Ταρν (νομός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°49′00″N 2°12′00″E / 43.816667°N 2.2°E / 43.816667; 2.2

Νομός Ταρν
Tarn-Position.svg
Διοίκηση
Χώρα Flag of France.svg Γαλλία
Περιοχή Οξιτανία
Δημιουργία νομού 4 Μαρτίου 1790
Πρωτεύουσα Αλμπί
Υπονομαρχία Καστρ
Κωδικός νομού 81
Δημογραφία
Πληθυσμός 386.448 (2016)
Δημογραφία
Έκταση 5.758 km2
Υποδιαιρέσεις
Διαμερίσματα 2
Εκλογικές περιφέρειες 3
Καντόνια 23
Θυρεός
Συνδέσεις
Ιστότοπος https://www.tarn.fr/Fr/Pages/default.aspx/
επεξεργασία
Gtk-dialog-info.svg

Ο νομός Ταρν (γαλλικά: Tarn) είναι γαλλικός νομός στη διοικητική περιοχή Οξιτανία. Βρίσκεται στη νοτιοδυτική Γαλλία και το όνομά του προέρχεται από τον ποταμό Ταρν που τον διασχίζει. Πρωτεύουσα είναι το Αλμπί, γενέτειρα του ζωγράφου Τουλούζ Λωτρέκ. Έχει επίσης μία υπο-νομαρχία, την Καστρ.

Ο πληθυσμός του νομού ανέρχεται σε 386.448 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2016. Έχει έκταση 5.758 τετραγωνικά χιλιόμετρα και διοικητικά αποτελείται από 2 διαμερίσματα. Η INSEE και το ταχυδρομείο του αποδίδουν τον κωδικό 81.

Έως το 2016 ανήκε στην περιοχή Μιντί-Πυρηναία, η οποία συνενώθηκε με το Λανγκεντόκ-Ρουσιγιόν και πλέον αποτελούν τη νέα διοικητική περιοχή Οξιτανία.

Οι κάτοικοι του νομού ονομάζονται Ταρναί.[1]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γέφυρα πάνω στον ποταμό Αγκού
Ο νομός Ταρν

Ο νομός Ταρν  ανήκει στη διοικητική περιοχή Οξιτανία και έχει έκταση 5.758 τετραγωνικά χιλιόμετρα.[2]

Συνορεύει με 5 νομούς, που όλοι ανήκουν στην περιοχή Οξιτανία: στα νοτιοανατολικά με τον Ερώ, στα νότια με τον Ωντ, στα βορειοανατολικά με τον Αβερόν, στα νοτιοδυτικά και δυτικά με τον Ωτ-Γκαρόν και στα βορειοδυτικά με τον Ταρν-ε-Γκαρόν.

Πρωτεύουσα του νομού είναι το Αλμπί, που βρίσκεται σε απόσταση 548 χιλιομέτρων κατ'ευθεία γραμμή νότια του Παρισιού.[3]

Ο γενικός χαρακτήρας του νομού είναι ορεινός ή λοφώδης. Οι ορεινές περιοχές του Ταρν βρίσκονται στα νοτιοανατολικά του νομού και είναι: 

  • Το οροπέδιο Σιντόμπρ, με υψόμετρο από 490 έως 610 μέτρα, που διαχωρίζει την κοιλάδα του ποταμού Αγκού από την κοιλάδα του δυτικού παραπόταμού του, του ποταμού Τορέ.
  • Τα υψώματα Λακών, με 1.267 μέτρα, που βρίσκονται στα νοτιοδυτικά του νομού και οι πετρώδες και εκτεθειμένες στους ανέμους πλαγιές τους χρησιμοποιούνται κυρίως για βοσκότοποι. 
  • Το Μαύρο Όρος με 1210 μέτρα. Βρίσκεται στα νότια σύνορα του νομού και αντλεί το όνομά του από τα δάση στη βόρεια πλαγιά του. Οι πρόποδες του βουνού καλύπτονται με αμπέλια και οπωροφόρα δένδρα και διασπώνται από βαθιές αλλουβιακές κοιλάδες ιδιαίτερης γονιμότητας. Με εξαίρεση ένα μικρό τμήμα του Μαύρου Όρους, η οποία αποστραγγίζεται από τον ποταμό Ωντ, όλος ο νομός ανήκει στο λεκανοπέδιο του Γκαρόν.

Κύριοι ποταμοί που διασχίζουν το νομό είναι ο Ταρν, από τον οποίο έλαβε ο νομός την ονομασία του, και οι παραπόταμοί του Αγκού και Τορέ.

Το κλίμα είναι δριμύ στις ορεινές περιοχές αλλά στην υπόλοιπη έκταση του νομού ο χειμώνας είναι σύντομος και το καλοκαίρι πολύ ζεστό.[4]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Οξιτανία

Ο νομός Ταρν είναι ένας από τους αρχικά 83 νομούς (σήμερα 101) που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης στις 4 Μαρτίου 1790. Έως το 2016 ανήκε στην περιοχή Μιντί-Πυρηναία, η οποία συνενώθηκε με το Λανγκεντόκ-Ρουσιγιόν και πλέον αποτελούν τη νέα διοικητική περιοχή Οξιτανία.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια των γαλατικών πολέμων (58-51 π.Χ.), οι Ρουτένοι, γαλατική φυλή που κατοικούσε στην περιοχή, συμμάχησαν με τους Αρβέρνους εναντίον του Ιουλίου Καίσαρα. Μετά τη μάχη στην Αλέσια,[5] η περιοχή προσαρτήθηκε στη Γαλατική Ακουιτανία και οι κάτοικοι δεν έλαβαν μέρος στον τελευταίο πόλεμο των Γαλατών κατά των Ρωμαίων το 51 π.Χ. στην πολιορκία του Ουξελόδουνου.[6]

Κατά τη διάρκεια της γαλατο-ρωμαϊκής περιόδου, η περιοχή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αγροτική και ευημερούσε. Κατασκευάστηκαν αρκετές βίλες κυρίως στην πεδιάδα των ποταμών Ταρν και Αγκού, αρχαιολογικά ευρήματα των οποίων βρέθηκαν μεταξύ άλλων και στο Ραμπαστάν. [7] Το Αλμπί ήταν μια μικρή πόλη και η Καστρ ένα χωριό τεχνιτών. Ο μόνος οικισμός που μπορεί να χαρακτηρισθεί πόλη είναι η κοινότητα Μοντάν, αλλά κανένας οικισμός του νομού δεν περιλάμβανε τα συνήθη στοιχεία της ρωμαϊκής πόλης: ιαματικά λουτρά και αμφιθέατρο. Η ανάπτυξη της κεραμικής χρονολογείται από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Η μεταλλουργία ασκούνταν στην περιοχή ήδη πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Οι συναλλαγές αναπτύχθηκαν μέσω του ποταμού Ταρν αλλά και του ανεπτυγμένου ρωμαϊκού οδικού δικτύου ανάμεσα στην περιοχή και τις μεγάλες γαλατο-ρωμαϊκές πόλεις όπως η Τολόζα (σημερινή Τουλούζ) ή τα Βουρδίγαλα (σημερινό Μπορντώ) και άλλες περιοχές. Οι αμπελώνες του Γκαγιάκ ήταν διάσημοι αυτή την εποχή.[8]

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανάκτορο Μπρεμπί

Τον 5ο αιώνα, κατά της περίοδο της παρακμής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την περιοχή κατέλαβαν και εγκαταστάθηκαν οι Βησιγότθοι και η περιοχή του νομού Ταρν αποτέλεσε τμήμα του Βησιγοτθικού Βασιλείου. Ίχνη του τρόπου ζωής τους βρέθηκαν: τάφοι και κοσμήματα.[9] Η παρουσία τους μαρτυρείται από το τελικό «ens» στις τοπωνυμίες: Rabastens, Brens. Η περιοχή προσαρτήθηκε από τους Φράγκους μετά τη μάχη του Βουιγιέ, το 507. Συγχρόνως, εξαπλώθηκε και ο Χριστιανισμός. Οι εισβολές των Σαρακηνών έσπειραν τον τρόμο στην περιοχή. Την σχετική σταθερότητα στην εποχή του Καρλομάγνου ακολούθησε η κατάπτωση της φραγκικής μοναρχίας και η εμφάνιση της φεουδαρχίας τον 10ο αιώνα, καθώς η αναρχία ώθησε τους αδύναμους να μπουν υπό την προστασία των ισχυρών. Μόνο τα μοναστήρια ήταν ειρηνικά καταφύγια και ο ρόλος τους στην αναγέννηση των πόλεων ήταν σημαντικός. Η ρομανική τέχνη της εποχής έχει να επιδείξει πολλά θρησκευτικά κτίρια, εκκλησίες και αβαεία.[9]

Ένας οξιτανικός πολιτισμός αναπτύχθηκε υπό την προστασία των υποκομήτων του Αλμπί του οίκου Τρενκαβέλ. Η αριστοκρατία, μαικήνας των τροβαδούρων, προήγαγε τον ευγενικό έρωτα (l'amour courtois) και σταδιακά, κατά τον 12ο αιώνα, προσηλυτίστηκε σε μία θρησκευτική αίρεση, τον Καθαρισμό, ακολουθούμενη από μεγάλο μέρος του λαού.[10] Αυτός ο ενθουσιασμός για τη νέα πίστη προέρχονταν, πρώτον από την ανικανότητα και την πολυτελή ζωή του ανώτερου κλήρου και, δεύτερον, από την αντίδραση της τοπικής αριστοκρατίας στη μεγάλη δύναμη των ιεραρχών.

Η σταυροφορία των Αλβιγηνών, που ξεκίνησε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ' το 1208, έστρεψε φεουδάρχες όλης της φραγκικής επικράτειας κατά των αιρετικών αρχόντων του Αλμπί και των γειτονικών περιοχών όπου επικρατούσε ο Καθαρισμός. Πολλά χωριά μεταξύ των ποταμών Ταρν και Αβερόν ερημώθηκαν από τους σταυροφόρους κατά τη διάρκεια των επιδρομών τους και πολλοί αιρετικοί κάηκαν στην πυρά. Μετά από χρόνια πολέμων και την ήττα των Αλβιγηνών, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος-Αύγουστος παρενέβη το 1226 και προσάρτησε στο γαλλικό Στέμμα την κομητεία της Τουλούζης και τις κτήσεις των υποτελών της, υποκόμη του Μπεζιέ και κόμη της Φουά.

Η περιοχή αναδύθηκε από τα ερείπια χάρη στη δημιουργία νέων χωριών για να στεγαστούν οι πληθυσμοί των κατεστραμένων περιοχών.Έτσι δημιουργήθηκαν τα διάσημα οχυρωμένα χωριά του νομού Ταρν, που χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα. Αυτή η αστικοποίηση σε συνδυασμό με ελαφρύτερους φόρους, επέτρεψε την άνοδο της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Στο Αλμπί, επίσκοποι άρχισαν την κατασκευή του μεγάλου καθεδρικού ναού της Αγίας Καικιλίας και το επιβλητικό επισκοπικό παλάτι, το ανάκτορο Μπερμπί, σύμβολα της ανανεωμένης δύναμης και οικονομικής ευμάρειας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εκείνη την εποχή, η ανακάλυψη του πηλού ως δομικό υλικό επέτρεψε την εφεύρεση του τούβλου, υλικό φθηνότερο και ευκολότερο στη χρήση από την πέτρα και λιγότερο ευαίσθητο στη φωτιά από τις ξυλοδεσιές.

Από τον 15ο αιώνα, η καλλιέργεια του παστέλ (μια φυσική χρωστική ουσία που προέρχεται από το φυτό ισάτις) πλούτισε την περιοχή στο τρίγωνο Αλμπί-Τουλούζ-Καρκασσόν. Το ανεξίτηλο μπλε χρώμα που παρήγαγε ήταν ιδιαίτερα περιζήτητο και αποτελούσε σημαντική πηγή εισοδήματος. Η πτώση του οφείλεται στην καλλιέργεια του ίντιγκο,[11] φθηνότερη στις τροπικές περιοχές. Το κάστρο Μαγκράν διατηρεί ένα στεγνωτήριο παστέλ και ένα μουσείο αφιερωμένο στο εργοστάσιο βαφής που βρίσκονταν εκεί.[12]

Νεότερη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Αναγέννηση, μια πραγματική αναγέννηση επήλθε στην περιοχή, τόσο πολύ η αστικοποίηση ήταν αξιοσημείωτη. Αυτή την εποχή χτίστηκαν πολυτελή μέγαρα στις μεγαλύτερες πόλεις και ολόκληρη η περιοχή επωφελήθηκε από την ευμάρεια.

Λίγο αργότερα, η προτεσταντική Μεταρρύθμιση προκάλεσε νέες καταστροφές στο νομό. Το Αλμπί παρέμεινε πιστό στον καθολικισμό, ενώ στην Κάστρ κυριαρχούσαν οι Προτεστάντες. Οι μάχες και οι σφαγές δίχασαν την περιοχή πριν επιστρέψει η ειρήνη με την υπογραφή του διατάγματος της Νάντης. Τότε καταστράφηκαν πολλά εκκλησιαστικά κτίρια.

Οι επιδημίες της πανώλης και λιμών χαρακτήρισαν τις περιόδους μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα περίπου. Έχουν καταγραφεί 50 επιδημίες σε 300 χρόνια, κατά μέσο όρο μια καταστροφή κάθε επτά χρόνια, με αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού, που ξαναβρήκε την δυναμική του τον 18ο αιώνα.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εργάτες σε βυρσοδεψείο στο Μαζαμέ

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, ο νομός Αλμπιζουά που δημιουργήθηκε το 1790 μετονομάστηκε σύντομα σε Ταρν, από τον κύριο ποταμό που διασχίζει την περιοχή, και πρωτεύουσα έγινε το Αλμπί. Ο νομός παρείχε τέσσερα τάγματα εθνικών εθελοντών για να υπερασπιστούν τα σύνορα.

Από οικονομική άποψη, η εξόρυξη άνθρακα στο Καρμώ έδωσε νέα ώθηση στην οικονομία του νομού. Η άφιξη του σιδηροδρόμου απογείωσε την εξόρυξη. Το μαλλί της τοπικής ορεινής κτηνοτροφίας έγινε μια σημαντική υφαντική πρώτη ύλη και αναπτύχθηκε η κλωστοϋφαντουργία, ιδιαίτερα στην Καστρ. Η επεξεργασία δερμάτων στα βυρσοδεψεία αναπτύχθηκε χάρη στην ενέργεια των μύλων που εγκαταστάθηκαν κατά μήκος των ποταμών.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο νομός εκπροσωπήθηκε στην πολιτική από τον σοσιαλιστή βουλευτή Ζαν Ζωρές που γεννήθηκε στην Καστρ. Στο νότο, η κλασική αντίθεση ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη πήρε έναν πρωτότυπο χαρακτήρα: η προτεσταντική αστική τάξη απέκτησε τις ιδέες της Επανάστασης, η οποία της έδωσε την ελευθερία της θρησκείας, και η καθολική εργατική τάξη, επηρεασμένη έντονα από τον κλήρο, ήταν πιο συντηρητική. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι αστοί ψήφισαν μαζικά από Δημοκρατικούς έως Αριστερά και οι εργάτες από Συντηρητικούς έως Δεξιά.[13]

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο νομός Ταρν υπόκειται στο καθεστώς του Βισύ. Ο Αρχιεπίσκοπος του Αλμπί οργάνωσε τη μυστική υποδοχή Εβραίων προσφύγων σε εκκλησιαστικούς χώρους στην περιοχή για να αποφύγουν τις διώξεις εναντίον τους. Το 1942, η νότια ζώνη της Γαλλίας κατελήφθη από τους Γερμανούς κατακτητές. Αυτό το γεγονός καθώς και η «υπηρεσία αναγκαστικής εργασίας» που επέβαλαν οι κατακτητές τροφοδότησε τη Γαλλική Αντίσταση που έδρασε δυναμικά στην περιοχή.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέση του νομού Ταρν στην Οξιτανία

Ο νομός Ταρν αποτελείται από 2 διοικητικά διαμερίσματα, 23 καντόνια και 314 κοινότητες.

Διαμέρισμα Καντόνια Κοινότητες Πληθυσμός

Απογραφή 2016

Έκταση

χμ²

Πυκνότητα

Κάτ./χμ²

Κωδ.

INSEE

Αλμπί 12 163 191.150 2.731,67 70 811
Καστρ 13 151 195.298 3.026,27 65 812
Σύνολο 23 314 386.448 5.757,94 67 81

Έμβλημα-Σημαία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τυρί Ρυέλ του Ταρν

Η τοπική οικονομία στηρίζεται στη γεωργία με καλλιέργειες σιτηρών και φρούτων, στην οινοποιία κρασιά Γκαγιάκ, στην κτηνοτροφία με βοοειδή και πρόβατα, στην τυροκομία, [14]στην εξόρυξη γαιάνθρακα στην περιοχή του Αλμπί-Καρμώ και στην βιομηχανία, με βιομηχανικές μονάδες που παράγουν μηχανήματα, συνθετικές ίνες, μέταλλα, χαρτί, είδη τροφίμων. [4]

Πολιτιστική κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καστελνώ-ντε-Μονμιράλ

Με ιστορία αιώνων, ο νομός Ταρν διαθέτει μια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά από οχυρωμένα χωριά, κάστρα, εκκλησίες και μουσεία. Στα νοτιοδυτικά του νομού τα σπίτια είναι ως επί το πλείστον πέτρινα, ενώ οι πόλεις στα βορειοδυτικά του νομού είναι συχνά κατασκευασμένες από το τοπικό κόκκινο τούβλο, χαρακτηριστικό της περιοχής.

  • Η πρωτεύουσα Αλμπί και ο καθεδρικός ναός της Αγίας Καικιλίας. Το κτίριο εκπλήσσει με την αντίθεση ανάμεσα στο αυστηρό εξωτερικό στρατιωτικό φρούριο και την πλούσια διακόσμηση του εσωτερικού του. Μαζί με το ανάκτορο Μπερμπί, πρώην επισκοπική έδρα που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο του ζωγράφου που γεννήθηκε στην πόλη Τουλούζ-Λωτρέκ, είναι ο πυρήνας του ιστορικού κέντρου της πόλης, με τα μεσαιωνικά σπίτια με ξυλοδεσιές και τα δαιδαλώδη δρομάκια και αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από τον Ιούλιο του 2010.
  • Η χερσόνησος του Αμπιαλέ, με θέα στον ποταμό Ταρν.
  • Το Κανιάκ-λε-Μιν, με το Μουσείο Μεταλλείων και πάρκο ψυχαγωγίας, που βρίσκεται σε ένα πρώην ορυχείο.
  • Η πόλη Καστρ και τα σπίτια της στον ποταμό Αγκού, το Μουσείο Γκόγια και το Μουσείο Ζαν Ζωρές.
  • Το Καρμώ και το μουσείο του, σε ένα παλιό παρεκκλήσι που μετατράπηκε σε εργαστήριο, με επιδείξεις στο χώρο.
  • Το Γκρωλέ με την «Παλιά Γέφυρα» που χτίστηκε το 1244 και αποτελεί «Ιστορικό Μνημείο», καθώς και τη μεσαιωνική συνοικία του.
  • Η Γκαγιάκ είναι μια πόλη κτισμένη με κόκκινο τούβλο, διάσημη για το κρασί της.
  • Το Λαβώρ και ο καθεδρικός ναός Σαιντ-Αλαίν.

Ο νομός είναι γνωστός και για τα πολύ καλά διατηρημένα οχυρωμένα χωριά, χτισμένα τον 13ο αιώνα για να στεγαστούν οι πληθυσμοί των κατεστραμένων κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας των Αλβιγηνών περιοχών. Μερικά από αυτά είναι:

  • Κορντ-συρ-Σιελ, το πρώτο οχυρωμένο χωριό, χτίστηκε το 1222.
  • Καστελνώ-ντε-Μονμιράλ
  • Λωτρέκ[15]
  • Ραμπαστάν[16]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίσημη σελίδα του νομού Ταρν (γαλλικά)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. . «habitants.fr/tarn». 
  2. . «insee.fr/fr/statistiques». 
  3. . «distance-from-paris-fr-to-albi-fr». 
  4. 4,0 4,1 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ 56, σελ 365
  5. . «Η μάχη στην Αλέσια». 
  6. Η περιγραφή της πολιορκίας βρίσκεται στο όγδοο βιβλίο των Απομνηματευμάτων περί του Γαλατικού πολέμου,του Ιουλίου Καίσαρα.
  7. . «une-villa-gallo-romaine-a-rabastens». 
  8. H. Bru, C. Bou, R. Cubaynes et G. Martignac, , Imprimerie coopérative du sud-ouest, décembre 1974, p. 38-42
  9. 9,0 9,1 H. Bru, C. Bou, R. Cubaynes et G. Martignac, , Imprimerie coopérative du sud-ouest, décembre 1974, 220 p.
  10. Hélène Débax, La Féodalité languedocienne, XIe-XIIe siècles : Serments, hommages et fiefs dans le Languedoc des Trencavel, Toulouse, coll. « Tempus », 2003, 408 p
  11. . «ίντιγκο». 
  12. . «pastel-chateau-musee». 
  13. . «Rémy Cazals, Avec les ouvriers de Mazamet dans la grève et l'action quotidienne, 1909-1914 [compte-rendu]». 
  14. . «tarn-l-autre-pays-du-fromage». 
  15. . «places/lautrec». 
  16. . «wandering-rabastens/».