Ντέιρ ελ-Μπαχάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ντέιρ ελ-Μπαχάρι
Tempel der Hatschepsut (Deir el-Bahari).jpg
Γενικές πληροφορίες
Είδοςαρχαιολογική θέση
Γεωγραφικές ΣυντεταγμένεςΑρχαίες Θήβες και η Νεκρόπολή τους
25°44′18″N 32°36′28″E
Διοικητική υπαγωγήΚυβερνείο Λούξορ
Προστασίατμήμα μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς (από 1979)

To Ντέιρ ελ-Μπαχάρι ή Ντέιρ ελ-Μπάχρι ή Ντεΐρ-ελ-Μπάχρι (αγγλικά: Deir el-Bahari, αραβικά: الدير البحري‎ al-Dayr al-Baḥrī , που μεταφράζεται ως "To Μοναστήρι της Θάλασσας”) είναι περιοχή της Αιγύπτου, στα δυτικά του Νείλου, απέναντι από το Λούξορ, όπου υπάγεται διοικητικά. Στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι έχει βρεθεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό συγκρότημα αρχαίων νεκρικών ναών και τάφων, βασιλέων και ευγενών, το οποίο ιδρύθηκε στην εποχή του Μέσου Βασιλείου.

Το Ντέιρ ελ-Μπαχάρι σε καρτ-ποστάλ του 1920.

Στην περιοχή του σημερινού Λούξορ βρίσκονται οι αρχαίες Θήβες. Το Ντέιρ ελ-Μπαχάρι αποτελεί τμήμα της Νεκρόπολης των Θηβών. Οι αρχαίες Θήβες και η Νεκρόπολή της αποτελούν Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Το πρώτο μνημείο που χτίστηκε στη θέση αυτή ήταν ο νεκρικός ναός του Φαραώ Μεντουχοτέπ B΄ (Mentuhotep/ Montuhotep, 2055-2004 π.Χ.) της 11ης Δυναστείας.

Στη διάρκεια της 18ης Δυναστείας, η Χατσεψούτ και ο γιός της Τούθμωσις Γ΄ έχτισαν και αυτοί τα δικά τους μνημεία εδώ, δίπλα σε αυτό του Φαραώ Μεντουχοτέπ Β΄.

Νεκρικός Ναός του Μεντουχοτέπ Β'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης Αιγύπτου

Ο Μεντουχοτέπ Β΄, γιός του βασιλιά Ιντέφ Γ΄, ανοικοδόμησε έναν μεγαλοπρεπή νεκρικό ναό στο Ντέιρ ελ-Μπάχρι που αποτέλεσε την αρχή της δημιουργίας στη θέση αυτή ενός νέου βασιλικού νεκροταφείου, κοντά στην πρωτεύουσά του, τις Θήβες.

Σήμερα το μνημείο αυτό δεν είναι ορατό, έχοντας υποστεί πολλές καταστροφές στο πέρασμα των αιώνων. Ο ναός του Mεντουχοτέπ δεν είναι τόσο γνωστός, επειδή δεν έχει αναστηλωθεί πλήρως και στο εντυπωσιακό ύψος που κάποτε είχε. Ο φωτογραφικός φακός του επισκέπτη εστιάζει περισσότερο στον σχεδόν πλήρως αποκατεστημένο ναό της Χατσεψούτ, που για τον λόγο αυτό είναι και τόσο "πολυφωτογραφημένος". [1]

Ο νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του 1860. Ο Ανρί Εντουάρ Ναβίλ, ο οποίος ανέσκαψε τον χώρο μεταξύ 1903-1907, σχεδίασε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες αναπαραστάσεις του νεκρικού συγκροτήματος. Ακολούθησαν οι ανασκαφές του Χέρμπερτ Ουίνλοκ έως το 1932.[1]

Μουσείο του Καΐρου.Άγαλμα του Φαραώ Μεντουχοτέπ Β΄ από επιχρωματισμένο ψαμμιτόλιθο που ανακάλυψε ο Howard Carter στη μυστική κρύπτη του Bab el-Hosan.

Ο ιδρυτής του Μέσου Βασιλείου της Αιγύπτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Παλαιού Βασιλείου, στη διάρκεια της λεγόμενης 1ης Ενδιάμεσης Περιόδου, η Αίγυπτος βρισκόταν σε περίοδο κρίσης, εξαιτίας πιθανόν κάποιας κλιματικής αλλαγής η οποία έβλαψε την αγροτική παραγωγή προκαλώντας κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αναταραχές και εντάσεις στο εσωτερικό της. Τότε δημιουργήθηκαν δύο ανταγωνιστικά κέντρα που το καθένα επεδίωκε να επικρατήσει έναντι του άλλου. Το ένα κέντρο ήταν η Ηρακλεόπολη στον βορρά (στην περιοχή της Κάτω Αιγύπτου) και το άλλο ήταν οι Θήβες στον νότο στην περιοχή της Άνω Αιγύπτου. Εκτός από τα εσωτερικά προβλήματα, στη διάρκεια της ίδιας μεταβατικής περιόδου, η Αίγυπτος είχε να αντιμετωπίσει ληστρικές επιδρομές από τις γειτονικές της περιοχές, τη Νουβία στο νότο και την Λιβύη στα δυτικά της. Ο Μεντουχοτέπ Β΄ που βασίλευε στην Άνω Αίγυπτο με πρωτεύουσα τις Θήβες κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα, αλλά και τους εξωτερικούς εχθρούς, επαναφέροντας την τάξη στο βασίλειο. Κατάφερε επίσης να ενώσει και πάλι την Άνω και την Κάτω Αίγυπτο εγκαινιάζοντας την εποχή του Μέσου Βασιλείου (2055 - 1650 π.Χ.), του οποίου είναι ο ιδρυτής. Με την κυριαρχία των Θηβών, η λατρεία του θεού Άμωνα και το ιερό του στις Θήβες, άρχισαν να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στη θρησκευτική ζωή της Αιγύπτου.[2]

Ο Ουίνλοκ, στη διάρκεια των ανασκαφικών ερευνών του στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, ανακάλυψε στον λόφο επάνω από τον νεκρικό ναό του Μεντουχοτέπ, έναν λαξευτό ομαδικό τάφο 60 στρατιωτών (ΜΜΑ 507). Σύμφωνα με τον Ουίνλοκ οι στρατιώτες σκοτώθηκαν στη μάχη της Ηρακλεόπολης και ενταφιάστηκαν σε λινά σάβανα, διακοσμημένα με τη βασιλική δέλτο του φαραώ Μεντουχοτέπ Β'.[3] Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι ο τάφος χρονολογείται στην εποχή του διαδόχου του Μεντουχοτέπ Β', του Σέσωστρη Α'.[4]

Περιγραφή του Ναού του Μεντουχοτέπ Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταφικό μνημείο του Μεντουχοτέπ διαμορφωνόταν σε τρία επάλληλα επίπεδα και χαρακτηριζόταν από κιονοστοιχίες περιμετρικά, υπόστυλες αίθουσες και υπαίθριους χώρους. Στο κέντρο της βαθμιδωτής κατασκευής δέσποζε μία πυραμίδα. Η πρόσβαση γινόταν μέσω ράμπας.

Ο νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ Β΄ στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι. Σχεδιαστική αναπαράσταση του Σουηδού Αιγυπτιολόγου Édouard Naville (1910).

Το μνημείο συνδυάζει στοιχεία της αρχιτεκτονικής των Πυραμίδων του Παλαιού Βασιλείου και των λαξευτών τάφων της Άνω Αιγύπτου. Ένας υπόγειος διάδρομος οδηγούσε στον ταφικό θάλαμο του Μεντουχοτέπ, ο οποίος όμως βρέθηκε συλημένος.[2]

Στο μνημείο αυτό για πρώτη φορά ο τάφος ενός Φαραώ ενώθηκε με τον νεκρικό ναό του, ο οποίος χτίζεται κοντά, αλλά παράλληλα είναι ανεξάρτητο κτίσμα. Αργότερα, στη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, οι τάφοι των Φαραώ χτίζονται στους απομονωμένους λόφους της Κοιλάδας των Βασιλέων και είναι καλά κρυμμένοι μέσα σε υπόγειους θαλάμους που λαξεύονται στο έδαφος, ενώ οι νεκρικοί ναοί τους ανοικοδομούνται μακριά από τους τάφους, σε περίοπτο σημείο, κατά μήκος της πεδιάδας του Νείλου, στη Θηβαϊκή Νεκρόπολη. Το εντυπωσιακό πολυεπίπεδο μνημείο του Μεντουχοτέπ και ο σχεδιασμός του, ήταν μία εντελώς πρωτότυπη δημιουργία και δεν υπήρχε όμοιά του. Θα μπορούσε ίσως να συγκριθεί μόνο με τις Πυραμίδες του Παλαιού Βασιλείου.[1]

Το νεκρικό συγκρότημα του Μεντουχοτέπ συνδεόταν στα ανατολικά του με έναν ναό ο οποίος βρισκόταν κάποτε στην Κοιλάδα του Νείλου. Η σύνδεση γινόταν μέσω ενός ανυψωμένου δρόμου που είχε μήκος 1,2 χλμ. Το κατώτερο επίπεδο του ναού είχε τη μορφή μίας τετράγωνης υπόστυλης αίθουσας με δύο παράλληλες σειρές διακοσμημένων οκταγωνικών κιόνων, περιμετρικά αυτής. Το ανώτερο επίπεδο είχε παρόμοια διαμόρφωση, αλλά με κεντρικό πυραμιδωτό πυρήνα που ήταν αφιερωμένος στο θεό Montu-Re. O κεντρικός πυρήνας περιβαλλόταν από μία υπόστυλη αίθουσα που βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο και στηριζόταν περιμετρικά σε τριπλή σειρά κιονοστοιχιών. Ο Montu ήταν μία αρχέγονη θεότητα των Θηβών που τιμούσαν οι βασιλείς της 11ης Δυναστείας οι οποίοι πολέμησαν για την ενοποίηση της Αιγύπτου, μετά από την εποχή χάους και αναρχίας της 1ης Ενδιάμεσης Περιόδου, ενοποίηση που επιτεύχθηκε την εποχή του Μεντουχοτέπ Β΄. Η στέγη του ναού δεν αποκλείεται να ήταν επίπεδη με κεντρική επίστεψη από χωμάτινο τύμβο. Η οξυκόρυφη κατασκευή συμβόλιζε το "αρχέγονο όρος" που σχετιζόταν με τις αρχαίες αιγυπτιακές αντιλήψεις γύρω από τη δημιουργία του κόσμου.

Στο εσωτερικό του ταφικού μνημείου του Μεντουχοτέπ, εκτός από τον τάφο του ίδιου, βρέθηκαν επίσης χώροι λατρείας και λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι για τις συζύγους και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Το δυτικό τμήμα του νεκρικού μνημείου ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του θεοποιημένου βασιλιά. Σε αυτό εντοπίστηκε ένα μικρό ιερό με ένα λατρευτικό άγαλμά του. Αργότερα, το μικρό αυτό ιερό μετατράπηκε σε ναό του θεού Άμωνα - Ρα.[1]

Σχέδιο των τριών νεκρικών ναών του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι: ο ναός του Μεντουχοτέπ Β' (αριστερά), της Χατσεψούτ (δεξιά) και του Τούθμωση Γ' (επάνω, ψηλά).

Στο πίσω μέρος αυτού του χώρου, υπήρχε μία υπόστυλη αίθουσα με πολλές πυκνές σειρές λίθινων κιονοστοιχιών, διακοσμημένες με ανάγλυφες παραστάσεις που απεικόνιζαν πομπές πλοίων, σκηνές κυνηγιού κι άλλες σκηνές από τα στρατιωτικά κατορθώματα του βασιλιά Μεντουχοτέπ.

To δυτικό τμήμα του ιερού χώρου ήταν λαξευμένο στις πλαγιές των ασβεστολιθικών λόφων. Εδώ βρισκόταν ο υπόγειος διάδρομος που οδηγούσε στον κυρίως τάφο του Φαραώ.

Ο νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ Β΄ στο Deir el-Bahari, όπως φαίνεται από τους λόφους.

Στο ταφικό μνημείο του Μεντουχοτέπ βρέθηκαν επίσης αγάλματα του βασιλιά Σέσωστρη Α' (αγγλ. Senusret I) ενός από τους σημαντικούς διαδόχους, της 12ης Δυναστείας.  

Κατά μήκος της δυτικής πλευράς του μεγάλου πλατώματος, στον όροφο, βρέθηκε μεγάλος αριθμός λατρευτικών αγαλμάτων και τάφοι διαφόρων βασιλισσών και πριγκιπισσών. Οι πριγκίπισσες αυτές ήταν ιέρειες της θεάς Άθωρ, μιας εκ των κυριoτέρων αιγυπτιακών θεοτήτων που σχετιζόταν με τις ταφικές πρακτικές και ιεροτελεστίες. Παρόλο που από την ταφή του βασιλιά Μεντουχοτέπ δεν έχουν σωθεί πολλά, αφού καταληστεύτηκε από τους τυμβωρύχους, θετικό στοιχείο αποτελεί ότι κατέστη δυνατό να επανακτηθούν έξι σαρκοφάγοι από τους τάφους των βασιλικών κυριών Ashayet, Henhenet, Kawit, Kemsit, Muyet και Sadhesix. Η κάθε σαρκοφάγος ήταν κατασκευασμένη από έξι πλάκες οι οποίες είχαν συναρμολογηθεί στις γωνίες με μεταλλικούς συνδέσμους. Οι σαρκοφάγοι φέρουν εγχάρακτες διακοσμητικές ανάγλυφες παραστάσεις. Ιδιαίτερα καλαίσθητο έργο είναι η σαρκοφάγος της Βασίλισσας Kawit που στεγάζεται στο Μουσείο Καΐρου.

Η πύλη Bab el-Hosan[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1900 ο Χάουαρντ Κάρτερ (Howard Carter) σκόνταψε τυχαία με το άλογό του επάνω στα ερείπια που έφραζαν την είσοδο ενός ορύγματος στον μεγάλο υπαίθριο χώρο της ανατολικής πλευράς, πριν από την ράμπα εισόδου στο ναό. Η είσοδος αυτή ονομάζεται από τότε Bab el-Hosan, δηλαδή Πύλη του Ιππέα. Ανασκάπτοντας το σημείο αυτό οδηγήθηκε σε έναν υπόγειο διάδρομο που κατέληγε σε έναν ημιτελή τάφο ή κενοτάφιο όπου ανακάλυψε ένα άγαλμα του Φαραώ Μεντουχοτέπ Β΄, ένθρονου, λαξευμένο σε ψαμμιτόλιθο και επιχρωματισμένο με σκούρα χρωστική ουσία (το οποίο εικονίζεται παραπάνω). Ο Φαραώ φοράει το διπλό στέμμα της Άνω και Κάτω Αιγύπτου.[5]

Aνάγλυφη παράσταση από το νεκρικό ναό της Χατσεψούτ με σκηνή από την εμπορική αποστολή της Χατσεψούτ στην Γη του Πουντ.Εικονίζονται άνδρες που μεταφέρουν δέντρα από το Πουντ για να μεταφυτευθούν στην Αίγυπτο.


Η Χατσεψούτ. Κεφαλή από άγαλμα που βρέθηκε στο ναό της στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι.

Νεκρικός Ναός της Χατσεψούτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεκρικός ναός της Χατσεψούτ ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές που διεξάγονταν στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι στα τέλη του 19ου αιώνα. Ονομάζεται Djeser-Djeseru που σημαίνει "το ιερότερο μέρος από όλα τα ιερά". Βρίσκεται δίπλα στο ναό του Μεντουχοτέπ Β΄, μέσα στις βραχώδεις παρειές των απόκρημνων ασβεστολιθικών λόφων οι οποίοι υψώνονται περίπου 300 μ. πάνω από τα μνημεία της περιοχής.[6]

Η επιλογή της θέσης αυτής δεν έγινε τυχαία από την Χατσεψούτ. Επιθυμία της ήταν να συνδεθεί το όνομά της με τον Μεντουχοτέπ Β΄, έναν από τους πλέον ένδοξους Φαραώ του Μέσου Βασιλείου. Το μνημείο διακοσμήθηκε κατά παραγγελία της με πάνω από 200 αγάλματα και διακοσμητικές παραστάσεις που απεικόνιζαν σκηνές από σημαντικά γεγονότα της ζωής της, όπως τη θεία γέννησή της, τη μεταφορά των οβελίσκων της και την εμπορική της αποστολή στο Punt.[2]

Υλικό που λαξεύτηκε από τους βράχους της περιοχής χρησιμοποιήθηκε για το χτίσιμό του. Σχεδιάστηκε από τον Senenmut, ένα πιστό αξιωματούχο της Χατσεψούτ, που ίσως υπήρξε και εραστής της. Το μνημείο έπρεπε να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες της θέσης που επιλέχτηκε να ανοικοδομηθεί και να ευθυγραμμίζεται προς την ανατολή και το Ναό του Άμωνα στο Καρνάκ, ενώ βρισκόταν και πλησίον ενός παλαιότερου ιερού, αφιερωμένου στη θεά Άθωρ. Στα χρόνια που βασίλευε η Χατσεψούτ η προσέγγιση στο ναό γινόταν μέσω δρόμου που ήταν διακοσμημένος με αγάλματα Σφιγγών. Ο προαύλειος χώρος του μνημείου ήταν ένας κήπος όπου υπήρχαν φυτεμένα εξωτικά δέντρα και αρωματικά φυτά. Ο ναός βανδαλίστηκε στο πέρασμα των χρόνων. Ο Ακενατών αφαίρεσε οποιαδήποτε σχετική αναφορά στο θεό Άμων-Ρα (επειδή λάτρευε τον θεό Ατέν), ενώ στους πρώιμους Χριστιανικούς χρόνους, ο αρχαίος ναός της Χατσεψούτ μετατράπηκε στο λεγόμενο "Μοναστήρι του Βορρά", καθώς την εποχή εκείνη υπήρχε η τάση να καταστρέφεται και να παραμορφώνεται οτιδήποτε "μη - Χριστιανικό" το οποίο θεωρούταν ως κατάλοιπο παγανιστικών λατρειών.[6]

Ο ναός, χτισμένος κάτω από τον γκρεμό, ο οποίος υψώνεται επιβλητικά ακριβώς πίσω του, θεωρείται ένα από τα "ασύγκριτα μνημεία της αρχαίας Αιγύπτου".[7]

Μία γυναίκα Φαραώ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον τίτλο του Φαραώ δεν συνηθιζόταν να φέρουν οι γυναίκες. Η Χατσεψούτ αποτέλεσε μία από τις σπάνιες αυτές εξαιρέσεις.

Η πρώτη γυναίκα της αρχαίας Αιγύπτου που στα σύγχρονα μνημεία παρουσιάζεται να κατέχει πλήρεις βασιλικές εξουσίες ήταν η Sobekneferu, της 12ης Δυναστείας. Η ίδια δεν έκρυψε ότι ήταν γυναίκα και στα αγάλματά της φορά την γυναικεία ενδυμασία. Αντίθετα, η Χατσεψούτ σταδιακά στην εικονογραφία της υιοθέτησε ανδρικά χαρακτηριστικά.[8]

Η περίοδος που βασίλεψε ήταν μεταξύ 1479-1458 π.Χ. Ήταν σύζυγος του Φαραώ Τούθμωση Β΄ (1492 - 1479 π.Χ.) και όταν ο ίδιος πέθανε, τον διαδέχτηκε ο γιός τους, Τούθμωσις Γ΄ (1479-1425 π.Χ.). Επειδή όμως ήταν ανήλικος συμβασίλευε μαζί με την μητέρα του. Σταδιακά, απέκτησε και η ίδια τον τίτλο του Φαραώ. Όταν ο Τούθμωσις Γ΄ ενηλικιώθηκε και πάλι η Χατσεψούτ τον υποβίβαζε και δεν ήθελε να αφήσει τα σκήπτρα της εξουσίας. Μόνο μετά το θάνατό της μπόρεσε ο Τούθμωσις Γ΄ να αποκτήσει επίσημα την εξουσία ως Φαραώ. Η Χατσεψούτ υποστήριζε ψεύτικα ότι ο πραγματικός πατέρας της ήταν ο θεός Άμων και έτσι μπόρεσε να πείσει τους υπηκόους της ότι ήταν στην πραγματικότητα μία θεά που είχε κάθε δικαίωμα να κυβερνά. Στη διάρκεια της βασιλείας της χρησιμοποιούσε τα σύμβολα της φαραωνικής εξουσίας στις εικονογραφικές αναπαραστάσεις της. Φορούσε ανδρική ενδυμασία και τοποθετούσε στα πρόσωπο των αγαλμάτων της μέχρι και τη ανδρική γενειάδα. Για να εδραιώσει την εξουσία της στηρίχθηκε σε διάφορους νέους αξιωματούχους, που χαρίζοντάς τους προνόμια, κέρδιζε την ολοκληρωτική υποστήριξή τους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Σενενμούτ (Senenmut), που αναφέρθηκε και παραπάνω, ο οποίος είχε αναλάβει την εποπτεία του οικοδομικού της προγράμματος. Η Χατσεψούτ, προόριζε την κόρη της την Neferure ως διάδοχό της στον θρόνο. Ο Σενενμούτ είχε αναλάβει και την ανατροφή της Neferure. Τόσο σημαντική ήταν η θέση του Senenmut που η Βασίλισσα τον είχε τιμήσει προσφέροντάς του μία θέση στον νεκρικό ναό της για να ενταφιαστεί εκεί και εκείνος. Μετά τον θάνατο όμως της μικρής Neferure, o Senemut έχασε τα προνόμιά του.[2]

Κεφαλή της Χατσεψούτ (αριστερά) και ένα άγαλμά της (δεξιά), από το ναό της στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι. Όταν ο Τούθμωσις Γ΄ μετά τον θάνατό της έγινε Φαραώ, αφαίρεσε τα φαραωνικά σύμβολα εξουσίας από τα αγάλματα και τις υπόλοιπες εικονιστικές της παραστάσεις, όπως τον ουραίο όφη, το διπλό στέμμα, το γένι και τα σκήπτρα της.
Ο ναός της Χατσεψούτ δίπλα στο ναό του Μεντουχοτέπ (αριστερά). Το σημαντικότερο οικοδομικό έργο της βασιλείας της.

Περιγραφή του ναού της Χατσεψούτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που η Χατσεψούτ για το χτίσιμο του δικού της ταφικού μνημείου είχε ως πρότυπο τον ναό του Μεντουχοτέπ, τα δύο οικοδομήματα παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές. Η Χατσεψούτ υιοθέτησε έναν επιμήκη συνδυασμό βαθμιδωτών πλατωμάτων με κιονοστοιχίες που διαφέρουν από τον κεντρικό καθ΄ ύψος άξονα που κυριαρχεί στον σχεδιασμό του ταφικού μνημείου του Μεντουχοτέπ, διαφορά η οποία πιθανώς να οφείλεται στο γεγονός ότι η ταφή της δεν βρισκόταν στο κέντρο του οικοδομήματος.[7]

Το ναό διαμορφώνουν τρία βαθμιδωτά διαδοχικά πλατώματα υπόστυλων στοών, που φθάνουν συνολικά τα 30 μ. σε ύψος και συνδέονται μεταξύ τους με ράμπες. Το νεκρικό συγκρότημα συνδυάζει άριστα την αρχιτεκτονική, την γλυπτική διακόσμηση και την θέα, στοιχεία που το καθιστούν μοναδικό δημιούργημα.[9]

Κάθε "όροφος" χαρακτηρίζεται από διπλές σειρές γωνιωδών στύλων. Εξαίρεση αποτελεί η βορειοδυτική γωνία του κεντρικού πλατώματος όπου, για την κατασκευή του ναού του Άνουβη, έχουν χρησιμοποιηθεί κιονοστοιχίες Πρωτο-Δωρικού (Αιγυπτιακού) ρυθμού. Οι ράμπες που συνδέουν τα πλατώματα ήταν κάποτε στολισμένες με δέντρα και άνθη. Η διαμόρφωση του ναού της Χατσεψούτ συμβαδίζει με το "κλασσικό" πρότυπο των Θηβών που συμπεριλαμβάνει πυλώνες εισόδου, κήπους, υπαίθρια αυλή, υπόστυλη αίθουσα, ταφικό ναΐσκο και ιερό.

Οι πύλες του ιερού του Άμωνα, το οποίο βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νεκρικού συγκροτήματος της Χατσεψούτ, φέρουν ιερογλυφικές επιγραφές και είναι διακοσμημένες με έπαραστάσει επουέχουν θρησκευτικό - συμβολικό περιεχόμενο,και σύμβλα που σχείζονται μετιίς.

Στη νοτιοδυτική γωνία του κεντρικού πλατώματος υπάρχει ιερό αφιερωμένο στη θεά Άθωρ.[1]

Η Χατσεψούτ στήριζε την εξουσία της στην υποτιθέμενη θεϊκή καταγωγή της. Ζωντάνεψε το ταφικό μνημείο της συνδυάζοντας σε αυτό την μεταθανάτια λατρεία της με τη θεϊκή λατρεία. Στο Djeser-djeseru το βασικότερο ιερό ήταν αυτό του θεού Άμωνα. Ο κύριος ναός του Άμωνα βρισκόταν στο Καρνάκ των Θηβών, στην απέναντι, ανατολική, όχθη του Νείλου. Το ιερό του Άμωνα που βρισκόταν στο ταφικό συγκρότημα της Χατσεψούτ αποτελούσε το κεντρικό σημείο ολόκληρου του μνημείου. Μία φορά τον χρόνο, στη διάρκεια ιεροτελεστίας που ονομαζόταν "Η Όμορφη Γιορτή της Κοιλάδας" ("Beautiful Feast of the Valley"), το λατρευτικό άγαλμα του θεού μεταφερόταν από το Καρνάκ στο ναό της Χατσεψούτ. Η μεταφορά του γινόταν μέσω λέμβου που ήταν ειδικά διαμορφωμένη ως ιερό.[9]

Ένα τμήμα του Djeser-djeseru καταστράφηκε στην αρχαιότητα εξαιτίας βράχων που αποκολλήθηκαν από τους λόφους πίσω του και κατέληξαν επάνω του. Όμως, παρά το γεγονός αυτό, ο ναός δεν καλύφθηκε ποτέ εντελώς από άμμο και ήταν εν μέρει ορατός. Τον 7ο αιώνα μ.Χ. επάνω στα ερείπια του ανώτερου πλατώματος κτίστηκε ένα Κοπτικό μοναστήρι από πλίνθους. Αιώνες αργότερα, τα ερείπια του μοναστηριού που είχε πια εγκαταλειφθεί, έγιναν έμπνευση για να ονομαστεί η περιοχή "Ντέιρ ελ-Μπαχάρι" που μεταφράζεται ως το Μοναστήρι της Θάλασσας ή το Μοναστήρι του Βορρά.[9]

Τα τεράστια αγάλματα με τα οποία η Χατσεψούτ στόλισε τις κιονοστοιχίες στον νεκρικό ναό της, την απεικόνιζαν ως Φαραώ.

Ο γλυπτός διάκοσμος του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο μεταξύ 1923-1931, στις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης που διηύθυνε ο αρχαιολόγος Χέρμπερτ Ουίνλοκ, στους ναούς του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, βρέθηκαν αμέτρητα θραύσματα από τα εντυπωσιακά ασβεστολιθικά γλυπτά που κοσμούσαν τον ναό της Χατσεψούτ, τα οποία ζύγιζαν τόνους. Πολλά από τα αγάλματα που βρέθηκαν την περίοδο αυτή αποτελούσαν οργανικό τμήμα της αρχιτεκτονικής του ναού. Οι υπερφυσικού μεγέθους μορφές της βασίλισσας διακοσμούσαν, στο ανώτερο πλάτωμα, την στοά, προσκολλημένες στους στύλους ή βρίσκονταν τοποθετημένες μέσα σε κόγχες. Βρέθηκαν επίσης τμήματα γλυπτών από γρανίτη και ψαμμιτόλιθο που προέρχονταν από τις τεράστιες Σφίγγες και τα ελεύθερα αγάλματα της Φαραώ. Η αρχική θέση αυτών ήταν κατά μήκος της Πομπικής Οδού που συνέδεε το ναό της Χατσεψούτ με τον ιερό του Άμωνα. Ο γλυπτός διάκοσμος της Χατσεψούτ, καταστράφηκε από τον Τούθμωση Γ΄ μετά τον θάνατό της, όπως προαναφέρθηκε, σε μία προσπάθεια εδραίωσης της δικής του εξουσίας, έχοντας ζήσει για χρόνια στην σκιά της φιλόδοξης "συμβασιλέως" μητέρας του. Ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά έχουν σήμερα επανατοποθετηθεί στην πρόσοψη του ναού, ενώ κάποιες Σφίγγες και ελεύθερα γλυπτά έχουν μοιραστεί μεταξύ της Υπηρεσίας Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων και του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης.[9]


Ο Τούθμωσις Γ΄ την στιγμή που παγιδεύει τους εχθρούς της Αιγύπτου. Η παράσταση βρίσκεται στο Καρνάκ.

Νεκρικός Ναός του Τούθμωσι Γ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεφάλι της μούμιας του Βασιλιά Τούθμωση Γ΄ που βρέθηκε στη μυστιική κρύπτη DB320 στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι.

Ο Τούθμωσις Γ΄ (αγγλ. Thutmose), γιός της Χατσεψούτ, έκτισε τον νεκρικό ναό του δίπλα σε εκείνους των προκατόχων του, της μητέρας του και του Μεντουχοτέπ Β΄. Ήταν ένα μνημείο που δεν είχε την ίδια επιβλητικότητα με τους δύο μεγαλειώδεις αυτούς ναούς και ήταν μικρότερων διαστάσεων. Διάλεξε όμως η θέση ανοικοδόμησής του να είναι ακριβώς επάνω από αυτούς, ψηλότερα, στο λόφο, γεγονός που συμβόλιζε ότι ήταν πια ένας παντοδύναμος Φαραώ. Στις διακοσμητικές παραστάσεις των μνημείων του Τούθμωση Γ΄ απεικονίζονταν σκηνές από τα στρατιωτικά κατορθώματα και τις νίκες του, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι Φαραώ για να προβάλλουν την ισχύ τους. Ο Τούθμωσις Γ΄, που βασίλευσε μέχρι το 1425 π.Χ. περίπου, είχε εκστρατεύσει πολλές φορές στη Συροπαλαιστίνη για να προστατεύσει τις εκεί αιγυπτιακές κτήσεις που απειλούνταν συνεχώς από έναν συνασπισμό 330 ηγεμόνων βασιλείων που είχαν για αρχηγό τους τον βασιλιά του Kadesh. Ο Τούθμωσις Γ΄ νίκησε, αλλά οργανώθηκαν πολλές ακόμη στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή αυτή, καθώς ξεσπούσαν αλλεπάλληλες εξεγέρσεις στις οποίες πρωτοστατούσε το βασίλειο του Mitanni, που επεδίωκε να διατηρεί τον έλεγχο των περιοχών αυτών, όπως και η Αίγυπτος. Στα σωζόμενα κείμενα αναφέρεται ότι από την εκστρατεία του στη Νουβία εξασφάλισε για την Αίγυπτο τεράστιες ποσότητες σε χρυσάφι. Με τα λάφυρα αυτών των πολέμων μπόρεσε να χρηματοδοτήσει το χτίσιμο μίας σειράς μνημείων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο νεκρικός του ναός στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι. Μετά το θάνατο της Χατσεψούτ, όταν έγινε πια ο ίδιος Φαραώ, έσβησε το όνομά της από όλα τα επίσημα αρχεία, όπως είναι γνωστό από τη μελέτη των γραπτών πηγών της εποχής. Προσπαθούσε να σβήσει, εκτός από το όνομα, και την ανάμνηση της μητέρας του, αφαιρώντας από τα αγάλματά της τα βασιλικά σύμβολα που την συνόδευαν και τον φαραωνικό της τίτλο.[2]

Όταν πια εδραίωσε την εξουσία του προχώρησε στην καταστροφή όλων των αγαλμάτων της και γύρω από τους οβελίσκους που η ίδια είχε ανεγείρει, έκτισε έναν πλίνθινο τοίχο, ώστε να μην είναι πια ορατοί.[10]

Βασιλικές και μη βασιλικές ταφές στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιαστική απεικόνιση της Νεκρόπολης των Θηβών με τους σημαντικότερους τάφους και τα νεκρικά μνημεία. Με καφετί χρώμα σημειώνεται η περιοχή των λόφων, με πράσινο η εύφορη ζώνη κατά μήκος του Νείλου και με κίτρινο η ενδιάμεση ερημική ζώνη της Κοιλάδας, όπου βρίσκονται οι τρεις νεκρικοί ναοί του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι.

Η κρύπτη DB320 με τις μούμιες των Φαραώ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα νότια των νεκρικών ναών των Φαραώ Μεντουχοτέπ Β' , Χατσεψούτ και Τούθμωση Γ' , βρέθηκε μια βασιλική κρύπτη (DB320), στο εσωτερικό μίας κοιλότητας των βράχων η οποία δεν ήταν εύκολα ορατή (η θέση της κρύπτης φαίνεται και στην έγχρωμη σχεδιαστική απεικόνιση των Θηβών, με την ονομασία Rοyal Mummy Cache). Η κρύπτη περιείχε δεκάδες μούμιες βασιλέων, βασιλισσών και ευγενών, που μεταφέρθηκαν στο σημείο από την αρχική θέση ενταφιασμού τους, όπως για παράδειγμα από την Κοιλάδα των Βασιλέων. Η μεταφορά τους εκεί έγινε από ιερείς της 21ης Δυναστείας (γύρω στο 1000 π.Χ. περίπου) για να τους προφυλάξουν από την βεβήλωση και την σύληση. Ο τάφος αυτός κατασκευάστηκε αρχικά ως ο ταφικός χώρος ιερέων της ίδιας Δυναστείας, πιθανότατα του Pinedjem II, ανώτατου ιερέα του Άμωνα. Στην κρύπτη βρέθηκαν οι μούμιες μερικών από τους σημαντικότερους Φαραώ όπως των Αχμόζε Α΄, Tούθμωση Γ', Αμένωφη Γ', Ακενατών, Σέτι Α' και Ραμσή Β'. Σε διαφορετικό θάλαμο της ίδιας κρύπτης ενταφιάστηκαν οι ιερείς της 21ης Δυναστείας Pinedjem I, Pinedjem II και Siamun. Στο Ντέιρ ελ-Μπάχρι βρέθηκε επίσης μία κρύπτη μεταγενέστερης περιόδου η οποία περιείχε 153 μούμιες ιερέων που μεταφέρθηκαν εκεί από το αρχικό σημείο ταφής τους.[11]

Ο Γάλλος Αιγυπτιολόγος Γκαστόν Μασπερό ο οποίος ήταν ένα από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην ανακάλυψη και προστασία της βασιλικής κρύπτης DB320, στο έργο του "Les Momies Royales de Deir El-Bahari" (1889),[12] περιγράφει αναλυτικά ποιες μούμιες βρέθηκαν στο εσωτερικό του μυστικού τάφου. Παρακάτω, γίνεται αναφορά στην ταινία "The Night of Counting the Years" η οποία έχει ως θέμα την σημαντική ανακάλυψη της κρύπτης αυτής.3

Στην ευρύτερη περιοχή του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, στη Νεκρόπολη των Θηβών, έχουν αποκαλυφθεί ιδιωτικές ταφές που δεν ανήκουν σε βασιλείς και χρονολογούνται από την περίοδο του Μέσου Βασιλείου μέχρι και την εποχή της Πτολεμαϊκής Δυναστείας (332 - 32 π.Χ.). Υπάρχουν πολλές αξιόλογες περπτώσεις μη-βασιλικών ενταφιασμών στην περιοχή αυτή οι οποίες ανήκουν σε σημαντικούς αξιωματούχους των Φαραώ ή ευγενείς ή και σε πρόσωπα που δεν κατείχαν συγκριμένη υψηλή κοινωνική θέση. Εντοπίστηκαν στη θέση Sheikh Abd el-Qurna, στο Ελ-Ασασίφ και σε άλλες θέσεις. Πολλοί τάφοι βρέθηκαν κοντά στους νεκρικούς ναούς των Φαραώ.

Ο Τάφος του Μινμόζε και της Χενουταουί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Μινμόζε ήταν Επιστάτης του Διπλού Σιτοβολώνα την περίοδο βασιλείας της Χατσεψούτ, υπεύθυνος για την διαχείριση της αγροτικής παραγωγής. Στον νεκρικό ναό της Φαραώ, απεικονίζεται σε μία σκηνή μεταφοράς σε πλοίο δύο οβελίσκων για τον Τούθμωση Β΄.[13] Αυτό είναι μία ένδειξη ότι ο Μινμόζε σχετίζεται με την ανέγερση των οβελίσκων αυτών, στην αρχή της βασιλείας της Χατσεψούτ. Επίσης, ο Μινμόζε εμφανίζεται σε αντικείμενα που προέρχονται από τον τάφο KV60 που ανήκε στην ευγενικής καταγωγής Sitre In, που υπήρξε η βασιλική τροφός της Χατσεψούτ και ενταφιάστηκε στην Κοιλάδα των Βασιλέων. Ο Μινμόζε είναι πιθανό να ενταφιάστηκε κοντά στο νεκρικό ναό της Χατσεψούτ στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι. Ο απλός λαξευτός θαλαμοειδής τάφος MMA 59 που έχει βρεθεί εκεί περιείχε ό,τι σώθηκε από μία λάρνακα η οποία ανήκε σε κάποιον που ονομαζόταν Μινμόζε. Ο τάφος αυτός είχε κατασυληθεί ήδη από την αρχαιότητα και επαναχρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο της 21ης Δυναστείας για να ενταφιαστεί η νεαρή ακόλουθος του Άμωνα, Χενουταουί (MMA 59).[14]

Ο Τάφος του Νεφερκαουέτ στο Ελ-Ασασίφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και ο τάφος του Μινμόζε που έχει τον κωδικό ΜΜΑ 59, έτσι και ο τάφος του Νεφερκαουέτ με κωδικό ΜΜΑ 729, βρίσκονται στο σχετικό κατάλογο των τάφων του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης, οι οποίοι ανασκάφηκαν από τον Χέρμπερτ Ουίνλοκ. Ο Νεφερκαουέτ ήταν γραφέας και αρχειοφύλακας την περίοδο της Δυναστείας των Τουθμωσιδών.[15] Ο τάφος του βρίσκεται στο Ελ-Ασασίφ κοντά στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι και σε αυτόν ενταφιάστηκαν, εκτός από τον ίδιο, η σύζυγός του η Rennefer, ο γιος του ο Αmunemhet, η κόρη του η Ruiu και ο γαμπρός του ο Bakamun, που στις επιγραφές αναφέρεται ως Baki. Δίπλα στους τάφους αυτούς βρέθηκαν πέντε ακόμη ταφές, οι τέσσερις εξ αυτών παιδικές και μία ενήλικης γυναίκας. Ανήκαν σε φτωχούς συγγενείς ή υπηρέτες και είχαν ενταφιαστεί σε ξύλινες σαρκοφάγους, χωρίς όμως να έχουν μουμιοποιηθεί, όπως συνέβει με τον Νεφερκαουέτ και τα μέλη της οικογενείας του.

Τάφοι στο Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τάφος του Μεκετρέ (ΤΤ280)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιαστική απεικόνιση της κάτοψης του Τάφου του Μεκετρέ (ΤΤ280) στο Σέιχ Αμπντ ελ-Κούρνα του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι.
Ένα από τα ξύλινα ομοιώματα του τάφου ΤΤ280: δύο αγαλματίδια, κυνηγός που κρατά πάπιες και ψαράς που ετοιμάζεται να σκοτώσει ένα μεγάλο ψάρι με το καμάκι του, συνόδευαν τον Μεκετρέ στη μεταθανάτια ζωή.

Η πρώτη περίπτωση σημαντικού μη - βασιλικού τάφου είναι αυτή του Μεκετρέ (TT280) στη θέση Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι. Ο Μεκετρέ ήταν θησαυροφύλακας και ανώτατος επιστάτης της βασιλικής περουσίας των Φαραώ Μεντουχοτέπ Β' και Μεντουχοτέπ Γ'. Ο τάφος του είχε συληθεί κατά την αρχαιότητα, αλλά ο Ουίνλοκ, το 1920, ανακάλυψε στο εσωτερικό του έναν ασύλητο θάλαμο που περιείχε αμέτρητα και διαφόρων ειδών ξύλινα πολύχρωμα ταφικά ομοιώματα, τα περισσότερα από τα οποία ήταν ομοιώματα ταφικών λεμβών. Στον ίδιο τάφο κατασκευάστηκε ένας μικρότερος ταφικός θάλαμος όπου ενταφιάστηκε ο Wah, ένας από τους πιστούς βοηθούς του Μεκετρέ. Όταν τα λινά υφάσματα που κάλυπταν την μούμια του Wah αφαιρέθηκαν, αποκαλύφθηκαν τα κοσμήματά του, που τον συνόδευαν ως κτερίσματα, ανάμεσα σε αυτά το περίφημο ταφικό φυλακτό, ο ασημένιος σκαραβαίος του, ο οποίος φέρει επιγραφή με το όνομα του ίδιου, του άρχοντά του, Μεκετρέ, και επιγραφή που αναφέρει το αξίωμα που είχε ως "επιστάτης των αποθηκευτικών χώρων".[16]

Ο Τάφος του Senenmut (TT71)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιαστική απεικόνιση του τάφου του Senenmut (TT71) στο Σέιχ Αμπντ ελ-Κούρνα του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, ο οποίος έχει κάτοψη σε σχήμα "ταυ" (Τ).

Η δεύτερη σημαντική ταφή είναι του Σενεμούτ, του αξιωματούχου που είχε αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής του νεκρικού ναού της Χατσεψούτ, αλλά και άλλων οικοδομικών έργων της, καθώς και την διαπαιδαγώγηση της κόρης της, της Neferure. Λόγω της σημαντικής θέσης του στο παλάτι της Χατσεψούτ, του επετράπη να ταφεί κοντά στη βασίλισσα. Ο τάφος του - ΤΤ353 - ξεκίνησε να κατασκευάζεται κοντά στον βασιλικό ναό, αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Είχε ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις, με διαδρόμους μήκους 90μ. περίπου και ανάγλυφες διακοσμήσεις που μερικές παραμένουν ακόμη και μέχρι σήμερα άθικτες. Στον τάφο αυτό βρέθηκαν και επιγραφές με το όνομα του Senenmut.

O Ουίνλοκ, που ανακάλυψε τον τάφο ΤΤ353, μετά την εύρεση του τάφου ΤΤ71, ο οποίος θεωρείται πως είναι και ο πιθανότερος χώρος ταφής του αξιωματούχου, υποστήριζε πως ο Senenmut, ξεκίνησε να κατασκευάζει τον τάφο ΤΤ353 στο βασιλικό συγκρότημα, "εγκαταλείποντας" τον αρχικό τάφο ΤΤ71 που είχε ήδη κτιστεί στο Σέιχ Αμπντ Ελ-Κούρνα. Ο θάνατος όμως της Neferure οδήγησε στον υποβιβασμό του Senenmut και χάνοντας το υψηλό του αξίωμα, ενταφιάστηκε τελικά στον πρώτο τάφο (ΤΤ71), ενώ ο ΤΤ353 παρέμεινε ημιτελής.[10]

Ο τάφος ΤΤ71 έχει κάτοψη σε σχήμα Τ, εντυπωσιακές διαστάσεις και γραπτή διακόσμηση, και είναι βέβαιο ότι ξεχώριζε από τους υπόλοιπους λαξευτούς θαλαμοειδείς τάφους της περιοχής. Οι αποσπασματικά σωζόμενες ζωγραφικές παραστάσεις των τοίχων και της οροφής, ακολουθούν το εικονογραφικό πρότυπο των τάφων της εποχής. Απεικονίζονται σκηνές συμποσίου με τον νεκρό και την οικογένειά του, η εκφορά του νεκρού Senenmut ακολουθούμενη από πομπή προσφορών και ταφικών δώρων, η προετοιμασία του γεύματος προς τιμήν του νεκρού και το λεγόμενο "Ταξίδι προς την Άβυδο", όπου βρισκόταν ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα των αρχαίων Αιγυπτίων, ο ιερός τόπος όπου λατρευόταν ο θεός Όσιρης, και το ταξίδι αυτό συμβόλιζε το πέρασμα του νεκρού στη μεταθανάτια ζωή. Οι τοιχογραφίες αυτές αποτελούν εξαιρετικά δείγματα τέχνης της περιόδου και είναι έργα καλλιτεχνών του βασιλικού ανακτόρου. Στον τάφο ΤΤ71 σε ξεχωριστό θάλαμο, ενταφιάστηκαν και οι γονείς του Senenmut, o Ramose και η Χατνεφέρ (βλ. αγγλ. λήμμα Ramose and Hatnefer).[10]

Και οι δύο τάφοι που συνδέονται με τον αρχιτέκτονα της Χατσεψούτ βανδαλίστηκαν και συλήθηκαν στην αρχαιότητα. Για αυτόν τον λόγο, ο Ουίνλοκ δεν βρήκε μούμια στον τάφο ΤΤ71, αλλά μια αποσπασματικά σωζόμενη σαρκοφάγο. Στον ταφικό θάλαμο της Χατνεφέρ και του Ramose βρέθηκαν τέσσερις σαρκοφάγοι που δεν είναι γνωστό σε ποιους ανήκαν.[10]

Ο Τάφος του Ρεχμιρέ (ΤΤ100)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το τοιχογραφικό διάκοσμο του τάφου ΤΤ71, αξιοσημείωτη είναι μία σκηνή πομπής που απεικονίζει Μινωίτες που μεταφέρουν προσφορές για τον νεκρό Senenmut. Φορούν τη μινωική ενδυμασία και έχουν τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν στην εικονογραφία της περιόδου οι αρχαίοι Κρήτες (εικ. 34, σ. 79, Hatshepsut: from Queen, to Pharao).[10]

Τμήμα του τοιχογραφικού διακόσμου του τάφου του Senenmut (TT71) στο Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι της Νεκρόπολης των Θηβών.

Σκηνή όπως αυτή, θεωρείται από τις παλαιότερες αιγυπτιακές απεικονίσεις Μινωιτών (ή Keftiu, όπως αναφέρονται οι Κρήτες στα αρχαία αιγυπτιακά κείμενα),[17] οι οποίες οφείλονται στις εμπορικές επαφές που διατηρούσε η Κρήτη με τους Φαραώ, ήδη από την εποχή της 12ης Δυναστείας (1985 – 1795 π.Χ.). Σε γραπτά κείμενα που χρονολογούνται στην εποχή του Σέσωστρη Α΄ (Senusret I, 1956-1911 π.Χ.) και αναφέρονται σε μία περασμένη εποχή, συγκεκριμένα στην ταραγμένη 2η Ενδιάμεση Περίοδο (1650 – 1550 π.Χ.), γίνεται λόγος για μεταφορά ξυλείας από την Βύβλο, την οποία εκτελούν άνθρωποι του Keftiu. "Κεφτιού" είναι γεωγραφικός όρος που αναφέρεται στην Κρήτη. Σε διακοσμητικές τοιχογραφίες που βρέθηκαν σε τάφους Αιγύπτιων αξιωματούχων, όπως για παράδειγμα στον τάφο του Ρεχμιρέ, απεικονίζονται άνδρες από το Κεφτιού που φορούν την χαρακτηριστική μινωική ενδυμασία και μεταφέρουν στον Φαραώ μινωικά αγγεία. Ο Ρεχμιρέ ήταν ένας ανώτατος αξιωματούχος του Φαραώ Τούθμωση Γ΄.[2] Ο τάφος του Ρεχμιρέ (Rekhmire ή Rech-mi-Re), που έχει τον κωδικό ΤΤ100 στον σχετικό κατάλογο της Νεκρόπολης των Θηβών (βλ. αγγλ. λήμμα List of Theban Τοmbs) βρίσκεται στην περιοχή Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα.[1]

Η περιοχή του Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα (Sheikh Abd el-Qurna) στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, με τους τάφους των ευγενών, όπως φαίνεται από ψηλά. Διακρίνονται τα κτήρια του σύγχρονου οικισμού και, στην κάτω αριστερή γωνία της εικόνας, το Ραμσείο.

Οι τάφοι του Μεκετρέ, του Senenmut και του Ρεχμιρέ δεν είναι οι μοναδικοί στη θέση αυτή. Τάφοι σαν κι αυτούς, που δεν ανήκουν σε βασιλείς, αλλά σε πρόσωπα του άμεσου περίγυρού τους, σε ευγενείς και βασιλικούς αξιωματούχους, αλλά και των μελών των οικογενειών τους, έχουν ανακαλυφθεί σε μία μεγάλη έκταση της περιοχής Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα.

Η Αραβική βραβευμένη ταινία "The Night of Counting the Years" (1969)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συναρπαστική αραβική ταινία "The Night of Counting the Years", (1969, ονομάζεται επίσης και "Η Μούμια") σε σενάριο και σκηνοθεσία του Shadi Abd Al-Salam, έχει ως θέμα της την αληθινή ιστορία της ανακάλυψης της βασιλικής κρύπτης DB320 στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, το 1881. Είναι γυρισμένη στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι και τις γύρω περιοχές των αρχαίων Θηβών, με φόντο τα αρχαιολογικά μνημεία, τους ερημικούς λόφους και τον ποταμό Νείλο. Σε αυτήν μπορεί κανείς να δει σκηνές ακόμη και από την ίδια την κρύπτη και τις μούμιες που βρέθηκαν στο εσωτερικό της. Η ταινία θεωρείται ως μία από τις σημαντικότερες αιγυπτιακές ταινίες, αν όχι η πιο σημαντική. Έχει κερδίσει πολλά βραβεία σε διάφορα ευρωπαϊκά φεστιβάλ κινηματογράφου, όμως, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στο ευρύ κοινό.[18]

Αρχαίες Θήβες και η Νεκρόπολή της: Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟη οποία ιδρύθηκε για την Προστασία της Παγκόσμιας Ειρήνης, το 1945.

Το Ντέιρ ελ-Μπαχάρι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκίζα: η Σφίγγα και η Πυραμίδα του Φαραώ Χεφρήνου (Khafre, 4η Δυναστεία). Τοποθεσία που προστατεύεται από την ΟΥΝΕΣΚΟ.

Η ΟΥΝΕΣΚΟ (Εκπαιδευτική Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών) ιδρύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1945, ώρα 12:00΄, με βασικό στόχο την εδραίωση της Παγκόσμιας Ειρήνης.

Η Ελλάδα συμμετέχει στην ΟΥΝΕΣΚΟ από τις 4 Νοεμβρίου 1946.

Η Διεθνής Σύμβαση της ΟΥΝΕΣΚΟ που υπογράφηκε στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 1972, αποτελεί ένα μεγάλο βήμα για την Προστασία των Μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, τα οποία πρέπει να διαφυλάσσονται για να κληρονομούνται στις επόμενες γενιές.

Οι Αρχαίες Θήβες και η Νεκρόπολή της, όπου ανήκει και το νεκροταφείο του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, αποτελούν τοποθεσία της ΟΥΝΕΣΚΟ από το 1979. Η συμφωνία ένταξης υπογράφηκε στο Κυβερνείο της Κένα. Οι Αρχαίες Θήβες και η Νεκρόπολη είναι μία περιοχή που καλύπτει τα κριτήρια Ι, ΙΙΙ, VI της κατηγορίας C - Πολιτισμοί.

Ο ναός του Ραμσή Β΄ στο Άμπου Σίμπελ. Τον έκτισε μετά τις νικηφόρες εκστρατείες του στη Συροπαλαιστίνη. Μνημείο της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Ένα μνημείο ή μία τοποθεσία για να συμπεριληφθεί στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω κριτήρια:


I : να παριστάνει ένα αριστούργημα της ανθρώπινης δημιουργικής διάνοιας.

II : να δηλώνει σημαντική ανταλλαγή ανθρωπίνων αξιών σε μεγάλο χρονικό διάστημα ή μέσα σε μία πολιτιστική περιοχή του κόσμου που περιλαμβάνει εξελίξεις στην αρχιτεκτονική, στην τεχνολογία, στις μεγάλης σημασίας τέχνες, στον σχεδιασμό πόλεων ή στον σχεδιασμό τοπίων.

III : να αποτελεί μοναδική ή τουλάχιστον εξαιρετική μαρτυρία σε πολιτιστική παράδοση ή σε πολιτισμό που υπάρχει ή που έχει εξαφανιστεί.

IV : να είναι εξαιρετικό δείγμα κάποιου τύπου κτιρίου ή αρχιτεκτονικό ή τεχνολογικό συγκρότημα ή τοπίο που απεικονίζει σημαντικό στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας.

V : να αποτελεί εξαιρετικό δείγμα παραδοσιακής ανθρώπινης εγκατάστασης ή χρήσης της γης που είναι αντιπροσωπευτική πολιτισμού (ή πολιτισμών), ειδικώς αν κατέστη ευάλωτη ή βρίσκεται κάτω από την επιρροή οριστικών και αμετάκλητων αλλαγών.

VI : να είναι κατευθείαν ή με τρόπο χειροπιαστό συνδεδεμένο με γεγονότα ή ζωντανές παραδόσεις, με ιδέες ή δοξασίες ή με καλλιτεχνικά ή πνευματικά έργα εξαιρετικής παγκόσμιας σημασίας.[19]


Τα κριτήρια αναθεωρούνται τακτικά από την Επιτροπή της ΟΥΝΕΣΚΟ, ώστε να αντικατοπτρίζουν την ίδια την έννοια της Πολιτιστικής Κληρονομιάς που είναι μια έννοια ζωντανή και διαρκώς εξελίσσεται.[20]

Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς Παυσανίας, Στράβων και Διόδωρος Σικελιώτης περιέγραψαν τις Θήβες (Βασέτ) ως μία πόλη θαυμάτων και οι πλουσιότεροι κάτοικοι από την άλλη πλευρά της Μεσογείου διακινδύνευαν το ταξίδι μέχρι την Αίγυπτο για να θαυμάσουν τους μεγαλοπρεπείς ναούς, τους εντυπωσιακούς Κολοσσούς του Μέμνονα και την αχανή Νεκρόπολη στην Κοιλάδα των Βασιλέων.

Το Ραμσείο (Ramesseum) στην περιοχή του Λούξορ. Είναι το ταφικό μνημείο του Φαραώ Ραμσή Β΄. Αρχαιολογικός χώρος που προστατεύεται από την ΟΥΝΕΣΚΟ.

Το Λούξορ, στην ανατολική όχθη του Νείλου, όπου βρίσκονταν οι αρχαίες Θήβες, αποτελεί σήμερα το επιβλητικότερο υπαίθριο μουσείο του κόσμου. Ο Ναός του θεού Άμων-Ρα στο Καρνάκ, ο Ναός του Λούξορ και το Ραμσείο, οι Κολοσσοί του Μέμνονα, η Κοιλάδα των Βασιλέων και των Βασιλισσών και το Ντέιρ ελ-Μπαχάρι αποτελούν μερικά μόνο από τα μνημεία που μπορεί κανείς να θαυμάσει στη νότια ("Άνω") Αίγυπτο.

Η Πυραμίδα του Φαραώ Χέοπα (Khufu) που ονομάζεται και Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας, έχει ύψος 150μ. περίπου και χρονολογείται στην 4η Δυναστεία του Παλαιού Βασιλείου, μεταξύ 2613 – 2494 π.Χ. Τοποθεσία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Στη βόρεια ("Κάτω") Αίγυπτο βρίσκεται μία ακόμη μοναδικής σημασίας για τον παγκόσμιο πολιτισμό τοποθεσία της ΟΥΝΕΣΚΟ, η θαυμαστή Μέμφιδα και η Νεκρόπολή της που περιλαμβάνει τις πεδιάδες με τις Πυραμίδες από την Γκίζα μέχρι το Ντασούρ. Η καταγραφή της περιοχής αυτής πραγματοποιήθηκε επίσης το 1979 και με τα ίδια κριτήρια C (I), (III), (VI). Η σχετική συμφωνία υπογράφηκε στο Κυβερνείο της Γκίζας.

Οι δύο παραπάνω τοποθεσίες της ΟΥΝΕΣΚΟ δεν είναι οι μοναδικές στην Αίγυπτο. Τα μνημεία της Νουβίας από το Άμπου Σίμπελ μέχρι τη νήσο Φίλαι συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο της ΟΥΝΕΣΚΟ το ίδιο έτος και με τα ίδια κριτήρια (1979, C - I,III,VI) σε συμφωνία που υπογράφηκε στο Κυβερνείο του Ασουάν.[19]

Πανοραμική φωτογραφία της Κοιλάδας των Βασιλέων στη Νεκρόπολη των Θηβών. Τοποθεσία που προστατεύεται από την ΟΥΝΕΣΚΟ.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρομοκρατική επίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Νοεμβρίου 1997, στη διάρκεια τρομοκρατικής επίθεσης που προκάλεσαν εξτρεμιστές Ισλαμιστές από το Al-Gama΄a al-Islamiya, στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι σκοτώθηκαν 58 ξένοι τουρίστες και 4 Αιγύπτιοι. Το θλιβερό αυτό γεγονός έμεινε γνωστό ως η Σφαγή του Λούξορ και αποτέλεσε πλήγμα για την οικονομία της περιοχής, καθώς μετά από αυτό σημειώθηκε μείωση των τουριστών που επισκέπτονταν το Deir el-Bahari για να θαυμάσουν τα μνημεία και τον αρχαίο Αιγυπτιακό πολιτισμό.[21][22]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Osiris Net, Tombs of Ancient Egypt, The Temple of Montuhotep II at Deir el-Bahari.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Κοπανιάς, Κ., 2015, "Εισαγωγή στην Ιστορία και Αρχαιολογία της Εγγύς Ανατολής", Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιπος (Ελληνικά ηλεκτρονικά ακαδημαϊκά συγγράμματα), βιβλίο διαθέσιμο σε μορφή PDF.
  3. Winlock, H. E., The slain soldiers of Neb-hep-et-Rē'Mentu-hotpe. The Metropolitan Museum Digital collections.
  4. The Metropolitan Museum of New York, "Archer's wrist guard, ca.1961-1917 B.C."
  5. Tripod.com, Egypt land of Eternity, Burial complex of Mentuhotep II - The Gate of the Horseman.
  6. 6,0 6,1 Lonely Planet; Lee, J.; Sattin, A., (1 July 2018). Lonely Planet Egypt. Lonely Planet. pp. 370–. ISBN 978-1-78701-904-1.
  7. 7,0 7,1 Trachtenberg, M.; Hyman I., (2003). Architecture, from Prehistory to Postmodernity. Italy: Prentice-Hall Inc. p. 71. ISBN 978-0-8109-0607-5
  8. Mieroop, M. Van De, A History of Ancient Egypt, Wiley-Blackwell, Oxford (2011).
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 The Metropolitan Museum of Art, Temple of Hatshepsut, Thebes.
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 Roehrig C. H, Dreyfus R. and Keller C. A., "Hatshepsut : from Queen to Pharaoh", 2005, Thomas J. Watson Library Digital Collections, The Metropolitan Museum of Art, New York. (Διαθέσιμο στον παραπάνω σύνδεσμο σε ηλεκτρονική μορφή στην αγγλική γλώσσα)
  11. Smith, G. E., The Royal Mummies, 1912, Bristol Classical Press - Blumsburry.
  12. Maspero, G. C., Les Momies Royales de Deir El-Bahari, (1889).
  13. Naville, E., The temple of Deir el Bahari. Volume 6: The lower terrace, additions and plans. Kegan Paul/ Trench/ Trübner, London 1908, plate 154 (online).
  14. Shirley, J. J.,The Power of the Elite: The Officials of Hatshepsut's Regency and Coregency. In: José M. Galán, Betsy M. Bryan, Peter F. Dorman (Hrsg.): Creativity and Innovation in the Reign of Hatshepsut. Occasional Proceedings of the Theban Workshop (= Studies in Ancient Oriental Civilization. (SAOC), No. 69). The Oriental Institute of University of Chicago, Chicago 2014, ISBN 978-1-61491-024-4, S. 222–223 (PDF-file; 21,7 MB)
  15. Hayes, W. C., The Scepter of Egypt: The Hyksos Period and the New Kingdom (1675-1080 B.C.), pp 130, 185, 195-6, 199, 207, 212, 219, 224, 226-7
  16. Winlock, H. E., Models of daily life in ancient Egypt : from the tomb of Meket-Rēʻ at Thebes, 1955, The Met Digital Collections. Cambridge: Published for the Metropolitan Museum of Art by Harvard University Press.
  17. Dorman, P. F., The Monuments of Senenmut, London 1988, p. 85-86 ISBN 0-7103-0317-3; fully published: Peter Dorman: The Tombs of Senenmut, New York 1991, pp. 21-79 ISBN 0-87099-620-7
  18. Internet Archive, The Night of Counting the Years, by Shadi Abd Al-Salam.
  19. 19,0 19,1 Cattaneo M., Trifoni J., Παγκόσμια Κληρονομιά UNESCO, Προστατευόμενοι Αρχαιολογικοί Τόποι, Εκδόσεις Δομική. ISBN 960-7927-98-2
  20. UNESCO, The Criteria for Selection.
  21. Sönmez, S. F.; Apostolopoulos, Y.; Tarlow, P. (1999). "Tourism in crisis: Managing the effects of terrorism". Journal of Travel Research. 38 (1): 13–18. CiteSeerX 10.1.1.465.286. doi: 10.1177/004728759903800104
  22. Tarlow, P. E. (2006). "Tourism and Terrorism". In Wilks J, Pendergast D & Leggat P. (Eds) Tourism in turbulent times: Towards safe experiences for visitors (Advances in Tourism Research), Elsevier, Oxford, pp. 80–82.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]