Χαραδριίδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χαραδριίδες
Το είδος Charadrius nivosus
Το είδος Charadrius nivosus
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Χαραδριίδες
(Charadriidae)
Leach, 1820

Οι χαραδριίδες (Charadriidae) είναι οικογένεια πτηνών της ομώνυμης τάξεως χαραδριόμορφα. Περιλαμβάνει δέκα γένη με συνολικώς 64 έως 66 είδη, από τα οποία τα οκτώ είδη συναντώνται και στην Ελλάδα.

Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια εισάχθηκε (ως Charadriadæ) από τον Άγγλο ζωολόγο Γουίλιαμ Έλφορντ Λητς σε έναν οδηγό για τα εκθέματα του Βρετανικού Μουσείου[1][2], που εκδόθηκε το 1820. Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας είναι γνωστά με τις κοινές ονομασίες χαραδριοί («σφυριχτές»), βροχοπούλια και καλημάνες. Υπάρχουν δύο αρκετά διαχωρισμένες υποοικογένειες: τα περισσότερα από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος είδη ανήκουν στην υποοικογένεια οπλοπτερίνες, ενώ τα περισσότερα από τα μικρότερα στις χαραδριίνες. Αναλυτικότερα, τα γένη κατανέμονται ως εξής:

Οπλοπτερίνες (Vanellinae)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα συναντώνται τα είδη Vanellus vanellus, κοινώς «καλημάνα», και Vanellus spinosus, κοινώς «αγκαθοκαλημάνα».

Χαραδριίνες (Charadriinae)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα συναντώνται 4 είδη χαραδριού (Charadrius), αποκαλούμενα κοινώς «σφυριχτές», και δύο είδη Pluvialis (το «βροχοπούλι» και το «αργυροπούλι»).

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πουλιά της οικογένειας έχουν μικρό έως μεσαίο μέγεθος, βραχείς και σχετικώς χονδρούς λαιμούς και μακρες φτερούγες, που συνήθως καταλήγουν σε μυτερό άκρο, αν και οι περισσότερες βανελλίνες έχουν πιο στρογγυλευμένες φτερούγες. Το ράμφος τους είναι ευθύ (εκτός από το Anarhynchus frontalis της Ν. Ζηλανδίας) και βραχύ, τα δάκτυλα των ποδιών τους επίσης κοντά, με το πίσω δάκτυλο να είναι σε κάποια είδη υποτυπώδες ή και να απουσιάζει. Τα περισσότερα είδη έχουν και σχετικώς κοντές ουρές, με την εξαίρεση του Charadrius vociferus. Στα περισσότερα γένη τα δύο φύλα έχουν παρόμοια εμφάνιση, δηλαδή παρουσιάζουν πολύ μικρό φυλετικό διμορφισμό. Ζυγίζουν από μόλις 26 γραμμάρια (Charadrius collaris, μήκος 14 εκατοστά) μέχρι 368 γραμμάρια (Vanellus miles, μήκος 35 εκατοστά).

Γεωγραφική κατανομή και ενδιαίτημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χαραδριίδες συναντώνται σε όλη τη Γη, κυρίως σε παρυδάτια ενδιαιτήματα, αν και υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις: ο Peltohyas π.χ. προτιμά τα πετρώδη εδάφη των ερήμων της Αυστραλίας[3], ενώ ο Charadrius vociferus συναντάται συχνά σε λιβάδια της Βόρειας Αμερικής.

Συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χαραδριίδες κυνηγούν «με το μάτι». Τρώνε υδρόβια όσο και χερσαία ασπόνδυλα, όπως έντομα, σκουλήκια, μαλάκια και οστρακόδερμα, ανάλογα με το ενδιαίτημα. Τρέφονται επίσης με φυτικό υλικό.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν όλα τα είδη ζευγαρώνουν μονογαμικά. Σε λίγα, όπως στην καλημάνα, ένα αρσενικό ζευγαρώνει με πολλά θηλυκά, ενώ άλλα (π.χ. Charadrius montanus) ακολουθούν ένα σύστημα πολλαπλών επωάσεων που μπορεί να συνοδεύεται με σειριακή πολυανδρία, δηλαδή ένα θηλυκό ζευγαρώνει διαδοχικά με πολλά αρσενικά. Στον βουνοσφυριχτή τα θηλυκά ανταγωνίζονται για τα αρσενικά και τα αρσενικά παρέχουν όλη τη γονεϊκή φροντίδα.[4] Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής υπερασπίζονται τις περιοχές τους με πολυ ευδιάκριτες εναέριες επιδείξεις.[3]

Γεννούν δύο έως τέσσερα αυγά σε φωλιά που είναι συνήθως ένα ρηχό βαθούλωμα στο έδαφος και τα επωάζουν επί 21 έως 30 ημέρες.[4] Οι χαραδριίδες είναι προστατευτικές ως προς τα αβγά και τους νεοσσούς τους: οι γονείς τα προστατεύουν βγάζοντας μια κραυγή συναγερμού, αποσπώντας την προσοχή ή και ευθέως επιτιθέμενοι στον θηρευτή ή τον παρείσακτο. Τα μικρά ωστόσο γίνονται πρόωρα ανεξάρτητα και οι γονείς δεν τα ταΐζουν.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Leach, William Elford (1820). «Eleventh Room». Synopsis of the Contents of the British Museum. 17 (17η έκδοση). London: British Museum. σελ. 69.  Αν και το όνομα του συγγραφέως δεν αναφέρεται στον οδηγό, ο Λητς ήταν ο έφορος της Ζωολογίας την εποχή εκείνη.
  2. Bock, Walter J. (1994). History and Nomenclature of Avian Family-Group Names. Bulletin of the American Museum of Natural History. Number 222. Νέα Υόρκη: American Museum of Natural History. σελ. 137. hdl:2246/830. 
  3. 3,0 3,1 Harrison, Colin J.O. (1991). Forshaw, Joseph, επιμ. Encyclopaedia of Animals: Birds. Λονδίνο: Merehurst Press. σελ. 105. ISBN 1-85391-186-0. 
  4. 4,0 4,1 Piersma, Theunis (1996). «Family Charadriidae (Plovers)». Στο: del Hoyo, Joseph· Elliott, Andrew· Sargatal, Jordi. Handbook of the Birds of the World. Volume 3, Hoatzin to Auks. Barcelona: Lynx Edicions. σελίδες 400–401. ISBN 84-87334-20-2.