Πρώτη Μεταβατική Περίοδος (αρχαία Αίγυπτος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Δυναστείες της Αρχαίας Αιγύπτου

Η Πρώτη μεταβατική περίοδος, επίσης συχνά αναφερόμενη ως η “σκοτεινή περίοδος” της ιστορίας της αρχαίας Αιγύπτου, καλύπτει περίπου 100 χρόνια, από το περ. 2181 ως το 2055 π.Χ., μετά το τέλος του Αρχαίου βασιλείου [1]. Περιελάμβανε την έβδομη και όγδοη, την ένατη, την δέκατη, και μέρος της ενδέκατης δυναστείας. Λίγες αρχαιολογικές ενδείξεις από κτήρια σώζονται από την περίοδο, και λιγότερα από τα πρώτα χρόνια της. Η πρώτη μεταβατική ήταν μία περίοδος διαμόρφωσης δυναμικών μεταξύ δύο αντιμαχόμενων πόλων. Η μία από αυτές είχε τη βάση της στην Ηρακλεόπολη, μια πόλη πολύ κοντά στα νότια της περιοχής του Φαγιούμ, στην Κάτω Αίγυπτο, ενώ η άλλη στις Θήβες στην Άνω Αίγυπτο[2]. Πιστεύεται ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι ναοί λεηλατήθηκαν και παραβιάστηκαν, τα έργα τέχνης σε αυτούς βανδαλίστηκαν, και τα αγάλματα των βασιλιάδων καταστράφηκαν, τα παραπάνω όντας αποτέλεσμα της εικαζόμενης κατάστασης πολιτικής αναταραχής[3]. Τα δύο αυτά βασίλεια (οι αντιμαχόμενοι πόλοι), θα συγκρουόταν, με αποτέλεσμα την τελική επικράτηση των βασιλιάδων των Θηβών, οι οποίοι κατέκτησαν το βόρειο τμήμα της χώρας (Κάτω Αίγυπτος), και την επανένωση της Αιγύπτου υπό έναν ηγεμόνα κατά την δεύτερη περίοδο της ενδέκατης Δυναστείας.

Γεγονότα προς την Πρώτη μεταβατική περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάρρευση του Αρχαίου βασιλείου περιγράφεται συχνά ως μια περίοδο χάους και αναταραχών σε ένα μέρος της γραμματείας της πρώτης μεταβατικής περιόδου, αλλά κυρίως σε κείμενα που γράφτηκαν σε μεταγενέστερες φάσεις στην ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου. Οι αιτίες της κατάρρευσης είναι πολλές, αλλά κάποιες είναι μόνο υποθετικές. Μία για την οποία γίνεται συχνά αναφορά είναι η ασυνήθιστα μακρόχρονη βασιλεία του Πεπί Β', τελευταίου μεγάλου Φαραώ της 6ηςΔυναστείας. Βασίλευσε από την παιδική του ηλικία μέχρι τα βαθιά γεράματα (τουλάχιστον στα 90 του χρόνια), ζώντας έτσι περισσότερο από πολλούς διαδόχους του, κάτι που δημιούργησε προβλήματα με τη διαδοχή του θρόνου[4]. Έτσι, η συνοχή του Αρχαίου βασιλείου διαλύθηκε σε αποδιοργάνωση[5][6]. Μια άλλη κύρια αιτία ήταν η άνοδος της δύναμης των τοπικών νομαρχών. Προς το τέλος της περιόδου του Αρχαίου βασιλείου η θέσεις των νομαρχών είχαν γίνει κληρονομικές, με αποτέλεσμα τοπικές οικογένειες να κρατάνε τον έλεγχο των αντίστοιχων περιοχών στις οποίες είχαν εγκαθιδρύσει κληρονομική διαδοχή νομαρχών. Καθώς αυτοί οι νομάρχες αποκτούσαν εξουσία και επιρροή, γινόταν όλο και πιο ανεξάρτητοι, έξω από την κεντρική εξουσία του Φαραώ[7]. Χτίζανε ιδιωτικούς τάφους γι’ αυτούς στις περιοχές τους, και συχνά είχαν δικά τους στρατεύματα. Η άνοδος πολλών νομαρχών αναπόφευκτα δημιούργησε διαμάχες μεταξύ των γειτονικών περιοχών, οι οποίες συχνά κατέληγαν σε αντιπαλότητα και ένοπλες αντιπαραθέσεις. Ένας τρίτος λόγος που αναφέρεται για την αποσταθεροποίηση της κεντρικής εξουσίας ήταν τα χαμηλά επίπεδα της πλημμύρας του Νείλου, τα οποία μπορεί να επέφεραν σε όλη την αρχαία Αίγυπτο κλιματική αλλαγή, φτωχότερες σοδιές, και τελικά λιμό[8] (Επίσης δείτε: Συμβάν 4.2 χιλιετιών).

Η 7η και 8η Δυναστεία της Μέμφιδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έβδομη και η όγδοη δυναστεία συχνά παραβλέπονται γιατί πολύ λίγα πράγματα μας είναι γνωστά για τους ηγεμόνες αυτών των περιόδων. Ο Μανέθων, ιστορικός και ιερέας της πτολεμαϊκής περιόδου, περιγράφει ότι 70 βασιλιάδες κυβέρνησαν σε διάστημα 70 ημερών[9]. Αυτό είναι μάλλον υπερβολική περιγραφή που απλά υπογραμμίζει την κατάσταση αποδιοργάνωσης αυτής της περιόδου του βασιλείου της Αιγύπτου. Η έβδομη Δυναστεία είχε κατά πάσα πιθανότητα ολιγαρχικό χαρακτήρα, με βάση την Μέμφιδα, και προσπάθησε να διατηρήσει τον έλεγχο όλης της χώρας. Η ηγεμόνες της όγδοης δυναστείας, διατεινόμενοι καταγωγή από την έκτη Δυναστεία, επίσης κυβέρνησαν από την Μέμφιδα[10]. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για τις δύο αυτές δυναστείες, καθώς δεν έχουν επιβιώσει πάρα πολλά γραπτά ή αρχιτεκτονικά στοιχεία. Έχουν βρεθεί όμως κάποια τεχνουργήματα, που περιλαμβάνουν σκαραβαίους που έχουν αποδοθεί στον βασιλιά Νεφερκαρέ της 7ης Δυναστείας, και μια κυλινδρική σφραγίδα από πράσινο ίασπι συριακής τεχνοτροπίας που αποδίδεται στην περίοδο της 8ης Δυναστείας[11]. Επίσης, έχει ταυτιστεί μια πυραμίδα στη Σακάρα που υποθέτουμε ότι έχτισε ο βασιλιάς της 8ης Δυναστείας Ιμπί[12].

Οι βασιλείς της Ηρακλεοπόλεως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νομές της αρχαίας Αιγύπτου. Η επικράτεια του Ιντέφ Β' περιελάμβανε την πρώτη ως την δωδέκατη νομή της Άνω Αιγύπτου.

Μετά την ασαφή περίοδο βασιλείας της 7ης και 8ης Δυναστείας , ανήρθε από την Ηρακλεόπολη της Κάτω Αιγύπτου μια σειρά ηγεμόνων η οποία βασίλεψε για περίπου 94 χρόνια[9], καλύπτοντας την 9η και 10η Δυναστεία, με 19 ηγεμόνες η κάθε μία. Πιστεύεται ότι είχαν καταγωγή από τη Λίβυους εισβολείς που ήρθαν στην Αίγυπτο από τα δυτικά, μέσω της περιοχής του Φαγιούμ[13]. Αυτό το γεγονός συχνά θεωρείται ως προάγγελος της εισβολής των Υξώς στο Δέλτα του Νείλου η οποία θα συνέβαινε κατά τη Δεύτερη μεταβατική περίοδο. Οι βασιλείς από την Ηρακλεόπολη τελικά υποσκέλισαν τους αδύναμους ηγεμόνες της Μέμφιδος, ιδρύοντας την ένατη Δυναστεία.

Ο ιδρυτής της Wakhare Khety I, επίσης γνωστός ως Αχθόης Α', περιγράφεται ως ένας βασιλιάς που προκάλεσε μεγάλα δεινά στους κατοίκους της χώρας, καταλείφθηκε από τρέλα, και τελικά σκοτώθηκε από κροκόδειλο[14]. Αυτό μπορεί να αποτελεί απλά μύθο, αλλά αναφέρεται όντως ως βασιλιάς στον Κανόνα του Τορίνο. Τον Αχθόη Α' διαδέχθηκε ο Αχθόης Β', επίσης γνωστός ως Meryibre. Η βασιλεία του ήταν σχετικά ειρηνική, παρόλο που αντιμετώπισε κάποια προβλήματα στην περιοχή του Δέλτα. Θα ήταν ο διάδοχός του, Αχθόης Γ' ο οποίος θα αποκαθιστούσε ένα σχετικά σταθερό έλεγχο του Δέλτα, αν και η επιρροή των ηγεμόνων της ένατης Δυναστείας ήταν ακόμα μικρή σε σχέση με την δύναμη εξουσίας που είχαν οι Φαραώ του Αρχαίου βασιλείου[15].

Μια ξεχωριστή διαδοχή νομαρχών ανήρθε σε δύναμη από το Ασιούτ, ισχυρή και πλούσια επαρχία στα νότια του βασιλείου της Ηρακλεοπόλεως. Αυτοί οι πολεμοχαρείς τοπικοί κυβερνήτες διατηρούσαν στενές σχέσεις με την αυλή των βασιλέων της Ηρακλεοπόλεως, όπως καταδεικνύεται και από τις επιγραφές στους τάφους τους. Αυτές οι επιγραφές δίνουν μια εικόνα της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε κατά τη βασιλεία αυτών των βασιλέων. Αυτές περιγράφουν τους νομάρχες από το Ασιούτ να ανοίγουν κανάλια, να μειώνουν τους φόρους, να δρέπουν πλούσιες σοδιές, να εκτρέφουν ζώα, και να διατηρούν στρατό και στόλο[14]. Η επαρχία του Ασιούτ ήταν ενδιάμεση μεταξύ των ηγεμόνων από τα βόρια και τα νότια και η κυβερνήτες του θα ήταν αυτή που θα έφερε το βάρος των επιθέσεων από τους βασιλείς των Θηβών.

Οι βασιλείς των Θηβών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει προταθεί ότι η εισβολή της Άνω Αιγύπτου συνέβη χρονικά την ίδια περίοδο με την ίδρυση του βασιλείου της Ηρακλεοπόλεως, η οποία εισβολή θα εγκαθίδρυε μια σειρά από βασιλείς των Θηβών οι οποίο αποτελούσαν την ενδέκατη και τη [[Δωδέκατη δυναστεία Φαραώ|δωδέκατη Δυναστεία[16]. Η καταγωγή αυτών των βασιλιάδων πιστεύεται ότι ήταν από τον Ιντέφ, ο οποίος ήταν νομάρχης των Θηβών, που συχνά αποκαλείται "Ο Τηρητής των Πυλών του Νότου"[17]. Του πιστώνεται η οργάνωση της Κάτω Αιγύπτου σε αυτοδιοικούμενη περιοχή, αν και ο ίδιος δεν φαίνεται να είχε οικειοποιηθεί τον τίτλο του βασιλιά. Όμως, οι διάδοχοί του της 11ης και 12ης Δυναστείας αργότερα, θα κάνουν ακριβώς αυτό[18]. Ένας από αυτούς, ο Ιντεφ Β', θα ξεκινήσει τις επιθέσεις στα βόρεια, κυρίως στην Άβυδο. Ο Ιντεφ Γ' θα ολοκληρώσει την επίθεση στα βόρεια καταλαμβάνοντας την Άβυδο, και στρεφόμενος στη Μέση Αίγυπτο εναντίον της Ηρακλεοπόλεως[19]. Συνεπώς αυτοί οι τρεις πρώτοι βασιλείς της 11ης Δυναστείας (όλοι με το όνομα Ιντέφ), ήταν επίσης και οι τρεις τελευταίοι της Πρώτης μεταβατικής περιόδου, τους οποίους θα ακολουθούσεμια σειρά Φαραώ με το όνομα Μεντουχοτέπ. Ο Μεντουχοτέπ Β' (Nebhepetra), τελικά θα επιβληθεί στους βασιλείς της Ηρακλεοπόλεως περίπου το 2033π.Χ., ενώνοντας την χώρα, και εισάγοντας την ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου στην περίοδο του Μέσου βασιλείου[19].

Ο Πάπυρος του Ιπουουέρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα δείγματα αυτού που σήμερα θεωρείται λογοτεχνία άρχισε να εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταβατικής περιόδου, με την επακόλουθη άνθησή της κατά τη διάρκεια του Μέσου βασιλείου[20]. Ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα αποτελεί ο Πάπυρος του Ιπουουέρ, ή αλλιώς Παραινέσεις του Ιπουουέρ, που παρόλο δεν είναι χρονολογημένος στην πρώτη μεταβατική περίοδο, θεωρείται από τους μελετητές ότι μπορεί να αναφέρεται σε αυτήν, καταγράφοντας την επιδείνωση των διεθνών σχέσεων της Αιγύπτου, και την γενικότερη υποβάθμισή της[21].

Τέχνη και αρχιτεκτονική στην πρώτη μεταβατική περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, η μεταβατική περίοδος χωρίζεται σε δύο κύριες γεωγραφικές και γεωπολιτικές περιοχές, μία με κέντρο την Μέμφιδα, και την άλλη με κέντρο τις Θήβες. Οι ηγεμόνες από την Μέμφιδα αν και χωρίς μεγάλη πολιτική δύναμη, διατήρησαν τις παραδοσιακές τεχνοτροπίες της τέχνης του Αρχαίου βασιλείου. Αυτός ήταν ένας συμβολικός τρόπος για την αποδυναμωμένη δυναστεία αυτών των ηγεμόνων να διατηρήσουν το μεγαλείο του Αρχαίου βασιλείου: ήταν οι (παρουσιαζόταν ως) θεματοφύλακες της περασμένης δόξας[22]. Από την άλλη μεριά, οι τεχνίτες και καλλιτέχνες των Θηβών, μακριά πλέον από το κέντρο εξουσίας της Μέμφιδας, μπόρεσαν να αναπτύξουν νέες τεχνοτροπίες στην τέχνη, που αντικατοπτρίζει την δημιουργικότητα και καινοτομία τους μακριά από τον έλεγχο κεντρικού κράτους[23].

Η ανοικοδόμηση κτηρίων από τους βασιλείς της Ηρακλεοπόλεως ήταν πολύ περιορισμένη. Μόνο μία πυραμίδα έχει αποδοθεί στον Merikare (2065-2045 π.Χ.) στην Σακάρα. Οι ιδιωτικοί τάφοι επίσης αυτής της περιόδου ωχριούν μπροστά στα αντίστοιχα μνημεία του Αρχαίου βασιλείου, τόσο σε ποιότητα όσο και σε μέγεθος. Υπάρχουν ακόμα τοιχογραφίες και ανάγλυφα που απεικονίζουν υπηρέτες να φέρνουν τα ταφικά αγαθά και να κάνουν προσφορές, αλλά είναι επίσης πολύ πιο χαμηλότερης ποιότητας και πιο απλά από τις αντίστοιχες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του Αρχαίου βασιλείου[24]. Οι ορθογώνιες ξύλινες σαρκοφάγοι είναι ακόμα σε χρήση, αλλά εδώ οι διακοσμήσεις γίνονται πιο περίτεχνες, και νέα κείμενα ζωγραφίζονται στο εσωτερικό τους, παρέχοντας τα απαραίτητα ξόρκια και οδηγίες για την ασφαλή μετάβαση του ιδιοκτήτη τους στη μετά θάνατον ζωή.

Η άνοδος των ηγεμόνων από τις Θήβες περίπου το 2123 π.Χ. επέφερε αλλαγή στο καλλιτεχνικό στιλ προς το πιο γνήσιο και "επαρχιακό". Αυτή η νέα τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται συχνά άγαρμπη και άκομψη, κάτι που ίσως οφείλεται στην έλλειψη έμπειρων τεχνιτών. Όμως, τα έργα τέχνης που επιβίωσαν δείχνουν ότι οι καλλιτέχνες αυτών άρχισαν να καινοτομούν απομακρυνόμενοι από τα παραδοσιακά πρότυπα. Άρχισαν να χρησιμοποιούν πιο ζωντανά χρώματα, και να ζωγραφίζουν την ανθρώπινη μορφή με εντελώς άλλη προοπτική. Τα παραπάνω στοιχεία είναι ιδιαίτερα εμφανή σε ταφικές στήλες που βρέθηκαν στο Νάγκα ελ Ντέιρ[25]. Όσον αφορά στην αρχιτεκτονική των βασιλικών κτηρίων, οι βασιλιάδες από τις Θήβες έχτισαν στο el-Tarif στη δυτική όχθη του Νείλου τάφους σκαλιστούς στο βράχο, πρακτική που αναπτύχθηκε μόνο στην περιοχή των Θηβών και ξεχωριστά από το Βορά. Αυτή η νέα τεχνοτροπία ταφικής αρχιτεκτονικής συνίστατο από έναν μεγάλο περίβολο με κιονοστοιχία σκαμμένη στο βράχο στον πίσω τοίχο. Οι θάλαμοι όπου θάβονταν οι νεκροί ήταν σκαμμένα με πρόσοψη στον περίβολο, και επέτρεπαν την ταφή πολλών ατόμων στον ίδιο τάφο[26]. Η φτωχή τους διακόσμηση μάλλον οφείλεται στην έλλειψη έμπειρων τεχνιτών στο βασίλειο των Θηβών.

Τέλος της πρώτης μεταβατικής περιόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος της πρώτης μεταβατικής περιόδου τοποθετείται όταν ο Μεντουχοτέπ Β της ενδέκατης Δυναστείας νίκησε τους βασιλείς από την Ηρακλεόπολη της Κάτω Αιγύπτου και επανένωσε την Αίγυπτο υπό την εξουσία ενός και μόνο ηγεμόνα. Αυτό το γεγονός εισήγαγε την Αίγυπτο σε μια περίοδο μεγάλης ευημερίας, γνωστής ως Μέσο βασίλειο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kathryn A. Bard, An Introduction to the Archaeology of Ancient Egypt (Malden: Blackwell Publishing, 2008), 41.
  2. Sir Alan Gardiner, Egypt of the Pharaohs (Oxford: Oxford University Press, 1961), 107-109.
  3. James Henry Breasted, Ph.D., A History of the Ancient Egyptians (New York: Charles Scribner’s Sons, 1923), 133.
  4. Kinnaer, Jacques. «The First Intermediate Period». The Ancient Egypt Site. http://www.saylor.org/site/wp-content/uploads/2011/09/1st-Intermediate-Period_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 4 April 2012. 
  5. Sir Alan Gardiner, Egypt of the Pharaohs (Oxford: Oxford University Press, 1961), 110.
  6. Rothe, et al., Pharaonic Inscriptions From the Southern Eastern Desert of Egypt, Eisenbrauns, 2008 http://books.google.com/books?id=L-kijfFNiiMC&printsec=frontcover#v=onepage&q&f=false
  7. James Henry Breasted, Ph.D., A History of the Ancient Egyptians (New York: Charles Scribner’s Sons, 1923), 117-118.
  8. Jaromir Malek, Egyptian Art (London: Phaidon Press Limited, 1999), 155
  9. 9,0 9,1 Sir Alan Gardiner, Egypt of the Pharaohs (Oxford: Oxford University Press, 1961), 107.
  10. James Henry Breasted, Ph.D., A History of the Ancient Egyptians (New York: Charles Scribner’s Sons, 1923), 133-134.
  11. James Baikie, D.D., F.R.A.S., A History of Egypt: From the Earliest Times to the End of the XVIIIth Dynasty (New York: The Macmillan Company, 1929), 218.
  12. Kathryn A. Bard, An Introduction to the Archaeology of Ancient Egypt (Malden: Blackwell Publishing, 2008), 163.
  13. James Baikie, D.D., F.R.A.S., A History of Egypt: From the Earliest Times to the End of the XVIIIth Dynasty (New York: The Macmillan Company, 1929), 222.
  14. 14,0 14,1 James Henry Breasted, Ph.D., A History of the Ancient Egyptians (New York: Charles Scribner’s Sons, 1923), 134.
  15. James Baikie, D.D., F.R.A.S., A History of Egypt: From the Earliest Times to the End of the XVIIIth Dynasty (New York: The Macmillan Company, 1929), 224.
  16. James Baikie, D.D., F.R.A.S., A History of Egypt: From the Earliest Times to the End of the XVIIIth Dynasty (New York: The Macmillan Company, 1929), 221.
  17. James Henry Breasted, Ph.D., A History of the Ancient Egyptians (New York: Charles Scribner’s Sons, 1923), 135.
  18. James Baikie, D.D., F.R.A.S., A History of Egypt: From the Earliest Times to the End of the XVIIIth Dynasty (New York: The Macmillan Company, 1929), 245.
  19. 19,0 19,1 James Henry Breasted, Ph.D., A History of the Ancient Egyptians (New York: Charles Scribner's Sons, 1923), 136.
  20. Kathryn A. Bard, An Introduction to the Archaeology of Ancient Egypt (Malden: Blackwell Publishing, 2008), 174-175.
  21. Gregory Mumford, Tell Ras Budran (Site 345): Defining Egypt's Eastern Frontier and Mining Operations in South Sinai during the Late Old Kingdom (Early EB IV/MB I), Bulletin of the American Schools of Oriental Research, No. 342 (May, 2006), pp. 13-67, The American Schools of Oriental Research. Article Stable URL: [1]
  22. Jaromir Malek, Egyptian Art (London: Phaidon Press Limited, 1999), 159.
  23. Jaromir Malek, Egyptian Art (London: Phaidon Press Limited, 1999), 160-161.
  24. Jaromir Malek, Egyptian Art (London: Phaidon Press Limited, 1999), 156.
  25. Jaromir Malek, Egyptian Art (London: Phaidon Press Limited, 1999), 161.
  26. Jaromir Malek, Egyptian Art (London: Phaidon Press Limited, 1999), 162.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα First Intermediate Period of Egypt της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).