Μεντουχοτέπ B΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νεμπχεπετρά
Μεντουχοτέπ Β΄
Montouhotep II.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 2080 π.Χ. περίπου
Θάνατος 2000 π.Χ. περίπου
Τόπος ταφής Ντέιρ ελ-Μπαχάρι
Χώρα πολιτογράφησης Αρχαία Αίγυπτος
Πληροφορίες ασχολίας
Γνωστός για Ιδρυτής του Μέσου Βασιλείου
Προκάτοχος Ιντέφ Γ΄
Διάδοχος Μεντουχοτέπ Γ΄
Οικογένεια
Σύζυγος Νεφερού
Τεμ
Σαντέ
Κεμζίτ
Ασαγιέτ
Καουίτ
Χενχενέτ
Γονείς Ιντέφ Γ΄ και Iah
Οικογένεια Ενδέκατη δυναστεία Φαραώ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Φαραώ
Θυρεός
Double crown.svg
Σημειώσεις
Επανένωσε την Άνω και Κάτω Αίγυπτο

Ο Μεντουχοτέπ Β΄ (Mentuhotep, Montuhotep, Montouhotep), ήταν ένας αρχαίος Αιγύπτιος Φαραώ της 11ης Δυναστείας (2125 - 1985 π.Χ.), που βασίλευσε μεταξύ 2055 - 2004 π.Χ. Είναι ο ιδρυτής του Μέσου Βασιλείου (2055-1650 π.Χ.) και αυτός που κατάφερε να ενώσει και πάλι την Άνω και την Κάτω Αίγυπτο.

Η βασιλεία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον "Κανόνα του Τορίνο" είναι γνωστό ότι βασίλευσε επί 51 συναπτά έτη[1] και από τη μακρά διάρκεια της βασιλείας του συμπεραίνεται ότι ανέβηκε στον θρόνο σε νεαρή ηλικία.

Ανάγλυφο σε βράχο στο Wadi Shatt el-Rigal, κοντά στο Gebel el-Silsila, με την γιγάντια μορφή του Μεντουχοτέπ Β΄ και τις μικρότερες μορφές της βασίλισσας Iah (αριστερά) και (δεξιά) του Ιντέφ Γ΄ και του θησαυροφύλακα Χετί.

Πολλοί Αιγυπτιολόγοι επί σειρά ετών θεωρούσαν βέβαιο ότι ο Ιντέφ Γ' ήταν ο πατέρας του Μεντουχοτέπ Β'. Σημαντική ένδειξη για αυτό αποτελούσαν οι ανάγλυφες παραστάσεις σε βράχους στους λόφους του Wadi Shatt el-Rigal, 8 χιλιόμετρα βόρεια του Gebel el-Silsila, όπου απεικονίζεται ο Μεντουχοτέπ Β' ως η ψηλότερη μορφή που ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλες μικρότερες. Οι μικρότερες ανδρικές μορφές συνοδεύονται από επιγραφές οι οποίες τις κατονομάζουν ως "βασιλιάς Ιντέφ". Αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο προκάτοχος του Μεντουχοτέπ Β' στον θρόνο, Ιντέφ Γ', ήταν και πατέρας του. Η υπόθεση αυτή όμως αμφισβητείται, και δεν θα αποτελούσε έκπληξη να φανεί ότι ο Μεντουχοτέπ Β΄ δεν ήταν γιός βασιλιά ή ότι τα γλυπτά έγιναν για προπαγανδιστικούς λόγους, για να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στους ισχυρισμούς των ηγεμόνων της Ηρακλεόπολης ότι ανήκαν στον "Οίκο του Χετί". Υπάρχουν διάφορα σκοτεινά σημεία που περιθέουν την πραγματική καταγωγή του Φαραώ Μεντουχοτέπ Β', την τριπλή αλλαγή των τίτλων του και τις συχνές προσπάθειές του να υποστηρίζει ότι κατάγεται από διάφορους θεούς.[2]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επανένωση της Αιγύπτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναδιοργάνωση και διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάρκεια της Πρώτης Ενδιάμεσης Περιόδου και μέχρι τον φαραώ Μεντουχοτέπ Β΄, οι νομάρχες της Αιγύπτου είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους σημαντική δύναμη. Το αξίωμά τους είχε γίνει κληρονομικό στη διάρκεια της 6ης Δυναστείας και η κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας τους είχε εξασφαλίσει απόλυτη ελευθερία στην έγγεια ιδιοκτησία τους. Μετά όμως την ενοποίηση της Αιγύπτου, ο Μεντουχοτέπ Β΄ εισήγαγε ένα αυστηρά συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης, ενδυναμώνοντας την βασιλική εξουσία με τη δημιουργία του αξιώματος του Διοικητή της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, που ήλεγχε τους τοπικούς νομάρχες. Ο Μεντουχοτέπ βασίστηκε επίσης σε μία κινητή μορφή εξουσίας αξιωματούχων της αυλής, ο οποίοι περιφέρονταν σε όλη την Αίγυπτο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και ασκούσαν επιπλέον έλεγχο στο έργο των νομαρχών. Εν κατακλείδι, οι νομάρχες που στήριζαν την 10η Δυναστεία, όπως ο διοικητής της Ασιούτ, είναι βέβαιο ότι έχασαν δύναμη προς όφελος του βασιλιά. Εντωμεταξύ, ο Μεντουχοτέπ Β΄ ξεκίνησε μία εντατική προσπάθεια θεοποίησής του δίνοντας έμφαση στη θεϊκή φύση των φαραώ.[2]

Η Νεφερού, κύρια βασιλική σύζυγος του Μεντουχοτέπ Β΄, όπως απεικονίζεται σε ανάγλυφο που προέρχεται από τον τάφο της. Κουβαλά σκίαστρο. Τα τονισμένα χαρακτηριστικά προσώπου είναι μέρος του καλλιτεχνικού στυλ των Θηβαίων τεχνιτών.

Η οικογένειά του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεωρείται πως ήταν γιός του βασιλιά Ιντέφ Γ΄ (Intef III) και της Ιάχ (Iah). Στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο Μεντουχοτέπ Γ΄ που από πολλούς μελετητές ταυτίζεται με τον γιό του.

Ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές για τον δεύτερο διάδοχο και συνονόματό του, Μεντουχοτέπ, ο οποίος δεν αναφέρεται καν στις μεταγενέστερες λίστες βασιλέων.[3]

Λεπτομέρεια από την διακόσμηση της σαρκοφάγου της Καουίτ, την οποία ανακάλυψε ο Ε. Ναβίλ. Απεικονίζεται η Καουίτ σε σκηνή καλλωπισμού, με τη βοήθεια των ακολούθων της. Μουσείο Καΐρου.

Σύμφωνα με τον Αιγυπτιολόγο G. Callender, η Νεφερού (Neferu) και η Τεμ (Tem) ήταν βασίλισσες, σύζυγοι του Μεντουχοτέπ Β΄. Ενταφιάστηκαν σε υπόγειους λαξευτούς τάφους, μέσα στο νεκρικό συγκρότημά του. O τάφος της Τεμ βρέθηκε στην πίσω (δυτική) αυλή, και της Νεφερού στην κύρια (ανατολική) αυλή. Στο δυτικό τμήμα του τεμένους του Μεντουχοτέπ Β' βρέθηκαν τάφοι που ανήκουν σε πέντε ακόμη γυναίκες και ένα παιδί. Οι τέσσερις από αυτές φέρουν τον τίτλο "βασιλική σύζυγος". Η μεγαλύτερη σε ηλικία ήταν η Ασαγιέτ (Ashayet), μόλις 22 ετών. Ένας από τους τάφους, που δεν έφεραν την ένδειξη "σύζυγος", ανήκε στην Μαήτ, ένα πεντάχρονο παιδί. Για τον ρόλο αυτών των ήσσονος σημασίας συζύγων υπάρχουν αμφιβολίες. Φαίνεται πως οι γυναίκες αυτές δεν βρίσκονταν στην ίδια υψηλή θέση με τις βασίλισσες Νεφερού και Τεμ. Θεωρείται πως ίσως ήταν κόρες ευγενών, οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του βασιλιά. Το γεγονός όμως ότι οι περισσότερες από αυτές συνοδεύονταν από επιγραφές που τις προσδιόριζε ως "ιέρειες της Άθωρ", οδήγησε στη σύνδεσή τους με την θεά Άθωρ που λατρευόταν μέσα στο βασιλικό νεκρικό ναό. Εικάζεται επίσης ότι, καθώς οι ταφές των νεαρών αυτών γυναικών και του παιδιού ήταν κατά έναν αινιγματικό τρόπο σύγχρονες μεταξύ τους, ίσως να πέθαναν ταυτόχρονα εξαιτίας κάποιας καταστροφής. Οι ταφές χρονολογούνται την εποχή που θεμελιώθηκε ο ναός, οπότε εγκαινιάστηκε η νέα αυτή βασιλική νεκρόπολη στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι.[2]

Τα ονόματα άλλων γυναικών που ταυτίζονται με "συζύγους" του φαραώ και βρέθηκαν ενταφιασμένες στο νεκρικό του μνημείο είναι Χενχενέτ (Henhenet), Καουίτ (Kawit), Κεμζίτ (Kemsit) και Σαντέ (Sadeh).

Ο Ε. Ναβίλ το 1907 ανακάλυψε την σαρκοφάγο της Καουίτ.

Το 1921 ο Χ. Ουίνλοκ ανακάλυψε την ταφή της μικρής Μαήτ.[4]

Στις συζύγους του Μεντουχοτέπ Β' που ενταφιάστηκαν στον νεκρικό ναό του (εκτός από την Νεφερού και την Τεμ) αποδίδεται Νουβική καταγωγή, επειδή απεικονίζονται με τα φυσικά χαρακτηριστικά των Νούβιων, όπως το σκούρο δέρμα[5] και η χαρακτηριστική κόμμωση.

Κάτοψη του νεκρικού συγκροτήματος του Μεντουχοτέπ Β΄ (αριστερά) στο Ντέρι ελ-Μπαχάρι, δίπλα στις κατόψεις των ναών της Χατσεψούτ (δεξιά) και του Τούθμωση Γ΄ (ψηλά, κέντρο), οι οποίοι κτίστηκαν περίπου 500 χρόνια αργότερα.

Ιδρυτής του Μέσου Βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαιό Βασίλειο ήταν μία περίοδος ακμής για την Αίγυπτο, κάτι που αντικατοπτρίζεται ακόμη και σήμερα στα μνημεία της περιόδου, όπως για παράδειγμα στις Πυραμίδες της Γκίζας.

Στην 1η Ενδιάμεση Περίοδο (2160 - 2055 π.Χ.) η οποία ακολούθησε, η κατάσταση άλλαξε εξαιτίας κάποιας σοβαρής κλιματικής αλλαγής που παρουσιάστηκε γύρω στο 2200 π.Χ. Η έλλειψη βροχοπτώσεων οδήγησε στη μείωση της στάθμης των υδάτων του Νείλου. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις περιορίστηκαν και η αγροτική παραγωγή μειώθηκε. Η σιτοδεία που επήλθε προκάλεσε κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Ήταν μία περίοδος κρίσης κατά την οποία η Αίγυπτος διασπάστηκε σε διάφορα μικρά βασίλεια. Μεταξύ των τοπικών αρχόντων επικρατούσε επεκτατικός ανταγωνισμός και πολεμικές συγκρούσεις. Παράλληλα με τα εσωτερικά προβλήματα, η Αίγυπτος απειλούταν την ίδια περίοδο από τις ληστρικές επιδρομές των Νουβίων και των Λίβυων, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την αδυναμία της. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σταδιακά δύο μεγάλα κέντρα εξουσίας: η Ηρακλεόπολη στη βόρεια (ή Κάτω) Αίγυπτο και οι Θήβες στη νότια (ή Άνω) Αίγυπτο που το καθένα επεδίωκε να επικρατήσει σε όλη την Αίγυπτο. Οι πρώτοι βασιλείς της 11ης Δυναστείας στις Θήβες (2125-2055 π.Χ.), κατέβαλαν προσπάθειες να επεκταθούν προς βορρά. Ο Μεντουχοτέπ Β΄ ο οποίος τους διαδέχτηκε ήταν εκείνος που τελικά κατόρθωσε να ενώσει και πάλι τη βόρεια και τη νότια Αίγυπτο και να εγκαινιάσει μία νέα περίοδο σταθερότητας και ακμής, αυτήν του Μέσου Βασιλείου. Κατάφερε να καταστείλει τις επεκτατικές διαθέσεις των τοπικών ηγεμόνων, περιορίζοντας την ισχύ τους και να θέσει υπό έλεγχο τους εξωτερικούς εχθρούς, την Νουβία στο νότο και την Λιβύη στα δυτικά.[6]

Για αυτούς τους λόγους ο Μεντουχοτέπ Β' θεωρείται ένας ιδιαίτερα σημαντικός Φαραώ, μία εξέχουσα προσωπικότητα, η προσφορά του οποίου είχε αναγνωριστεί και από τους συγχρόνους του οι οποίοι τον τιμούσαν για το έργο του.[7]

Το Διπλό Στέμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από την Προ-Δυναστική περίοδο της Αιγύπτου, το "Λευκό Στέμμα" ήταν σύμβολο των βασιλέων της Άνω Αιγύπτου στο νότο, ενώ το "Κόκκινο Στέμμα" φορούσαν όσοι εξουσίαζαν τον βορρά, στην Κάτω Αίγυπτο. Ο Φαραώ που ένωσε για πρώτη φορά την Άνω και την Κάτω Αίγυπτο ήταν ο Σκορπιός ή ο Νάρμερ (ή ο Μήνης), στην Πρώιμη Δυναστική Περίοδο (3100 – 2686 π.Χ). Ο πρώτος αυτός Φαραώ απεικονίστηκε στα έργα τέχνης της περιόδου να φορά το Λευκό και το Ερυθρό στέμμα. Από τότε στην εικονογραφία οι ηγεμόνες του ενιαίου βασιλείου της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου παρουσιάζονταν φορώντας έναν τύπο στέμματος που συνδυάζει το Λευκό και το Ερυθρό, το λεγόμενο "Διπλό Στέμμα" της Αιγύπτου.[6]

Το Διπλό Στέμμα της Αιγύπτου είναι γνωστό ως ψχεντ.

Ο Μεντουχοτέπ Β', απεικονίζεται με το Λευκό Στέμμα ως ηγεμόνας της Άνω Αιγύπτου[8], με το Διπλό Στέμμα ως ενοποιητής των δύο γεωγραφικών περιοχών,[9] αλλά και με το Ερυθρό Στέμμα της Κάτω Αιγύπτου.

Τα ονόματα και οι φαραωνικοί τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάγλυφο που προέρχεται από το ναό του Μοντού στο Tod (Καρνάκ). Aπεικονίζεται η τρίτη τιτλοφορία του Μεντουχοτέπ Β΄.

Ο Μεντουχοτέπ Β΄, όπως συνήθιζαν οι Φαραώ, είχε πέντε βασικά ονόματα και τιμητικούς τίτλους, το καθένα με τη δική του σημασία. Οι τίτλοι του φανερώνουν την επιθυμία του να συνδεθεί με τις παραδόσεις του Παλαιού Βασιλείου και να γνωστοποιήσει την καταγωγή του, αλλά και να διακηρύξει την κυριαρχία του σε Άνω και Κάτω Αίγυπτο.

"Μεντουχοτέπ" ήταν το προσωπικό (κύριο) όνομά του, αυτό που του δόθηκε μόλις γεννήθηκε, και το οποίο στα ιερογλυφικά αποδίδεται ως "Mn-ṯw-ḥtp", με λατινικούς χαρακτήρες "Mentuhotep", που σημαίνει "Ο Μοντού είναι ικανοποιημένος".

Ο Μεντουχοτέπ Β' αναφέρεται κάποιες φορές και με ένα δεύτερο κύριο όνομα, το οποίο επίσης υποδηλώνει τη διάθεσή του να συνδεθεί με τους πρώτους Φαραώ της Αιγύπτου. Στα ιερογλυφικά το όνομα αυτό είναι "s3 Hw.t-Hr nb(.t) iwn.t mnTw-Htp" και σημαίνει "Μεντουχοτέπ, ο γιός της Άθωρ, της κυρίας των Δένδερων".

"Νεμπχεπέτρε" ήταν το Όνομα Θρόνου που συνόδευε το κύριο όνομά του όσο ήταν Φαραώ. Στα ιερογλυφικά αποδίδεται ως "Nb-ḥ3pt-R῾", σε λατινική/ αγγλική απόδοση "Nebhepetre/ Νebhepetra", που αναλύεται ως "Neb - hapet - Re" και σημαίνει "Ο Άρχοντας του Πηδαλίου του Ρα".

Ένας ακόμη τίτλος που χαρακτήριζε τους Φαραώ ήταν το "Όνομα Νέμπτι" το οποίο παρέπεμπε στις λεγόμενες "εραλδικές" θεότητες της Άνω και Κάτω Αιγύπτου. Αυτές ήταν η Νεκχεμπέτ που προστάτευε την Άνω Αίγυπτο και είχε ως σύμβολό της τον γύπα και η Ουατζέτ, προστάτιδα θεά της Κάτω Αιγύπτου, που είχε ως σύμβολό της την κόμπρα. Τα ονόματα Νέμπτι του Μεντουχοτέπ Β' ήταν δύο στη διάρκεια της βασιλείας του. Το πρώτο "Nṯrj-ḥḏt" που μεταφράζεται ως "Θεϊκός αυτός με το Λευκό Στέμμα" και το δεύτερο "Šm3-t3.w(j)" που σημαίνει "Αυτός που ενώνει τις δύο χώρες".

Αναπαράσταση (τομή) του νεκρικού ναού του Μεντουχοτέπ Β΄ στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, σχεδιασμένη από τον Εντουάρ Ναβίλ.

Το "Χρυσό Όνομα Ώρου" που είχαν οι Αιγύπτιοι βασιλείς στα ιερογλυφικά περιλάμβανε την μορφή του γερακιού, του ιερού πτηνού που αντιπροσώπευε τον θεό Ώρο. Το γεράκι αυτό είναι καθισμένο επάνω στο σύμβολο για τον "χρυσό" ή βρίσκεται δίπλα σε αυτό. Μία εξήγηση για αυτό είναι ότι ο χρυσός συμβόλιζε για τους Αιγύπτιους την αιωνιότητα και η χρήση του μαζί με το φαραωνικό σύμβολο του γερακιού υποδήλωνε ότι ο Φαραώ θα ζει αιώνια. Στα ιερογλυφικά ο τίτλος του Χρυσού Ώρου για τον Μεντουχοτέπ Β' ήταν "Bjk-nbw-q3-šwtj" και σημαίνει "Το Χρυσό Γεράκι, αγέρωχο, με καταστόλιστα φτερά".

Ένα από τα σημαντικότερα και παλαιότερα ονόματα που έφερε ένας Φαραώ ήταν το "Όνομα Ώρου" (γνωστό και ως Σερέκχ). Ο Μεντουχοτέπ Β' είχε τρία ονόματα Ώρου στη διάρκεια της βασιλείας του. Στην αρχή ονομαζόταν "Αυτός που αναζωογονεί την καρδιά των δύο χωρών" (στα ιερογλυφικά S.ˁnḫ-ib-t3wy). Αργότερα, ονομάστηκε "Θεϊκός αυτός με το Λευκό Στέμμα" (Nṯrj-ḥḏt). Μετά την επανενοποίηση της Κάτω και Άνω Αιγύπτου σε βορρά και νότο, ονομαζόταν "Αυτός που ενώνει τις Δύο Χώρες" που στα ιερογλυφικά αποδίδεται ως Šm3-t3.w(j) και με αγγλική προφορά "Sematawy".[10][11]

Το Sematawy ήταν ένα όνομα το οποίο δήλωνε το κατόρθωμά του. Η ενοποίηση δεν ήταν απαραίτητα το αποτέλεσμα κάποιας στρατιωτικής νίκης, αλλά πιθανώς να ήταν ένας διαπραγματευτικός συμβιβασμός, μετά την προσάρτηση εδαφών της Κάτω Αιγύπτου. Η ενοποίηση φαίνεται ότι συντελέστηκε σταδιακά και για τον λόγο αυτό ο Μεντουχοτέπ άλλαξε κατ' επανάληψη το Όνομα του Ώρου του, ώστε να γνωστοποιεί τα κατορθώματά του. Υιοθέτησε τον τίτλο του "Ενοποιητή των Δύο Χωρών" με σχετική καθυστέρηση, μόλις στο 39ο έτος της βασιλείας του.[3]

Το οικοδομικό του πρόγραμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεντουχοτέπ Β΄ διέταξε την κατασκευή πολλών ναών, αλλά από αυτούς δεν επιβίωσαν παρά ελάχιστοι μόνο μέχρι σήμερα. Σε καλή κατάσταση διατηρήθηκε ένας νεκρικός ναός (The Mahat Chapel of Mentuhotep II[12]) που βρέθηκε το 2014 στην Άβυδο. Τα περισσότερα κατάλοιπα άλλων ναών βρίσκονται επίσης στην Άνω Αίγυπτο και συγκεκριμένα στην Άβυδο, το Ασουάν, το Tod, το Armant, το Gebelein, το Elkab, το Καρνάκ και τα Δένδερα.[13] Με αυτό το οικοδομικό πρόγραμμα, ο Μεντουχοτέπ Β΄ συνέχισε την παράδοση του παππού του, Ιντέφ Β΄, ο οποίος εγκαινίασε την ανέγερση μνημείων στα περιφερειακά ιερά της Άνω Αιγύπτου, μία συνήθεια που διατηρήθηκε σε όλη την διάρκεια του Μέσου Βασιλείου.[2]


Σχέδιο του νεκρικού ναού του Μεντουχοτέπ Β΄ στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, το οποίο δημιούργησε ο Ελβετός αρχαιολόγος Εντουάρ Ναβίλ που τον ανέσκαψε στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο νεκρικός ναός του Μεντουχουτέπ Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πιο φιλόδοξο και πρωτότυπο οικοδομικό έργο του Μεντουχοτέπ Β' είναι ο μεγάλος νεκρικός ναός του. Οι πολλές αρχιτεκτονικές καινοτομίες του σηματοδοτούν τη ρήξη με την αρχιτεκτονική παράδοση του Παλαιού Βασιλείου και τα συγκροτήματα των πυραμίδων, ενώ προαναγγέλουν τους νεκρικούς ναούς του Νέου Βασιλείου.[2] Ο νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ Β' υπήρξε δίχως αμφιβολία μία μέγιστη πηγή έμπνευσης για τους γειτονικούς ναούς της Χατσεψούτ και του Τούθμωση Γ' που κτίστηκαν 550 χρόνια αργότερα.

Παρά τη σημαντική οικοδομική δραστηριότητα του Μεντουχοτέπ Β΄, οι πιο μεγάλες και με βαθύτερο νόημα μεταρρυθμίσεις του δεν ήταν στον τομέα της αρχιτεκτονικής, αλλά στης θρησκείας. Πρώτον, στον νεκρικό ναό του για πρώτη φορά o βασιλιάς δεν γίνεται απλώς δέκτης προσφορών, αλλά παράλληλα θεσπίζει τελετουργίες αφιερωμένες στους θεούς (στην περίπτωση αυτή προς τον Άμωνα-Ρα).[14] Δεύτερον, στον νεκρικό ναό του Μεντουχοτέπ Β΄ ο Φαραώ ταυτίζεται με τον  Όσιρη, έναν θεό που λατρευόταν στις Θήβες και η σπουδαιότητά του μεγάλωσε από την περίοδο της 11ης Δυναστείας και έπειτα. Πραγματικά, στη διακόσμηση και τα βασιλικά αγάλματα του ναού δίνεται έμφαση στις υπερφυσικές "Οσίριες" ιδιότητες του νεκρού ηγεμόνα, μία ιδεολογία που είναι εμφανής και στα νεκρικά αγάλματα πολλών μεταγενέστερων φαραώ.[2][15]

Τέλος, το μεγαλύτερο μέρος της διακόσμησης του ναού είναι έργα ντόπιων καλλιτεχνών από την πρωτεύουσα, τις Θήβες. Αυτό αποδεικνύεται από την κυρίαρχη καλλιτεχνική τεχνοτροπία στο ναό, σύμφωνα με την οποία οι ανθρώπινες μορφές αναπαρίστανται με μεγάλα χείλη και μάτια και υπερβολικά λεπτά και χωρίς χάρη σώματα.[2] Αντιθέτως, στους κομψούς ναΐσκους των νεαρών συζύγων του Μεντουχοτέπ Β΄ υπάρχουν δείγματα εξαίρετων ανάγλυφων που αποτελούν έργα τεχνιτών από την Μέμφιδα οι οποίοι ερχόμενοι να εργαστούν στις Θήβες, μετέφεραν μαζί τους τις έντονες επιρροές που είχαν από τoυς κανόνες και τις συμβάσεις της τέχνης του Παλαιού Βασιλείου. Το φαινόμενο αυτό της διάσπασης των καλλιτεχνικών στυλ παρατηρείται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μεσολάβησε μεταξύ Παλαιού και Νέου Βασιλείου και προέκυψε ως άμεση συνέπεια του πολιτικού κατακερματισμού της χώρας.[2]

Ντέιρ ελ-Μπαχάρι: ο νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ Β΄ (δεξιά), δίπλα στον μεταγενέστερο ναό της Χατσεψούτ (αριστερά). Διακρίνονται τα ερείπια του ναού του Τούθμωση Γ΄ (κέντρο, ψηλά).

Η θέση του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός βρίσκεται στις παρειές των λόφων του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, στη δυτική όχθη του Νείλου, απέναντι από τις Θήβες. Είναι βέβαιο ότι η επιλογή της θέσης αυτής δεν ήταν τυχαία και ότι σχετίζεται με την καταγωγή των βασιλέων της 11ης Δυναστείας: οι προκάτοχοι του Μεντουχοτέπ Β΄ στον θηβαϊκό θρόνο ενταφιάστηκαν σε λαξευτούς τάφους με διάδρομο στo Ελ-Ταρίφ (Εl-Tarif) των δυτικών Θηβών. Ο αρχιτεκτονικός τύπος αυτού του τάφου ονομάζεται saff, αραβική λέξη που σημαίνει "σειρά".[2]

Οι τάφοι τύπου "saff" χαρακτηρίζονται από μία σειρά στύλων η οποία διαμορφώνεται στην πρόσοψη του λόφου στον οποίο λαξεύεται ο τάφος. Ο τύπος αυτός χρησιμοποιήθηκε στις δυτικές Θήβες από την Ύστερη περίοδο του Παλαιού Βασιλείου μέχρι και την 11η Δυναστεία.[3]

Ο νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ Β' δεν ακολούθησε πιστά αυτήν την παράδοση. Παρόλο που ορισμένα κατασκευαστικά του στοιχεία έχουν χρησιμοποιηθεί και στους τάφους των προκατόχων του, το δικό του νεκρικό συγκρότημα παρουσιάζει έναν σχεδιασμό γεμάτο καινοτομίες, οι οποίες απουσίαζαν από τους προγενέστερους βασιλικούς τύπους τάφων, τόσο των Θηβών και όσο και της Ηρακλεόπολης. Για αυτόν τον λόγο έχει δικαίως αναγνωριστεί ως το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικό δημιούργημα στη μεταβατική φάση μεταξύ του τέλους του Παλαιού Βασιλείου και της έναρξης της 12ης Δυναστείας. Αυτό το οικοδόμημα που ήταν έργο εμπνευσμένων τεχνιτών, ήταν το σύμβολο της ενοποίησης και της έναρξης μίας νέας εποχής και η πρώτη βασιλική κατασκευή που φανερά τόνισε τη λατρεία του Όσιρη – αντιστρέφοντας την θρησκευτική "εξομοίωση" μεταξύ της νεκρικής λατρείας των βασιλέων και των κοινών θνητών η οποία χαρακτήρισε την Πρώτη Ενδιάμεση Περίοδο. Σημαντικές καινοτομίες που χαρακτηρίζουν το ναό αυτό ήταν η χρήση των βαθμιδωτών πλατωμάτων και των υπερυψωμένων διαδρόμων που προστέθηκαν επάνω στον κεντρικό κορμό του κτηρίου. Στο σχέδιο του ναού συμπεριλαμβάνονταν δέντρα συκομουριές και αλμυρίκια που είχαν φυτευτεί μπροστά από το ναό. Ένας μακρύς κεκλιμένος διάδρομος, χωρίς στέγαση, οδηγούσε από το κατώτερο επίπεδο της εξωτερικής δεντροφυτεμένης αυλής στο ανώτερο πλάτωμα, όπου ήταν κτισμένος ο πυρήνας του ταφικού μνημείου. Η κατασκευή στο σύνολό της θύμιζε ένα βαθμιδωτό μασταμπά, το οποίο πιθανόν να είχε πυραμιδωτή (οξυξόρυφη) επίστεψη. Πίσω από το κεντρικό πυραμιδωτό οικοδόμημα, στο δυτικό τμήμα του συγκροτήματος, υπήρχε μία υπόστυλη αίθουσα που λειτουργούσε ως ιδιωτικός χώρος λατρείας. Εδώ βρέθηκαν ενταφιασμένες σχεδόν όλες οι σύζυγοι του φαραώ.[2]

Το Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, με τους νεκρικούς ναούς του Μεντουχοτέπ Β΄, της Χατσεψούτ και του Τούθμωση Γ΄

Ένας άλλος λόγος που οδήγησε τον φαραώ να επιλέξει το Ντέιρ ελ-Μπαχάρι για τη δημιουργία του νέου βασιλικού νεκροταφείου του είναι ότι ευθυγραμμίζεται με τον ιερό χώρο του Καρνάκ στην απέναντι όχθη του ποταμού Νείλου. Συγκεκριμένα, το άγαλμα του Άμωνα μεταφερόταν κάθε χρόνο στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι κατά τη διάρκεια της Όμορφης Γιορτής της Κοιλάδας (Beautiful Festival of the Valey), ένα γεγονός που ο φαραώ αντιλαμβανόταν ως ωφέλιμο για τη δική του νεκρική του λατρεία.[2] Συνεπώς, μέχρι την κατασκευή του Djeser-Djeseru της Χατσεψούτ, ο ναός του Μεντουχοτέπ Β΄ ήταν ο μοναδικός προορισμός για το ιερό ομοίωμα πλοίου μέσα στο οποίο μεταφερόταν το άγαλμα του θεού Όσιρη, στη διάρκεια της Γιορτής της Κοιλάδας.[14]

Ανακάλυψη και ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα ερείπια του ναού του Μεντουχοτέπ Β΄ ήταν εντελώς καλυμμένα από προσχώσεις. Συνεπώς, κανείς δεν τα είχε παρατηρήσει, παρότι ακριβώς δίπλα του διεξάγονταν ήδη εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες στο νεκρικό μνημείο Djeser-Djeseru της Χατσεψούτ. Αυτό γινόταν μέχρι το 1859, όταν ο Λόρδος Dufferin και οι συνεργάτες του Dr. Lorange και C.C. Graham, ξεκίνησαν την ανασκαφή της νοτιοδυτικής γωνίας της υπόστυλης αίθουσας στο δυτικότερο τμήμα του μνημείου. Καθαρίζοντας τον χώρο από τους τεράστιους όγκους ερειπίων δεν άργησαν να φέρουν στο φως τον συλημένο τάφο της βασίλισσας Τεμ, μίας από τις συζύγους του φαραώ Μεντουχοτέπ Β'. Αντιλαμβανόμενοι την σπουδαιότητα της θέσης, σταδιακά διερεύνησαν τον δρόμο προς το ιερό, όπου εντόπισαν τον γρανιτένιο βωμό του φαραώ. Το 1898, ο Χάουαρντ Κάρτερ ανακάλυψε την υπόγεια κρύπτη Bab el-Hosan[16] στον μπροστινό μεγάλο υπαίθριο χώρο του ναού. Στο εσωτερικό της βρήκε το διάσημο άγαλμα του ένθρονου Μεντουχοτέπ Β΄, με το χαρακτηριστικό μαύρο χρώμα.[9]

Μεταξύ 1903-1907, ήταν μία σημαντική ανασκαφική περίοδος υπό τη διεύθυνση του Ανρί Εντουάρ Ναβίλ, ο οποίος εργάστηκε για το Ίδρυμα Αιγυπτιακών Ερευνών (Egypt Exploration Fund). Ο Ναβίλ ήταν ο πρώτος που ανέλαβε τη συστηματική διερεύνηση του ναού. Λίγα χρόνια αργότερα, ξεκίνησαν οι ανασκαφές του Χέρμπερτ Ιούστις Ουίνλοκ που διήρκεσαν έως το 1931. Ο Ουίνλοκ επέκτεινε τις ανασκαφικές έρευνες στο ναό, με την χρηματοδότηση του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης. Παρά τις σημαντικές ανακαλύψεις του, τα συμπεράσματα των ερευνών του είναι  δημοσιευμένα απλώς με τη μορφή προκαταρτικών περιληπτικών αναφορών.[17] Από το 1967 έως το 1971 την περιοχή διερεύνησε ο Ντίτερ Άρνολντ με το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Ο Ντίτερ δημοσίευσε εκτενώς τα επιστημονικά συμπεράσματα των ανασκαφών του σε τρεις τόμους.[17]

Προσφορές εγκαινίων θεμελίωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέρμπερτ Ουίνλοκ στη διάρκεια των ανασκαφών του ανακάλυψε τέσσερις αποθέτες, έναν σε κάθε μία από τις τέσσερις γωνίες του κρηπιδώματος του ναού, οι οποίοι είχαν σκαφτεί στο έδαφος πριν από την ανοικοδόμησή του. Οι λάκκοι εξυπηρέτησαν το τελετουργικό των εγκαινίων θεμελίωσης του οικοδομήματος. Πραγματικά, όταν ο Ουίνλοκ τους ανακάλυψε περιείχαν ακόμη υπολείμματα από πολλές προσφορές: ένα κρανίο βοοειδούς, στάμνες και φιάλες γεμάτες με φρούτα, κριθάρι και ψωμί, και μία πλίνθο με το όνομα του Μεντουχοτέπ Β΄.[17][18]

Το 1970, οι συμπληρωματικές ανασκαφές του Ντίτερ Άρνολντ έφεραν στο φως περισσότερα τρόφιμα που είχαν εναποτεθεί στον τάφο ως προσφορές, όπως ψωμί και πλευρά βοοειδών, καθώς επίσης και κάποια χάλκινα αντικείμενα, ένα σκήπτρο από φαγεντιανή και υφασμάτινα σεντόνια. Στις γωνίες επτά υφασμάτων ήταν γραμμένο με ερυθρό μελάνι το όνομα του Μεντουχοτέπ Β΄ και στις γωνίες τριών ακόμη υφασμάτων το όνομα του Ιντέφ Β΄.[17]

Αρχιτεκτονική του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Mεντουχοτέπ Β' δεν έχει αναστηλωθεί στην εντυπωσιακή μορφή, το ύψος και τις διαστάσεις που κάποτε είχε, και για αυτό ίσως δεν είναι τόσο γνωστός όσο ο διπλανός του "πολυφωτογραφημένος" ναός της Χατσεψούτ, που είναι σχεδόν πλήρως αποκατεστημένος. Οι εμπνευσμένες και πολύ ενδιαφέρουσες αναπαραστάσεις του συγκροτήματος που σχεδίασε ο Ανρί Εντουάρ Ναβίλ βρίσκονται πολύ κοντά στην αρχική εικόνα του.

Το μνημείο συνδύαζε στοιχεία της αρχιτεκτονικής των Πυραμίδων του Παλαιού Βασιλείου και των λαξευτών τάφων της Άνω Αιγύπτου. Ένας υπόγειος διάδρομος οδηγούσε στον ταφικό θάλαμο του Μεντουχοτέπ, ο οποίος όμως βρέθηκε συλημένος.[6]

Ένα από τα αγάλματα του Μεντουχοτέπ Β΄, που στήθηκαν με αφορμή την επέτειο ανανέωσης της θητείας του, στην οδό που συνέδεε τον νεκρικό ναό του με τον ναό της Κοιλάδας. Φορά το Ερυθρό Στέμμα της Κάτω Αιγύπτου. Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στο νεκρικό συγκρότημα του Μεντουχοτέπ Β' ο τάφος του βασιλιά ενώνεται με τον νεκρικό ναό του. Αργότερα, στη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, οι τάφοι των Φαραώ χτίζονται στους απομονωμένους λόφους της Κοιλάδας των Βασιλέων και είναι καλά κρυμμένοι μέσα σε υπόγειους θαλάμους που λαξεύονται στο έδαφος, ενώ οι νεκρικοί ναοί τους ανοικοδομούνται μακριά από τους αυτούς, σε περίοπτο σημείο της Θηβαϊκής Νεκρόπολης, κατά μήκος της εύφορης πεδιάδας του Νείλου. Το εντυπωσιακό πολυεπίπεδο μνημείο του Μεντουχοτέπ Β' και ο σχεδιασμός του, ήταν μία εντελώς πρωτότυπη δημιουργία και δεν υπήρχε όμοιά του. Θα μπορούσε ίσως να συγκριθεί μόνο με τις Πυραμίδες του Παλαιού Βασιλείου.[19]

Ο ανυψωμένος δρόμος και η αυλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και τα νεκρικά συγκροτήματα του Παλαιού Βασιλείου, κατά παρόμοιο τρόπο και το νεκρικό μνημείο του Μεντουχοτέπ Β΄ συγκροτούταν από δύο ναούς: ο πρώτος ναός βρισκόταν στα υψώματα του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι και ο δεύτερος βρισκόταν ανατολικότερα, στην Κοιλάδα, χαμηλότερα και πιο κοντά στον Νείλο και τις καλλιεργούμενες εκτάσεις του. Οι δύο αυτοί ναοί ενώνονταν μεταξύ τους με έναν αστέγαστο δρόμο μήκους 1,2 χλμ. και πλάτους 46 μ. Ο δρόμος αυτός κατέληγε στην μεγάλη αυλή μπροστά από το κύριο ναό του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι.

Ο δρόμος ήταν ανθοστόλιστος σε όλο το μήκος του, καλυμμένος με έναν κήπο, όπου σε λάκκους γεμάτους με χώμα είχαν φυτευτεί δέντρα συκομουριάς και αλμυρίκια.[20] Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους αρχαιολογικά τεκμηριωμένους ιερούς κήπους της αρχαίας Αιγύπτου που είναι αρκετά γνωστοί ώστε να μπορεί κανείς να τους αναπαραστήσει στην αρχική μορφή τους.[21] Ένας τέτοιος κήπος, μέσα στην άγονη γη της Κοιλάδας, σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός χιλιομέτρου από τον Νείλο, θα απαιτούσε σίγουρα διαρκή φροντίδα και συντήρηση από πολλούς κηπουρούς, καθώς και ένα σύνθετο σύστημα άρδευσης.

Αριστερά και δεξιά της πομπικής οδού ήταν τοποθετημένα 22 τουλάχιστον αγάλματα του Μεντουχοτέπ Β΄, που στη νότια πλευρά του δρόμου φορούσαν το Λευκό Στέμμα (Hedjet) της Άνω Αιγύπτου και στη βόρεια πλευρά το Ερυθρό Στέμμα (Deshret) της Κάτω Αιγύπτου. Τα αγάλματα αυτά πιθανόν να προστέθηκαν στη διακόσμηση του ναού με αφορμή τον εορτασμό της λεγόμενης "Sed" Επετείου του Μεντουχοτέπ Β΄, κατά το 39ο έτος της βασιλείας του.[14] To "sed" ήταν μία τελετή ανανέωσης της βασιλείας των φαραώ.[3] Μερικά από τα αγάλματα αυτά που σώζονται χωρίς την κεφαλή και είναι κατασκευασμένα από αμμόλιθο, βρίσκονται ακόμη μέχρι σήμερα στην περιοχή αυτή. Ένα από αυτά ανακαλύφθηκε το 1921 στη διάρκεια των ανασκαφών του Χέρμπερτ Ουίνλοκ και σήμερα εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.[22]

O νεκρικός ναός του Μεντουχοτέπ Β΄ στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι όπως φαίνεται από ψηλά (από τα δυτικά)

Το μπροστινό μέρος του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δυτική άκρη του δρόμου βρίσκεται ο κυρίως νεκρικός ναός, αποτελούμενος από δύο μέρη. Το μπροστινό τμήμα του ναού είναι αφιερωμένο στον Μοντού-Ρα, μία θεότητα που προέκυψε από τη συγχώνευση του θεού Ήλιου-Ρα με την θηβαϊκή θεότητα του πολέμου, τον Μοντού, που λατρευόταν ιδιαιτέρως στη διάρκεια της 11ης Δυναστείας. Μία ράμπα που ευθυγραμμιζόταν με τον κεντρικό άξονα του ναού οδηγούσε στο ανώτερο επίπεδο. Η ράμπα που είναι σήμερα ορατή κατασκευάστηκε το 1905 από τον Εντουάρ Ναβίλ επάνω στα κατάλοιπα της αρχικής ράμπας, η οποία είναι ορατή μόνο σε δύο σημεία στις πλευρές των δύο κατώτερων στρωμάτων της ασβεστολιθικής επίστρωσης.[23] Στο ανατολικότερο μπροστινό τμήμα του ναού, και στις δύο πλευρές της ανηφορικής ράμπας, διαμορφώνονταν δύο στοές με διπλή σειρά τετραγωνισμένων στύλων, οι οποίες δίνουν στον ναό την όψη ενός τάφου τύπου "saff", του παραδοσιακού τύπου τάφου των ηγεμόνων της 11ης Δυναστείας που βασίλεψαν πριν από τον Μεντουχοτέπ Β΄.[23]

Στον όροφο του ναού, μία βάση 60μ. Χ 43μ. Χ 5μ. στήριζε την ανώτερη αίθουσα περιβάλλοντας ένα περιστύλιο και τον πυρήνα του οικοδομήματος. Το περιστύλιο, που διαχωρίζεται από την ανώτερη αίθουσα με έναν πλατύ τοίχο (πάχους 5 πήχεων), συγκροτείται συνολικά από 140 οκταγωνικούς κίονες οι οποίοι είναι διευθετημένοι σε τρεις παράλληλες σειρές (παρόμοια κιονοστοιχία υπάρχει και στον ναό του Ιντέφ Β' στο Καρνάκ). Από τους περισσότερους κίονες μόνο η βάση σώζεται και είναι ορατή σήμερα.[23]   

Η αυλή που περιβαλλόταν από το περιστύλιο καλύφθηκε πλήρως από την "καρδιά" του οικοδομήματος, που είναι μία συμπαγής κατασκευή με μήκος πλευράς 22μ. και ύψος που φθάνει τα 11μ. Το οικοδόμημα αυτό που βρίσκεται στον πυρήνα του νεκρικού συγκροτήματος, ανασκάφηκε το 1904 και 1905 από τον Εντουάρ Ναβίλ. Ο ίδιος στα σχέδιά του το αναπαριστά ως μία τετράγωνης κάτοψης κατασκευή που επιστέφεται από μία μικρή πυραμίδα, η οποία αναπαριστά το αρχέγονο όρος και πιθανώς να έμοιαζε με τα εποικοδομήματα των βασιλικών τάφων στην Άβυδο. Η πυραμιδωτή αναπαράσταση του Ε. Ναβίλ υποστηρίχθηκε και από τον Χ. Ι. Ουίνλοκ, αλλά αμφισβητήθηκε από τον Ν. Άρνολντ, σύμφωνα με την άποψη του οποίου δεν θα ήταν δυνατό, για κατασκευαστικούς λόγους, ο ναός να αντέξει το βάρος μίας πυραμίδας, ακόμα και αν αυτή η πυραμίδα ήταν μικρού μεγέθους όπως αυτή που πρότεινε ο Ε. Ναβίλ. Ο Ν. Άρνολντ αντιπρότεινε ότι το οικοδόμημα είχε αντί για πυραμιδωτή, επίπεδη στέγαση.[24]

Ο Μεντουχοτέπ Β΄ με το Λευκό Στέμμα της Άνω Αιγύπτου, όπως απεικονίζεται σε μία ανάγλυφη παράσταση, στον νεκρικό ναό του.

Το πίσω μέρος του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάτοψη του νεκρικού ναού του Μεντουχοτέπ Β΄ σχεδιασμένη από τον Εντουάρ Ναβίλ.

Στον χώρο πίσω από τον πυρήνα του οικοδομήματος βρισκόταν το κέντρο της λατρείας του θεοποιημένου βασιλιά. Το τμήμα αυτό ήταν λαξευμένο απευθείας μέσα στον βράχο. Αποτελούταν από μία υπαίθρια αυλή, μία υπόστυλη αίθουσα με 82 οκταγωνικούς κίονες και ένα ναΐσκο που στέγαζε το άγαλμα του βασιλιά Μεντουχοτέπ Β'.[14] Αυτό το μέρος του νεκρικού συγκροτήματος ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του Άμωνα-Ρα.

Η υπαίθρια αυλή πλαισιώνεται στη βόρεια και νότια πλευρά από μία σειρά πέντε κιόνων και στη ανατολική πλευρά ορίζεται από διπλή σειρά συνολικά 16 κιόνων. Στο κέντρο του υπαίθριου χώρου βρίσκεται ένας βαθύς διάδρομος που οδηγεί στον βασιλικό τάφο. Τα αρχαιολογικά ευρήματα αυτής της περιοχής του μνημείου περιλαμβάνουν έναν ασβεστολιθικό βωμό, μία στήλη από γρανίτη και έξι αγάλματα από γρανίτη του Σέσωστρη Γ΄ (Senusret III).[23] Στα δυτικά της αυλής βρίσκεται η υπόστυλη αίθουσα με τις δέκα σειρές κιόνων. Η κάθε σειρά αποτελείται από 8 κίονες και η πρόσοψη της στοάς πλαισιώνεται από δύο ακόμη κίονες "εν παραστάσι". Η υπόστυλη αίθουσα διαχωρίζεται από την αυλή με έναν τοίχο και, καθώς βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο, η πρόσβαση σε αυτήν γίνεται μέσω μίας μικρής ράμπας.[23]

Στο δυτικότερο τμήμα της υπόστυλης αίθουσας βρίσκεται το ιερότερο μέρος του νεκρικού συγκροτήματος, ένα ιερό αφιερωμένο στον Μεντουχοτέπ Β΄ και τον Άμωνα-Ρα που οδηγεί σε ένα μικρό σπηλαιώδη χώρο λατρείας, λαξευμένο στον βράχο (στα αγγλικά ονομάζεται speos από την αρχαιοελληνική λέξη σπέος που σημαίνει σπήλαιο, ή Rock-cut architecture). Το ίδιο το ιερό φιλοξενούσε ένα άγαλμα του Άμωνα-Ρα και περιβαλλόταν στις τρεις πλευρές από κτιστούς τοίχους, ενώ στη δυτική οριζόταν από τον ίδιο το λόφο. Οι εσωτερικές και εξωτερικές όψεις των τοίχων αυτών ήταν όλες διακοσμημένες με γραπτές επιγραφές (στα ιερογλυφικά) και έξεργες γλυπτές αναπαραστάσεις των βασιλέων και των θεών.[25] Σωζόμενα θραύσματα των αναγλύφων παρουσιάζουν τον θεοποιημένο βασιλιά περιστοιχισμένο από τις κύριες θεότητες της Άνω και Κάτω Αιγύπτου Νεκχεμπέτ, Σετ, Ώρο και Ουατζέτ, και μάλιστα στην ίδια κλίμακα με αυτόν.[25] Οι θεοί προσφέρουν στον φαραώ δέσμες από κλαδιά φοινικιάς που συμβολίζουν την αιώνια ζωή.

Στο παρακάτω απόσπασμα είναι έκδηλες οι ριζικές αλλαγές στη βασιλική ιδεολογία, σε σύγκριση με την περίοδο του Παλαιού Βασιλείου:

« Στο Παλαιό Βασίλειο, ο βασιλιάς ήταν ο άρχοντας του πυραμιδικού συγκροτήματος, […] τώρα υποβιβάστηκε σε ένα θνητό ηγεμόνα που εξαρτάται από την εύνοια των θεών. H αθανασία του δεν είναι πια ένα χαρακτηριστικό που κουβαλά εκ γενετής, αλλά είναι κάτι που πρέπει να του απονεμηθεί από τους θεούς. »[14]

Ο υπόγειος διάδρομος που οδηγεί στον ταφικό θάλαμο του Μενετουχοτέπ Β΄.

Ο Βασιλικός Τάφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην δυτική (πίσω) πλευρά του νεκρικού μνημείου όπου βρίσκεται η υπαίθρια αυλή, υπάρχει ένας υπόγειος κεντρικός μακρύς και ευθύς διάδρομος, μήκους 150μ., ο οποίος οδηγεί σε έναν υπόγειο ταφικό θάλαμο, που βρίσκεται σε 45μ. βάθος κάτω από την αυλή και ταυτίζεται αδιαμφισβήτητα με τον τάφο του βασιλιά Μεντουχοτέπ Β΄. Ο βασιλικός θάλαμος είναι επενδυμένος σε όλες τις επιφάνειες με ερυθρό γρανίτη και έχει οξύληκτη οροφή. Στο εσωτερικό του ήταν κτισμένος ένας αλαβάστρινος ναός σε μορφή Per-wer, το τυπικό ιερό της Άνω Αιγύπτου.[18] Η είσοδος του ναού κάποτε έφραζε με διπλή θύρα, που σήμερα δεν σώζεται. Περιείχε μία ξύλινη λάρνακα και αγγεία με καλλυντικές αλοιφές οι οποίες άφησαν αποτυπώματα στο δάπεδο. Ο τάφος συλήθηκε στην αρχαιότητα και τα περισσότερα από τα ταφικά δώρα που είχαν εναποτεθεί εδώ κλάπηκαν. Τα ελάχιστα κτερίσματα που απέμειναν είναι ένα σκήπτρο, αιχμές βελών και μία συλλογή ταφικών ομοιωμάτων μεταξύ των οποίων λέμβοι, σιταποθήκες και αρτοποιεία.[17]

Το άγαλμα του Μεντουχοτέπ Β΄ από το Bab el-Hosan. Φορά το διπλό στέμμα. Tα σταυρωμένα χέρια στο στήθος είναι η τυπική στάση που ταυτίζει τους φαραώ με τον θεό Όσιρη.

Η Πύλη του Ιππέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1900 ο Χάουαρντ Κάρτερ (Howard Carter) σκόνταψε τυχαία με το άλογό του επάνω στα ερείπια που έφραζαν την είσοδο ενός ορύγματος στον μεγάλο υπαίθριο χώρο της ανατολικής πλευράς, πριν από την ράμπα εισόδου στο ναό. Η είσοδος αυτή ονομάζεται από τότε Bab el-Hosan, δηλαδή Πύλη του Ιππέα. Ανασκάπτοντας το σημείο αυτό οδηγήθηκε σε έναν υπόγειο διάδρομο που κατέληγε σε έναν ημιτελή τάφο ή κενοτάφιο όπου ανακάλυψε ένα άγαλμα του Φαραώ Μεντουχοτέπ Β΄, ένθρονου, λαξευμένο σε ψαμμιτόλιθο και επιχρωματισμένο με σκούρα χρωστική ουσίαν. Ο Φαραώ φοράει το διπλό στέμμα της Άνω και Κάτω Αιγύπτου [9] και στέκεται σε στάση Όσιρη, με τα χέρια διπλωμένα.

Το Bab el-Hosan ανήκει στην εποχή που θεμελιώθηκε το νεκρικό μνημείο του Μεντουχοτέπ Β΄. Ο Ν. Άρνολντ θεωρεί ότι ο βασιλικός αυτός τάφος προοριζόταν για τον ίδιο τον Φαραώ, αλλά έμεινε ημιτελής και δεν χρησιμοποιήθηκε. Το άγαλμα του ένθρονου και με μακρύ επίσημο ένδυμα Μεντουχοτέπ Β΄, το οποίο βρέθηκε στο εσωτερικό αυτής της κατασκευής, έχει ασυνήθιστο μαύρο χρώμα "δέρματος", το οποίο αποτελεί μία από τις πολλές αναφορές στον θεό Όσιρη, που συμβολίζει τις αναζωογονητικές δυνάμεις του Μεντουχοτέπ Β΄,[2] ο οποίος επιθυμούσε και διεκδικούσε σθεναρά την αναγέννηση της ενωμένης Αιγύπτου.

Ο τάφος των στρατιωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουίνλοκ στη διάρκεια των ανασκαφών του στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι ανακάλυψε έναν λαξευτό τάφο (ΜΜΑ 507) στους βραχώδεις λόφους που βρίσκονται επάνω από το ταφικό μνημείο του Μεντουχοτέπ Β΄. Στον τάφο αυτό είχαν ενταφιαστεί εξήντα στρατιώτες, χωρίς να μουμιοποιηθούν. Ήταν τυλιγμένοι σε λινά σάβανα, διακοσμημένα με τη βασιλική δέλτο του Μεντουχοτέπ Β΄. Θεωρείται πως οι πολεμιστές αυτοί σκοτώθηκαν σε μάχη στην Ηρακλεόπολη, κατά την περίοδο της αντιπαλότητας μεταξύ της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, πριν την ενοποίηση.[26][2]

Οι αξιωματούχοι του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεντουχοτέπ Β' για να θέσει από την πρωτεύουσά του, τις Θήβες, υπό τον έλεγχό του το τεράστιο βασίλειο, καθώς και τους τελευταίους τοπικούς ηγεμόνες που είχαν απομείνει, επιστράτευσε έναν μεγάλο αριθμό από έμπιστους αξιωματούχους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν ντόπιοι.[2]

Αρκετές πληροφορίες είναι γνωστές για τρεις από τους ανώτατους αξιωματούχους του: τον Χετί (Khety ή Kheti) τον Μερού (Meru) και τον Μεκετρέ (Meketre ή Meketra). Πολύτιαςστοιχεία για αυτούς αντλούνται από τους τάφους τους, οι οποίοι βρέθηκαν στην Θηβαϊκή Νεκρόπολη. Ο τάφος του Μερού (ΤΤ240) βρέθηκε στο Ελ-Ασασίφ, του Χετί (ΤΤ311/ MMA 508) στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι και του Μεκετρέ (ΤΤ280) στο Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα.

Ο Χετί στο ανάγλυφο από το Wadi Shatt el-Rigal

Χετί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χετί ήταν πρόσωπο με μεγάλη επιρροή στη βασιλική αυλή. Ήταν υπεύθυνος της Βασιλικής Σφραγίδας. Απεικονίζεται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στα ανάγλυφα του Wadi Shatt el-Rigal και το όνομά του αναφέρεται επίσης στον νεκρικό ναό του φαραώ τον οποίο υπηρέτησε. Ο τάφος του (ΤΤ311/ ΜΜΑ508) ανακαλύφθηκε κοντά στον νεκρικό ναό του Μεντουχοτέπ Β', από τον Χ. Ουίνλοκ στις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Μουσείου. Αν και βρέθηκε αρκετά κατεστραμμένος, σώθηκαν δείγματα των ανάγλυφων διακοσμήσεών του. Τον διαδέχτηκε ο Μεκετρέ.[27]

Ο Χετί είχε ηγηθεί εκστρατειών στη Νουβία για τον βασιλιά Μεντουχοτέπ Β'. Υπήρξε επιτηρητής στο Σινά, ενώ στο Ασουάν ανέλαβε και εκτέλεσε διάφορες εργασίες. Υπηρέτησε επίσης και τον Ιντέφ Γ', ένα στοιχείο που για πολλά χρόνια θεωρούταν ως απόδειξη ότι ο Ιντέφ Γ' ήταν ο πατέρας του Μεντουχοτέπ Β'.[2]

Ξύλινο ταφικό ομοίωμα από τον τάφο (ΤΤ280) του Μεκετρέ που παριστάνει σκηνή καταμέτρησης βοδιών από τους βασιλικούς γραφείς υπό την εποπτεία του ίδιου του Μεκετρέ.

Μεκετρέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεκετρέ ήταν Σφραγιδοφύλακας και Ανώτατος Επιστάτης του Βασιλικού Οίκου. Εκτός από τον Μεντουχοτέπ Β' υπηρέτησε και τον διάδοχό του, Μεντουχοτέπ Γ'. Ο τάφος του (ΤΤ280) βρέθηκε στη θέση Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα και αρχικά ερευνήθηκε σε μικρή έκταση από τους Αιγυπτιολόγους Νταρεσί και Mοντ (1895, 1902). Συλήθηκε ήδη από τους αρχαίους χρόνους. Ο Χ. Ουίνλοκ ήταν αυτός που λίγα χρόνια αργότερα έκανε μία σημαντική και εντυπωσιακή ανακάλυψη, όταν έφερε στο φως έναν ασύλητο θάλαμο στο εσωτερικό του τάφου αυτού, ο οποίος περιείχε πολλά και διαφόρων ειδών ξύλινα πολύχρωμα ταφικά ομοιώματα, τα οποία κυρίως αναπαριστούν καθημερινές σκηνές και συνόδευαν τον Μεκετρέ ως κτερίσματα.[28]

Τμήμα της στήλης του Τορίνο από την Άβυδο, όπου απεικονίζεται ο ίδιος ο Μερού μπροστά σε ένα τραπέζι γεμάτο προσφορές.

Μερού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Μερού (Meru) υπηρέτησε τον Μεντουχοτέπ Β' με το υψηλό αξίωμα του Επιστάτη της Βασιλικής Σφραγίδας. Με αυτόν τον τίτλο αναφέρεται σε μία στήλη που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Τορίνο και χρονολογείται στην εποχή του Μεντουχοτέπ Β'. Η στήλη είναι διακοσμημένη με ανάγλυφες - γραπτές παραστάσεις και επιγραφές και είχε ανεγερθεί στην Άβυδο (stela Turin 1447[29]). Σε αυτήν απεικονίζεται ο ίδιος ο Μερού, ενώ αναφέρονται και τα ονόματα των γονιών του, Iku και Nebti.[30]

Η στήλη του Τορίνο[31] αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της επανενοποίησης της Άνω και Κάτω Αιγύπτου από τον Μεντουχοτέπ Β', καθώς σε αυτήν αναφέρεται χαρακτηριστικά:

« Ήταν ένα νέο καλό ξεκίνημα η στιγμή που ο Μοντού χάρισε και τις δύο χώρες στον Βασιλιά Νεμπχεπετρέ (Μεντουχοτέπ Β'). »[2]

Ο τάφος του Μερού (ΤΤ240) που λαξεύτηκε στους λόφους του Ελ-Ασασίφ είναι διακοσμημένος με επιγραφές από τα Πυραμιδικά Κείμενα και τα Κείμενα των Σαρκοφάγων. Ο Μερού είναι γνωστός και από τα ανάγλυφα του Wadi Shatt el-Rigal, όπου αναφέρεται ως Επιτηρητής των Ξένων Χωρών.[30]

Ο Μερού είχε τον τίτλο του Επιτηρητή της Ανατολικής Ερήμου και των Οάσεων, ένα πολύ σημαντικό αξίωμα, η σημασία του οποίου είχε αυξηθεί συγκριτικά με αυτήν που είχε κατά την περίοδο του Παλαιού Βασιλείου.[2]

Ο Χενενού όπως απεικονίζεται σε ένα ανάγλυφο που βρέθηκε στον τάφο του (ΤΤ313/ ΜΜΑ510) κοντά στο νεκρικό συγκρότημα του Μεντουχοτέπ Β΄.

Χενενού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις επιγραφές μίας στήλης που βρέθηκε μαζί με άλλες στον τάφο του Χενενού (Hannu, Henenu) στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, είναι γνωστό ότι το όνομα αυτό ταυτίζεται με έναν ακόμη ανώτατο αξιωματούχο του Μεντουχοτέπ Β'.[32] Ο τάφος του (ΜΜΑ510/ ΤΤ313) ανασκάφηκε αρχικά από τον Χ. Κάρτερ και έπειτα τον Χ. Ουίνλοκ. Όπως ο Χετί, έτσι κι αυτός είχε ενταφιαστεί στους λόφους που γειτνιάζουν με το βασιλικό νεκρικό συγκρότημα. [33] Οι λαξευτοί τάφοι του Χετί και του Χενενού βρίσκονται κοντά ο ένας στον άλλο.

O Χενενού έφερε διάφορους τίτλους και είχε ποικίλα καθήκοντα, μεταξύ αυτών και του Μεγάλου επιστάτη του βασιλικού Οίκου. Είναι γνωστό ότι ταξίδεψε μέχρι τον Λίβανο για να μεταφέρει από εκεί ξυλεία (κέδρο) για τον βασιλιά του.[2]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Ancient Egypt Site, 11th Dynasty.
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 2,15 2,16 2,17 Shaw, I., The Oxford History of Ancient Egypt, (2003), chapter 7 by Callender, G.: The Middle Kingdom Renaissance (c.2055-1650 BC), Oxford University Press, Oxford.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Mieroop, M. Van De, A History of Ancient Egypt, Wiley-Blackwell, Oxford (2011).
  4. Winlock, H. E., Excavations at Deir el-Bahri, 1911-31, New York The MacMillan Company, 1942. (Internet Archive, διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή)
  5. Wendrich, W., (2010), Egyptian Archaeology, Wiley-Blackwell, ISBN 978-1-4051-4988-4. (διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή στο Internet Archive)
  6. 6,0 6,1 6,2 Κοπανιάς, Κ., 2015, "Εισαγωγή στην Ιστορία και Αρχαιολογία της Εγγύς Ανατολής", Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιπος (Ελληνικά ηλεκτρονικά ακαδημαϊκά συγγράμματα), βιβλίο διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή (PDF).
  7. Roehrig, C.H., "Life Along the Nile: Three Egyptians of Ancient Thebes": The Metropolitan Museum of Art Bulletin, v. 60, no. 1 (Summer, 2002). (Διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή, PDF, στα αγγλικά)
  8. The Metropolitan Museum of New York, Relief of Nebhepetre Mentuhotep II and the Goddess Hathor,ca. 2010–2000 B.C.
  9. 9,0 9,1 9,2 Tripod.com, Egypt land of Eternity, Burial complex of Mentuhotep II - The Gate of the Horseman.
  10. Wikipedia, Mentuhotep II. (γερμανικό λήμμα)
  11. Wikipedia, Mentuhotep II (αγγλικό λήμμα)
  12. Luxor Times, Exclusive Full story: Mahat chapel of Nebhepetre Mentuhotep II discovered in Abydos by Egyptian archaeologists, July 2014.
  13. Grajetzki, W., The Middle Kingdom of Ancient Egypt: History, Archaeology and Society, (2006), London.
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 Arnold, D., Bell, L., Finnestad, R. B., Haeny, G., Shafer, B. E. (Editor), Temples of Ancient Egypt, pp.74-75, (1997), Cornell University Press; 2nd Revised edition, New York, ISBN 0-8014-3399-1.
  15. Αγάλματα Όσιρη.
  16. archaeowiki.org, Ανακάλυψη του Bab el-Hosan.
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 Arnold, D., Der Tempel des Könings Mentuhotep von Deir el-Bahari. Band I: Architektur und Deutung, Band II: Die Reliefs des Sanktuars, Band III: Die königlichen Beigaben, Verlag Philipp von Zabern, Mainz, 1974 & 1981.
  18. 18,0 18,1 Arnold, D., The Encyclopaedia of Ancient Egyptian Architecture, I.B. Tauris, 2003, ISBN 1-86064-465-1
  19. Osiris Net, Tombs of Ancient Egypt, The Temple of Montuhotep II at Deir el-Bahari.
  20. Winlock quote after Dieter Arnold, The Temple of Mentuhotep at Deir el Bahari 1979 p. 21ff
  21. Robichon-Varille quote after Dieter Arnold, The Temple of Mentuhotep at Deir el Bahari 1979 p. 21
  22. Kühn, T., Der königliche Tempel- und Grabbezirk Mentu-hotep II. in Deir el-Bahari, p. 21
  23. 23,0 23,1 23,2 23,3 23,4 Arnold, D., Mentuhotep vol. 1, pp. 11, 16f, 33, 34f.
  24. Dieter Arnold: Mentuhotep vol. 1, p. 27ff.; Dieter Arnold: Lexikon der Baukunst p. 159, and Höveler-Müller Am Anfang war Ägypten p. 142.
  25. 25,0 25,1 Arnold, D., Mentuhotep vol. 3, pp.15, 33f
  26. Winlock, H. E., The slain soldiers of Neb-hep-et-Rē'Mentu-hotpe. The Metropolitan Museum Digital collections.The Metropolitan Museum Digital collections. (Διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή, στα αγγλικά)
  27. Wikipedia, TT311, Tomb of Kheti.
  28. Βικιπαίδεια, Τάφος του Μεκετρέ στο Σεΐχ Αμπντ ελ-Κούρνα.
  29. Wikipedia, Meru (Vorsteher der Siegler)
  30. 30,0 30,1 Wikipedia, TT240, Meru overseer of the sealers.
  31. Μουσείο Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων του Τορίνο, Η στήλη του αξιωματούχου Μερού.
  32. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη, Στήλη του ανώτατου αξιωματούχου Χενενού.
  33. Middle Kingdom Theban Project, Tomb of Henenu (TT 313)


Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]