Μόριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως μόριο στην επιστήμη εννοείται το ελάχιστο συστατικό ενός στοιχείου ή μιας ένωσης (μιας καθαρής ουσίας) που μπορεί να υπάρξει σε ελεύθερη κατάσταση, διατηρώντας τις φυσικές και χημικές ιδιότητες των μερών του στοιχείου ή της ένωσης που το αποτελούν.

Τα άτομα ενός μορίου μπορεί να είναι του ιδίου ή διαφορετικών στοιχείων (Η2 (διατομικό μόριο) ή ΗCl (δύο διαφορετικά άτομα). Τα μόρια αναπαρίστανται συνήθως από χημικό τύπο, ο οποίος προσδιορίζει, ανάλογα με το είδος του χημικού τύπου, τον ακριβή αριθμό των ατόμων του κάθε χημικού στοιχείου που συμμετέχει στο μόριο, το ποια άτομα ενώνονται μεταξύ τους, την διάταξή τους στον χώρο κλπ.

Τα μη συμμετρικά μόρια μπορούν να εμφανίσουν το φαινόμενο του χειρομορφισμού. Σε κάθε μόριο οι ενδομοριακές δυνάμεις υποδηλώνουν για κάθε άτομο με ποιο άλλο άτομο του μορίου συνδέεται, ώστε να προκύπτει ένα συγκεκριμένο σύνολο από συνδεδεμένα άτομα - υποσύνολα του μορίου. Αν αλλάξει η διάταξη των ατόμων μπορεί να αλλάξει και αυτό το σύνολο, για παράδειγμα η ένωση Α-Β-Γ μπορεί να γίνει Α-Γ-Β. Το φαινόμενο κατά το οποίο δύο μόρια με ίδιο μοριακό τύπο έχουν το ίδιο σύνολο ζευγών ενδομοριακά συνδεδεμένων ατόμων, αλλά τα ίδια τα μόρια είναι διαφορετικά λέγεται χειρομορφισμός. Ο χειρομορφισμός εντοπίζεται με σιγουριά μόνο στο στερεοχημικό τύπο ενός μορίου. Δύο μόρια στα οποία εμφανίζεται χειρομορφισμός έχουν ίδιο ή ισοδύναμο συντακτικό τύπο και ακριβώς ίδιους τους υπόλοιπους χημικούς τύπους.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: