Αναλυτική ψυχολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Αναλυτική ψυχολογίαΓιουνγκιανή ψυχολογία) προσδιορίζεται εκείνη η σχολή ψυχολογίας που προέκυψε από τις ιδέες του Ελβετού ψυχίατρου Καρλ Γιουνγκ τους μαθητές και άλλους διανοητές που ακολούθησαν την παράδοσή τoυ. Σκοπός της αναλυτικής ψυχολογίας είναι η κατανόηση και η ενσωμάτωση των ασυνείδητων δυνάμεων και των κινήτρων που θεμελιώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσω της πρακτικής μιας συσσωρευτικής φαινομενολογίας για τη σημασία των ονείρων, της λαϊκής παράδοσης και της μυθολογίας. Τόσο η ψυχολογία του βάθους όσο και η αρχετυπική ψυχολογία συνδέονται με την αναλυτική ψυχολογία ως προς το γεγονός ότι χρησιμοποιούν το ίδιο μοντέλο του ασυνείδητου νου ως πηγή θεραπείας και εξατομίκευσης.

Οι απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις βασικές ιδέες που διαμόρφωσαν την αναλυτική ψυχολογία επεξεργάστηκε ο Κ. Γιουνγκ στην Ψυχιατρική κλινική του Μπουργκχόλζλι. Τον Ιούλιο του 1900, συμπληρώνοντας τις ιατρικές του σπουδές στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, αποφάσισε να γίνει ψυχίατρος και στις 10 Δεκεμβρίου του 1900 ξεκίνησε ως βοηθός γιατρού με την καθοδήγηση του Δρ. Όιγκεν Μπλέλερ (1857-1939), καθηγητή της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και διευθυντή του Νοσοκομείου ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλζλι. Στα ογδόντα του ο Γιουνγκ ανέφερε αυτή τη στιγμή ως «είσοδο στο μοναστήρι του κόσμου»[1]. Αναφέρει πως κλειδώθηκε από μόνος του για μισό χρόνο «στους μοναστικούς τοίχους» για να αρχίσει να συνηθίζει τη ζωή και την ατμόσφαιρα ενός ασύλου παρανοϊκών. Μετά την καθημερινή του εργασία μελετούσε, έως ότου διάβασε και τους πενήντα τόμους του Allgemeine Zeitschrift fur Psychiatrie, επειδή ήθελε να κατανοήσει «πώς αντιδρούσε ο ανθρώπινος νους στη θέα της καταστροφής του».

Φαίνεται πως εκείνο που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ήταν η έρευνα για το νόημα της ψυχωτικής συμπεριφοράς και λόγου. Ήταν αποφασισμένος να εξερευνήσει τα λεκτικά σχήματα που χρησιμοποιούσαν οι ψυχωτικοί, τις ψευδαισθήσεις και τις στερεότυπες χειρονομίες και να προσπαθήσει να διαφωτίσει την ιστορία της ζωής του ασθενή πάνω στη βάση του νοήματος που ανακάλυπτε. Τα αποτελέσματα των ερευνών του παρουσίασε σε δύο μονογραφίες, «Η Ψυχολογία της Σχιζοφρένειας» το 1906 και «Το Περιεχόμενο της Ψύχωσης» το 1908[2].

«Μέσα από την εργασία μου με τους ασθενείς αντιλήφθηκα ότι οι παρανοϊκές ιδέες και παραισθήσεις περιέχουν έναν πυρήνα νοήματος. Πίσω από την ψύχωση βρίσκεται μια προσωπικότητα, μια ιστορία ζωής, ένας δρόμος ελπίδων και επιθυμιών... Τότε για πρώτη φορά αναδύθηκε μέσα μου η ιδέα ότι μέσα στην ψύχωση βρίσκεται κρυμμένη μια γενική ψυχολογία της προσωπικότητας και ότι ακόμη και εδώ συναντάμε τους παλιούς ανθρώπινους αγώνες. Αν και οι ασθενείς εμφανίζονται μονότονοι και απαθείς ή εντελώς ανόητοι, μέσα στο νου τους διαδραματίζονται πολλά που διαθέτουν περισσότερο νόημα από όσο φαίνονται. Κατά βάθος στο διανοητικά ασθενή δεν ανακαλύπτουμε τίποτα νέο και άγνωστο,μάλλον συναντάμε το υπέδαφος της δικής μας φύσης. Πάντα μου προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι η ψυχιατρική χρειάστηκε τόσο πολύ χρόνο για να στρέψει την προσοχή της στο περιεχόμενο της ψύχωσης»[3]

.

Στην περίοδο 1905-1909 κατέλαβε τη θέση του προσωπάρχη γιατρού, όπως και την έδρα διαλέξεων στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, με θέμα την ψυχολογία και την νεύρωση. Στην περίοδο 1904-1905 οργάνωσε στην Ψυχιατρική Κλινική ένα εργαστήριο πειραματικής ψυχοπαθολογίας. Επιθυμούσε να διερευνήσει σε βάθος τις ψυχολογικές όψεις της νεύρωσης με τη βοήθεια του λεκτικού συνειρμού, στον οποίο το υποκείμενο έπρεπε να αντιδράσει όσο το δυνατόν ταχύτερα σε μια σειρά λέξεων που έπαιζαν το ρόλο του διεγέρτη. Στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ως βασικό υλικό χρησιμοποιείτο ο απαιτούμενος για την αντίδραση χρόνος και το περιεχόμενο της ανταπόκρισης. Οι μελέτες του Γιουνγκ οδήγησαν στην ανακάλυψη συμπλεγμάτων που εντείνονται μέσω των συγκινήσεων, δηλαδή αυτόνομων περιεχόμενων του ασυνείδητου που εκδηλώνονται στο πείραμα με τη μορφή παρέμβασης. Επειδή αργότερα η μέθοδος λεκτικού συνειρμού χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για το νομικό καθορισμό γεγονότων, το πανεπιστήμιο Κλαρκ στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης απένειμε στο Γιουνγκ το 1909 τιμητικό Ντοκτορά Νομικής.

Τα χρόνια στο Νοσοκομείο Ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλζλι ήταν αποφασιστικά για τη μεταγενέστερη εξέλιξη της Αναλυτικής ψυχολογίας του Γιουνγκ.

Οι φροϋδικές επιδράσεις στην αναλυτική ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπλέλερ κατά τη διάρκεια της παραμονής του Γιουνγκ στην Ψυχιατρική Κλινική εντυπωσιάστηκε από τον Φρόιντ και του ζήτησε να υποβάλει μια έκθεση σχετικά με το Ερμηνεία των Ονείρων του Φρόιντ στο Μπουργκχόλζλι. Τούτο το γεγονός είχε ως άμεση συνέπεια την έκθεση του Γιουνγκ στις φροϋδικές απόψεις το 1906 και τη συμμετοχή του Μπλέλερ στην νεοπαγή ψυχαναλυτική εταιρεία. Ο Μπλέλερ παρευρέθηκε στο διεθνές συνέδριο του 1908 και καθιέρωσε, μαζί με τον Φρόιντ, το Jarbuch für psychoanalytische und psychopathologische Forschung [Επετηρίδα για την ψυχαναλυτική και ψυχοπαθολογική έρευνα], με τον Γιουνγκ ως εκδότη. Ο Μπλέλερ έγραψε επίσης έναν μικρό τόμο για την υπεράσπιση της ψυχανάλυσης του Φρόυντ, η οποία εμφανίστηκε το 1911, όταν εκείνος είχε ήδη αποχωρήσει από το ψυχαναλυτικό κίνημα, διαφωνώντας με τον Φρόιντ για την εξαιρετική έμφαση που απέδιδε στη βρεφική σεξουαλικότητα[4].

Η αποφασιστικότερη πιθανώς εμπειρία στη ζωή του Γιουνγκ και εντελώς καθοριστκή για τη διαμόρφωση της αναλυτικής ψυχολογίας, υπήρξε η επαφή του με τον Σίγκμουντ Φρόιντ και κυρίως η επαφή του με την ψυχολογία της υστερίας και τα όνειρα. Ο Γιουνγκ θεωρούσε τον Φρόιντ σπουδαίο άνθρωπο, αλλά πάνω απ’ όλα κάποιον που «πάλευε με τον δαίμονά του»[5]. Αυτό που τον εντυπωσίασε και επέδρασε σημαντικά στις προσωπικές του αναζητήσεις περισσότερο φαίνεται πως ήταν το έργο του Φρόιντ πάνω στην Ερμηνεία των Ονείρων, το οποίο θεωρούσε ως την πληρέστερη προσπάθεια που έγινε για να κατακτηθεί το αίνιγμα της ασυνείδητης ψυχής πάνω στο φαινομενικά στέρεο έδαφος του εμπειρισμού. Η καρποφόρα φιλία τους δεν κράτησε πολύ. Η δημοσίευση του έργου του Γιουνγκ Μεταμορφώσεις και Σύμβολα της Λίμπιντο οδήγησε στην οριστική ρήξη της σχέσης τους (1913), μια ρήξη η οποία είχε ξεκινήσει από τις προσωπικές τους διαφωνίες πάνω σε θέματα σεξουαλικότητας και ερμηνείας των ονείρων αλλά και πάνω σε διαφορές τους ως προς το θέμα της θρησκείας.

Ο Γιουνγκ πίστευε πως αν δεν έχει κανείς με τι να αντικαταστήσει το θρησκευτικό ένστικτο θα πρέπει να το αφήνει άθικτο, καθώς αποτελεί θεμέλιο του ατομικού κόσμου. Η κατάρρευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ακολουθείται συχνά από κατάρρευση της προσωπικότητας, κάτι που ο Γιουνγκ παρατηρούσε συχνά στους ασθενείς του[6]). Επίσης, θεωρούσε παραφορτωμένη τη θεωρία του Φρόιντ για τη σεξουαλικότητα, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σε μια αχρονολόγητη και αδημοσίευτη σημείωσή του για τον Άλφρεντ Άντλερ, που είχε επίσης διατελέσει μέλος του κύκλου του Φρόιντ αλλά ίδρυσε εντέλει τη δική του σχολή ατομικής ψυχολογίας. Σε αυτή τη σημείωση φαίνεται να εκτιμά τον Άντλερ, για το γεγονός ότι έφερε στην επιφάνεια το θεμελιακό γεγονός της ανάγκης του ατόμου για σπουδαιότητα, η οποία ερμηνεύει σημαντικές όψεις της νεύρωσης, μη ερμηνεύσιμες από τη σεξουαλικότητα.

Βασικές έννοιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασυνείδητο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απόψεις του Γιουνγκ για το ασυνείδητο διαμορφώθηκαν βάσει των νέων αναζητήσεών που προέκυψαν από τη ρήξη του με τον Σίγκμουντ Φρόιντ. Αναζήτησε μια έγκυρη ψυχολογική βάση τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους ασθενείς του. Πειραματίστηκε με τον εαυτό του και σταμάτησε να διδάσκει, προσπαθώντας να κατανοήσει τις φαντασιώσεις και άλλα ατομικά του περιεχόμενα. Το πείραμά του τελείωσε μετά από 6 χρόνια. Τις εσωτερικές του εμπειρίες τις μετέφερε στο Κόκκινο Βιβλίο, έναν τόμο δεμένο με κόκκινο δέρμα και πλούσια εικονογράφηση σε τεχνοτροπία Αρ Νουβώ (art nouveau). Ο ίδιος ποτέ δε θεώρησε τους πίνακές του ως τέχνη, αλλά ως εξωτερίκευση των βιωμάτων του.

Με τον όρο ασυνείδητο στην Αναλυτική ψυχολογία εννοείται η περιοχή του αγνώστου στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ό,τι συνειδητοποιούμε και το έχουμε ξεχάσει, ό,τι συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις, αλλά δε σημειώνουμε στο συνειδητό νου, όσα νιώθουμε, σκεπτόμαστε, θυμόμαστε, επιθυμούμε και πράττουμε ακούσια ή δίχως ιδιαίτερη προσοχή, όλα τα μελλοντικά πράγματα που παίρνουν σχήμα και αναδύονται κάποτε στη συνείδηση, όλα αυτά αποτελούν περιεχόμενο του ασυνείδητου. Πέραν αυτών στο ασυνείδητο περιλαμβάνονται απωθημένες οδυνηρές σκέψεις και συναισθήματα. Ονόμασε το σύνολο αυτών των περιεχομένων ατομικό ασυνείδητο. Ωστόσο, αναγνώρισε ιδιότητες που δε βιώνει ο άνθρωπος ατομικά αλλά τις κληρονομεί από μια βαθύτερη και ευρύτερη επικράτεια την οποία ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο. Τα ένστικτα και τα αρχέτυπα είναι εκείνα που διαμορφώνουν το συλλογικό ασυνείδητο και παρουσιάζουν μια κανονικότητα στην εμφάνισή τους.

Κανονικότητα στην εμφάνισή της για το ασυνείδητο του Γιουνγκ κατά τη διάρκεια των πειραματισμών του είχε η μορφή ενός γέροντα, τον οποίο ο Γιουνγκ ονόμαζε Φιλήμονα, με τον οποίο είχε μακρές συζητήσεις. Ψυχολογικά ο Φιλήμων αντιπροσώπευε την ύψιστη ενόραση για τον Γιουνγκ και ήταν δύναμη per se, διακριτή από τα ατομικά περιεχόμενα του ασυνείδητου. Ανήκε σε εκείνες τις φαντασιώσεις που δεν προκαλούσε το ατομικό ασυνείδητο αλλά παράγονταν από μόνα τους και είχαν τη δική τους ζωή.

Animus και Anima[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η anima και ο animus είναι δύο σημαντικές αρχετυπικές μορφές στην αναλυτική ψυχολογία, τόσο για το ατομικό, όσο και για το συλλογικό ασυνείδητο. Από τη μία ανήκουν στην ατομική συνείδηση και από την άλλη έχουν τις ρίζες τους στο συλλογικό ασυνείδητο, σχηματίζοντας έτσι ένα συνδετικό κρίκο ή γέφυρα ανάμεσα στο προσωπικό και το απρόσωπο, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Καθώς η μία είναι θηλυκή και η άλλη αρσενική, ο Κ. Γκ. Γιουνγκ τις ονόμασε άνιμα και άνιμους αντίστοιχα. Κατανοεί αυτές τις μορφές ως λειτουργικά συμπλέγματα που συμπεριφέρονται με τρόπο αντισταθμιστικό, όσον αφορά την εξωτερική προσωπικότητα. Συμπεριφέρονται ως εσωτερικές προσωπικότητες και παρουσιάζουν χαρακτηριστικά πού λείπουν από την εκδηλωμένη, συνειδητή προσωπικότητα Στον άνδρα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι θηλυκά και στη γυναίκα αρσενικά. Κανονικά και τα δύο είναι πάντα παρόντα μέχρι ενός σημείου, αλλά δε βρίσκουν θέση στις εξωστρεφείς λειτουργίες του ατόμου, επειδή παρενοχλούν την προσαρμογή τον προς τον εξωτερικό κόσμο, αλλοιώνοντας την εγκαθιδρυμένη ιδανική εικόνα του εαυτού του, την αποκαλούμενη persona.

Όμως, ο χαρακτήρας αυτών των μορφών δεν προσδιορίζεται μόνο από τα λανθάνοντα χαρακτηριστικά του φύλου που αντιπροσωπεύουν καθορίζεται από την εμπειρία που έχει αποκτήσει κάθε άτομο στη ζωή του ή τη ζωή της, με εκπρόσωπους του άλλου φύλου, καθώς και από τη συλλογική εικόνα της γυναίκας που υπάρχει στην ψυχή τον ατομικού άνδρα και τη συλλογική εικόνα τον άνδρα που υπάρχει στη γυναίκα. Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνδυάζονται για να σχηματίσουν κάτι που δεν είναι ούτε αποκλειστικά εμπειρία, ούτε αποκλειστικά εικόνα. Ουσιαστικά είναι μία οντότητα που δε συντάσσεται οργανικά όσον αφορά τη δραστηριότητά της με τις άλλες ψυχικές λειτουργίες. Συμπεριφέρεται ως νόμος αυτός καθαυτός, που επεμβαίνει στη ζωή του ατόμου σαν ξένο στοιχείο. Άλλοτε αυτή η επέμβαση είναι βοηθητική, άλλοτε ενοχλητική, αν όχι καταστροφική. Μιλώντας για τον άνιμους και την άνιμα, ο αναλυτης ασχολείται όχι μόνο με μία αφηρημένη, αμετάβλητη ενότητα, αλλά και με μία πνευματική διεργασία, σημαντική στη διαδικασία της ανάλυσης.

Η Σκιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα άλλο σημαντικό τόσο για το ατομικό όσο και για το συλλογικό ασυνείδητο αρχέτυπο είναι η Σκιά. Στους πρωτόγονους λαούς κάνει την εμφάνισή της μέσα από πολλές προσωποποιήσεις. Είναι ουσιαστικά τμήμα του ατόμου, αποχωρισμένο τμήμα της ύπαρξής του, που ωστόσο παραμένει δεμένο πάνω του σαν «σκιά». Συνεπώς, είναι λογικό για τον πρωτόγονο να θεωρείται «κακός οιωνός» όταν κάποιος πατάει τη σκιά του. Το πρόβλημα που δημιουργείται μπορεί να διορθωθεί μόνο με μια σειρά μαγικών τελετών. Η μορφή της σκιάς αποτελεί συχνό θέμα και στην τέχνη. Γιατί κατά τη δημιουργική δραστηριότητά του και την επιλογή θεμάτων ο καλλιτέχνης αντλεί κυρίως από τα βάθη τον ασυνείδητού του. Με τις δημιουργίες του εξάπτει το ασυνείδητο του κοινού και αυτό είναι πιθανώς το μεγαλύτερο μυστικό της αποτελεσματικότητάς των καλλιτεχνών. Οι εικόνες και μορφές του ασυνείδητου αναδύονται μέσα του και μεταφέρουν το πανίσχυρο μήνυμά τους σε άλλους, παρόλο που εκείνοι δεν μπορούν να αναγνωρίζουν την πηγή της «έκστασης» τους. Ο Φρανκενστάιν της Μαίρης Σέλεϊ, ο Δρ. Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ του Στίβενσον, ή ο Μεφιστοφελής ο σκοτεινός χαρακτήρας του Φάουστ, είναι διακριτά παραδείγματα της καλλιτεχνικής έκφρασης του θέματος της σκιάς[7].

Οι τέσσερις λειτουργίες και τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Functional types.jpg

Με τον όρο ψυχική λειτουργία στην αναλυτική ψυχολογία εννοείται «μια ορισμένη μορφή ψυχικής δραστηριότητας που παραμένει θεωρητικά η ίδια κάτω από διαφορετικές συνθήκες» και είναι εντελώς ανεξάρτητη από το στιγμιαίο περιεχόμενό της». Από αυτή την άποψη το ουσιαστικό δεν είναι, για παράδειγμα, τι σκέπτεται κανείς, αλλά το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τις διανοητικές λειτουργίες του μάλλον παρά τη διαίσθηση, για την κατανόηση και την ανάπτυξη των περιεχομένων που του παρουσιάζονται είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Ο Γιουνγκ ασχολείται κυρίως με ένα τρόπο κατανόησης και αφομοίωσης των ψυχικών στοιχείων, άσχετα από τo περιεχόμενό τους. Έτσι η σκέψη είναι η λειτουργία, μέσω της οποίας προσπαθεί κανείς να κατανοήσει τον κόσμο και να προσαρμοστεί χρησιμοποιώντας σκέψεις ή γνωστικές διαδικασίες, δηλαδή λογικά συμπεράσματα. Μέσω της λειτουργίας του συναισθήματος αντιλαμβάνεται το άτομο τον κόσμο με μια εκτίμηση που βασίζεται σε συναισθήματα «ευχάριστης ή δυσάρεστης αποδοχής ή απόρριψης». Οι δύο αυτές λειτουργίες ονομάζονται λογικές, γιατί και οι δύο επεξεργάζονται εκτιμήσεις και κρίσεις. Η σκέψη αξιολογεί μέσω γνωστικών διαδικασιών σε «σωστό-λάθος», ενώ τα συναισθήματα σε «ευχάριστο-δυσάρεστο». Καθοριστικοί παράγοντες της συμπεριφοράς, αυτές οι δύο βασικές στάσεις είναι αμοιβαία αποκλειστικές σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή. Τούτο ση¬μαίνει ότι επικρατεί είτε η μια είτε η άλλη.

Ο Γιουνγκ ονομάζει τις δύο άλλες λειτουργίες, την αίσθηση και τη διαίσθηση, μη λογικές λειτουργίες, γιατί παρακάμπτουν τον λόγο και δε λειτουργούν με κρίσεις, αλλά με απλές αντιλήψεις που δεν αξιολογούνται, ούτε ερμηνεύονται. Η αίσθηση αντιλαμβάνεται τα πράγματα όπως είναι και όχι διαφορετικά, όντας η αίσθηση της πραγματικότητας. Η διαίσθηση «αντιλαμβάνεται» επίσης, αλλά λιγότερο με το συνειδητό μηχανισμό των αισθήσεων. Ουσιαστικά, λειτουργεί μέσω της ικανότητας για μία ασυνείδητη «εσωτερική αντίληψη» των έμφυτων δυνατοτήτων των πραγμάτων. Ο αισθαντικός τύπος παρατηρεί όλες τις λεπτομέρειες ενός γεγονότος, αλλά αδιαφορεί για τα συμφραζόμενά του (context). Ο διαισθητικός τύπος, από την άλλη, δίνει λίγη προσοχή στις λεπτομέρειες, αλλά δε δυσκολεύεται να διακρίνει το εσωτερικό νόημα του γεγονότος, τις πιθανές επιπτώσεις και επιδράσεις του. Oι δύο αυτές λειτουργίες για τον Γιουνγκ είναι εξίσου αντιθετικές και αμοιβαία αποκλειστικές όσο οι πρώτες δύο, δηλαδή η σκέψη και το συναίσθημα. Δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα.

Τούτη η αμοιβαία αποκλειστικότητα συνδέεται με τα γεγονότα, δηλαδή την παρατήρηση και από αυτή την άποψη ο Γιουνγκ φαίνεται εμπειριστής, καθώς η θεωρία του είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης εμπειρίας. Αυτό γίνεται καθαρό στην εξέταση για παράδειγμα, των δύο βασικών λειτουργιών της σκέψης και του συναισθήματος. Είναι και οι δύο «αξιολογικές». Δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, γιατί είναι αδύνατον να εφαρμόσει κάποιος ταυτόχρονα δυο συστήματα μέτρησης στο ίδιο πράγμα.

Εξωστρέφεια - εσωστρέφεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λειτουργικός τύπος, στον οποίο ανήκει ένα άτομο, αποτελεί ένδειξη του ψυχολογικού χαρακτήρα του, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Επιπλέον, χρειάζεται καθορισμός της γενικής στάσης του, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο ενεργεί προς την εξωτερική και την εσωτερική εμπειρία. Ο Γιουνγκ διακρίνει δύο τέτοιες στάσεις, την εξωστρέφεια και την εσωστρέφεια, που επηρεάζουν το σύνολο των ψυχικών διαδικασιών. Ο ένας ή ο άλλος από αυτούς τους προσανατολισμούς είναι η διάθεση αντίδρασης που καθορίζει τον τρόπο που ανταποκρινόμαστε στα αντικείμενα του εξωτερικού κι εσωτερικού κόσμου, τη φύση της υποκειμενικής εμπειρίας μας, ακόμη και την αντισταθμιστική δράση του ασυνείδητού μας. Ο Γιουνγκ αποκαλεί αυτή τη διάθεση «κεντρικό πίνακα ελέγχου, από τον οποίο ρυθμίζεται αφενός η εξωτερική συμπεριφορά και διαμορφώνονται αφετέρου συγκεκριμένες εμπειρίες».

Η εξωστρέφεια χαρακτηρίζεται από μια θετική σχέση με το αντικείμενο και η εσωστρέφεια από μια αρνητική. Όσον αφορά στον τρόπο προσαρμογής και αντίδρασης, ο εξωστρεφής προσανατολίζεται κυρίως από τους εξωτερικούς, συλλογικούς κανόνες,το πνεύμα της εποχής του, κ.λπ. Η στάση του εσωστρεφούς καθορίζεται κυρίως από υποκειμενικούς παράγοντες και συχνά προσαρμόζεται ελάχιστα στο περιβάλλον του. Ο εξωστρεφής «σκέπτεται, αισθάνεται και ενεργεί σε σχέση με το αντικείμενο». Μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από το υποκείμενο στο αντικείμενο και προσανατολίζεται κυρίως από τον κόσμο που βρίσκεται έξω από τον εαυτό του. Για τον εσωστρεφή το υποκείμενο είναι βάση προσανατολισμού, ενώ το αντικείμενο παίζει συνήθως δευτερεύοντα και έμμεσο ρόλο. Η πρώτη κίνησή του, σε κάθε κατάσταση που αντιμετωπίζει, είναι να στρέφεται προς τα μέσα και μόνο τότε εμφανίζεται και αναπτύσσεται βαθμιαία η πραγματική αντίδρασή του.

Αρχέτυπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την αναλυτική ψυχολογία τα αρχέτυπα είναι υπερατομικές προδιαθέσεις του συλλογικού ασυνείδητου. Μυθολογικά θέματα, σύμβολα ριζωμένα στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας ή ψυχικές αντιδράσεις εξαιρετικής σφοδρότητας υποδεικνύουν τη συμμετοχή βαθύτερων ψυχικών στρωμάτων και εκδηλώνονται συνήθως στο υλικό που παρέχουν τα όνειρα, οι φαντασιώσεις και τα οράματα, υπερβαίνοντας την προσωπική σφαίρα και εμπλέκοντας τα περιεχόμενα του συλλογικού ασυνείδητου. Αυτά τα κεντρικά θέματα και σύμβολα ασκούν σύμφωνα με την άποψη του Κ. Γκ. Γιουνγκ καθοριστική επιρροή στην ψυχική ζωή ως σύνολο, ελέγχοντας τον ανθρώπινο κύκλο ζωής. Καθώς ωριμάζουμε ως υπάρξεις τα αρχέτυπα ξεδιπλώνονται μέσω μιας προγραμματισμένης ακολουθίας, την οποία ο Γιουνγκ αποκάλεσε στάδια της ζωής. Κάθε στάδιο της ζωής εκπροσωπείται από ένα νέο σύνολο αρχετυπικών εικόνων που αναζητούν την εκπλήρωσή τους στη δράση. Στα στάδια περιλαμβάνεται η παιδική ηλικία, η ερωτοτροπία, ο γάμος, όπως και η προετοιμασία για το θάνατο[8].

Τα αρχέτυπα διαθέτουν κυρίαρχο λειτουργικό χαρακτήρα και μια χαμηλή ενεργειακή φόρτιση. Για αυτό ο Γιουνγκ μίλησε αρχικά για «αρχέγονες εικόνες» ή «κυρίαρχους παράγοντες του συλλογικού ασυνείδητου». Αργότερα σε αυτές τις αρχέγονες εικόνες έδωσε την ονομασία Αρχέτυπα. Ουσιαστικά άντλησε τον όρο από το Corpus Hermeticum ([9]) και από τo δεύτερο κεφάλαιο 2, παράγρ. 6, του De Divίnis nomίnibus του Ψευδο-Διονύσιου[10]. Βέβαια η προέλευση της έννοιας αρχέτυπο φθάνει χρονολογικά πίσω ως τον Πλάτωνα. Ο ίδιος ο Γιουνγκ σύγκρινε τα αρχέτυπα με τις πλατωνικές ιδέες. Οι ιδέες του Πλάτωνα ήταν καθαρές διανοητικές μορφές αδημιουργημένες και αιώνιες, που αποτυπώνονταν στην ψυχή πριν να γεννηθεί στον κόσμο. Ήταν συλλογικές υπό την έννοια ότι ενσωμάτωσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός πράγματος, παρά τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητές του.

Από το 1946, ο Γιουνγκ έκανε διάκριση μεταξύ του «αρχέτυπου αφεαυτού», δηλαδή του μη αντιληπτού αρχέτυπου που είναι δυνητικά παρόν σε κάθε ψυχική δομή και του εκδηλωμένου αρχέτυπου που γίνεται αντιληπτό και εισέρχεται στο πεδίο της συνείδησης. Τούτο το εκδηλωμένο αρχέτυπο εμφανίζεται ως αρχετυπική εικόνα και η μορφή του μπορεί να αλλάζει διαρκώς, ανάλογα με την ομάδα συνειρμών στην οποία εμφανίζεται. Φυσικά, υπάρχουν αρχέτυποι τρόποι δράσης-αντίδρασης και αρχέτυπες διαδικασίες, όπως η ανάπτυξη του εγώ ή το πέρασμα από τη μία ηλικία στην άλλη. Υφίστανται αρχέτυπες στάσεις, ιδέες, τρόποι αφομοίωσης της εμπειρίας, που αν ενεργοποιηθούν κάτω από ορισμένες συνθήκες, αναδύονται από την ασυνείδητη μέχρι τώρα κατάστασή τους και γίνονται κατά κάποιο τρόπο ορατές.

Όνειρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την άποψη του Γιουνγκ τα όνειρα είναι η άμεση, φυσική έκφραση του διανοητικού κόσμου του ονειρευόμενου. Ο Γιουνγκ ουσιαστικά απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Φρόιντ ότι τα όνειρα μεταμφιέζουν σκόπιμα τις έννοιές τους, θεωρούσε ότι η φύση των ονείρων είναι να παρουσιάζουν «αυθόρμητα, με συμβολική μορφή, την πραγματική κατάσταση του ασυνείδητου»[11]). Ο Γιουνγκ υποστήριξε ότι τα όνειρα μιλούν τη συμβολική γλώσσα των εικόνων και των μεταφορών, μια γλώσσα που συνιστά φυσική έκφραση του ασυνείδητου. Έχουμε το πρόβλημα κατανόησης των ονείρων μόνο και μόνο γιατι τα ονειρικά λεκτικά σχήματα είναι τόσο διαφορετικά από αυτά που χρησιμοποιούμε στην αφυπνισμένη μας κατάσταση.

Τα όνειρα είναι δυνατόν να απεικονίζουν μερικές φορές τη σχέση του ονειρευόμενου με τον εξωτερικό κόσμο, με τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τις καθημερινές του δραστηριότητες, διαμορφώνοντας το κατά Γιουνγκ αντικειμενικό επίπεδο της έννοιας ενός ονείρου. Σε άλλες περιπτώσεις, τα όνειρα απεικονίζουν τον εσωτερικό κόσμο του ονειρευόμενου. Οι ονειρικές μορφές είναι προσωποποιήσεις των σκέψεων και των συναισθημάτων μέσα στην ψυχή του ονειρευόμενου, δηλαδή το κατά Γιουνγκ υποκειμενικό επίπεδο της έννοιας ενός ονείρου. Η επί της ουσίας διαφορά του με τον δάσκαλό του ήταν πως κατά τον Γιουνγκ ο Φρόιντ αναγνώριζε μόνο το αντικειμενικό επίπεδο της ερμηνείας του ονείρου, ενώ εκείνος θεωρούσε πως η αληθινή φύση των ονείρων είναι η απεικόνιση και των δύο αυτών επιπέδων της ζωής του ονειρευόμενου.

Μαντάλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Mandala gross.jpg

Σημαντικό εργαλείο στις θεραπευτικές μεθόδους της αναλυτικής ψυχολογίας φαίνεται πως παίζει η μαντάλα στις πολλαπλές μορφές με τις οποίες μπορεί να εισαχθεί στη διαδικασία της ανάλυσης.

Ο Γιουνγκ εξέτασε ενδελεχώς τη λειτουργικότητα του συμβόλου της mandala και περιγράφει πολυάριθμα παραδείγματα από διάφορα μέρη του κόσμου. Η σανσκριτική λέξη mandala, που σημαίνει «κύκλος» προσδιορίζεται ως ινδουιστικός όρος για τον κύκλο που χαράσσεται σε διάφορα θρησκευτικά τελετουργικά. Η λειτουργία της mandala περιγράφεται ως εστίαση του ψυχικού πεδίου ή ως ενίσχυση και ενδυνάμωση της συγκέντρωσης. Ο στόχος ενός γιόγκι όταν αφιερώνεται στη μελέτη των συμβόλων που απεικονίζονται στη mandala είναι η εσωτερική γνώση της θεότητας. Μέσω της ενατένισης, ο ασκούμενος επιστρέφει από την παραίσθηση της μεμονωμένης ύπαρξης στην καθολική έννοια του θείου.

Το βασικό ψυχολογικό μοτίβο της μαντάλα είναι το κέντρο της προσωπικότητας, με το οποίο όλα συσχετίζονται, σύμφωνα με το οποίο όλα διευθετούνται και το οποίο αφεαυτού είναι ένα ενεργειακό εστιακό σημείο. Η ενέργεια του κεντρικού σημείου αποκαλύπτεται στην παρόρμηση της ένωσης με τον Εαυτό. Ο εαυτός περιβάλλεται στην μαντάλα από μια περιοχή που περιέχει ταξινομημένα ζεύγη αντιθέτων, τα οποία συγκροτούν την προσωπικότητα. Στο σύνολό της η μαντάλα περιέχει τη συνείδηση, το ατομικό ασυνείδητο και εκείνη την μεγάλη περιοχή του συλλογικού ασυνείδητου στην οποία εμπεριέχονται αρχέτυπα κοινά για όλη την ανθρωπότητα. Μερικά από αυτά τα αρχέτυπα ενεργούν στο πλαίσιο της προσωπικότητας και μπορούν να αποκτήσουν διακριτό χαρακτήρα, όπως η anima και ο animus ή η σκιά. Βέβαια το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Κ. Γκ. Γιουνγκ δεν ήταν τα θρησκευτικά συμφραζόμενα αυτών των κυκλικών εικόνων, αλλά οι εικόνες που παράγονταν αυθόρμητα από τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Η παραγωγή μιας μαντάλα στο θεραπευτικό της εννοιολογικό πλαίσιο γίνεται αισθητή ως αναταραχή, που οδηγεί σε μια επαναρρύθμιση της προσωπικότητας προς ένα νέο κέντρο. Αρκετοί από τους ασθενείς του Γιουνγκ φαίνεται πως εκτίμησαν ιδιαίτερα τα κατευναστικά αποτελέσματα αυτών των εικόνων, οι οποίες υπογραμμίζουν την πληρότητα, την τάξη και την ισορροπία[12].

Εξατομίκευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα διαγνωστικά εργαλεία, όπως και η ενδεχόμενη ψυχοθεραπεία έχουν ως τελικό στόχο τους στην αναλυτική ψυχολογία τη διαδικασία της εξατομίκευσης. O Γιουνγκ (1977) επισημαίνει ότι η κοινωνία προετοιμάζει τη νεολαία της για το πρώτο μισό της ζωής από την άποψη της κατάλληλης εκπαίδευσης, αλλά δεν προσφέρει τίποτα στον μεσήλικα που θα τον προετοιμάσει για το δεύτερο μισό της ζωής (σημειώνει ότι μια βασική εξαίρεση είναι η θρησκεία για εκείνους που τη δέχονται). Αποκαλεί το πρώτο μισό της ζωής φυσική φάση και το δεύτερο πολιτιστική φάση.

Η μετάβαση μεταξύ αυτών των δύο φάσεων είναι δύσκολη για τους περισσότερους ανθρώπους, και τα προβλήματα εμφανίζονται συχνά κατά τη διάρκεια αυτής της «επικίνδυνης ηλικίας». «Αυτό που αναζητά ο νέος έξω, ο μεσήλικας οφείλει να το ανακαλύψει μέσα του»[13]. Οι στόχοι του πρώτου μισού της ζωής εξωτερικά έχουν να κάνουν κατά ένα μεγάλο μέρος με την καθιέρωση μιας οικογένειας και τη σταδιοδρομία. Οι στόχοι του δεύτερου μισού της ζωής είναι εσωτερικοί και θα έπρεπε να σχετίζονται κυρίως με την αναζήτηση νοήματος στη ζωή μας και το θάνατό μας.

Ο Γιουνγκ αποκαλεί τον κύριο στόχο που αντιμετωπίζουμε κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της ζωής μας διαδικασία εξατομίκευσης, μια συνεχόμενη διαδικασία ψυχολογικής ωρίμανσης. Η εξατομίκευση του Γιουνγκ είναι στην πραγματικότητα όμοια, αν όχι ταυτόσημη, με την πραγμάτωση του εαυτού του Μάσλοου[14].

Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάσει της εμπειρίας που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με το ασυνείδητο, ο Γιουνγκ ανέπτυξε τη δική του ψυχαναλυτική πρακτική, την τεχνική της ενεργητικής φαντασίας. Ουσιαστικά η διαδικασία της συνειδητοποίησης των εικόνων είναι το γενικό αποτέλεσμα της ερμηνείας των ονείρων, αλλά μπορεί να αγγίξει βαθύτερες όψεις του εαυτού, μέσω της ενεργητικής φαντασίας. νΗ μέθοδος απαιτεί συνειδητή εμβάθυνση στο ασυνείδητο, παρατήρηση, απεικόνιση και στοχασμό επί των περιεχομένων του. Τα περιεχόμενα ζωγραφίζονται μορφοποιούνται ενίοτε χορεύονται, δραματοποιούνται ή καταγράφονται σε μια φανταστική σειρά, ως δράση ή διάλογος με εσωτερικές μορφές.

Η ενεργητική φαντασία ξεκινά τη θεραπεία μιας νεύρωσης χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στη συνείδηση και τα περιεχόμενα του ασυνείδητου. Οι εικόνες του ασυνείδητου είναι αυτοαπεικονίσεις διαδικασιών της ψυχικής ζωής, που μπορούν να απελευθερωθούν από την παράλυση και την παθητικότητα μέσω του δημιουργικού οραματισμού. Όλα τα παραπάνω βέβαια απαιτούν μια εξατομικευμένη μεταχείριση για κάθε διαφορετικό ασθενή. Φαίνεται πως ο Γιουνγκ δεν πίστευε σε γενικές μεθόδους θεραπείας, καθώς θεωρούσε ότι για κάθε άτομο αποδίδει μόνον η ατομική κατανόηση.

Η θεωρία του Γιουνγκ για τη νεύρωση είναι βασισμένη σε μια αυτορυθμιζόμενη ψυχή. Μια νεύρωση αποτελείται κυρίως από συγκρούσεις μεταξύ των συνειδητών και ασυνείδητων τμημάτων της ψυχής. Εδώ είναι το ασυνείδητο που παράγει παράγει μια ανεκτίμητη εποικοδομητική καθοδήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί το ασυνείδητο είναι ένας καθολικός συμβολισμός, συχνά μυθολογικής φύσης. Ο καθοδηγητικός ρόλος ηγεσίας των ασυνείδητων λειτουργιών, όπως τα όνειρα και τα οράματα, σχετίζεται με την ανακάλυψη του δρόμου, μέσω του οποίου πρέπει να αναπτυχθεί το άτομο και όχι με αυθαίρετες υποθέσεις ή μεθόδους. Η ικανότητα της ορθής ανάγνωσης αυτών των συμβολικών εκπορεύσεων του ασυνείδητου απαιτεί, εκτός από τη γνώση των μυθολογικών μοτίβων, μια κατανόηση της διφορούμενης φύσης των συμβόλων και τη δυνατότητα να ερμηνευθούν ως αντισταθμιστικοί παράγοντες του εγώ. Ο Γιουνγκ ενθάρρυνε την ενεργητική φαντασία σε αυτή τη διαδικασία.

Ο Γιουνγκ βρήκε την προσέγγισή ιδιαίτερα κατάλληλη για τους ανθρώπους που ρυθμίζουν τη ζωή τους με κοινωνικά πρότυπα, αλλά οι οποίοι εντούτοις έχουν σοβαρά προβλήματα με ό,τι αφορά στο νόημα της ζωής τους. «Είδα συχνά τους ανθρώπους να γίνονται νευρωτικοί, όταν ικανοποιούνται με ανεπαρκείς ή λανθασμένες απαντήσεις στα ζητήματα της ζωής. Η πλειοψηφία των ασθενών μου δεν ήταν οι οπαδοί κάποιας θρησκείας, αλλά εκείνοι που είχαν χάσει την πίστη τους».[15].

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι τυφλός στο γεγονός ότι, παρόλες τις ορθολογιστικές ικανότητες και την αποδοτικότητά του, κατέχεται από «δυνάμεις» που είναι πέρα από τον έλεγχό του. Οι θεοί και οι δαίμονές του δεν έχουν εξαφανιστεί καθόλου, απλά έχουν πάρει μόνο το νέο όνομα. Τον κρατούν διαρκώς σε εγρήγορση με την ανησυχία, ψυχολογικές περιπλοκές, μια ακόρεστη ανάγκη για χάπια, οινόπνευμα, καπνό, τροφή –και, προ πάντων, μια μεγάλη σειρά νευρώσεων[16].

Μια σημαντική πτυχή της θεωρίας του Γιουνγκ για τη νεύρωση είναι πώς μπορούν να ποικίλουν τα συμπτώματα από ψυχολογικό τύπο σε έναν άλλον. Η ιεραρχία των διακριτών ψυχολογικών λειτουργιών δίνει σε κάθε άτομο μια κυρίαρχη αίσθηση, διαίσθηση, συναίσθημα ή διανοητική λειτουργία είτε με εξωστρεφή είτε εσωστρεφή τοποθέτηση. Η κυρίαρχη λειτουργία βρίσκεται υπό έλεγχο του εγώ. Αλλά η κατώτερη λειτουργία παραμένει πύλη ασυνείδητων περιεχομένων. Κάτι τέτοιο προκαλεί χαρακτηριστικές εκδηλώσεις κατώτερης συμπεριφοράς, όταν η υπερβολή της μίας από τις τέσσερις λειτουργίες συνοδεύει τη νεύρωση. Ο Γιουνγκ διαπίστωσε ότι το ασυνείδητο εκφράζεται πρώτιστα μέσω της κατώτερης ψυχολογικής λειτουργίας ενός ατόμου, είτε αυτή είναι η σκέψη, η αίσθηση ή η διαίσθηση.

Σε ό,τι αφορά στη συλλογική νεύρωση, ο Γιουνγκ την εξετάζει αναλυτικά σε σχέση κυρίως με την πολιτική, θεωρώντας πως ο κόσμος μας σε αυτό το επίπεδο διατηρεί τη διασπασμένη εικόνα ενός νευρωτικού[17].

Σημειώσεις - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. MDR, 112-114
  2. Και τα δύο στo C.W. 3
  3. MDR, 127
  4. Stone, 1997, 147
  5. MDR, 153
  6. Jung, 1984, 34
  7. Jacobi, 2005, 155
  8. Stevens et al, 2006, 66.
  9. Scott, 2001, vol Ι, 140, 126
  10. Jacobi, 2005, 59.
  11. Jung, 1967, 8, παρ. 505.
  12. CW, 9, 451.
  13. Jung, 1977, 74.
  14. Maslow 1968, 1971.
  15. Jung, 1989, 140.
  16. Jung, 1964, 82.
  17. Jung, 1964, 85.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jacobi Jolande (2005) Βασικές αρχές της ψυχολογίας του C.G. Jung, Ιάμβλιχος, Αθήνα.
  • Jung C. G. (1965) Memories, dreams, reflections. Vintage, New York. (MDR)
  • Jung, C. G. (1968-1973) Collected Works of C. G. Jung, 2nd ed., Princeton University Press. (CW)
  • Jung, C. G. (1977). The Soul and Death. In Psychology and the Occult. CW 8 Princeton, NJ: Princeton University Press. πρώτη έκδοση 1934.
  • Jung, C. G. (1984), Psychology and Western Religion, N. Jersey: Bollingen Series.
  • Jung, C.G., et al. (1964). Man and his Symbols, New York, N.Y.: Anchor Books, Doubleday.
  • Maslow, A.H. (1968). Toward a psychology of being (2nd ed.). Van Nostrand Reinhold. New York.
  • Maslow, A.H. (1971). The farther reaches of human nature. Penguin. New York.
  • Scott, Walter (2001) Hermetica, Vols Ι-ΙV, Shamballa, London.
  • Stevens, A. - Papadopoulos, R. ed. (2006) The Handbook of Jungian Psychology, Routledge
  • Stone, Michael (1997) Healing the Mind: A History of Psychiatry from Antiquity to the Present, W.W. Norton, New York.

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]