Ελεφήνορας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
« Οἳ δ' Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες Χαλκίδα τ' Εἰρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ' Ἱστίαιαν Κήρινθόν τ' ἔφαλον Δίου τ' αἰπὺ πτολίεθρον,οἵ τε Κάρυστον ἔχον ἠδ' οἳ Στύρα ναιετάασκον, τῶν αὖθ' ἡγεμόνευ' Ἐλεφήνωρ ὄζος Ἄρηος Χαλκωδοντιάδης μεγαθύμων ἀρχὸς Ἀβάντων. τῷ δ' ἅμ' Ἄβαντες ἕποντο θοοὶ ὄπιθεν κομόωντες αἰχμηταὶ μεμαῶτες ὀρεκτῇσιν μελίῃσι θώρηκας ῥήξειν δηΐων ἀμφὶ στήθεσσι· τῷ δ' ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. »
Phaistos glyph 12.svg
«Η Εύβοια είχε στείλει τους τρομερούς Άβαντες και άντρες απ΄τη Χαλκίδα, την Ερέτρια και την Ιστιαία, όλες πλούσιες σε αμπέλια και από την παραθαλάσσια Κήρινθο και το απόκρημνο Δίο κι αυτούς που κατοικούσαν στα Στύρα και στην Κάρυστο. Όλοι αυτοί είχαν αρχηγό τον Ελεφήνορα, απόγονο του Άρη και γιο του Χαλκώδοντα, αρχηγού των γενναίων Αβάντων. Οι άντρες όλοι γρήγοροι στο τρέξιμο. Τα μαλλιά τους τα άφηναν μακριά να πέφτουν στην πλάτη. Χρησιμοποιούσαν χάλκινα δόρατα και τίποτα δεν τους προκαλούσε μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να ξιφομαχούν με τον έχθρό και να του ξεσκίζουν τα ρούχα στο στήθος. Ο Ελεφήνορας είχε στην κατοχή του σαράντα μαύρα πλοία.

» Όμηρος, Ιλιάδα Β΄536-545

μεταφρ. = Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1992 ISBN 960-352-113-2

Στην ελληνική μυθολογία ο Ελεφήνορας (Ελεφήνωρ < ἐλεφαίρομαι (απατώ, αφανίζω, καταστρέφω)[1] (απαρ.αορ. ἐλεφῆραι) + ἠνορέη (ανδρεία), "ο ανδρείος καταστροφέας" είτε "ο άνδρας που αφανίζει) ήταν γιος του Χαλκώδοντα και εγγονός του Άβαντα, τον οποίο και διαδέχθηκε ως βασιλιάς των Αβάντων.

Μια μέρα ο Ελεφήνορας, βλέποντας ένα δούλο να ασεβεί προς τον παππού του, έτρεξε και τον χτύπησε. Φαίνεται όμως ότι έγινε κάποια πάλη, καθώς ένα από τα χτυπήματα του Ελεφήνορα βρήκε κατά λάθος τον γερο-Άβαντα αντί τον δούλο και τον σκότωσε. Εξαιτίας αυτού του φόνου, ο Ελεφήνορας εγκατέλειψε την Εύβοια. Αργότερα, τον βρίσκουμε ως ένα από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης,[2] οπότε και έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο αφού ήταν δεσμευμένος από τον σχετικό όρκο. Στην εκστρατεία αυτή συμμετέσχε επικεφαλής των Αβάντων με σαράντα πλοία.[3] Επειδή όμως του απαγορευόταν να πατήσει στο έδαφος της Ευβοίας (για τον φόνο του παππού του), προκειμένου να συγκεντρώσει τον στρατό του ανέβηκε πάνω σε ένα βράχο που απείχε λίγο από τις ακτές της, και από εκεί μίλησε στους συμπατριώτες του.

Κατά τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, ο Ελεφήνωρ είχε ως βοηθούς του τους αδελφούς Ακάμαντα και Δημοφώντα, που είχαν σταλεί από τον πατέρα τους, τον Θησέα, σε αυτόν. Για το τέλος του Ελεφήνορα υπάρχουν αρκετές διαφορετικές εκδοχές: Κατά τον Όμηρο, τον σκότωσε ο Αγήνορας ο Τρωαδίτης μπροστά από τα τείχη της Τροίας, ενώ άλλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο Ελεφήνωρ επέζησε μετά την άλωση της Τροίας και εγκαταστάθηκε σε ένα νησί κοντά στη Σικελία, από όπου όμως τον έδιωξε ένα φίδι. Τότε πήγε στην Ήπειρο, στην Αβαντία. Αλλά και η πρώτη εκδοχή λέει ότι οι σύντροφοί του πήγαν στην Ήπειρο και ίδρυσαν την πόλη Απολλωνία στην ακτή της Αδριατικής.

  • Ο αστεροειδής 23355 Ελεφήνωρ (23355 Elephenor), που ανακαλύφθηκε το 1960 και ανήκει στην Τρωική Ομάδα, πήρε το όνομά του από το μυθικό αυτό πρόσωπο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αντώνιος Γιάνναρης, Επίτομον Ελληνικόν Λεξικόν, σ.. 665, Τυπογραφείο Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1888
  2. Βιβλιοθήκη ΑπολλοδώρουΕπιτομή 4.3.11
  3. Ιλιάδα, Ραψωδία Β 545

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969
  • Lorenzo Rocci (1956). Vocabolario Greco-Italiano. Società Ed. Dante Alighieri srl. σελ. 601-602,858.  (Ιταλικά)