Θειόλες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γενικός τύπος θειόλης. Με μπλε παρουσιάζεται η υδροθειομάδα. Όπου R εδώ είναι γενικά οργανική ρίζα και όχι αποκλειστικά και μόνο αλκύλιο.

Στην Οργανική Χημεία ως θειόλες αναφέρονται οι οργανικές ενώσεις που περιέχουν μια (τουλάχιστον) υδροθειομάδα (-SH), συνδεμένη με άτομο άνθρακα και εφόσον η υδροθειομάδα είναι η κύρια χαρακτηριστική ομάδα της ένωσης. Έτσι, π.χ. το 2-υδροθειοπροπανικό οξύ (CH3CH(SH)COOH), που περιέχει υδροθειομάδα, δεν θεωρείται θειόλη, αλλά καρβοξυλικό οξύ (και πιο συγκεκριμένα υδροθειοξύ), διότι η κύρια χαρακτηριστική του ομάδα είναι το καρβοξύλιο (-COOH).

Ως χαρακτηριστική ομάδα, το υδρόθειο έπεται για χαρακτηρισμό ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα του καρβοξυλίου (-COOH), των άλλων όξινων ομάδων, όπως της σουλφοξυομάδας (-SO3H), των εστερομάδων, των αμιδομάδων, των αλακυλομάδων, του νιτριλίου (-CN), του καρβονυλίου (>CO) και αντίστοιχων ομάδων που περιέχουν άλλα στοιχεία και πολλαπλούς δεσμούς ταυτόχρονα και του υδροξυλίου (-ΟΗ). Προηγείται όμως όλων των υπόλοιπων χαρακτηριστικών ομάδων.

Πρόκειται για μια κατηγορία οργανικών ενώσεων του θείου. Οι θειόλες θεωρούνται ότι είναι τα θειούχα ανάλογα των αλκοολών. Άλλωστε και ετυμολογικά η λέξη «θειόλη», προέρχεται από το πρόθεμα «θείο» και την κατάληξη «όλη», και σύμφωνα με τη χημική ορολογία σημαίνει «αλκοόλη που περιέχει θείο αντί οξυγόνου.».

Πολλές θειόλες έχουν έντονες οσμές που θυμίζουν αυτή του σκόρδου. Οι θειόλες (συνήθως η μεθανοθειόλη) χρησιμοποιούνται ως οσμοθετικές ενώσεις, δηλαδή ενώσεις που προστίθενται σε άοσμες ενώσεις ή μίγματα, όπως το υγραέριο, το φυσικό αέριο ή το φωταέριο, ώστε η χαρακτηριστική οσμή να προειδοποιεί για τυχόν υπάρχουσα διαρροή, και να αποφεύγονται έτσι, κατά το δυνατό, τα σχετικά ατυχήματα.

Επίσης οι θειόλες αναφέρονται συχνά και με την ονομασία μερκαπτάνες[1][2]. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική έκφραση «mercurium captans», που σημαίνει «συλλαμβάνοντας υδράργυρο»[3], γιατί οι θειόλες έχουν την τάση να παράγουν παράγωγα με ενώσεις του υδραργύρου[4].

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο κριτήριο ταξινόμησης των θειολών είναι η τυχόν παρουσία και δευτερευόντων χαρακτηριστικών ομάδων. Έτσι έχουμε π.χ. τις αμινοθειοόλες, αν έχουμε και αμινομάδες (-ΝΗ2, >NH, >N-), κ.τ.λ..

Το δεύτερο κριτήριο ταξινόμησης των θειολών είναι η τυχόν παρουσία περισσότερων της μιας υδροθειομάδες. Έτσι έχουμε π.χ. τις διθειόλες, τριθειόλες, κ.τ.λ..

Ειδικότερα στις αλκανοθειόλες, δηλαδή άκυκλες κορεσμένες μονοσθενείς θειόλες, χωρίς καμιά άλλη χαρακτηριστική ομάδα, διακρίνουμε τρεις υποκατηγορίες, ανάλογα με τον αριθμό των αλκυλίων που συνδέονται στο άτομο άνθρακα που φέρει η υδροθειομάδα:

  1. Πρωτοταγείς θειόλες: Περιέχουν ένα (1) αλκύλιο και δύο (2) άτομα υδρογόνου στο άτομο του άνθρακα που συνδέεται με την υδροθειομάδα.
  2. Δευτεροταγείς θειόλες: Περιέχουν δύο αλκύλια και ένα (1) άτομο υδρογόνου στο άτομο του άνθρακα που συνδέεται με την υδροθειομάδα.
  3. Τριτοταγείς θειόλες: Περιέχουν τρία (3) αλκύλια και κανένα (0) άτομο υδρογόνου στο άτομο του άνθρακα που συνδέεται με την υδροθειομάδα.
  • Η παρουσία άλλων υδροθειομάδων ή και άλλων χαρακτηριστικών ομάδων συχνά τροποποιεί αλλά συνήθως δεν αναιρεί την παραπάνω κατηγοριοποίηση και τις χαρακτηριστικές της ιδιότητες.

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H συστηματική (κατά IUPAC) ονομασία κάθε θειόλης προέρχεται από την ονομασία του κύριου υδρογονάνθρακα (που κυριαρχεί στην αλυσίδα του μορίου της) όπου η κατάληξη "-ιο", αντικαθίσταται με την «-(ο)θειόλη», π.χ. μεθάνιομεθανοθειόλη, αιθάνιοαιθανοθειόλη, προπάνιο → προπανοθειόλη, βουτένιο → βουτενοθειόλη, κ.τ.λ..

Αν υπάρχουν ισομερή θέσης ως προς τη θέση της υδροθειομάδας, τότε της ονομασίας προηγείται ένας αριθμός που δηλώνει τον αύξοντα αριθμό του ατόμου άνθρακα της κύριας ανθρακικής αλυσίδας (της πολυπλοκότερης που φέρει την υδροθειομάδα) στον οποίο συνδέεται η υδροθειομάδα. Π.χ. 1-βουτανοθειόλη, 2-βουτανοθειόλη, κ.τ.λ..

Η τυχόν παρουσία περισσότερων της μιας υδροθειομάδας σημειώνεται με ένα πρόθεμα -δι-, -τρι-, κ.τ.λ. μεταξύ του ονόματος του αντίστοιχου υδρογονάνθρακα και της κατάληξης -θειόλη. Π.χ. αιθανοδιθειόλη, προπανοτριθειόλη, κ.τ.λ.. Αν είναι αναγκαίο προατίθενται και οι αντιστοιχοι αριθμοί θέσης των υδροθειομάδων. Π.χ. 1,3-βουτανοδιθειόλη.

Αν συνυπάρχουν δευτερεύουσες χαρακτηριστικές ομάδες, αυτές μπάίνουν ως προθέματα μπροστά από το κυρίως όνομα της θειόλης, με τους αριθμούς θέσης τους, αν είναι απαραίτητο. Π.χ. 2-αμινοαιθανοθειόλη.

Τέλος, αν οι διακλαδώσεις είναι πολύπλοκες, μπορεί για λόγους απλούστευσης της ονομασίας κάποιες υδροθειομάδες ή υδροθειοαλκυλομάδες (HSCxHy-), να τεθούν μπροστά αυτές ως υποκαταστάτες.

Σύμφωνα με μια παλαιότερη μέθοδο ονοματολογίας, οι θειόλες ονομάζονταν με το όνομα του αντίστοιχου αλκυλίου και την κατάληξη «-μερκαπτάνη».

Ακόμη, υπάρχουν και αρκετές θειόλες που διατηρούν εμπειρικές (δηλαδή μη συστηματικές) ονομασίες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε όσες από αυτές οι συστηματικές ονομασίες είναι πολύπλοκες.

Τέλος, κάποιες θειόλες παίρνουν το όνομα των αντιστοίχων αλκοολών με το πρόθεμα «θειο-». Π.χ. από το όνομα φαινόλη παράγεται το θειοφαινόλη.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θειόλες και οι αλκοόλες έχουν παρόμοια μοριακή δομή. Οι μεγάλες διαφορές στη δομή είναι:

α) Το μήκος του δεσμού C-S είναι μεγαλύτερο, περίπου 180 pm, αντί 150 pm του δεσμού C-O.
β) Η δεσμική γωνία C-S-H είναι περίπου 90°, αντί 109° της δεσμικής γωνίας C-O-H.
γ) Στην υγρή ή τη στερεή κατάσταση, σχηματίζονται πολύ ασθενέστεροι δεσμοί υδρογόνου στις θειόλες, από αυτούς που σχηματίζονται στις αλκοόλες. Έτσι, οι κύριες δυνάμεις συνοχής στις θειόλες είναι οι δυνάμεις van der Waals.
δ) Η μικρότερη ηλεκτραρνητικότητα του θείου σε σύγκριση με το οξυγόνο, οδηγεί σε μικρότερη διπολική ροπή στις θειόλες σε σύγκριση με τις αλκοόλες.

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θειόλες μπορούν να παραχθούν με τις ακόλουθες μεθόδους[5]:

Από αλαλκάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επίδραση όξινου θειούχου νατρίου (NaHS) σε αλαλκάνια (RX) παράγονται θειόλες:


\mathrm{KHS + RX \xrightarrow{} RSH + KX}

Η αντίδρσση αυτή όμως δεν είναι και τόσο αποτελεσματική, γιατί υπάρχει η ακόλουθη παράπλευρη αντίδραση, που ελαττώνει την απόδοση της παραπάνω:


\mathrm{RSH + RX \xrightarrow{} R_2S + HX}

Καλύτερα αποτελέσματα έχει η επίδραση θειουρίας (CS(NR2)2) και στη συνέχεια αλκαλική υδρόλυση του ενδιάμεσου προϊόντος[6]:


\mathrm{RX + R_2NCSNR_2 \xrightarrow{} [RS(NR_2)_2]X}

\mathrm{[RS(NR_2)_2]X + 2NaOH \xrightarrow{} RSNa + NaX + R_2NCONR_2 + H_2O}

\mathrm{RSNa + HCl \xrightarrow{} RSH + NaCl}

Μια άλλη δυνατότητα είναι η μετατροπή του αλαλκανίου πρώτα σε οργανομεταλική ένωση, μετά επίδραση στοιχειακού θείου και τέλος υδρόλυση της οργανοθειομεταλλικής ένωσης που προκύπτει. Π.χ.[7][8]:


\mathrm{RX + 2Li \xrightarrow[-10^oC]{|Et_2O|} RLi + LiX}

\mathrm{RLi + S \xrightarrow{} RSLi}

\mathrm{RSLi + HCl \xrightarrow{} RSH + LiCl}

Από αλκοόλες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επίδραση υδροθείου σε αλκοόλες (ROH), παρουσία όξινων αλάτων όπως ThO2 ή Al2O3:


\mathrm{ROH + H_2S \xrightarrow[\triangle]{ThO_2 \; \acute{\eta} \; Al_2O_3}  RSH + H_2O}

Από αλκένια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επίδραση υδροθείου σε αλκένια (π.χ. RCH=CH2), σύμφωνα με τον κανόνα του Markownicow:


\mathrm{RCH=CH_2 + H_2S \xrightarrow{} RCH(SH)CH_3}

Φυσικές ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οσμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές θειόλες έχουν ισχυρές οσμές που θυμίζουν αυτή του σκόρδου. Οι οσμές των θειολών είναι συχνά ισχυρές και απωθητικές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις θειόλες με μικρότερο σχετικό μοριακό βάρος. Πολλά σπρέυ από κουνάβια περιέχουν χαμηλού μοριακού βάρους θειόλες ή και παράγωγα αυτών[9][10][11][12][13]. Οι θειόλες είναι ανιχνεύσιμες από τους ανθρώπους σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις της τάξης των 10 ppb[14]. Ο ανθρώπινος ιδρώτας περιέχει 3-μεθυλο-3-υδροθειο-1-εξανόλη (CH3CH2CH3CH(CH3)CH(SH)CH2OH), που είναι ανιχνεύσιμη από τα 2 ppb και έχει μια φρουτώδη οσμή που μοιάζει μ' αυτήν του κρεμμυδιού. Οι γυναίκες απελευθερώνουν περισσότερη 3-μεθυλο-3-υδροθειο-1-εξανόλη, απ' ότι οι άνδρες[15][16]. Η μεθυλοθειομεθανοθειόλη (CH3SCH2SH) είναι μια πτητική θειόλη με ισχυρή οσμή και έχει βρεθεί στα ούρα αρσενικού ποντικιού. Έχει αποδειχθεί ότι λειτουργεί ως χημικό μήνυμα, που ενεργοποιεί ορισμένους οσφρητικούς αισθητηριακούς νευρώνες των ποντικιών, έλκοντας τα θηλυκά ποντίκια[17]. Η χρήση χαλκού αποδειχθηκε ότι χρειάζεται από ένα ειδικό αισθητηριακό λήπτη των ποντικιών, το MOR244-3, που είναι πολύ ευαίσθητος στην ύπαρξη μεθυλοθειομεθανοθειόλης, καθώς και διαφόρων άλλων θειολών και συγγενικών ενώσεων[18].

Οι θειόλες είναι επίσης υπεύθυνες για την οσμή μιας κατηγορίας ελαττωματικών κρασιών και που προέρχονται από την ανεπιθύμητη αντίδραση μεταξύ θειούχων συστατικών των κρασιών αυτών και της μαγιάς. Ομοίως, θειόλες είναι πίσω από την αηδιαστική οσμή μπύρας που έχει εκτεθεί σε υπεριώδες φως.

Ωστόαο δεν έχουν όλες οι θειόλες δυσάρεστες οσμές. Π.χ. η 2-φουρανυλομεθσνοθειόλη συνεισφέρει στο άρωμα του καβουρδισμένου καφέ, ενώ μια άλλη θειόλη, μια μονοτερποειδή θειόλη, είναι υπεύθυνη για το χαρακυηριστικό άρωμα του κίτρου. Η συγκεκριμένη ένωση έχει ευχάριστη οσμή μόνο σε χαμηλές συγκεντρώσεις, ενώ η καθαρή ένωση έχει δυσάρεστη οσμή.

Στο φυσικό αέριο προστίθενται ως οσμοθέτες θειόλες, συνήθως αιθανοθειόλη, γιατί το φυσικό αέριο είναι συνήθως άοσμο από μόνο του. Η συνήθεια αυτή άρχισε να γενικεύεται μετά από ένα θανατηφόρο δυστύχημα στο New London School στην πόλη Νέο Λονδίνο του Τέξας, κατά το 1937. Υπήρχαν όμως και πολλές εταιρίες διάθεσης φυσικού αερίου που ήδη πρόσθεταν οσμοθέτες. Οι περισσότεροι οσμοθέτες αερίων περιέχουν μίγματα θειολών και θειαιθέρων, με τη μεθυλο-2-προπανοθειόλη ως κύριο συστατικό. Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται θειόλες στην εμπορική βιομηχανία, όπως στα τάνκερ υγραερίου και στα αντίστοιχα συστήματα χειρισμού αυτού χρησιμοποιείται οξειδωτικός καταλύτης για την καταστροφή του οσμοθέτη (αν είναι ανεπιθύμητη η παρουσία του). Ένας οξειδωτικός καταλύτης που βασίζεται στο χαλκό εξουδετερώνει τις πτητικές θειόλες και τις μετατρέπει σε πιο αδρανή παράγωγα.

Σημεία βρασμού και διαλυτότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θειόλες δείχνουν μικρή διασύνδεση με δεσμούς υδρογόνου, τόσο με μόρια νερού, όσο και μεταξύ τους. Έτσι, έχουν χαμηλότερα σημεία βρασμού και είναι λιγότερο ευδιάλυτες στο νερό και άλλους πολικούς διαλύτες, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αλκοόλες. Επίσης οι θειόλες και οι θειαιθέρες έχουν παρόμοια διαλυτότητα και σημεία βρασμού, ενώ οι αντίστοιχες αλκοόλες και αιθέρες διαφέρουν σημαντικά.

Χημικές ιδιότητες και παράγωγα[19][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οξύτητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αλκοόλες (ROH), οι θειόλες (RSH) είναι μέτρια πιο όξινες. Π.χ. η 1-βουτανοθειόλη (CH3CH2CH2CH2SH) έχει pKa = 10,5, ενώ η 1-βουτανόλη (CH3CH2CH2CH2OH) έχει έχει pKa = 15. Ομοίως, η θειοφαινόλη (PhSH) έχει pKa = 6, ενώ η αντίστοιχη φαινόλη (PhOH) έχει pKa = 10. Έτσι, τα αποκαλούμενα θειολικά άλατα ή μερκαπτίδια, δηλαδή τα άλατα των θειολών, λαμβάνονται με απλή επίδραση υδροξειδίων αλκαλιμετάλλων, ενώ τα αντίστοιχα αλκοολικά άλατα συνήθως όχι. Π.χ.:


\mathrm{RSH + NaOH \xrightarrow{} RSNa + H_2O}
Παραγωγή θειοφαινολικού νατρίου από θειοφαινόλη.

2. Θειολικά άλατα σχηματίζονται ακόμη και με επίδραση ορισμένων αλκαλικών αλάτων. Π.χ.:


\mathrm{2RSH + HgO \xrightarrow{} (RS)_2Hg + H_2O}

Θειεστεροποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως οι αλκοόλες (ROH) αντιδρούν με οξυγονούχα οξέα (AOH) και δίνουν εστέρες (AOOR), έτσι και οι θειόλες (RSH) δίνουν αντίστοιχα θειεστέρες (AOSR). Π.χ. με καρβοξυλικά οξέα (RCOOH):


\mathrm{RSH + RCOOH {\overrightarrow\longleftarrow} RCOSR + H_2O}

  • Όπου A υπόλοιπη ρίζα οξυγονούχου οξέος, ανόργανου ή οργανικού, και R όχι απαραίτητα ίδια.

Θειοκετάλες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως οι αλκοόλες δίνουν ακετάλες και κετάλες με καρβονυλικές ενώσεις, έτσι και οι θειόλες δίνουν αντίστοιχα θειοκετάλες:


\mathrm{2RSH + >C=O \xrightarrow{} >C(SR)_2 + H_2O}

Δισουλφίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Οι θειόλες (RS) με επίδραση ήπιων οξειδωτικών μέσων όπως το βρώμιο (Br2), το ιώδιο (I2), το οξυγόνο2, παρουσία καταλύτη) ή ο διχλωριούχος χαλκός (CuCl2), σχηματίζουν δισουλφίδια (RSSR)[20]:


\mathrm{2RSH + Br_2 \xrightarrow{} RSSR + 2HBr}

\mathrm{2RSH + I_2 \xrightarrow{} RSSR + 2HI}

\mathrm{4RSH + O_2 \xrightarrow{} 2RSSR + 2H_2O}

\mathrm{2RSH + 2CuCl_2 \xrightarrow{} RSSR + 2CuCl + 2HCl}

2. Σε περίπτωση επίδρασης μιας άλλης θειόλης (R΄SH) σε δισουλφίδιο (RSSR), γίνεται ανταλλαγή αλκυλίων:


\mathrm{R\acute{}SH + RSSR {\overrightarrow\longleftarrow} RSSR\acute{} + RSH}

Σουλφονικά οξέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θειόλες (RS) με επίδραση ισχυρότερων οξειδωτικών μέσων, όπως υπεροχλωρικό νάτριο (NaClO40), υπεριωδικό οξύ (HIO4) ή νιτρικό οξύ (HNO3) ή υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2), δίνουν σουλφονικά οξέα:


\mathrm{RSH + 3NaClO_4 \xrightarrow{} RSO_3H + 3NaClO_3}

\mathrm{RSH + 3HIO_4 \xrightarrow{} RSO_3H + 3HIO_3}

\mathrm{RSH + 6HNO_3 \xrightarrow{} RSO_3H + 6NO_2 + 3H_2O}

\mathrm{RSH + 3H_2O_2 \xrightarrow{} RSO_3H + 3H_2O}

Ταυτοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πτητικές θειόλες μπορούν εύκολα και σχεδόν αλάνθαστα να ανιχνευθούν από τη χαρακτηριστική τους οσμή. Ειδικοί αναλυτές θείου για αέρια φασματογραφία είναι χρήσιμοι. Φασματοσκοπικοί ανιχνευτές χρησιμοποιούν βαρύ ύδωρ (D2O) για ανταλλαγή δευτερίου με υδροθειομάδες για να επισημανθούν σε φασματοσκοπία πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού (NMR) 1H (είναι διαθέσιμη και η αντίστοιχη φασματοσκοπία 33S, αλλά η επισήμνση δισθενούς θείου είναθ πολύ πλατιά και ελάχιατα χρήσιμη[21].). Η περιοχή απορρόφησης της ομάδας vSH εμφανίζεται γύρω στα 2400 cm−1 στο φάσμα υπερύθρου[1]. Σύμφωνα με ένα χρωματομετρικό τεστ, οι θειόλες ανττιδρούν με νιτροπρωσσικό οξύ.

Aναφορές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Patai, Saul “The chemistry of the thiol group” Saul Patai, Ed. Wiley, London, 1974. ISBN 0-471-66949-0.
  2. R. J. Cremlyn “An Introduction to Organosulfur Chemistry” John Wiley and Sons: Chichester (1996). ISBN 0-471-95512-4.
  3. Oxford American Dictionaries (Mac OS X Leopard).
  4. "Mercaptan" (ethyl thiol) was discovered in 1834 by the Danish professor of chemistry William Christopher Zeise (1789-1847). He called it "mercaptan", a contraction of "corpus mercurium captans" (mercury-capturing substance) [p. 88], because it reacted violently with mercury (II) oxide ("deutoxide de mercure") [p. 92]. See:
  5. «Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας» Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.266, £11.2Α.
  6. Speziale, A. J. (1963), «Ethanedithiol», Org. Synth., http://www.orgsyn.org/orgsyn/orgsyn/prepContent.asp?prep=cv4p0401 ; Coll. Vol. 4: 401 .
  7. E. Jones and I. M. Moodie (1990), «2-Thiophenethiol», Org. Synth., http://www.orgsyn.org/orgsyn/orgsyn/prepContent.asp?prep=cv6p0979 ; Coll. Vol. 6: 979 .
  8. Α. Βάρβογλη, «Χημεία Οργανικών Ενώσεων», παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991, §5.1. σελ.82
  9. Andersen K. K., Bernstein D. T. (1978). «Some Chemical Constituents of the Scent of the Striped Skunk (Mephitis mephitis)». Journal of Chemical Ecology 1 (4): 493–499. doi:10.1007/BF00988589. 
  10. Andersen K. K., Bernstein D. T. (1978). «1-Butanethiol and the Striped Skunk». Journal of Chemical Education 55 (3): 159–160. doi:10.1021/ed055p159. Bibcode1978JChEd..55..159A. 
  11. Andersen K. K., Bernstein D. T., Caret R. L., Romanczyk L. J., Jr. (1982). «Chemical Constituents of the Defensive Secretion of the Striped Skunk (Mephitis mephitis)». Tetrahedron 38 (13): 1965–1970. doi:10.1016/0040-4020(82)80046-X. 
  12. Wood W. F., Sollers B. G., Dragoo G. A., Dragoo J. W. (2002). «Volatile Components in Defensive Spray of the Hooded Skunk, Mephitis macroura». Journal of Chemical Ecology 28 (9): 1865–70. doi:10.1023/A:1020573404341. PMID 12449512. 
  13. William F. Wood. «Chemistry of Skunk Spray». Dept. of Chemistry, Humboldt State University. http://users.humboldt.edu/wfwood/chemofskunkspray.html. Ανακτήθηκε στις January 2, 2008. 
  14. Aldrich, T.B. (1896). «A CHEMICAL STUDY OF THE SECRETION OF THE ANAL GLANDS OF MEPHITIS MEPHITIGA (COMMON SKUNK), WITH REMARKS ON THE PHYSIOLOGICAL PROPERTIES OF THIS SECRETION». J. Exp. Med. 1 (2): 323–340. doi:10.1084/jem.1.2.323. PMID 19866801. 
  15. Βέβαια, η συγκεκριμένη ένωση ανήκει τυπικά στις αλκοόλες, αφού η κύρια χαρακτηριστική της ομάδα είναι το υδροξύλιο.
  16. Troccaz, Myriam; Borchard, Gerrit; Vuilleumier, Christine; Raviot-Derrien, Sophie; Niclass, Yvan; Beccucci, Sabine; Starkenmann, Christian (2009). «Gender-Specific Differences between the Concentrations of Nonvolatile (R)/(S)-3-Methyl-3-sulfanylhexan-1-ol and (R)/(S)-3-Hydroxy-3-methylhexanoic Acid Odor Precursors in Axillary Secretions.». Chem. Senses 34: 203–210. doi:10.1093/chemse/bjn076. 
  17. Lin, DaYu; Zhang, Shaozhong; Block, Eric; Katz, Lawrence C. «Encoding social signals in the mouse main olfactory bulb». Nature 2005 (434): 470–477. doi:10.1038/nature03414. Bibcode2005Natur.434..470L. 
  18. Duan, Xufang; Block, Eric; Li, Zhen; Connelly, Timothy; Zhang, Jian; Huang, Zhimin; Su, Xubo; Pan, Yi και άλλοι.. «Crucial role of copper in detection of metal-coordinating odorants». Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A 2012 (109): 3492–3497. doi:10.1073/pnas.1111297109. Bibcode2012PNAS..109.3492D. 
  19. «Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας» Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.269, £11.6Β.
  20. Heterogeneous catalytic demercaptization of light hydrocarbon feedstock. A. G. Akhmadullina, B. V. Kizhaev, G. M. Nurgalieva, I. K. Khrushcheva and A. S. Shabaeva, et al. Chemistry and Technology of Fuels and Oils, 1993, Volume 29, Number 3, Pages 108–109
  21. http://www.pascal-man.com/periodic-table/sulfur.shtml

Πηγές πληροφόρησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. SCHAUM'S OUTLINE SERIES, «ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ», Μτφ. Α. Βάρβογλη, 1999
  2. «Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας» Ν. Α. Πετάση 1982
  3. Αναστάσιου Βάρβογλη, «Χημεία Οργανικών Ενώσεων», Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991
  4. Καραγκιοζίδη Σ. Πολυχρόνη, «Ονοματολογία Οργανικών Ενώσεων στα Ελληνικά & Αγγλικά» Β΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1991
  5. Νικολάου Ε. Αλεξάνδρου, «Γενική Οργανική Χημεία», Εκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1985
  6. Δημητρίου Ν. Νικολαΐδη, «Ειδικά Μαθήματα Οργανικής Χημείας», ΑΠΘ, θεσσαλονίκη 1983
  7. Νικολάου Ε. Αλεξάνδρου, Αναστάσιου Βάρβογλη, Φαίδωνα Χατζημηχαλάκη, «Εργαστηριακός Οδηγός», Εκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1986
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Thiol της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).