσπόζει το μνημείο που ονομάζεται «Σημείο από όπου δεν υπάρχει γυρισμός». Σε αυτό αναπαριστάται η εποχή της δουλείας. Επίσης, στην πόλη αυτή βρίσκεται και το πάρκο Ιερό Δάσος, με μπρούντζινα αγάλματα, που παριστάνουν διάφορες αφρικανικές θεότητες. Το 1985 δύο βασιλικά ανάκτορα στην Αμπομέι που σώθηκαν από την επιδρομή των Γάλλων το 1892, χαρακτηρίστηκαν Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO. Στην ίδια πόλη εδρεύει Ιστορικό Μουσείο. Ο επισκέπτης μπορεί επίσης να θαυμάσει ναούς, το Βοτανικό Κήπο της Κοτονού, το μουσείο Τέχνης και Εθνογραφίας στο Πόρτο-Νόβο και πολλά άλλα μνημεία.

Υγεία και περίθαλψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘ 80, λιγότερο από το 30% του πληθυσμού είχε πρόσβαση σε υγειονομικές υπηρεσίες για περίθαλψη. Το Μπενίν είχε το μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας παιδιών ηλικίας κάτω των 5 ετών στην Αφρική. Έπειτα από την Πρωτοβουλία του Μπαμάκο, η κατάσταση άλλαξε δραματικά και το υγειονομικό σύστημα αναμορφώθηκε με αποτέλεσμα την αποτελεσματικότερη παροχή υγειονομικών υπηρεσιών.[8] Τα αποτελέσματα ήταν θετικά και η υγειονομική κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά.[9] Το προσδόκιμο ζωής ήταν το 2013 τα 60,67 χρόνια στο σύνολο του πληθυσμού (59,37 για τους άνδρες και τα 62,04 έτη για τις γυναίκες).[1]

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχολική αίθουσα στο Μπενίν

Η εκπαίδευση δεν είναι υποχρεωτική στο κράτος ούτε δωρεάν.[10] Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι στα σχολεία φοιτούν περισσότερα αγόρια από ότι κορίτσια. Η αναλογία μαθητών προς δασκάλους αυξήθηκε από 36:1 το 1990 σε 53:1 το 1997. Ο αναλφαβητισμός (δείκτης) είναι γύρω στο 60% στους ενηλίκους.[11]

Το 1990 διεξήχθη εθνική συνδιάσκεψη για την παιδεία (Etats Généraux de l'Education-EGE) και υιοθετήθηκε εθνική πολιτική και στρατηγική για την παιδεία. Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, σταδιακά η κυβέρνηση του Μπενίν προέβη σε μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα. Η εγγραφή στα σχολεία αυξήθηκε και έφτασε το 96% το 2004 ενώ η εγγραφή κοριτσιών από 36% το 1990 έφτασε το 84% το 2004.

Το εκπαιδευτικό σύστημα ανά βαθμίδα έχει ως εξής αναφορικά με το χρόνο φοίτησης:[12]

  • Δημοτικό Σχολείο: 6 χρόνια
  • Γυμνάσιο: 4 χρόνια
  • Λύκειο: 3 χρόνια
  • Πτυχίο μπάτσελορ: 3 έτη
  • Πτυχίο Μάστερ: 4 έτη

Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική για τα παιδιά ηλικίας από 6 ως 11 ετών. Η φοίτηση στο νηπιαγωγείο είναι διετής ή τριετής. Δημόσια Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια υπάρχουν σε μεγάλες πόλεις, όπως το Κοτονού και το Πόρτο-Νόβο. Η βαθμολογική κλίμακα είναι από 0-20. Στη χώρα λειτουργούν επίσης και ιδιωτικά σχολεία. Το πανεπιστήμιο του Μπενίν έχει 10 παραρτήματα.

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα είναι μέλος των οργανισμών:ACP, AfDB, APM, AU, BTWC, CEMAC, CTBT, ECOWAS, ENMOD, FAO, G-77, IAEA, IBRD, ICAO, ICCt, ICFTU, ICRM, IDA, IDB, IFAD, IFC, IFRCS, ILO, IMF, IMO, Interpol, IOC, IOM, IPU, ISO (ανταπόκριση), ITSO, ITU, KP, MIGA, NAM, NPT, NTBT, OIC, OIF, OPCW, UN, UNCTAD, UNESCO, UNFCC, UNHCR, UNIDO, UNWTO, UPU, WADB (περιφερειακά), WAEMU, WCL, WCO, WFTU, WHO, WIPO, WMO, WTO.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 CIA World Factbook
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «World Economic Outlook Database». ΔΝΤ. Οκτώβριος 2009. http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2009/02/weodata/weorept.aspx?sy=2009&ey=2009&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=%2C&br=1&pr1.x=35&pr1.y=10&c=638&s=NGDPD%2CNGDPDPC%2CPPPGDP%2CPPPPC%2CLP&grp=0&a=. Ανακτήθηκε στις 18-10-2009. 
  3. Συλλογικό έργο, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β΄, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 112
  4. «Serious violations of core labour standards in Benin, Burkina Faso and Mali». ICFTU Online. http://www.icftu.org/displaydocument.asp?Index=991220267&Language=EN. Ανακτήθηκε στις 30-07-2007. 
  5. International Religious Freedom Report 2007: Benin. United States Bureau of Democracy, Human Rights and Labor (14 Σεπτεμβρίου 2007).
  6. BBC News, Benin joins EU aviation blacklist, 8 Απριλίου 2009.
  7. Νέα Εγκυκλοπαιδεία, τ. 16, σελ. 457, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2006.
  8. «Bamako Initiative revitalizes primary health care in Benin». http://www.who.int/inf-new/child6.htm. Ανακτήθηκε στις 28-12-2006. 
  9. «Implementation of the Bamako Initiative: strategies in Benin and Guinea». http://www.ncbi.nlm.nih.gov/entrez/query.fcgi?cmd=Retrieve&db=PubMed&list_uids=10173105&dopt=Abstract. Ανακτήθηκε στις 28-12-2006. 
  10. "Benin". Findings on the Worst Forms of Child Labor (2001). Bureau of International Labor Affairs, Αμερικανικό Υπουργείο Εργασίας (2002).
  11. Education: Programs. USAID Μπενίν
  12. Εκπαιδευτικό Σύστημα στη Δημοκρατία του Μπενίν. Πρεσβεία των ΗΠΑ, Κοτονού

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Adam, Kolawolé Sikirou and Michel Boko (1983), le Bénin. SODIMAS, Cotonou and EDICEF, Paris.
  • Godfrey Mwakikagile, Military Coups in West Africa Since The Sixties, Huntington, New York: Nova Science Publishers, Inc., 2001, chapter on Benin.
  • Παγκόσμιος Γεωγραφικός Άτλας, εκδ, ΔΟΜΗ, 2007, τ. 9, σελ. 509-531.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα