Χαλικοκυλιστής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χαλικοκυλιστής
Ενήλικος χαλικοκυλιστής (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Ενήλικος χαλικοκυλιστής (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Σκολοπακίδες (Scolopacidae)
Υποοικογένεια: Αρεναριίνες (Arenariinae)
Γένος: Χαλικίας [i] (Arenaria) Brisson, 1760 F
Είδος: A. interpres
Διώνυμο
Arenaria interpres (Χαλικίας ο διερμηνεύς)
(Linnaeus, 1758)
Υποείδη

Arenaria interpres interpres
Arenaria interpres morinella [ii]

Ο Χαλικοκυλιστής είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Σκολοπακιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Arenaria interpres και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [1]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος Arenaria interpres interpres (Linnaeus, 1758). [2]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους arenaria «αρεναρία» [4] προέρχεται πιθανότατα από τη λατινική hărēnārĭus, -a - um, [adj.] < harena, που σημαίνει «αυτός που σχετίζεται με την αρένα» -και κατ’επέκτασιν με την άμμο της αρένας- και παραπέμπει στα ενδιαιτήματα του πτηνού. [5]

Ο όρος interpres στην επιστημονική ονομασία του είδους είναι επίσης λατινικός, (interprĕs, -ĕti, com. inter, and Sanscr. root prath-, to spread abroad; cf. πλατύς, latus) και σημαίνει «αυτός που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο μέρη, ο διαμεσολαβητής», κατ’ επέκτασιν «ο μεταφραστής» -πρβλ. αγγλ. interpreter-). [6]

  • Η αιτία ονοματοδοσίας του είδους παραμένει άγνωστη, είναι όμως πιθανόν να οφείλεται σε παρερμηνεία του ίδιου του Λινναίου: όταν ο μεγάλος συστηματικός επισκέφθηκε την περιοχή Γκότλαντ το 1741, πήρε λανθασμένες πληροφορίες ή σχημάτισε λανθασμένη εντύπωση ότι το πτηνό με την τοπική ονομασία Tolk ήταν ο χαλικοκυλιστής. Επειδή δε, στην τοπική διάλεκτο, Tolk σημαίνει «μεταφραστής, διερμηνέας», έδωσε στο -νέο- είδος την συγκεκριμένη ονομασία. [7]

Για την αγγλική ονομασία Ruddy turnstone, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα, επειδή η μετάφραση «αυτός που αναποδογυρίζει πέτρες» παραπέμπει άμεσα σε μία από τις συνήθειες του πτηνού, ενώ το επίθετο ruddy «κοκκινωπός, ερυθρωπός» σχετίζεται με το χρώμα της ράχης του.

Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική ονομασία του είδους.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο ως Tringa Interpres (Γκότλαντ, Σουηδία, 1758). [8] Η συστηματική του είδους είναι ξεκάθαρη με καθολική αναγνώριση 2 υποειδών από όλους τους ταξινομικούς φορείς. Παλαιότερα, το γένος Arenaria συμπεριλαμβανόταν στην οικογένεια Χαραδριίδες [9], προτού μεταφερθεί στην οικογένεια Σκολοπακίδες.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαλικοκυλιστής είναι είδος με παγκόσμια εξάπλωση ακολουθώντας, ωστόσο, μόνο την ακτογραμμή όλων των ηπείρων πλην της απώτατης Νότιας Αμερικής και της Ανταρκτικής. Επίσης, απουσιάζει από τις βόρειες ακτές του Ειρηνικού σε Ασία και Αμερική. Ζει και αναπαράγεται σε ένα εύρος μόλις μερικών χιλιομέτρων από τις ακτές είναι, δηλαδή, πτηνό που δεν απαντά στην ενδοχώρα, παρά μόνο κατά τις μεταναστεύσεις.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές στις οποίες ο χαλικοκυλιστής είναι επιδημητικός, δηλαδή ζει και αναπαράγεται όλο το έτος, είναι ελάχιστες σε σχέση με την παγκόσμια εξάπλωσή του. Αυτές περιορίζονται κατά μήκος των ακτών της Νορβηγίας από την κεντρική χώρα και νότια, όπου μπορεί να παραμείνει καθ’όλη τη διάρκεια του έτους, με μικρές τοπικές μετακινήσεις ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, Επίσης μπορεί να παρατηρηθεί όλο το έτος σε κάποιες περιοχές διαχείμασης, αλλά συνήθως πρόκειται για άτομα που δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη τον αναπαραγωγικό τους κύκλο.

Αντίθετα, το είδος παρατηρείται στις ακτές όλου, σχεδόν, του Βορείου Ημισφαιρίου όσο και στο Νότιο Ημισφαίριο, κατά τη διάρκεια του αντίστοιχου καλοκαιριού. Όλες οι ακτές που βρίσκονται στις υποπολικές περιοχές χρησιμεύουν ως ενδιαίτημα αναπαραγωγής του από την Αλάσκα και τον αρκτικό Καναδά, μέχρι τη Νήσο Μπάφιν ανατολικά, τη νήσο Έλσμιρ, τη Γροιλανδία, τη Νορβηγία -όπου απαντά ως επιδημητικό ούτως ή άλλως-, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, την Εσθονία και τη βόρεια Ρωσία. Μέχρι πρότινος αναπαραγόταν στις γερμανικές ακτές της Βαλτικής, στη Σκωτία και στις Φερόες.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης του χαλικοκυλιστή, βρίσκονται σχεδόν όλες στο Νότιο Ημισφαίριο, από την Αφρική, όπου απαντά σε όλα τα παράκτια, νότια στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος και την Ωκεανία, μέχρι την Τασμανία, τη Νέα Ζηλανδία και πολλά νησιά του Ειρηνικού. Στην Αμερική διαχειμάζει στις ακτές των [[Ηνωμένες Πολιτέιες Αμερικής|ΗΠΑ από τα σύνορα με τον Καναδά, περίπου, και τη Μασαχουσέτη, μέχρι τις ακτές της νοτίου Αμερικής, περίπου στο γεωγραφικό πλάτος της Παταγονίας, αν και είναι σπάνιος στα πολύ νότια της Χιλής και της Αργεντινής.

Στην Ευρώπη διαχειμάζει κυρίως στα δυτικά, από την Ισλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ακτές της Βόρειας Θάλασσας, μέχρι τις ακτές της Ιβηρικής. Στη Μεσόγειο απαντά σπανιότερα σε ακτές της Ιταλίας και των Βαλκανίων, εκτός από τις μεσογειακές ακτές της Αφρικής, όπου είναι πιο συνηθισμένος.

Στην Ασία, τέλος, απαντά σε όλες τις νότιες και νοτιοανατολικές ακτές, από την Αραβική χερσόνησο μέχρι τη ΝΑ Κίνα, περίπου, ενώ φαίνεται να λείπει από την κυρίως Ιαπωνία (εκτός από τα ενδιάμεσα με την Κίνα, νησιά Ρίου Κίου).

Στις περιοχές διαχείμασης, οι χαλικοκυλιστές δείχνουν να είναι ιδιαίτερα πιστοί σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2009, παρατήρησε άτομα διαχείμασης κατά μήκος ενός τμήματος της ακτής στο Firth of Clyde της Σκωτίας. Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι το 95% των πτηνών που, κατοικούν στην περιοχή στο τέλος του χειμώνα, επέστρεψε εκεί το επόμενο φθινόπωρο.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Arenaria interpres interpres Νησιά Άξελ Χάιμπεργκ και Έλσμιρ στον Καναδά, Γροιλανδία και Β Ευρασία, ανατολικά προς ΒΔ Αλάσκα Δ Ευρώπη, Αφρική, Ν Ασία, Αυστραλασία και νησιά του Ειρηνικού, Καλιφόρνια, Μεξικό
2 Arenaria interpres morinella ΒΑ Αλάσκα και Αρκτικός Καναδάς Νότια Καρολίνα, νότια προς Κόλπο Μεξικού, ΝΚ Χιλή και Β Αργεντινή


Πηγές: [10][11][12]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαλικοκυλιστής είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος [13] και, κατ’ουσίαν, δεν υπάρχουν μόνιμοι πληθυσμοί, αλλά μόνον αναπαραγόμενοι (καλοκαίρι Β.Ημισφαιρίου) και διαχειμάζοντες (καλοκαίρι Ν.Ημισφαιρίου), πλην μικρής περιοχής της Νορβηγίας, όπου απαντούν μόνιμοι πληθυσμοί.

Διακρίνονται 5 αναπαραγωγικοί πληθυσμοί: (1) Τα πουλιά του Άξελ Χάιμπεργκ, του Έλσμιρ και της Γροιλανδίας κατευθύνονται προς την Δ. Ευρώπη, κυρίως μέσω της Ιρλανδικής και Βόρειας Θάλασσας προς την ιβηρική, με περιπλανώμενους επισκέπτες νότια, μέχρι την Μαυριτανία. Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται και οι πληθυσμοί που περνούν απ’ ευθείας τον Ατλαντικό, ή με ενδιάμεση στάση στην Ισλανδία ή τη ΝΔ. Νορβηγία.

(2) Οι πληθυσμοί της Φινοσκανδιναβίας και της Δ, Ρωσίας κατευθύνονται κατά μήκος των ακτογραμμών της Βαλτικής και της Δ. Ευρώπης (Μάιος και μέσα Ιουλίου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου), προς το Μαρόκο και την Δ. Αφρική.

(3) Οι πληθυσμοί που αναπαράγονται από την Λευκή Θάλασσα έως την Κ. Σιβηρία, ίσως κινούνται μέσω των ηπειρωτικών λιμνών του Καζακστάν, και μέσω της Κασπίας και Μαύρης Θάλασσας, έρχονται να ξεχειμωνιάσουν στην Α. Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα, τον Περσικό, τις ακτές του Ινδικού και της Ν. Αφρικής. Αυτοί οι πληθυσμοί απαντούν συχνά στα ηπειρωτικά της Αφρικής.

(4) Τα πτηνά που αναπαράγονται από την Α. Σιβηρία και την Δ. Αλάσκα, διαχειμάζουν στη ΝΑ. Ασία, την Αυστραλία, τον Δ. Ειρηνικό και, τοπικά, στις δυτικές ακτές του Μεξικού και της Καλιφόρνιας. Ενδεχομένως ακολουθούνται δύο διαδρομές προς την Αυστραλία, μία (1) προς την Α. Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία διασχίζοντας τον Ειρηνικό, με επιστροφή στα βόρεια μέσω των ανατολικών ακτών της Ασίας, και δεύτερη με κατεύθυνση, προς και από την Δ. Αυστραλία, κατά μήκος των ακτών της Α. Ασίας. Αυτοί οι πληθυσμοί καταφθάνουν στην Αυστραλία από τον Αύγουστο μέχρι τον Νοέμβριο και αναχωρούν από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο.

(5) Οι πληθυσμοί του υποείδους A. i. morinella κατευθύνονται προς τις ακτές του Ειρηνικού και του Ατλαντικού της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, πραγματοποιώντας στάση σε μεγάλους αριθμούς στον Κόλπο Ντέλαγουερ και διαχειμάζουν στην Ν. Νότια Αμερική, σε ακόμη μεγαλύτερους αριθμούς.

Τα περισσότερα από τα ανώριμα άτομα περνούν το καλοκαίρι, νότια των εδαφών αναπαραγωγής, ενώ τα νεαρά άτομα μεταναστεύουν νότια, έναν (1) μήνα αργότερα από ό, τι οι ενήλικες, δηλαδή από τα μέσα Αυγούστου έως τις αρχές του Σεπτέμβρη Το μεταναστευτικό ταξίδι πραγματοποιείται κατά σμήνη, καθένα εκ των οποίων αποτελείται από δεκάδες πτηνά.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από τη Σλοβενία, και τη Λευκορωσία, την Παραγουάη, το Λεσότο, τη Ρουάντα [14] και το Νεπάλ. [15]

  • Στην Ελλάδα, ο χαλικοκυλιστής είναι σπάνιος χειμερινός επισκέπτης, αλλά διέρχεται από τη χώρα και κατά τις δύο μεταναστεύσεις, την άνοιξη (Απρίλιος-Μάιος) και το φθινόπωρο (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος). [16] Από την Κρήτη [17] και την Κύπρο [18] αναφέρεται ως σπάνιο διαβατικό.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικoς χαλικοκυλιστής στον βιότοπό του (αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, οι χαλικοκυλιστές συχνάζουν στις ακτές ή μέχρι κάποια χιλιόμετρα στο εσωτερικό [19] στην υψηλή Αρκτική, [20] σε παράκτιες πεδιάδες, σε βάλτους και στην τούνδρα [21] δείχνοντας προτίμηση σε ένα μωσαϊκό εδαφών από γυμνά βράχια, αργιλώδη εδάφη ή με βότσαλα και βλάστηση κοντά στο νερό, [22] ή σε περιοχές που παραμένουν υγρές μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, [23]

Μη-αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, το είδος απαντά, και πάλι, κυρίως στα παράκτια, [24] αν και κατά τη μετανάστευση μπορεί να βρεθεί στα ηπειρωτικά, κατά μήκος των ντάικς, ή σε όχθες λιμνών.[25] Κατά τη διάρκεια του χειμώνα συχνάζει σε ακτές με βράχους και βότσαλα, ακτές που παρέχουν τροφή, [26][27] κυματοθραύστες, [28] αμμώδεις παραλίες με ξεβρασμένα από τις καταιγίδες φύκια, [29][30] αλμυρόβαλτους με χαμηλή βλάστηση, προστατευόμενους κολπίσκους, εκβολές ποταμών, μαγκρόβιους βάλτους, εκτεθειμένους υφάλους και εππίπεδες λασπώδεις περιοχές με στρώσεις μαλακίων. [31]

  • Στην Ελλάδα, ο χαλικοκυλιστής απαντά σχεδόν αποκλειστικά στις ακτές, σε παραλίες με άμμο ή βότσαλα και σε παλιρροιακές τοποθεσίες Στα ηπειρωτικά μπορεί, σπάνια, να βρεθεί σε όχθες λιμνών, όπως παλαιότερα στην Ισμαρίδα και την Μικρή Πρέσπα. [32]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος χαλικοκυλιστής (μη αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Ο χαλικοκυλιστής είναι ένα μικρό και «στρουμπουλό» πτηνό, εύκολα αναγνωρίσιμο λόγω του ανάμικτου σχεδίου χρωμάτων (pattern) στο πτέρωμα, εξ αιτίας του οποίου, τού έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «χαραδριός-αρλεκίνος». [33] Σε όλες τις εποχές, το πτέρωμα κυριαρχείται από το ασπρόμαυρο μοτίβο, αλλά κατά την αναπαραγωγική περίοδο, αυτό εμπλουτίζεται με πορτοκαλί-καφέ χρώματα στην άνω επιφάνεια, με μαύρα σημάδια. Το κεφάλι είναι κυρίως λευκό με μαύρες ραβδώσεις στην κορυφή και ασπρόμαυρο μοτίβο στο πρόσωπο. Το στήθος είναι κυρίως μαύρο, εκτός από ένα λευκό «μπάλωμα» στις πλευρές, ενώ η υπόλοιπη κάτω επιφάνεια είναι λευκή. Κατά την πτήση, μία χαρακτηριστική λευκή ταινία στις πτέρυγες είναι διακριτή, και ένα επίσης άσπρο μπάλωμα κοντά στη βάση τους. Το ουροπύγιο είναι άσπρο, αλλά αμέσως μετά, ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό σκούρο «V». Η κυρίως ουρά είναι λευκή, αλλά καταλήγει σε σκούρα τελική ταινία. Οι ταρσοί είναι κοντοί σε σχέση με το σώμα, πορτοκαλόχρωμοι, ενώ το ράμφος είναι μαύρο, κοντό, ελαφρώς κωνικό και με οξύ, ελαφρώς ανασηκωμένο άκρο.

Το θηλυκό έχει ελαφρώς πιο αχνά χρώματα από το αρσενικό, χωρίς πολύ πορτοκαλί στο πτέρωμα και το κεφάλι είναι καφετί με περισσότερες ραβδώσεις.

  • Στο μη αναπαραγωγικό πτέρωμα, οι ενήλικες έχουν σαφώς πιο θαμπά χρώματα, κυρίως σκούρο σταχτί-καφέ ανάμικτο με μαύρο στο κεφάλι, το στήθος και το πάνω μέρος του σώματος. Τα νεαρά άτομα μοιάζουν με τους ενήλικες στο χειμερινό πτέρωμα, αλλά είναι ακόμη πιο καφέ στο πάνω μέρος και οι ταρσοί τους είναι καφεκίτρινοι. [34]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (21-) 23 έως 24 (-26) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (43-) 50 έως 56 (-57) εκατοστά.
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: ♂ 15,7 ± 0,4 εκατοστά [Εύρος 15,0 – 16,3 εκατοστά (σε δείγμα Ν=55 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)], ♀ 15,9 ± 0,4 εκατοστά [Εύρος 15,3 – 16,4 εκατοστά (Ν=65)]
  • Βάρος: ♂ 101 – 157 γραμμάρια (Ν=55), ♀ 104 – 176 γραμμάρια (Ν=64) [35]

(Πηγές: [36][37][38][39][40][41][42][43][44][45][46][47][48][49][50][51])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρή ομάδα από χαλικοκυλιστές με διαφορετικά μοτίβα στο πτέρωμα

Στις αρκτικές περιοχές αναπαραγωγής του, το είδος τρέφεται κυρίως με Δίπτερα έντομα (ενήλικα και προνύμφες), καθώς και προνύμφες από Λεπιδόπτερα, Υμενόπτερα, Κολεόπτερα και αράχνες, ενώ κατά καιρούς περιλαμβάνεται επίσης φυτικό υλικό, [52] κυρίως στην αρχή της σεζόν. [53] Εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, η διατροφή του αποτελείται από έντομα, καρκινοειδή, μαλάκια [54] (κυρίως μύδια και κυδώνια), [55] σκώληκες, εχινόδερμα, μικρά ψάρια, αλλά και θνησιμαία και αβγά πουλιών. [56]

Ειδικά για την περίπτωση των αβγών, φαίνεται ότι προτιμά εκείνα από γλάρους, γλαρόνια, πάπιες, ακόμα και αυγά άλλων χαλικοκυλιστών, αν και αυτή η συμπεριφορά είναι ασυνήθιστη. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, παρατηρούνται να καιροφυλακτούν ανυπεράσπιστες φωλιές, και εισβάλλουν τρυπώντας τα κελύφη με τα ράμφη τους για να πάρουν το περιεχόμενο. [57]

Τεχνικές θήρευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαλικοκυλιστής υιοθετεί ποικιλία τεχνικών για να εντοπίσει και να συλλάβει το θήραμα: [58]

  • Αναζητά τροφή μέσα σε σωρούς από φύκια, τα οποία αναδεύει η σαρώνει με το ράμφος, προσπαθώντας να εκθέσει τα μικρά καρκινοειδή και τα γαστερόποδα που είναι κρυμμένα εκεί.
  • Αναποδογυρίζει πέτρες -τεχνική στην οποία οφείλει τη λαϊκή του ονομασία- με το ράμφος του, για να αποκαλύψει κυρίως γαστερόποδα του γένους Littoraria και αμφίποδα της οικογενείας Gammaridae.
  • Με μικρές κινήσεις του ράμφους, δημιουργεί οπές στο υπόστρωμα του εδάφους (συνήθως άμμο ή λάσπη) και στη συνέχεια ραμφίζει τη λεία -κυρίως αμφίποδα της οικογενείας Talitridae ή δίπτερα της οικογενείας Coelopidae.
  • Βυθίζει το ράμφος του, περισσότερο από το ένα τέταρτο του ολικού του μήκους, στο έδαφος για να συλλάβει κυρίως γαστερόποδα.
  • Ραμφίζει με δυνατά κτυπήματα τα κελύφη οστρακοειδών για να προκαλέσει ρήγμα και, στη συνέχεια, εξάγει το περιεχόμενο. [59]
  • Ραμφίζει με επιφανειακά ελαφρά κτυπήματα, χρησιμοποιώντας λιγότερο από το ένα τέταρτο του ολικού μήκους του ράμφους, για να φθάσει στη λεία ακριβώς κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι χαλικοκυλιστές «κινούνται» μεταξύ αυτών των τεχνικών διατροφής, με βάση την ατομική προτίμηση, το φύλο και την κοινωνική θέση, σε σχέση με άλλα άτομα του ιδίου είδους. Σε μελέτη πληθυσμού, τα κυρίαρχα άτομα έτειναν να υιοθετούν την πρώτη τεχνική (περιήγηση) ενώ, ταυτόχρονα, παρεμπόδιζαν τα κατώτερα στην ιεραρχία άτομα να κάνουν το ίδιο. Όταν αυτά τα κυρίαρχα άτομα απομακρύνθηκαν προσωρινά, μερικοί από τους «υφισταμένους» άρχισαν να εφαρμόζουν το ίδιο, ενώ άλλοι δεν έδειξαν καμία αλλαγή στην στρατηγική αναζήτησης τροφής.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαλικοκυλιστής είναι αγελαίο και κοινωνικό είδος κατά τη διάρκεια του χειμώνα, [60] και, πολλές φορές, αναζητά την τροφή του σε ομάδες από 10-100 άτομα, ιδιαίτερα σε περιοχές με παλίρροιες. [61] Κατά την αναζήτηση τροφής (βλ. Τροφή), οι χαλικοκυλιστές υιοθετούν διαφορετικές στάσεις ενδεικτικές του επιπέδου της ιεραρχικής θέσης τους. Χαμηλωμένη ουρά και κυρτή στάση συνδέεται με επιθετικότητα, και ως εκ τούτου υιοθετείται από κυρίαρχα άτομα. Δεσπόζοντα ρόλο στην ιεραρχία, παίζει η ηλικία, γι’αυτό τα νεαρά άτομα είναι συνήθως υποτελή. [62]

Το χαρακτηριστικό πτέρωμά τους εμφανίζει ασυνήθιστο ποσοστό ποικιλομορφίας σε σύγκριση με άλλα παρυδάτια πτηνά, οπότε οι χαλικοκυλιστές χρησιμοποιούν αυτά τα μοναδικά σχέδια για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους και να διακρίνουν τους εισβολείς στο έδαφός τους, από τους γείτονες που καταλαμβάνουν παρακείμενα εδάφη.

  • Σε πειράματα, όπου χρησιμοποιείται ένας «ψεύτικος χαλικοκυλιστής» (μοντέλο-κούκλα) που τοποθετείται εντός του ζωτικού χώρου ενός αληθινού, ο ιδιοκτήτης είναι λιγότερο πιθανό να ανταποκριθεί επιθετικά, αν ο «εισβολέας» είναι βαμμένος με το ίδιο χρώμα που έχει το πτέρωμά του. [63]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος χαλικοκυλιστής στη φωλιά του

Ο χαλικοκυλιστής αποκτά σεξουαλιική ωριμότητα από το 2ο έτος της ζωής του, αλλά φωλιάζει από το 3ο μέχρι το 6ο, συνήθως, ενώ είναι μονογαμικό πτηνό. Φωλιάζει από τον Μάιο έως τις αρχές Αυγούστου [64] σε μοναχικά ζευγάρια, [65] παρόλο που πολλά από αυτά μπορεί να βρίσκονται σε μικρή μεταξύ τους απόσταση, σε ιδανικά ενδιαιτήματα, [66] κατά μήκος ακτών ή σε νησιά. [67]

Η φωλιά κατασκευάζεται σε ανοικτό έδαφος, συνήθως πάνω σε μία μικρή νησίδα κοντά στην ακτή ή, κατά μήκος ενός μικρού ποταμού ή σε δέλτα ποταμών. Επίσης, σε γυμνή πετρώδη περιοχή ή κατά μήκος βράχων με χαμηλή βλάστηση για να υπάρχει κάλυψη. Είναι μία απλή κοιλότητα απευθείας πάνω στο έδαφος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο υλικό επίστρωσης, ή επιστρωμένη από το θηλυκό [68] με λιτό φυτικό υλικό που βρίσκεται εκεί κοντά. [69]

  • Κατά το φώλιασμα, το αρσενικό κατασκευάζει πολλές «ψεύτικες» φωλιές, παραπλανώντας τους επίδοξους θηρευτές, ενώ το θηλυκό κατασκευάζει τη μοναδική «αληθινή» φωλιά, όπου και ωοτοκεί. [70] [iii]

Η γέννα πραγματοποιείται εφάπαξ και αποτελείται από (3-) 4 (-5) αβγά, διαστάσεων 41 Χ 29 χιλιοστών και βάρους 17,9 γραμμαρίων, εκ των οποίων ποσοστό 5% είναι κέλυφος. [71] Η επώαση ξεκινάει συνήθως από το πρώτο αβγό, πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς -αρχικά μόνον από το θηλυκό με σταδιακή συμμετοχή του αρσενικού- και, διαρκεί 22-23 (-24) ημέρες. [72][73] Η επώαση γίνεται συνήθως, από το αρσενικό το πρωί και από το θηλυκό το βράδυ. [74]

Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς φροντίζουν για την ανατροφή των νεοσσών, ιδιαίτερα το αρσενικό. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι, [75] εγκαταλείπουν δηλαδή τη φωλιά πολύ γρήγορα, συνήθως μία (1) ημέρα μετά την εκκόλαψη, ακολουθούν τους γονείς τους και τρέφονται μόνοι τους. Στις (19-) 24-26 ημέρες, περίπου, οι νεοσσοί πτερώνονται, το θηλυκό αναχωρεί για τους τόπους διαχείμασης, ενώ το αρσενικό μένει κοντά για 2 ακόμη εβδομάδες, περίπου. [76][77]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χαλικοκυλιστές είναι, όπως και πολλά άλλα παρυδάτια, ένα από τα είδη που θα επηρεαστούν ιδιαίτερα από την κλιματική αλλαγή. Ερευνητική ομάδα, που συστάθηκε από την Υπηρεσία Περιβάλλοντος του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βασιλικής Εταιρείας για την Προστασία των Πτηνών, εξέτασε την μελλοντική πορεία της αναπαραγωγικής κατανομής των πτηνών στην Ευρώπη,με βάση κλιματικά μοντέλα και υποθέτει ότι, μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, θα συρρικνωθεί το φάσμα εξάπλωσής τους κατά 40% και θα κινηθεί περαιτέρω προς τα βορειοανατολικά. Περισσότερο από το μισό του σημερινού φάσματος κατανομής δεν θα παρέχει πλέον τα κατάλληλα ενδιαιτήματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη θάλασσα της Νορβηγίας και της Βαλτικής στο νότιο τμήμα της Φινοσκανδιναβίας, ενώ νέες περιοχές αναπαραγωγής μπορεί να δημιουργηθούν στα νησιά Franz Josef Land και Novaya Zemlya, καθώς και στα Svalbard, αλλά αυτό δεν θα μπορεί να αντισταθμίσει την απώλεια από τις παλαιότερες περιοχές αναπαραγωγής. [78]

Το πτηνό υποφέρει έντονα από τη θήρευση της φωλιάς του από το αμερικανικό βιζόν (Neovison vison) σε ορισμένες περιοχές, [79] ενώ είναι ευαίσθητο στη γρίπη των πτηνών, ώστε να μπορεί να απειλείται από μελλοντικά κρούσματα του ιού. [80] Η απομάκρυνση του συγκεκριμένου σαρκοφάγου από πολλά μικρά νησιά, μπορεί να συνδράμει αποφασιστικά στην αύξηση της πυκνότητας των πληθυσμών στις περιοχές αυτές. [81]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος χαλικοκυλιστής (μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα

Κατά τον 19ο αιώνα, ο χαλικοκυλιστής ήταν ακόμη, ένα πουλί αναπαραγωγής για τα Βόρεια Φριζικά νησιά (Frisian) και στις ακτές της Βαλτικής του Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν και της Πομερανίας. Λόγω της αλλαγής του κλίματος, της θήρευση από τους γλάρους και πιθανώς από τους συλλέκτες αυγών, υπήρχαν μόνο 10-20 αναπαραγωγικά ζεύγη το 1895, ενώ σταμάτησε να αναπαράγεται κατά το 1919. Το ίδιο συνέβη και στη Δανία.

Από το 1960, ο αναπαραγωγικός πληθυσμός στη Δανία έφθασε τα 10-12 αναπαραγωγικά ζευγάρια και, αυξήθηκε σε περίπου 40 ζευγάρια αναπαραγωγής το 1996. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, άρχισε πάλι να αναπαράγεται στη Γερμανία με μία πρώτη απογραφή στις αρχές του 21ου αιώνα, να είναι μόλις 4-5 ζεύγη αναπαραγωγής.

Οι μεγαλύτεροι αναπαραγωγικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί βρίσκονται στη Γροιλανδία, τη Νορβηγία, τη Ρωσία και τη Φινλανδία, [82] αλλά αντιπροσωπεύουν ποσοστό λιγότερο από το 1/4 του παγκόσμιου αναπαραγωγικού πληθυσμού. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν μειώσεις σε μερικές χώρες στο διάστημα 1990-2000, το είδος παρέμεινε σταθερό στην Ευρώπη ή αύξησε τους πληθυσμούς του στις περισσότερες χώρες της ηπείρου (συμπεριλαμβανομένης βέβαια της «περιοχής-κλειδί», Γροιλανδίας).

Γενικά, η IUCN, έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), [83]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χαλικοκυλιστές είναι αρκετά διαδεδομένα διαβατικά πτηνά κατά μήκος των ακτών, τόσο στα ηπειρωτικά, όσο και σε μερικά νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους, κυρίως όμως σε Μακεδονία, Θράκη και Δ. Ελλάδα. Η εαρινή μετανάστευση διαρκεί από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τα τέλη Μαΐου, με κορύφωση στα μέσα Μαΐου, ενώ η φθινοπωρινή μετανάστευση πραγματοποιείται από τις αρχές Αυγούστου έως τα μέσα Οκτωβρίου. Συνήθως, περιφέρονται σε μικρούς αριθμούς αν και έχουν καταγραφεί ομάδες των 20-40 ατόμων. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ωστόσο, γίνονται σπάνιοι. [84]

Για την Ελλάδα τα στοιχεία είναι ελλιπή (NC) και, δεν είναι γνωστό εάν απειλείται άμεσα. [85]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Χαλικοκυλιστής απαντά και με την ονομασία Σκαλίστρα [86] και Βραχονεραλλίδα (Κύπρος). [87]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Σπάνια λόγια ονομασία κατά Harriet I. Jorgensen, Nomina Avium Europaearum. Copenhagen, 1958 [88] Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόδοση είναι παντελώς τεχνητή και ουδεμία σχέση έχει με την λατινική ονομασία του πτηνού (βλ. Ονοματολογία)

ii. ^  Τα άτομα που απαντούν από τη Σιβηρία και ανατολικά προς την Αλάσκα, παλαιότερα αναγνωρίζονταν ως A. i. oahuensis (Bloxham, 1826) [89]</ref>

iii. ^  Η συμπεριφορά αυτή είναι αρκετά αμφισβητήσιμη, δεδομένου ότι δεν έχει βρεθεί άλλη πηγή αναφοράς, παρά τη σημαντικότητα που έχει ως στοιχείο ηθολογίας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 142
  2. Howard and Moore, p. 142
  3. http://www.iucnredlist.org/details/full/22693336/0
  4. ΠΛ, 3:574
  5. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.7:154.lewisandshort
  6. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.8:3239.lewisandshort
  7. http://www.hbw.com/species/ruddy-turnstone-arenaria-interpres
  8. http://www.hbw.com/species/ruddy-turnstone-arenaria-interpres
  9. Όντρια, σ 119
  10. Howard and Moore, p. 142
  11. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22693336
  12. http://ibc.lynxeds.com/species/ruddy-turnstone-arenaria-interpres
  13. del Hoyo et al
  14. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22693336
  15. Grimmett et al, p. 267
  16. Όντρια, σ. 119
  17. Σφήκας, σ. 48
  18. Σφήκας, σ. 58
  19. Snow & Perrins
  20. Hayman et al
  21. del Hoyo et al
  22. Snow & Perrins
  23. Johnsgard
  24. del Hoyo et al
  25. del Hoyo et al
  26. Hayman et al
  27. del Hoyo et al
  28. del Hoyo et al
  29. Hayman et al
  30. del Hoyo et al
  31. del Hoyo et al
  32. Handrinos & Akriotis, p. 182
  33. Flegg, p. 128
  34. Colston & Burton, p. 201
  35. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5610.htm
  36. Colston & Burton, p. 201-2
  37. Grimmett et al, p. 267
  38. Harrison & Greensmith, p. 143
  39. Avon & Tilford, p. 37
  40. Singer, p. 192
  41. Heinzel et al, p. 162
  42. Flegg, p. 128
  43. Mullarney et al. p. 148
  44. Perrins, p. 122
  45. Bruun, p. 118
  46. Όντρια, σ. 119
  47. Scott & Forrest, p. 86
  48. http://www.ibercajalav.net
  49. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5610.htm
  50. planetofbirds.com
  51. http://www.hbw.com/species/ruddy-turnstone-arenaria-interpres
  52. Colston & Burton
  53. del Hoyo et al
  54. del Hoyo et al
  55. Johnsgard
  56. del Hoyo et al
  57. Parkes
  58. Whitfield
  59. Metcalfe & Furness
  60. Snow & Perrins
  61. del Hoyo et al
  62. Groves
  63. Whitfield
  64. Hayman et al
  65. del Hoyo et al
  66. Johnsgard
  67. Snow & Perrins
  68. Perrins, p. 122
  69. Harrison, p. 148-9
  70. ΠΛΜ, 60:345
  71. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5610.htm
  72. Harrison, p. 149
  73. planetofbirds.com
  74. ΠΛΜ, 60:345
  75. Perrins, p. 122
  76. Harrison, p. 149
  77. ΠΛΜ, 60:345
  78. Huntley et al
  79. Nordstrom et al
  80. Melville & Shortridge
  81. Nordstrom et al
  82. Bauer et al
  83. http://www.iucnredlist.org/details/full/22693336/0
  84. Handrinos & Akriotis, p. 182-3
  85. Χανδρινός Γιώργος (Ι), p. 330
  86. Απαλοδήμος, σ. 64
  87. http://avibase.bsc-eoc.org
  88. Απαλοδήμος, σ. 64
  89. Howard and Moore, p. 142, footnote 5

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bauer Hans-Günther, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
  • Brazil, M. 2009. Birds of East Asia: eastern China, Taiwan, Korea, Japan, eastern Russia. Christopher Helm, London.
  • Colston Peter, Philip Burton: Limicolen – Alle europäischen Wattvogel-Arten, Bestimmungsmerkmale, Flugbilder, Biologie, Verbreitung. BlV Verlagsgesellschaft, München 1989, ISBN 3-405-13647-4
  • Delany, S.; Scott, D. 2006. Waterbird population estimates. Wetlands International, Wageningen, The Netherlands.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Dunning John B. Jr. (Editor). CRC Handbook of Avian Body Masses by CRC Press (1992), ISBN 978-0-8493-4258-5.
  • Groves, Sarah (January 1978). Age related Differences in Ruddy Turnstone Foraging and Aggressive Behavior. The Auk 95 (1): 95–103. Retrieved 26 September 2012.
  • Hayman, P.; Marchant, J.; Prater, A. J. 1986. Shorebirds. Croom Helm, London.
  • Huntley Brian, Rhys E. Green, Yvonne C. Collingham, Stephen G. Willis: A Climatic Atlas of European Breeding Birds, Durham University, The RSPB and Lynx Editions, Barcelona 2007, ISBN 978-84-96553-14-9, S. 203
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2015).
  • Johnsgard, P. A. 1981. The plovers, sandpipers and snipes of the world. University of Nebraska Press, Lincoln, U.S.A. and London.
  • Lockwood, W. B. (1993). The Oxford Dictionary of British Bird Names. OUP. ISBN 978-0-19-866196-2.
  • Melville, D. S.; Shortridge, K. F. 2006. Migratory waterbirds and avian influenza in the East Asian-Australasian Flyway with particular reference to the 2003-2004 H5N1 outbreak. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), Waterbirds around the world, pp. 432-438. The Stationary Office, Edinburgh, UK.
  • Metcalfe, N. B.; R. W. Furness (1985). Survival, winter population stability and site fidelity in the Turnstone Arenaria interpres. Bird Study 32 (3): 207–214.
  • Nordström, M.; Högmander, J.; Nummelin, J.; Laine, J.; Laanetu, N.; Korpimäki, E. 2003. Effects of feral mink removal on seabirds, waders and passerines on small islands in the Baltic Sea. Biological Conservation 109: 359-368.
  • Parkes, Kenneth (September 1971). "The Ruddy Turnstone as an Egg Predator". The Wilson Bulletin 83 (3): 306–308.
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Whitfield, D. Philip (February 1990). Individual Feeding Specializations of Wintering Turnstone Arenaria interpres. Journal of Animal Ecology 59 (1): 193–211.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Eurasian Stone-curlew της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Triel (Art) της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Steinwälzer της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).