Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΣτερεάς Ελλάδας
ΔήμοςΜακρακώμης
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΦθιώτιδας
Υψόμετρο950
Πληθυσμός120 (2011)
Άλλα
Ταχ. κωδ.35003

Το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας είναι χωριό του Δήμου Μακρακώμης του Νομού Φθιώτιδας. Αποτελεί μία περιοχή με πυκνά δάση από ενδημικές βαλανιδιές όλων των ειδών πλατύφυλλης, ευθύφυλης, γαύρου, τσέρνου, κ.ά. (Στην αρχαιότητα η περιοχή αυτή ονομαζόταν «Δρυοπικό δάσος», διότι στις «οπές των δρυών» κατοικούσαν «αυτόχθονες» του ελλαδικού χώρου οι οποίοι ονομάζονταν «Δρύοπες»). Επίσης, υπάρχουν στην περιοχή δάση από καστανιές, πλατάνια, ιτιές, σφεντάμια, σκλείθρα, θάμνοι μακί (κουτσουπιές, ρείκια, κ.ά). Από τα 800 έως τα 1.400 μέτρα κυριαρχεί η ελάτη, που συνθέτει ένα ελατόδασος. Μετά το όριο της δασικής ζώνης, από τα 1.400 έως τα 1.920 μέτρα, υπάρχει οροπέδιο αλπικής ζώνης που απλώνεται από τις Ράχες Τυμφρηστού, μέχρι το όρος Οξυά, που είναι το νοτιότερο σημείο της Ευρώπης με δάση οξυάς. Η αλπική ζώνη (κορυφογραμμή) έχει μεγάλες επίπεδες επιφάνειες με πολλές πηγές, που αναβλύζουν άφθονα νερά και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των νερών του Σπερχειού ποταμού. Το έδαφος είναι καθαρό χώμα φλύσχης και υπάρχει πλούσια βλάστηση με πάνω από 200 είδη αγρίων λουλουδιών όπως: Αγριοβιόλες, νάρκισσοι, ιβίσκοι, μέντες, καμπανούλες, εντελβάις, δακράκια, τσάι (σιδερίτης), ρίγανη, κρόκος, όρχις (σαλέπι), αμάραντος, διάφορα λίλιουμ, κ. ά. Σ´αυτό το λιβάδι, από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο, περνούν τους θερινούς μήνες πάνω από 10.000 αιγοπρόβατα. Τα παλαιότερα χρόνια ο αριθμός των αιγοπροβάτων ξεπερνούσε και τις 100.000, διότι κατέφθαναν στην περιοχή αυτή «Σαρακατσάνοι» από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία κ.ά. Ο κάθε ποιμένας είχε μία συγκεκριμένη θέση στην περιοχή όπου κάθε καλοκαίρι πήγαινε στη θέση αυτή και έστηνε το «Γραίκι» του.

Πανίδα της περιοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή αυτή, εκτός από πλούσια χλωρίδα, έχει πλούσια πανίδα και ορνιθοπανίδα. Διαβιούν, όλα τα άγρια ζώα και πτηνά που ενδημούν στην οροσειρά της Πίνδου όπως: Λύκος, τσακάλι, αλεπού, λαγός, αγριογούρουνο, αγριοκάτσικο, ελάφι, ζαρκάδι, αρκούδα, κουνάβι, ασβός, σκίουρος, χελώνα, σκαντζόχοιρος, σταυραετός, χρυσαετός, φιδαετός, γύπας, γεράκια (πετρίτης, κιρκινέζος, σαϊνης, τσίφτης), μπούφος, κουκουβάγια, κορακοειδή (κόρακας, καρακάξα, καλιακούδα, κάρια, κίσσα), τσαλαπετεινός, συκοφάγος, μπεκάτσα, φάσσα, πέρδικα, τσίχλα, σπίνος, δρυοκολάπτης, κότσιφας, αηδόνι, αετομάχος, ερωδιός, σουσουράδα, κ.ά. Επίσης, στην περιοχή αυτή ενδημεί μία ποικιλία ερπετών, από τα πιο γνωστά όπως: Οχιά (όχεντρα, βουνόχεντρα, νανόχενδρα, αστρίτης, σαπίτης), νερόφιδο, λαφιάτης, δενδρογαλιά, τυφλίνος, διάφορα είδη σαύρας (τοιχόσαυρα, λιακόνι, γουστέρα, κ.ά), έως τα μοναδικά για την Ελλάδα αμφίβια ερπετά «Τρίτωνας» (βουνοτρίτωνας) και «Σαλαμάνδρα» (βροχαλίδα).

Σύμφωνα με το πρόγραμμα CORINE, της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[1], η περιοχή αυτή φιλοξενεί ένα σύνολο φυτών και ζώων που συγκροτεί ένα οικοσύστημα μοναδικό στην Ελλάδα και είναι ένας από τους σημαντικότερους Βιοτόπους στην Ελλάδα (Τυμφρηστός και πηγές Σπερχειού ποταμού). Επίσης, η περιοχή αυτή έχει χαρακτηρισθεί, με το Ν.Δ 177 / 1985, ως καταφύγιο θηραμάτων και είναι ελεγχόμενη κυνηγετικά περιοχή, για την προστασία και αύξηση της άγριας πανίδας και ορνιθοπανίδας εν γένει.[2][3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυχένας – διάσελο που σχηματίζεται στη νοτιοανατολική απόληξη του Τυμφρηστού συνδέει τις Ράχες Τυμφρηστού με τα όρη Οξυά και Βαρδούσια. Στην αρχαιότητα ήταν και ένας στρατηγικός συγκοινωνιακός κόμβος, που συνέδεε την κοιλάδα του Σπερχειού με όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» την αναφέρει ως: «...η ορεινή Πύλη της Ελλάδος ...», επειδή η άλλη Πύλη ...η «Θερμο - Πύλη» δεν ήταν προσβάσιμη, λόγω της θάλασσας που κατέληγε απότομα σε βραχώδη περιοχή και η διέλευση γινόταν με δυσκολία από ένα στενό μονοπάτι. Οι αρχαίοι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν αυτή την ορεινή φυσική διάβαση, η οποία παρέκαμπτε όχι μόνο τα στενά των «Θερμοπυλών», αλλά και τον δυσκολοδιάβατο Σπερχειό ποταμό. Απ’ αυτή την ορεινή διαδρομή έγινε η εξάπλωση των αρχαίων ελληνικών φύλων, σε όλη την Ελλάδα, με μία παραμονή στην περιοχή της (Φθίας) Φθιώτιδος, η οποία ήταν το σημείο συγκέντρωσης όλων των αρχαίων Ελληνικών φύλων (Δρύοπες, Αρκάδες, Αχαιοί, Γραικοί – Σελλοί – Ελλοί – Αινιάνες, Αιτωλείς, Δωριείς κ. ά). Η ορεινή αυτή φυσική διάβαση διαγράφεται εμφανής, τόσο από την μορφολογία του εδάφους, όσο και από μία σειρά οχυρώσεων κατά μήκος της, που η χρήση τους ανάγεται στη Νεολιθική ή ακόμη και στην Παλαιολιθική εποχή.

Ιστορία που συνδέεται με τα αρχαιοελληνικά φύλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με όσα μέχρι σήμερα είναι γνωστά από τις αρχαίες πηγές, άλλα και από τις νεώτερες έρευνες σύγχρονων ιστορικών ερευνητών, «Στις Παρυφές του Τυμφρηστού» και την ευρύτερη περιοχή της δυτικής Φθιώτιδος «ζυμώθηκαν» τα κυριότερα αρχαιοελληνικά φύλα, από τα οποία προήλθε το σημερινό ελληνικό έθνος. Η περιοχή αυτή κατοικείται συνεχώς. Όσοι επήλυδες εισέβαλαν στον ελλαδικό χώρο, αναμείχθηκαν με τους αυτόχθονες και δημιούργησαν τους ονομαζόμενους Πρωτοέλληνες.[4].

Περιοχή Κοκκάλια & ιστορικές συγκυρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κοντινή απόσταση από το πεδίο της μάχης, που έγινε το 279 π.Χ με τους Γαλάτες και σήμερα ονομάζεται «Κοκκάλια», υπάρχουν ίχνη αρχαίου οικισμού η αρχαίου νεκροταφείου. Η αρχαιολόγος Σ. Σδρόλια, της 7ης Εφορίας Αρχαιοτήτων, έπειτα από αυτοψία που πραγματοποίησε στην περιοχή την 25 – 06 – 2001, στην Έκθεσή της αναφέρει:

«...Ιδιαίτερη προσοχή θα απαιτηθεί στη θέση «Καστρί - Κοκκάλια», διότι υπάρχουν διάσπαρτες πλάκες, οι οποίες πιθανόν προϋποθέτουν ανθρώπινη κατοίκηση ή νεκροταφείο και σχετίζονται με το γειτονικό αρχαιολογικό χώρο στα Κοκκάλια...».

Ο πυρήνας του οροπεδίου της αλπικής ζώνης, έχει έκταση 40.000 στρέμματα περίπου και διασχίζεται σε όλη την έκτασή του από τον μεγάλης αρχαιολογικής και ιστορικής σημασίας αρχαίο δρόμο, ο οποίος συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με τη Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο δρόμος αυτός των αρχαίων Ελλήνων, είναι ο ίδιος δρόμος που σήμερα ονομάζεται «Ευρωπαϊκό Μονοπάτι Ε. 4».

Τον δρόμο αυτό, με την μεγάλη στρατηγική σημασία, τον γνώριζαν και τον χρησιμοποιούσαν όχι μόνο στους Προϊστορικούς και Ιστορικούς χρόνους, αλλά και σε νεώτερες εποχές. Ενδεικτικά αναφέρονται μερικές περιπτώσεις: Το 279 π.Χ, οι Γαλάτες για να παρακάμψουν τον Σπερχειό ποταμό και να βρεθούν στο Μαντείο των Δελφών, προκειμένου να το ληστέψουν, αυτό το δρόμο χρησιμοποίησαν. Στην επιστροφή τους όμως και στη θέση που σήμερα ονομάζεται «Κοκκάλια» (πάνω από τους σημερινούς οικισμούς Πουγκάκια και Παλαιοχώρι), βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους κατοίκους της γύρω περιοχής και όπως γράφει ο Παυσανίας άνδρες γυναίκες και παιδιά, τους είχαν περικυκλώσει και με ότι μέσον είχαν, τσεκούρια, λοστούς, αξίνες, τους εξόντωσαν. Λείψανα από την φονικότατη εκείνη μάχη υπάρχουν και σήμερα. Θρυμματισμένα κόκαλα βρίσκονται διασκορπισμένα στο έδαφος, από τα οποία η τοποθεσία ονομάζεται «Κοκκάλια». Επίσης, το 1821 η καρδιά της επαναστατημένης Στερεάς Ελλάδος επικοινωνούσε απ’ αυτό τον ορεινό δρόμο, με την μεγάλη στρατηγική σημασία. Αλλά και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1941– 1944), ο κορμός της Εθνικής Αντίστασης ήταν στην περιοχή αυτή. Ο Τυμφρηστός και τα «Κοκκάλια» ήταν το σημείο αναφοράς της Εθνικής Αντίστασης. Από την περιοχή αυτή ξεκίνησαν για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Ναπολέων Ζέρβας και ο Γκουτ Χάους.

Το φυσικό περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτό το τοπίο, στα όρια των Νομών Φθιώτιδος και Ευρυτανίας, στη δυτική Φθιώτιδα και συγκεκριμένα στις πλαγιές του αυχένα «Κοκκάλια», που συνδέει τις Ράχες Τυμφρηστού με το όρος Οξυά, βρίσκεται το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος (Υψόμετρο 950 - 1.000 μ.). Ένας οικισμός πυκνή βλάστηση από καρυδιές, μηλιές, κερασιές, δαμασκηνιές, και άλλα οπωροφόρα δένδρα. Η βλάστηση που υπάρχει στην περιοχή, οφείλεται στα νερά των πηγών του «Έλληνα ή Ρουστιανίτη», που είναι ένας από τους παραπόταμους του Σπερχειού. Σύμφωνα με επιστημονική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, η περιοχή αυτή μαζί με την Ευρυτανία και την ορεινή Ναυπακτία κατετάγη στην πέμπτη θέση, από τις πέντε καθαρότερες περιοχές του κόσμου, από πλευράς μολύνσεως της ατμόσφαιρας και του υπεδάφους. Απέχει από την Αθήνα 280 χλμ, από την Λαμία 62 χλμ, από τη Σπερχειάδα 30 χλμ. και από το Καρπενήσι 30 χλμ.

Στις παρυφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Παρυφές του Τυμφρηστού, η Οίτη και ο Παρνασσός, ήταν μερικές από τις περιοχές του ελλαδικού χώρου που κατοικούσαν «αυτόχθονες». Επρόκειτο για ανθρώπινα όντα, που είχαν για κατοικίες τους τις οπές (κουφάλες) των δρυών, από τις οποίες προέρχεται και η ονομασία τους «Δρύοπες» (Δρύς + οπές = Δρύοπες). Αλλά και αργότερα οι Πρωτοέλληνες «Γραικοί», κατοικούσαν στις Παρυφές του Τυμφρηστού και σύμφωνα με τους ιστορικούς ερευνητές, αποτελούσαν ένα είδος Ομοσπονδίας με τα συγγενικά τους φύλα, τους Αχαιούς, τους Έλλοπες, τους Σελλούς ή Ελλούς ή Έλληνες, τους Δωδωναίους Αινιάνες, τους Παραυαίους, τους Κασσωπαίους, στην οποία είχαν προσχωρήσει και οι Προέλληνες «Δρύοπες». Οι Παρυφές του Τυμφρηστού, οι πηγές και η κοιλάδα του Σπερχειού είναι η «κοιτίδα» του Ελληνισμού. Το όνομα «Έλληνες & Ελλάδα καλλιγύναικα», για πρώτη φορά ακούστηκε σ’αυτή την περιοχή και διατηρήθηκε αυτό το όνομα ακόμη και όταν οι Έλληνες κινδύνευαν να εξαφανιστούν από Φράγκους και Μωαμεθανούς.

Το Τέμενος & ο Ευωδιαστός Βωμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όμηρος είναι ξεκάθαρος, όταν αναφέρεται στον ποταμό Σπερχειό και προσδιορίζει και την περιοχή που βρίσκεται το Τέμενος και ο Ευωδιαστός Βωμός, δηλαδή εκεί που αναβλύζουν τα νερά πάνω στις πηγές του Σπερχειού. Οι κύριες πηγές του Σπερχειού σχηματίζουν δύο χειμάρρους, τον «Μαυριλίωτικο» που έχει τις πηγές του στις πλαγιές του Βελουχιού, πάνω από τον οικισμό Μαυρίλο και τον «Έλληνα ή Ρουστιανίτη» που έχει τις πηγές του στο «οροπέδιο Κοκκάλια». Έτσι το Τέμενος και ο ευωδιαστός Βωμός, που αναφέρει ο Όμηρος, βρίσκονταν σε αυτό το μέρος. Η περιοχή των «Κοκκαλίων» (1.720 μ.), είναι ένα οροπέδιο με μεγάλες επίπεδες επιφάνειες.

Οι πηγές του Σπερχειού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή βρίσκονται δύο από τις κύριες πηγές του Σπερχειού, με τις ονομασίες «Κεφαλόβρυσο» και «Κούτσουρο», που αναβλύζουν νερά. Σε κοντινή περιοχή και συγκεκριμένα στη θέση «πηγαδούλια», βρέθηκε τον 20ό αιώνα, λίθινος αμφίστομος πέλεκυς, από αγρότη κάτοικο της περιοχής. Αυτός μη γνωρίζοντας την αξία του σπουδαίου αυτού ευρήματος, τον έδωσε στο μικρό τότε γιό του να τον χρησιμοποιήσει για παιγνίδι και εκείνος χτυπώντας τον λίθινο πέλεκυ με ένα σφυρί τον έκανε μικρά κομμάτια. Όπως είναι γνωστό ένα από τα ιερά όργανα του θυσιαστηρίου ήταν και ο λίθινος αμφίστομος πέλεκυς, που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην τελετουργία της θυσίας. Σχετιζόταν, είτε ως σύμβολο του κεραυνού και του θεού που τον εκσφενδόνιζε, είτε ως αναθεματικό αντικείμενο, είτε με τη θυσία του ιερού ταύρου.

Ιδιαίτερα η πηγή με την ονομασία «Κεφαλόβρυσο» (1.300 μ), που βρίσκεται μέσα σε ένα πραγματικό «άλσος», από έλατα, καστανιές, δακράκια, 300 μέτρα πάνω από την θέση «Σελλάκια ή Σουλλάκια», όπου υπάρχουν ίχνη αρχαίου οικισμού και σύμφωνα με την παράδοση σε αυτό τον αρχαίο οικισμό οφείλει την ονομασία του το Παλαιοχώρι. Μάλιστα αναφέρεται [5] ότι οι «Γραικοί», που κατοικούσαν στην περιοχή που περικλείεται μεταξύ των σημερινών οικισμών: Αρτοτίνα, Ανατολή, Μάρμαρα, Περιβόλι, Καμπιά, Κανάλια, Πίτσιον, Μυρίκη, Αγ. Βλαχέρνα, Σκουροχώριον, Προυσσός, Γρακάς, Κλεπά, Καλλονή, Αρτοτίνα, είχαν την «έδρα» τους στη θέση που σήμερα ονομάζεται «Σελλάκια ή Σουλλάκια».

Η έδρα των Γραικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την έδρα των «Γραικών» δεν υπάρχουν στοιχεία - ευρήματα που να το αποδεικνύουν, όμως οι «Αινιάνες» που κατοικούσαν στην περιοχή αυτή, τουλάχιστον από το 1200 π.Χ, ονομαζόταν «Δωδωναίοι», Έλλοπες, Σελλοί, Ελλοί, Γραικοί» και σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ. 8, 2), εγκαταστάθηκαν στις Παρυφές του Τυμφρηστού, επειδή ο χώρος αυτός είχε συνδεθεί με την τύχη της φυλής τους. Πίστευαν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα και μάλιστα υπερηφανεύονταν γι´αυτό. Επίσης, ισχυρίζονταν ότι ήταν από τους ιδρυτές της πρώτης Αμφικτυονίας, που έγινε στο Ναό της Δήμητρας στην Ανθήλη Φθιώτιδος και είχαν περιληφθεί από τον ίδιο τον Αμφικτύονα τον γιό του Δευκαλίωνα. Τον 3ον αιώνα π.Χ, το «Κοινό των Αινιάνων» έστειλε στους Δελφούς «Πυθαϊδα», για να προσφέρει θυσία και να τελέσει αγώνες προς τιμήν του γιου του Αχιλλέα Νεοπτόλεμου: «...πέμπουσιν Αινιάνες Νεοπτολέμω τω Αχιλλέως ...» (Ιστ. Ηλιόδωρος 3ος αιώνας).

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρη η γεωγραφική περιφέρεια που βρίσκεται σήμερα το Παλαιοχώριον Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, είχε παραχωρηθεί από τους ιδιοκτήτες της στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, ένα από τα σημαντικά μοναστήρια της Φθιώτιδος εκείνη την εποχή. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Έλληνες όταν αδικούνταν από τους Τούρκους ανέβαιναν στις κορυφές. Ο πυρήνας και η βάση για την εθνική εξέγερση του 1821 ήταν στην περιοχή αυτή. Τα ψηλά βουνά που κατοικούσαν οι αδούλωτοι πληθυσμοί, από τα Βαρδούσια και τα Άγραφα μέχρι το Σούλι, ανάστησαν και αναθρέψαν την κλεφτουριά.

Έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, κατέφθασαν στην περιοχή και άλλοι Έλληνες, κυρίως από την περιοχή του Σουλίου, οι οποίοι δημιούργησαν μαζί με τους ντόπιους, την Κοινότητα Πουγκακίων αρχικά και αργότερα τις Κοινότητες Παλαιοχωρίου, Καναλίων, Πιτσίου και Λευκάδας Φθιώτιδος.

Ο σημερινός οικισμός του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος δημιουργήθηκε μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και συγκεκριμένα μετά την 25/9/1833, όταν η Β. Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών θεμάτων πήρε την απόφαση να διαλύσει τα Μοναστήρια της Επικράτειας, που είχαν κάτω από πέντε μοναχούς. Το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία είχε πέντε μοναχούς. Επίσης, είχε άλλους δύο μοναχούς στο Μετόχι του στη «Ρούστιανη» (σημερινά Κανάλια), δηλαδή είχε σύνολο επτά μοναχούς. Συνεπώς, σύμφωνα με τον νόμο θα μπορούσε να διατηρηθεί, αν οι κάτοικοι του γειτονικού οικισμού των Πουγκακίων δεν προσέβλεπαν στην κτηματική του περιουσία, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί ήταν οι παλαιοί ιδιοκτήτες και αν ο τότε Δήμαρχος είχε κινηθεί εγκαίρως προς τις αρμόδιες αρχές, για να ζητήσει την διατήρησή του. Βέβαια αργότερα (26/3/1838), ο «Δήμος Ομιλαίων» ζήτησε «παμψηφεί» την επαναλειτουργία του Μοναστηριού, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά.

Η εγκατάσταση των Σουλιωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή της δυτικής Φθιώτιδος εγκαταστάθηκαν οι επιζήσαντες Σουλιώτες της «τρίτης ομάδας», που αναχώρησαν από το Σούλι το 1803 και οι επιζήσαντες Σουλιώτες μετά από τις μάχες που έγιναν στο Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου (8 και 9 Αυγούστου 1823). Συγκεκριμένα, εγκαταστάθηκαν σε όλη την ανατολική πλευρά, από τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι την Οξυά και τα Βαρδούσια κατά μήκος του αρχαίου δρόμου, πάνω από τα σημερινά χωριά: Πουγκάκια, Παλαιοχώρι, Γαρδίκι, Στάγια, Σέλλιανη, Αργύρια κ.ά. Στις περιοχές αυτές υπήρχαν ελάχιστοι κάτοικοι κτηνοτρόφοι – Σαρακατσάνοι, οι οποίοι αφού πρώτα προστάτευσαν και βοήθησαν τους Σουλιώτες, δημιούργησαν μαζί τους αργότερα τους νέους οικισμούς που υπάρχουν σήμερα. Όπως προαναφέρθηκε, όταν οι Σουλιώτες υποχρεώθηκαν την 16–12–1803 να εγκαταλείψουν το Σούλι, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και αναχώρησαν. Η «πρώτη ομάδα» με επικεφαλής τον Φώτο Τζαβέλα έφθασε αβλαβώς στην Πάργα. Η «δεύτερη ομάδα» εγκλωβίσθηκε στο Ζάλογγο και χτυπήθηκε από τους Τούρκους. Και η «τρίτη ομάδα» αρχικά έφθασε στο Βουργαρέλι, όπου τους περίμενε ο Μάρκος Μπότσαρης με τον πατέρα του Κίτσο, φοβούμενοι όμως επίθεση από τον Αλή πασά, αναχώρησαν για τα Άγραφα και εγκαταστάθηκαν γύρω από τη «Μονή Σέλτσου». Στις 20 Απριλίου 1804, χτυπήθηκαν από τους Τούρκους και μετά από άνισο αγώνα πολλοί Σουλιώτες σφαγιάσθηκαν και πολλές γυναίκες έπεσαν στον ποταμό Αχελώο μαζί με τα παιδιά τους και πνίγηκαν. Ο Μάρκος Μπότσαρης, με τον πατέρα του Κίτσο και λίγους Σουλιώτες που διασώθηκαν αναχώρησαν για την Πάργα και επειδή οι Παργιανοί δεν τους δέχθηκαν πήγαν στην Κέρκυρα. Οι υπόλοιποι διασωθέντες Σουλιώτες, μέσω της αρχαίου δρόμου Άγραφα - Ράχες Τυμφρηστού - Οξυά, έφθασαν στις «Παρυφές του Τυμφρηστού» και εγκαταστάθηκαν γύρω από τα Μοναστήρια της Δυτικής Φθιώτιδος: Του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι, του Αγίου Νικολάου στη Στάγια (Πλάτανο), του Αγίου Ιωάννου στη Σέλλιανη (Μάρμαρα – Περιβόλι) κ. ά.

Στα πρώτα χρόνια της Ελληνικού κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προκύπτει από έγγραφα του Γενικού Αρχείου του Κράτους [6], οι «Πουγκακιώτες» ήταν αυτοί που κατέλαβαν την κτηματική περιουσία του υπό διάλυση Μοναστηριού και άρχισαν να καλλιεργούν τα κτήματα. Ο Δήμαρχος του «Δήμου Ομιλαίων», με επιστολές του προς την Εκκλησιαστική Γραμματεία της Επικράτειας και τον Διοικητή Φθιώτιδος Αδάμ Δούκα, ζήτησε την απομάκρυνση των Πουγκακιωτών από τα κτήματα του Μοναστηριού. Ο Πάρεδρος όμως των Πουγκακίων, σε απεσταλμένο του Δημάρχου Ομιλαίων του είπε: « ...Τα κτήματα αυτά ανήκουν σε εκείνους οίτινες τα αφιέρωσαν στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία και να μην τον παρενοχλεί με τοιαύτας παραλόγους απαιτήσεις καθότι θα βάλει τους χωριανούς του να δείρουν όποιον ξαναπάγει εις το χωρίον του, από μέρος του Δημάρχου με τοιαύτας απαιτήσεις...» .

Επίσης, ο Διοικητής Φθιώτιδος Αδάμ. Δούκας, στο υπ’αριθ’ 17832 /5-1-1838 έγγραφό του προς την επί των Εκκλησιαστικών κ.λ.π Β. Γραμματεία, μεταξύ των άλλων αναφέρει:

«...Οι Πουγκακιώτες έφθασαν είς τον υπέρτατον βαθμόν, συλλαβόντες άπαξ την ιδέαν να σχηματίσουν ίδιον Δήμον, έκαμαν μόνοι και τον αποχωρισμόν, χωρίς να προσέξουν μήτε τους νόμους μήτε τα διατάγματα και πλέον δεν πείθονται είς καμίαν διαταγήν των Δημοτικών αρχών, αλλά ζούν όλως διόλου αδιοίκητοι και ανυπότακτοι...».

Πράγματι το έτος 1838, οι Πουγκακιώτες έκαναν πράξη τις απειλές τους, αποχώρησαν από τον «Δήμο Ομιλαίων» και προσχώρησαν στο «Δήμο Τυμφρηστού». Η πράξη τους αυτή έγινε αυθαίρετα και δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η επίσημη προσάρτηση έγινε με το Β.Δ της 27-11-/9-12-1840. Οι Πουγκακιώτες εγκατέλειψαν τον «Δήμο Ομιλαίων» και προσχώρησαν στο «Δήμο Τυμφρηστού», χωρίς να λάβουν υπόψη τους ούτε τις αρχές, αλλά ούτε και την μεγάλη απόσταση που υπήρχε μεταξύ του Μαυρίλου και των Πουγκακίων (Το Γαρδίκι, που ήταν έδρα του «Δήμου Ομιλαίων» απέχει από τα Πουγκάκια και το Παλαιοχώρι 4 - 5 χλμ, ενώ το Μαυρίλο, που ήταν έδρα του «Δήμου Τυμφρηστού», απέχει 35 – 40 χλμ).

Το Παλαιοχώρι αποτελούσε συνοικισμό της «Κοινότητας Πουγκακίων» μέχρι το 1946, που αποσπάσθηκε και αναγνωρίσθηκε ως ξεχωριστή Κοινότητα, με Βασιλικό Διάταγμα της 3/8/1946, (Φ.Ε.Κ. Α΄ 236/12-8-1946). Επειδή όμως όπως προαναφέρθηκε, η «Κοινότητα Πουγκακίων» είχε αποχωρήσει από τον «Δήμο Ομιλαίων» και είχε προσχωρήσει στον «Δήμο Τυμφρηστού», το Παλαιοχώρι όταν αποσπάσθηκε από την «Κοινότητα Πουγκακίων» ονομάσθηκε «Παλαιοχώριον Τυμφρηστού» και όχι «Παλαιοχώριον Ομιλαίων», όπως ήταν στην αρχαιότητα ο παλαιός οικισμός που υπήρχε νοτιοδυτικά του σημερινού οικισμού και προς χάριν του οποίου ο σημερινός οικισμός ονομάσθηκε Παλαιοχώριον (Παλαιό – Χωριό).

Το προσδιοριστικό όνομα «Ομιλαίων», προέρχεται από τον όμιλο των μικρών οικισμών που υπήρχαν στην αρχαιότητα στην περιοχή αυτή. Οι μικροί σε πληθυσμό οικισμοί επειδή δεν διέθεταν τις προϋποθέσεις για την εκλογή αντιπροσώπου, συνενώθηκαν σε όμιλο και εξέλεγαν από κοινού αντιπροσώπους στο «Κοινό των Αινιάνων» αρχικώς και αργότερα της «Αιτωλικής Συμπολιτείας», που είχαν την έδρα τους στην Υπάτη. Ο Όμιλος αυτός των μικρών οικισμών, για την προστασία του από τους εξωτερικούς εχθρούς είχε καλή οχύρωση, με οχυρωματικό τείχος και ενδιάμεσους πύργους όπου κατέφευγαν εκεί οι κάτοικοι του ομίλου σε στιγμές κινδύνου. Το αρχαίο οχυρωματικό τείχος βρισκόταν κατά μήκος της Βόρειας πλευράς του σημερινού οικισμού, «Γαρδίκι Ομιλαίων». Είχε μήκος τρία χιλιόμετρα περίπου και τα ίχνη του εντοπίζονται από την θέση «Μάρμαρα», βορειανατολικά του οικισμού Γαρδίκι, έως την θέση «Μύλος» βορειοδυτικά του Γαρδικίου.

Ίχνη τεμαχισμένων λιθοπλίνθων και τμήματα κεραμιδιών υπάρχουν και πιο πάνω από την θέση «Μύλος», σε ένα σημείο που είναι πλησίον της κορυφογραμμής, απ’όπου διερχόταν ο αρχαίος δρόμος που συνέδεε την Ήπειρο με τη Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο σημερινός οικισμός Γαρδίκι Ομιλαίων, έχει κτισθεί επάνω στο αρχαίο οχυρωματικό τείχος και μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν υλικά (λιθόπλινθοι) του αρχαίου οχυρωματικού τείχους. Στην Εγκ. Ελευθερουδάκη αναφέρονται τα εξής: « ...Το Γαρδίκι κείται επί της θέσεως της αρχαίας "Ομίλου" της επικτήτου Αιτωλίας, λείψανα τειχών της οποίας διατηρούνται ...».

Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναός του Μοναστηριού ήταν τρίκογχος, όπως αυτός διαμορφώθηκε στην ορεινή ενδοχώρα κατά την όψιμη μεταβυζαντινή περίοδο. Ήταν κτισμένος με αργολιθοδομή από λαξευτό ασβεστόλιθο, σε σχεδόν κανονικές στρώσεις με ισοδομικό σύστημα. Ο τρούλος είχε υψηλό κυλινδρικό τύμπανο από λαξευτό πωρόλιθο με μονόλοβα παράθυρα και στέγη με σχιστόπλακες. Η αρχιτεκτονική του Ναού θυμίζει την αρχιτεκτονική των καθολικών των Μονών του Αγίου Όρους και το φυλασσόμενο στο Μοναστήρι, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Ιερό Λείψανο του δεξιού χεριού του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, μαρτυρούν την ιστορία του Μοναστηριού και την πιθανή αγιορείτικη ή βυζαντινή καταγωγή του. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι κτίσθηκε την περίοδο της εικονομαχίας 727 – 843, άλλοι τοποθετούν το έτος κατασκευής του στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Πάντως, στο Ιερό Ευαγγέλιο του Μοναστηριού, που σώζεται μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση, αναγράφονται στην πρώτη σελίδα του τα εξής: «ΘΕΙΟΝ ΚΑΙ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Νεωστί μετατυπωθέν και επιμελώς διορθωθέν αψος’ Ε΄Ν ΕΤΗΣΙ, 1776, Παρά του Δημητρίου Θεοδοσίου εξ Ιωαννίνων SUPERIORUM PERMISSOY». Γύρω από την εκκλησία υπήρχαν πολλά κελιά (μονόπατα και δίπατα) για να στεγάζονται οι μοναχοί, που την περίοδο της ακμής του ήταν πάνω από 150. Η κτηματική περιουσία του Μοναστηριού, απλωνόταν σε μεγάλη έκταση. Άρχιζε με τα κτήματά του στο Παλαιοχώρι, στα Πηγαδούλια, στα Κανάλια, στην Λευκάδα, στην Κουτσούφλιανη, στο Νικολίτσι στο Κυριακοχώρι και έφθανε μέχρι τα Βασιλικά της Υπάτης. Οι σημερινοί οικισμοί Παλαιοχώρι, Κανάλια, Πίτσι, Λευκάδα, βρίσκονται σε κτηματική περιουσία του διαλυθέντος Μοναστηριού του Προφ. Ηλία και δημιουργήθηκαν από κατοίκους των Πουγκακίων.

Εκτός από την κτηματική περιουσία το Μοναστήρι είχε και πάρα πολλά γιδοπρόβατα, άλογα, μουλάρια, νερόμυλους κ.λ.π. Το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία συμπαραστάθηκε στον αγώνα της Κλεφτουργιάς, τους παρείχε στέγη, άσυλο, τροφή και έγινε ο «προμαχώνας» των Κλεφτών – Οπλαρχηγών, μπροστά στην πορεία του Γιουσούφ Αράπη και των άλλων Τούρκων κατακτητών που έστειλε ο Αλή πασάς, να σταματήσουν την Εξέγερση των Στερεοελλαδιτών. Οι Κλέφτες και Οπλαρχηγοί της περιοχής περιφρόνησαν την αριθμητική υπεροχή των κατακτητών και τούς αντιμετώπισαν σε δύο ηρωικές μάχες στη θέση «Γραμμένη Οξυά» και στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Μετά τις μάχες αυτές το Μοναστήρι δέχθηκε την οργή του Γιουσούφ Αράπη και πνίγεται στις φλόγες (1794). Σύμφωνα με την παράδοση, εκτός από τους άλλους Κλέφτες και Οπλαρχηγούς, τρόφιμος ήταν και ο Τσάμ’(ης) Καλόγερος με το ασκέρι του, που έφθανε τα εβδομήντα παλληκάρια, ανάμεσα σ´αυτά διακρίνονταν ο Σκαλτσοδήμος και ο Αθανάσιος Διάκος. Επίσης, σύμφωνα με την παράδοση, ο Κοσμάς ο Αιτωλός στην προσπάθειά του να ιδρύσει όσο μπορούσε περισσότερα σχολεία, επισκέφθηκε το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία και προέτρεψε τον Ηγούμενο να εντείνει την προσπάθειά του, στη διδαχή των νέων της περιοχής, για να κρατηθεί άσβεστη η ελληνοχριστιανική φλόγα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 11η Γ΄& Δ΄ 1991)
  2. Χάρτης του Υπουρ. Γεωργίας και της Δ΄ Κυν. Ομοσπ. Ελλάδος
  3. Χάρτη CORINE, της Επιτρ. Ευρ. Κοιν. 11η Γ΄ & Δ΄ 1991 (Πηγές Σπερχειού, Αρ.264)]
  4. Ιωαν. Δ. Πασσάς,"ΟΡΦΙΚΑ", Σελ. 115)
  5. Ταξιάρχης Τσιόγκας. "Φθία ταξιδεύοντας στον χρόνο
  6. Βιβλίο Γιάννη Δ. Παπαναγιώτου, «Ο Αϊ-Λιάς του Παλαιοχωρίου»