Διώρυγα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γενικά με τον όρο Διώρυγα, (καθαρεύουσα: η διώρυξ, της διώρυγος), χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε επίγειο τεχνικό έργο συνήθως μεγάλου μήκους και πλάτους για παροχέτευση ή αποχέτευση νερού ή σύνδεση ποταμών, λιμνών και θαλασσών, κατ΄ είδος μεταξύ τους ή κεχωρισμένα π.χ. ποταμό με ποταμό, λίμνη με λίμνη ή ποταμό ή θάλασσα, θάλασσα με θάλασσα κ.λπ.
Η κατασκευή (διάνοιξη) διώρυγας λέγεται διώρυξη, ή διόρυξη, από το ρήμα "διορύσσω" (= ανοίγω δίοδο σκάβοντας).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή διωρύγων εμφανίζεται από τους μυθικούς χρόνους. Πρώτη νύξη τέτοιας κατασκευής αναφέρεται στην Ελληνική Μυθολογία μεταξύ των άθλων του Ηρακλή, στον καθαρισμό των σταύλων του Αυγεία. Έτσι η δημιουργία αυτών ξεκίνησε αρχικά ως ανάγκη καθαρισμών και άρδευσης. Τον 7ο αιώνα π.Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Σεναχερίμπ ή Σενναχειρείμ κατασκεύασε διώρυγα μήκους 80 χλμ. προκειμένου να υδροδοτήσει την πόλη Νινευή, πρωτεύουσα της χώρας του. Το 510 π.Χ. ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος Α΄ ανέλαβε την κατασκευή διώρυγας που συνέδεε τον Νείλο ποταμό με την Ερυθρά Θάλασσα που αποτέλεσε τον πρόδρομο της σημερινής διώρυγας του Σουέζ. Ιστορικά θεωρούνται τα εκτεταμένα συστήματα αρδευτικών διωρύγων στη Βαβυλωνία και Σουμερία με το πλέον φιλόδοξο έργο τη διώρυγα μήκους 320 χλμ. μεταξύ των σημερινών πόλεων του Ιράκ, Σαμάρας και Αλ Κουτ.
Αλλά και οι αρχαίοι κάτοικοι της Κίνας τον 3ο αιώνα π.Χ. ξεκίνησαν κατασκευές εσωτερικών διωρύγων με σημαντικότερη τη λεγόμενη "Μεγάλη διώρυγα" συνολικού μήκους 1600 χλμ. η κατασκευή της οποίας ξεκίνησε το 610 (μ.Χ.) και την οποία επέκτειναν οι επόμενες δυναστείες φθάνοντας τελικά να ενώνει τον ποταμό Γιανγκ Τσε με το Πεκίνο. Πρόκειται για την μεγαλύτερη σε μήκος τεχνητή υδάτινη αρτηρία του κόσμου.

Στην Ευρώπη οι Ρωμαίοι, θεωρούνται οι πρώτοι που κατασκεύασαν εκτεταμένα επίσης συστήματα διωρύγων κυρίως στη νότια Ευρώπη και στη Βρετανία, ειδικότερα για στρατιωτικές μεταφορές, επεκτείνοντας έτσι τη χρήση αυτών, ενώ κάποιες που κατασκευάστηκαν στη Βρετανία είχαν σκοπό την αποξήρανση. Η ανάπτυξη του εμπορίου που σημειώθηκε περί τον 12ο αιώνα έδωσε νέα πνοή ανάπτυξης παρόμοιων έργων έτσι ώστε περίπου το 85% των διακινουμένων τότε εμπορευμάτων να γίνεται μέσα από υδάτινες αρτηρίες. Ολόκληρη πόλη η Βενετία αρχίζει να αναπτύσσεται πάνω σε πρώην ελώδεις νησίδες σε λιμνοθάλασσα της Αδριατικής. Ιδιαίτερο σταθμός στη κατασκευή διωρύγων αποτέλεσε το έτος 1373 όταν οι Ολλανδοί δημιουργούν τις πρώτες διώρυγες με σύστημα σπονδυλωτών ανυψωτικών δεξαμενών, που υπήρξε και η μεγαλύτερη καινοτομία των πλωτών δεξαμενών. Στα τέλη του 18ου αιώνα όπου και σημειώθηκε η μεγάλη Βιομηχανική Επανάσταση τα δίκτυα των διωρύγων άρχισαν να αναπτύσσονται εκπληκτικά, παρότι αναπτυσσόταν παράλληλα και ο σιδηρόδρομος, για να μειωθεί τελικά μετά την ευρεία ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας και της κατασκευής μεγάλων αυτοκινητοδρόμων.

Διάκριση διωρύγων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διώρυγες διακρίνονται βασικά σε τρεις κατασκευαστικούς τύπους.

  1. Διώρυγες παροχέτευσης.
  2. Διώρυγες αποχέτευσης και
  3. Διώρυγες σύνδεσης.

Οι διώρυγες παροχέτευσης ή αποχέτευσης νερού κατασκευάζονται με ορισμένη κλίση που εξαρτάται από την επιθυμητή ταχύτητα ροής του νερού. Έτσι στις περιπτώσεις άρδευσης, στις λεγόμενες διώρυγες παροχέτευσης, δεν απαιτείται μεγάλη κλίση, σε αντίθεση των περιπτώσεων αποχέτευσης που παρουσιάζουν σημαντική κλίση.
Οι διώρυγες σύνδεσης συνήθως είναι μεγάλου μήκους αύλακες χωρίς κλίση που συνδέουν ισοϋψείς επιφάνειες ύδατος. Μεγάλου μήκους τέτοιες διώρυγες που εξυπηρετούν επιπλέον πλωτή συγκοινωνία, χαρακτηρίζονται επί τούτου "πλωτές διώρυγες".

Πλωτές διώρυγες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλες διώρυγες τις οποίες μπορούν να κάνουν χρήση πάσης φύσεως πλωτά μέσα χαρακτηρίζονται πλωτές διώρυγες. Γενικά οι διώρυγες αυτές που λέγονται και διώρυγες ναυσιπλοΐας, διανοίγονται για εμπορικούς σκοπούς ενώνοντας χωριστές υφιστάμενες υδάτινες επιφάνειες. Σε πολλές περιπτώσεις οι πλωτές διώρυγες αποτελούν προεκτάσεις θαλασσών, λιμνών ή ποταμών στο εσωτερικό ηπειρωτικών χωρών για ανάπτυξη πλωτής συγκοινωνίας μεταξύ εμπορικών εσωτερικών κέντρων. Ένα κλασικό τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι πλωτές διώρυγες της Σουηδίας καθώς και η Κανάλ ντι Σάντρ.

Διακρίσεις πλωτών διωρύγων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πλωτές διώρυγες διακρίνονται ανάλογα των υδάτινων επιφανειών που συνδέουν και του τρόπου σύνδεσης. Οι διακρίσεις αυτών είναι:

  1. Ποτάμιες.
  2. Λιμναίες
  3. Θαλάσσιες. Συνηθέστερα τέτοιες διώρυγες κατακευάζονται σε ισθμούς, (π.χ. Διώρυγα της Κορίνθου)
  4. Μικτές (π.χ. η Διώρυγα Γόθα, ή η Διώρυγα του Σουέζ που συνδέει δύο θάλασσες μέσω λίμνης)
  5. Κλιμακωτές, που αποτελούν σπονδυλωτή σειρά συνδεδεμένων ανισοϋψών δεξαμενών π.χ. Διώρυγα του Παναμά.

Διεθνές Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην έννοια των διεθνών διωρύγων περιλαμβάνονται κατ΄ αρχήν τα διεθνή στενά που ενώνουν δύο ανοικτές θάλασσες που μπορεί να είναι φυσικοί πορθμοί και στενά περάσματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την ναυτιλία. Σε αντίθεση αυτών που αποτελούν φυσικοί οδοί, οι διώρυγες αποτελούν τεχνητές οδούς που διορύσσονται μέσα στην επικράτεια ενός κράτους και υπόκεινται στη κυριαρχία του. Στις περιπτώσεις αυτές η εφαρμογή του διεθνούς εθιμικού κανόνα της ελευθεροπλοΐας εξαρτάται από τη συναίνεση του κυρίαρχου κράτους που εκφράζεται με διεθνή σύμβαση που συνάπτει με άλλα ενδιαφερόμενα κράτη. Στη περίπτωση αυτή το καθεστώς της διώρυγας αυτής προσδιορίζεται ελεύθερο, όπως π.χ. η διώρυγα της Κορίνθου στην Ελλάδα, που έχει διανοιχθεί εντός της ελληνικής επικράτειας συνδέοντας το Αιγαίο Πέλαγος με το Ιόνιο Πέλαγος.
Αντίθετα όμως, στις περιπτώσεις διωρύγων, ή φυσικών περασμάτων, που βρίσκονται πάνω σε μεγάλες θαλάσσιες οδούς και παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον στη ναυσιπλοΐα γενικά, τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ πολέμου, όπως τέτοιες είναι π.χ. η διώρυγα του Παναμά, η διώρυγα του Σουέζ κ.λπ. αυτές υπόκεινται σε διεθνοποιημένο νομικό καθεστώς που καθιερώνει και κατοχυρώνει την ελεύθερη διέλευση.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ. 21ος, σελ. 205.