Ντέιρ ελ-Μεντίνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πηγή: αγγλικό λήμμα "Deir el-Medina"

Ντέιρ ελ-Μεντίνα
Egypte Deir el Medinah met tempel Hathor.JPG
Είδος οικισμός, Νεκρόπολη και αρχαιολογική θέση
Γεωγραφικές Συντεταγμένες 25°43′44″N 32°36′5″E
Διοικητική υπαγωγή Κυβερνείο Λούξορ
Χώρα Αίγυπτος

Το Ντέιρ ελ-Μεντίνα (αγγλικά: Deir el-Medina[1], Αιγυπτιακά Αραβικά: دير المدينة‎) είναι ένα χωριό της αρχαίας Αιγύπτου όπου ζούσαν οι εργάτες οι οποίοι δούλευαν στην κατασκευή των τάφων της Κοιλάδας των Βασιλέων στη διάρκεια του Νέου Βασιλείου της Αιγύπτου (περ. 1550–1080 π.Χ.), από την 18η έως την 20η δυναστεία.[2] Στην αρχαιότητα η θέση ονομαζόταν «Ο Τόπος της Αλήθειας» και οι εργάτες που κατοικούσαν εκεί αποκαλούνταν «Υπηρέτες στον Τόπο της Αλήθειας».[3] Στην αιγυπτιακή-αραβική γλώσσα η ονομασία Ντέιρ ελ-Μεντίνα («μοναστήρι της πόλης») προέρχεται από την εποχή του Εκχριστιανισμού, όταν ο ναός της θεάς Άθωρ μετατράπηκε σε εκκλησία.[4]

Άγαλμα του Κα (Kha) από τον άθικτο τάφο (TT8) του ίδιου και της συζύγου του, της Μερίτ (Μerit) που ζούσαν στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Ο Κα ήταν επιστάτης στις εργασίες κατασκευής των τάφων, την εποχή της 18ης δυναστείας. Μουσείο Τορίνο.

Το 1922, όταν τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Τάφο του Τουταγχαμών που ανακάλυψε ο Χάουαρντ Κάρτερ, μία ομάδα υπό την καθοδήγηση του Bernard Bruyère, ξεκίνησε να ανασκάπτει τη θέση Ντέιρ ελ-Μεντίνα.[5] Το αποτέλεσμα ήταν να έλθει στο φως μία θέση που σήμερα αποτελεί μία από τις πλέον λεπτομερώς τεκμηριωμένες καταγραφές κοινοτικής ζωής του αρχαίου κόσμου, με διάρκεια ζωής σχεδόν τετρακόσια χρόνια. Στον οικισμό αυτό η κοινωνική οργάνωση και οι σχέσεις, η εργασία και oι συνθήκες ζωής της κοινότητας μπορούν να μελετηθούν με τέτοια λεπτομέρεια που δεν υπάρχει αντίστοιχη συγκρίσιμη περίπτωση αρχαιολογικής θέσης.[6]

Το Ντέιρ ελ-Μεντίνα βρίσκεται στη δυτική όχθη του Νείλου, απέναντι από το σημερινό Λούξορ.[3] Το χωριό απλώνεται αμφιθεατρικά στο φυσικό τοπίο και συνδέεται με την Κοιλάδα των Βασιλέων στα βόρεια, τους νεκρικούς ναούς στα ανατολικά και νοτιοανατολικά και την Κοιλάδα των Βασιλισσών στα δυτικά, μέσω ενός δρόμου που μπορεί κανείς εύκολα να περπατήσει.[6] Είναι πιθανό ο οικισμός αυτός να κτίστηκε απομονωμένος από τον υπόλοιπο πληθυσμό ώστε να διαφυλαχθεί η μυστικότητα που απαιτεί η ευαίσθητη φύση της εργασίας στους χώρους ταφής.[7]

Ο Ρα φονεύει τον Απέπ (διακοσμητική παράσταση από τάφο στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα)

Ιστορικό των ανασκαφών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντική ήταν η ανακάλυψη ενός αριθμού παπύρων που βρέθηκαν το 1840 στην περιοχή του οικισμού, ενώ διάφορα άλλα αντικείμενα ανακαλύφθηκαν στην διάρκεια του 19ου αιώνα. Η πρώτη οργανωμένη ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Ερνέστο Σκιαπαρέλλι μεταξύ 1905-1909, η οποία έφερε στην επιφάνεια μεγάλες ποσότητες οστράκων[8]. Μία γαλλική αποστολή υπό τη διεύθυνση του Μπερνάρντ Μπρυγιέρ ανέσκαψε μεταξύ των ετών 1922-1951 ολόκληρη τη θέση, συμπεριλαμβανομένου του οικισμού, του χώρου απορριμμάτων και του νεκροταφείου. Δυστυχώς, σήμερα θεωρείται ότι εξαιτίας ελλιπούς ελέγχου, περισσότεροι από τους μισούς παπύρους που διασώθηκαν, αποσπάστηκαν εν αγνοία του επικεφαλής της ομάδας.[3] Σε ένα πηγάδι κοντά στο χωριό βρέθηκαν γύρω στα πέντε χιλιάδες όστρακα διαφόρων ειδών εμπορικών και λογοτεχνικών κειμένων.[7] O Γιαροσλάβ Τσέρνι, ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας του Μπρυγιέρ, μελέτησε αδιάκοπα τη θέση αυτή για περίπου πενήντα χρόνια, μέχρι το θάνατό του το 1970 και μπόρεσε να βρει τα ονόματα και να περιγράψει τις ζωές πολλών από τους κατοίκους.[9] Η κορυφή του λόφου που βρίσκεται επάνω από το χωριό άλλαξε ονομασία και αποκαλείται “Το βουνό Cernabru” προς τιμήν του έργου που προσέφεραν ο Τσέρνι και ο Μπρυγιέρ.[10]  

Αρχαιολογικά κατάλοιπα στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Τοποθεσία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.[11]

Το χωριό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρονολογούμενα κατάλοιπα της θέσης ανήκουν στην περίοδο βασιλείας του Τούθμωση Α΄ (περίπου 1506 – 1493 π.Χ.), ενώ ο οικισμός έλαβε την τελική μορφή του στην εποχή των Ραμσίδων. Στην περίοδο ακμής του περιείχε εξήντα οκτώ σπίτια διασκορπισμένα σε μία περιοχή συνολικής έκτασης 5.600 τ.μ., με έναν στενό δρόμο κατά μήκος του.[12] Η κύρια αυτή οδός του χωριού είναι πιθανό ότι ήταν στεγασμένη για να προστατεύει του κατοίκους από το εκτυφλωτικό φως και την έντονη ζέστη του ήλιου.[5] Το μέγεθος των κατοικιών ποίκιλε και κατά μέσο όρο καθεμία από αυτές καταλάμβανε έκταση 70 τ.μ. περίπου. Η ίδια κατασκευαστική μέθοδος είχε εφαρμοστεί σε όλες τις οικίες του χωριού. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι από ωμοπλίνθους που εδράζονταν σε λίθινη θεμελίωση. Οι τοιχοποιίες επιχρίονταν με λάσπη και στη συνέχεια ασβεστώνονταν στις εξωτερικές επιφάνειές τους. Ορισμένοι τοίχοι στο εσωτερικό των κτισμάτων ασβεστώνονταν μέχρι το ύψος του ενός μέτρου περίπου. Μία ξύλινη πόρτα στην πρόσοψη των σπιτιών πιθανόν να έφερε το όνομα των ιδιοκτητών τους.[12] Κάθε κατοικία αποτελούταν από τέσσερα έως πέντε δωμάτια, που περιλάμβαναν την είσοδο, τον κύριο χώρο διαμονής, δύο μικρότερα δωμάτια και κουζίνα με υπόγειο και σκάλα η οποία οδηγούσε στην οροφή. Για να προστατεύονται οι ένοικοι των κτισμάτων από την υπεριώδη ακτινοβολία, τα παράθυρα ανοίγονταν όσο το δυνατόν ψηλότερα στους τοίχους. Στον βασικό χώρο διαμονής διαμορφωνόταν μία πλινθόκτιστη βάση με σκαλοπάτια η οποία λειτουργούσε είτε ως οικιακό ιερό ή ως κρεβάτι τοκετού (λίκνο βρεφών).[2] Όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν στους τοίχους ειδικά διαμορφωμένες εσοχές όπου τοποθετούνταν αγάλματα, και μικρούς βωμούς.[13]

O τάφος ενός εργάτη στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα[14]

Οι τάφοι που κτίζονταν από τους κατοίκους της κοινότητας για ιδιωτική χρήση περιείχαν μικρά ιερά και ταφικούς θαλάμους που ήταν υπόγεια, λαξευμένα στον βράχο, και διακοσμούνταν με υπέργειες μικρές πυραμίδες.[15]

Ο τάφος ενός εργάτη στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα

Εξαιτίας της θέσης του οικισμού, οι συνθήκες διαβίωσης σε αυτόν δεν πρέπει να ήταν ευνοϊκές. Ο τειχισμένος οικισμός είχε το σχήμα της στενής κοιλάδας στην οποία ήταν κτισμένος, με τους ερημικούς λόφους που τον περικύκλωναν να αντανακλούν την θερμότητα του ηλιακού φωτός και τον λόφο Gurnet Murai στα βόρεια να "κόβει" το δροσερό αεράκι όπως και την θέα προς την εύφορη και καταπράσινη κοιλάδα του ποταμού Νείλου.[3] Το χωριό εγκαταλείφθηκε την εποχή μεταξύ 1110–1080 π.Χ., στη διάρκεια της βασιλείας του Ραμσή ΙΑ' ( ο τάφος του οποίου ήταν ο τελευταίος βασιλικός τάφος που κτίστηκε στην Κοιλάδα των Βασιλέων), εξαιτίας της αυξανόμενης απειλής των τυμβωρύχων, των Λιβυκών επιδρομών και της αστάθειας που προκαλούσε η εμφύλια έριδα.[4] Οι Πτολεμαίοι έκτισαν αργότερα έναν ναό αφιερωμένο στην Άθωρ στη θέση του αρχαίου ιερού της[16].[12]

Ιστορικά κείμενα του Ντέιρ ελ-Μεντίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όστρακο (λίθινο) του αναγλύφου του Καουί (Khawy), "Υπηρέτη στον Τόπο της Αλήθειας", όπως ονομάζονταν οι κάτοικοι του Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Μουσείο Petrie, Λονδίνο.

Τα σωζόμενα κείμενα περισσότερο καταγράφουν την καθημερινή ζωή παρά τις σημαντικές ιστορικές εξελίξεις. Τα προσωπικά γράμματα αποκαλύπτουν πολλά γύρω από τις κοινωνικές σχέσεις και την οικογενειακή ζωή των χωρικών. Η αρχαία οικονομία περιγράφεται σε αρχεία συναλλαγών που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις τιμές και τις ανταλλαγές. Τα αρχεία που αναφέρονται σε προσευχές και μαγικά ξόρκια φανερώνουν ότι επικρατούσαν οι συνήθεις θρησκευτικές αντιλήψεις, ενώ για τους ερευνητές των αρχαίων νόμων και κανονισμών τα αρχεία του Ντέιρ ελ-Μεντίνα προσφέρουν πλούσιο πληροφοριακό υλικό.[3] Σε αυτά τα αρχεία έχουν βρεθεί επίσης πολλές αναφορές στα πιο διάσημα έργα της Αρχαίας Αιγυπτιακής λογοτεχνίας.[3] Χιλιάδες πάπυροι και όστρακα αναμένουν τη δημοσίευσή τους.[12]

Η ζωή στο χωριό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγροτική σκηνή οργώματος από τον τάφο ΤΤ1 του Σενετζέμ (Sennedjem) στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα.

Στον οικισμό κατοικούσαν άνθρωποι ποικίλης καταγωγής, όπως Αιγύπτιοι, Νούβιοι, Ασιάτες, οι οποίοι προσλαμβάνονταν ως εργάτες (λιθοξόοι, σοβατζήδες, νερο-κουβαλητές και άλλες ειδικότητες), αλλά και άτομα που ασχολούνταν με την διοικητική οργάνωση και τη διακόσμηση των βασιλικών τάφων και ναών.[6] Οι χειρώνακτες για την κατασκευή των τάφων οργανώνονταν σε δύο ομάδες που καθεμιά είχε αντίθετο σημείο εκκίνησης και έναν προϊστάμενο που επέβλεπε την δουλειά τους.[2]

H ανθρωπόμορφη σαρκοφάγος του Nubnen από το Ντέιρ ελ-Μεντίνα (18η δυναστεία/ πρώιμη περίοδος). Εθνικό Μουσείο Βαρσοβίας

Για να έφθανε κάποιος ως το βασικό πηγάδι χρειαζόταν να περπατήσει τριάντα λεπτά και προκειμένου το χωριό να τροφοδοτείται κανονικά με νερό, απασχολούνταν εργάτες οι οποίοι διένυαν την απόσταση αυτή και μετέφεραν το νερό από το πηγάδι στον οικισμό. Όταν οι εργάτες δούλευαν στην κατασκευή των τάφων μέχρι αργά το βράδυ, διανυκτέρευαν σε έναν καταυλισμό που είχε θέα προς τον ναό της Χατσεψούτ (1479 – 1458 π.Χ. περίπου) που σώζεται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα σωζόμενα αρχεία οι εργάτες είχαν έτοιμο φαγητό, μαγειρεμένο στο σπίτι τους, που τους το έφερναν στην δουλειά από το χωριό.[5]

Όπως υπολογίζεται από την ανάλυση των σχετικών με τα εισοδήματα και τις τιμές πληροφοριών, οι εργάτες του Ντέιρ ελ-Μεντίνα χαρακτηρίζονται με τα σημερινά δεδομένα ως άτομα της μεσαίας τάξης. Ως μισθωτοί υπάλληλοι του βασιλείου της Αιγύπτου πληρώνονταν τμηματικά ένα ποσό που αναλογούσε περίπου στο τριπλάσιο του εισοδήματος όσων εργάζονταν στις αγροτικές καλλιέργειες. Υπήρχαν όμως και δευτερεύουσες εργασίες με τις οποίες οι κάτοικοι ασχολούνταν ευρέως, οι οποίες τους επέτρεπαν να συμπληρώνουν το εισόδημά τους.[3] Στις μεγάλες γιορτές όπως το Heb Sed, οι βασιλείς παρείχαν στους εργάτες των τάφων επιπλέον τροφή και νερό ώστε να δουλέψουν με περισσότερο ζήλο και να διακοσμήσουν τους τάφους πιο όμορφα.[17]

Κάθε εβδομάδα εργασίας αποτελούνταν από οκτώ εργάσιμες ημέρες ακολουθούμενες από δύο ημέρες αργίας, ενώ έξι ημέρες τον μήνα οι εργαζόμενοι δικαιούνταν επιπλέον συμπληρωματική άδεια για λόγους όπως συχνά ήταν η ασθένεια ή διάφοροι οικογενειακοί λόγοι ή, όπως αναφέρεται στα σωζόμενα αρχεία, εξαιτίας κάποιου καβγά με την σύζυγο ή λόγω πονοκέφαλου από μεθύσι.[2]

Στη διάρκεια της βασιλείας του Μερενπτά (1213–1203 π.Χ. περίπου), υπολογίζεται ότι συμπεριλαμβανομένων των ημερών που δεν εργάζονταν λόγω επίσημων εορτών, για τους εργάτες του Ντέιρ ελ-Μεντίνα πάνω από το ένα τρίτο κάθε έτους ήταν αργία.[10]

Διακοσμητική τοιχογραφία από τον τάφο του Σενετζέμ (Sennedjem) όπου απεικονίζεται σκηνή θερισμού.

Τις ημέρες που οι εργάτες του βασιλικών τάφων είχαν ρεπό, μπορούσαν να απασχολούνται στην προετοιμασία των δικών τους τάφων και καθώς οι τεχνίτες αυτοί ήταν μεταξύ των καλύτερων μαστόρων της αρχαίας Αιγύπτου οι οποίοι όχι μόνο έσκαβαν τα βαθιά ορύγματα των τάφων, αλλά εκτελούσαν και την διακόσμησή τους, θεωρείται πως οι τάφοι των ίδιων βρίσκονται ανάμεσα στους εντυπωσιακότερους της δυτικής όχθης.[2]

Ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων και γυναικών, είχαν βασικές γνώσεις ανάγνωσης και γραφής.[18]

Οι δουλειές των εργατών ήταν αξιοζήλευτες και θεωρούνταν τιμητικές, ενώ κληρονομούνταν από γενιά σε γενιά.[3]

Στις γραπτές πηγές του Ντέιρ ελ-Μεντίνα έχουν αποκρυπτογραφηθεί ερωτικά τραγούδια στα οποία παρουσιάζονται διάφορες πλευρές των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, όπως για παράδειγμα ήταν οι κοινωνικές συναντήσεις ανδρών και γυναικών για μπύρα.[3] Στους γάμους των Αιγυπτίων κατοίκων της κοινότητας επικρατούσε η μονογαμία, ενώ στα σωζόμενα αρχεία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία σχετικά με το γάμο και τις προετοιμασίες του.[3] Είναι επίσης γνωστό ότι η απόκτηση έξι, επτά ή ακόμη και δέκα παιδιών από ένα ζευγάρι, ήταν ένα φαινόμενο συνηθισμένο για τους κατοίκους του Ντέιρ ελ-Μεντίνα.[19]

Επίσης, δεν ήταν άγνωστοι σε αυτούς οι χωρισμοί, τα διαζύγια ή οι νέοι γάμοι μετά από χωρισμό. Ένα κείμενο πληροφορεί ότι η Merymaat ζητά να χωρίσει από τον σύζυγό της εξαιτίας της συμπεριφοράς της πεθεράς της. Στις περιπτώσεις που η σύζυγος ενός άνδρα δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει, νεαρές υπηρέτριες αναλάμβαναν να φέρουν στη ζωή τα παιδιά της οικογένειας, αναβαθμίζοντας με αυτό τον τρόπο την κοινωνική τους θέση και προωθώντας την ελευθερία τους.[20]

Οι κάτοικοι του χωριού μπορούσαν να μετακινούνται ελεύθερα εκτός των τειχών, αλλά για λόγους ασφαλείας δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε οποιονδήποτε, παρά μόνο σε αυτούς που είχαν σοβαρό επαγγελματικό λόγο.[5]

Οι γυναίκες και η ζωή στο χωριό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγεία που βρέθηκαν ως κτερίσματα στον τάφο της Μερίτ (ΤΤ8), τα οποία χρησιμοποιούσε για την περιποίησή της (Μουσείο Τορίνο)
Ο ναός της Άθωρ στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα

Τα αρχεία του Ντέιρ ελ-Μεντίνα αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για τον τρόπο ζωής των γυναικών κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου.[3]

Το βασίλειο παρείχε σε αυτές υπηρέτες για να τις βοηθούν στο άλεσμα των σιτηρών, αλλά και στο πλύσιμο. Οι γυναίκες των εργατών αναλάμβαναν την ανατροφή των παιδιών και ετοίμαζαν το ψωμί, το οποίο βρισκόταν στην κορυφή της διατροφικής πυραμίδας αυτών των κοινωνιών. Η πλειοψηφία των γυναικών που είχαν ένα συγκεκριμένο ιερό αξίωμα ενσωματωμένο στο όνομά τους, παντρεύονταν τους επιστάτες ή τους γραφείς, πρόσωπα με υψηλή κοινωνική θέση, και μπορούσαν να έχουν τον τίτλο της αοιδού (χορωδού) διατηρώντας επίσημες θέσεις στα τοπικά ιερά ή τους ναούς, ίσως και στους μεγάλους ναούς των Θηβών.[3]

Σύμφωνα με τον Αιγυπτιακό νόμο είχαν δικαιώματα περιουσίας και τίτλους ιδιοκτησίας, ενώ τους ανήκε επίσης το ένα τρίτο των συζυγικών εσόδων. Σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου του άνδρα, το ποσοστό αυτό μεταβιβαζόταν μόνο στις συζύγους, ενώ αν πέθαινε η ίδια πριν από τον άνδρα της, το ποσοστό αυτό θα μεταβιβαζόταν στους κληρονόμους της και σε καμία περίπτωση στον σύζυγό της.[21][22]

Η ζυθοποιία ήταν μία διαδικασία που κανονικά αναλάμβανε η Κυρία του Οίκου, παρόλο που και οι σύζυγοι-εργάτες ήταν υπεύθυνοι για την επίβλεψη της δραστηριότητας αυτής, ίσως ως μία νόμιμη δικαιολογία για να πάρουν ρεπό από την δουλειά τους.[18]

Νόμος και τάξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Μαάτ, η φτερωτή θεά της Δικαιοσύνης, της Αλήθειας και της Αρμονίας, όπως απεικονίζεται σε διακοσμητικό ανάγλυφο στον τάφο του Ραμσή Γ΄.
Η συνοικία των μαστόρων στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα

Οι εργάτες και οι οικογένειές τους δεν ήταν σκλάβοι, αλλά ελεύθεροι πολίτες και μπορούσαν να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη όταν χρειαζόταν. Γενικά, κάθε Αιγύπτιος μπορούσε να ζητήσει να έλθει σε επαφή με τον Ανώτατο Αξιωματούχο του βασιλιά και να απαιτήσει δίκη από τους ομοτίμους του.[3] Η κοινότητα είχε το δικό της δικαστήριο το οποίο συγκροτούσαν ένας προϊστάμενος, εκπρόσωποί του, εργάτες και ένας γραφέας. Αυτοί ήταν εξουσιοδοτημένοι να επιλύουν όλες τις διαφορές μεταξύ των μελών της κοινότητας και ορισμένες παραβάσεις που σχετίζονταν με υποθέσεις μη πληρωμής αγαθών ή υπηρεσιών. Οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να απολογηθούν και υπήρχαν δίκες που διαρκούσαν αρκετά χρόνια. Μία περίπτωση στην οποία εμπλεκόταν ο αρχηγός της χωροφυλακής διήρκεσε έντεκα χρόνια.[2] Ο ρόλος της τοπικής αστυνομίας (Medjay) ήταν η διαφύλαξη του νόμου και της τάξης, καθώς και ο έλεγχος της πρόσβασης στους τάφους της Κοιλάδας των Βασιλέων.[2] Μία από τις πιο διάσημες καταγεγραμμένες υποθέσεις σχετίζεται με τον Paneb, που ήταν γιός ενός επιστάτη και κατηγορήθηκε για τυμβωρυχία σε βασιλικούς τάφους, μοιχεία και διατάραξη του ήρεμου βίου της κοινότητας. Το αποτέλεσμα της δίκης δεν είναι γνωστό, αλλά στις σωζόμενες πηγές γίνεται λόγος για την εκτέλεση κάποιου επιστάτη των εργατών την εποχή του Paneb.[11]

Oι άνθρωποι του Ντέιρ ελ-Μεντίνα συχνά συμβουλεύονταν τα μαντεία (χρησμούς) για διάφορα ζητήματα της ζωής τους, συμπεριλαμβανομένων και υποθέσεων απονομής δικαιοσύνης. Μπροστά στα αγάλματα των θεών έθεταν ερωτήματα, προφορικά ή γραπτά, καθώς αυτά μεταφέρονταν επάνω στα φορεία από τους ιερείς. Όταν η απάντηση ήταν θετική τότε το άγαλμα χαμήλωνε προς τα κάτω, ενώ μία αρνητική απάντηση από τους θεούς δηλωνόταν με την "αποχώρηση" του αγάλματος.[15] Κάθε φορά που προέκυπτε ένα ζήτημα δικαιοσύνης και δεν ήταν δυνατό να επιλυθεί από τους δικαστές, μετέφεραν το άγαλμα του θεού στον κατηγορούμενο και ο ενδιαφερόμενος το ρωτούσε: “Αυτός είναι που μου έκλεψε τα αγαθά μου;”. Εάν το άγαλμα έγνεφε καταφατικά, τότε ο κατηγορούμενος θεωρούταν ένοχος. Εντούτοις, μερικές φορές ο κατηγορούμενος μπορούσε να αρνηθεί την ενοχή του και να ζητήσει άλλον χρησμό, και αν αυτός δεν του έδινε την επιθυμητή απόκριση, μπορούσε τουλάχιστον για μία φορά ακόμη να ζητήσει και τρίτο μαντείο. Στην περίπτωση που και ο τρίτος ήταν υπέρ της ενοχής του, τότε του απεύθυναν επισήμως κατηγορία και θα έπρεπε να επανορθώσει και να τιμωρηθεί. Οι άνθρωποι πίστευαν επίσης ότι ένας θεϊκός χρησμός μπορούσε να τιμωρήσει ή να επιβραβεύσει κάποιο πρόσωπο φέρνοντάς του αντίστοιχα αρρώστια ή τύφλωση ως τιμωρία ή θαυματουργές θεραπείες ως ανταμοιβή.[10]

Ιατρική φροντίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Ιατρικά όστρακα του Ντέιρ ελ-Μεντίνα[23]

Αυτό το προσθετικό δάκτυλο ποδιού φτιαγμένο από ξύλο και δέρμα, χρησιμοποιήθηκε από ένα άτομο που είχε ακρωτηριαστεί, ώστε να διευκολυνθεί στο περπάτημα.

Τα αρχεία και τα όστρακα που βρέθηκαν στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα περιγράφουν με εντυπωσιακό τρόπο τις ιατρικές μεθόδους του Νέου Βασιλείου. Όπως και σε άλλες Αιγυπτιακές κοινότητες, έτσι και στους εργαζόμενους του Ντέιρ ελ-Μεντίνα και τις οικογένειές τους, προσφερόταν θεραπευτική φροντίδα για τα προβλήματα υγείας που τύγχανε να αντιμετωπίζουν, μέσω ιατρικών πρακτικών, προσευχής και μαγικών ξορκιών.[12] Ωστόσο, τα αρχεία του Ντέιρ ελ-Μεντίνα, υποδηλώνουν ότι υπήρχε μία σχετική διάκριση μεταξύ, από τη μια πλευρά, ενός “γιατρού” που εξέταζε τους ασθενείς και συνταγογραφούσε τις θεραπείες και, από την άλλη, ενός “μάγου του σκορπιού” o οποίος ειδικευόταν σε μαγικές θεραπείες για το δάγκωμα του σκορπιού.[24]

Τα ιατρικά κείμενα του Ντέιρ ελ-Μεντίνα παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον τρόπο που κυκλοφορούσαν. Τα μαγικά ξόρκια και τα γιατρικά (φάρμακα) ήταν ευρέως διαδεδομένα ανάμεσα στους εργάτες. Υπάρχουν επίσης και ορισμένες περιπτώσεις που τα ξόρκια στέλνονταν προφορικά από τον έναν εργάτη στον άλλον, χωρίς κάποιον “ειδικά εκπαιδευμένο” μεσάζοντα.[3][12] Tα γραπτά ιατρικά κείμενα ήταν όπως φαίνεται πιο σπάνια, γεγονός που δείχνει ότι οι ειδικευμένοι γιατροί παρασκεύαζαν οι ίδιοι τα πιο σύνθετα φάρμακα. Υπάρχουν επίσης ορισμένες γραπτές πηγές στις οποίες ο γράφων στέλνει κάποιον για να του φέρουν ουσίες με φαρμακευτικές ιδιότητες, αλλά είναι άγνωστο αν αυτά ζητούνται σύμφωνα με κάποιαν ιατρική συνταγή ή με σκοπό να παρασκευάσουν κάποιο ιατρικό γιατροσόφι.[12]

Η στήλη του Ιρινεφέρ, Υπηρέτη του Τόπου της Αλήθειας, κατά την 19η δυναστεία. Προέρχεται από τον τάφο 290 του Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Μουσείο Αιγυπτιακής Αρχαιολογίας Petrie, Λονδίνο.

Κοινοτική ευσέβεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Αρχαία Αιγυπτιακή Θρησκεία

Οι ανασκαφές στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα, την μικρή πόλη των βασιλικών μαστόρων, έχουν φέρει στο φως πολλά στοιχεία ιδιωτικών θρησκευτικών πρακτικών και τελετουργιών.[15] Οι θεοί του αιγυπτιακού βασιλείου λατρεύονταν ελεύθερα παράλληλα με τις "ιδιωτικές" θεότητες και χωρίς να υπάρχει κάποια σύγκρουση ανάμεσα στην επίσημη λατρεία του βασιλείου και τις ιδιωτικές λατρευτικές εκφράσεις.[25]

Η τράπεζα προσφορών του Πενρενού (Penrenu), Υπηρέτη του Τόπου της Αλήθειας. 19ης δυναστεία. Από το Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Μουσείο Petrie.

Στην κοινότητα υπήρχαν πολλοί ιεροί χώροι, μεταξύ δεκάξι και δεκαοκτώ στον αριθμό. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς ήταν αφιερωμένοι στην Άθωρ, τον Πτα και τον Ραμσή Β΄. Οι εργαζόμενοι στους βασιλικούς τάφους φαίνεται ότι τιμούσαν τον Πτα και τον Ρεσέφ (Resheph) και τους θεούς της γραφής και της σοφίας Θωθ και Σεσχάτ, ως προστάτες της δραστηριότητάς τους. Οι γυναίκες ήταν αφιερωμένες συγκεκριμένα στην Άθωρ, την Ταουρέτ, και τον Βησά στη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, ενώ απευθυνόταν στις θεότητες Ρενενουνέτ και Mερετσεγκέρ[26] για να τους παρέχουν τροφή και προστασία.[3] Η Μερετσεγκέρ (όνομα που μεταφράζεται ως “Αυτή που Αγαπά την Σιωπή”), ήταν ίσως μία τοπική θεότητα, τουλάχιστον το ίδιο σημαντική με τον Όσιρη, τον μεγάλο θεό των νεκρών.[3]

Αλ Κορν, ένα βουνό με κορυφή που μοιάζει με πυραμίδα επιβλέπει και προστατεύει την Κοιλάδα των Βασιλέων.

Στη συνείδηση των κατοίκων του Ντέιρ ελ-Μεντίνα ο Αμενχοτέπ Α΄ (1500 π.Χ. περίπου) της 18ης δυναστείας και η μητέρα του, η βασίλισσα Αχμόζε-Νεφερτάρι, βρίσκονταν για πολλές γενεές σε υψηλή θέση, πιθανώς ως θεοποιημένοι προστάτες της κοινότητας.[3] Μετά το θάνατό του ο Αμενχοτέπ τοποθετήθηκε στο κέντρο της νεκρικής λατρείας του οικισμού, με την ονομασία “Ο Aμενχοτέπ της Πόλης”. H βασίλισσα θεοποιήθηκε επίσης μετά τον θάνατό της και ονομάστηκε “H Οικοδέσποινα του Ουρανού” και “Η Κυρία της Δύσης”.[27] Κάθε χρόνο οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν την Επέτειο του Αμενχοτέπ Α΄, στην οποία οι πρεσβύτεροι είχαν τη θέση των ιερέων στις τελετουργίες που γινόταν προς τιμήν των τοπικών θεοτήτων οι οποίοι δεν λατρεύονταν σε κανένα άλλο μέρος της Αιγύπτου.[17]

Ο ναός της Άθωρ στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα

Διάφορες ωδές αφιερώνονταν ως προσφορά προς τιμήν μίας συγκεκριμένης θεότητας, οι οποίες ήταν παρόμοιες με τους ύμνους της Εβραϊκής Βίβλου και αποτελούσαν εκφράσεις μεταμέλειας και ευχαριστίας για συγχώρεση.[15] Στις στήλες[28] καταγράφεται η θλίψη για το ανθρώπινο λάθος και η ταπεινή επίκληση προς τους θεούς για συγχώρεση και οίκτο. Μία επιγραφή αναθηματικής στήλης αναφέρει την παράκληση προς την θεά Μερετσεγκέρ να φέρει ανακούφιση στον πόνο κάποιου και η απάντηση της θεάς ήταν θετική, χαρίζοντας στο πρόσωπο αυτό “γλυκιές αύρες”.[29]

Σε μία άλλη στήλη, αναγράφονται τα λόγια ενός εργάτη:

“ Είμαι ένας άνδρας που δεν τήρησε τον όρκο του προς τον Πτα, Άρχοντα της Αλήθειας, και αυτός έφερε το σκοτάδι στην ημέρα μου. Τώρα θα μιλήσω για τη δύναμή του και σε όσους δεν την γνωρίζουν, αλλά και σε εκείνους που είναι ενήμεροι”.[5]

O Άμων θεωρούταν ως ο ιδιαίτερος προστάτης των φτωχών και ένας θεός έδειχνε επιείκεια σε όσους μετανοούσαν. Σε μία στήλη αναφέρεται:

Μικρή πυραμίδα από τον τάφο ΤΤ1 του τεχνίτη Σενετζέμ (Sennedjem) στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα

" [Ο Άμων] αυτός που έρχεται μόλις ακούει την φωνή του φτωχού που βρίσκεται σε δυστυχία, αυτός που δίνει πνοή σε εκείνον που ταλαιπωρείται. Είσαι ο Άμων, ο Άρχοντας της σιωπής, που έρχεσαι όταν ακούς το κάλεσμα του φτωχού, έρχεσαι όταν κι εγώ σε καλώ στη δυστυχία μου και με σώζεις … Και παρόλο που ο Υπηρέτης είχε τη διάθεση να πράξει το κακό, ο Άρχοντας έχει τη διάθεση να συγχωρέσει. Ο Άρχοντας των Θηβών δεν ξοδεύει ούτε μία μέρα στον θυμό. Η οργή του περνάει σε μία στιγμή, δεν έχει διάρκεια. Η ανάσα του έρχεται πάλι σε εμάς που χρειαζόμαστε την φιλευσπλαχνία του … Ας είναι η ψυχή σου ευγενική και ας μας συγχωρέσεις. Δεν θα ξανασυμβεί. " [30]

Διακοσμητική τοιχογραφία από τον τάφο του Σενετζέμ

Η ερμηνεία των ονείρων ήταν συνηθισμένη την εποχή εκείνη.[31] Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, στην βιβλιοθήκη του γραφέα Kenhirkhopeshef βρέθηκε ένα βιβλίο, παλιό ήδη από την εποχή του. Το βιβλίο αυτό χρησιμοποιούταν για να ερμηνεύει διαφόρων ειδών όνειρα. Οι ερμηνείες αυτές δεν ήταν ακριβείς και συχνά έδιναν διαφορετική εξήγηση σε παρόμοια όνειρα. Σε πολλές περιπτώσεις ένα όνειρο είχε ακριβώς το αντίθετο νόημα από αυτό που έβλεπε κάποιος στον ύπνο του, για παράδειγμα, ένα ευχάριστο όνειρο συχνά ήταν σημάδι στενοχώριας, ένα όνειρο γεμάτο αγαθά, συχνά σήμαινε έλλειψη κλπ. Μερικά παραδείγματα από το βιβλίο του "Ονειροκρίτη" της εποχής εκείνης αναφέρονται παρακάτω:

" Αν κάποιος δει στον ύπνο του ότι είναι νεκρός, είναι καλό, και σημαίνει ότι θα ζήσει πολλά χρόνια.

Αν κάποιος ονειρευτεί ότι τρώει κρέας κροκόδειλου, θα του βγει σε καλό, σημαίνει ότι θα αποκτήσει σημαντική θέση στην κοινωνία (π.χ. θα γίνει φοροσυλλέκτης)

Αν κάποιος δει στο όνειρό του το πρόσωπό του στον καθρέφτη, αυτό είναι άσχημο. Σημαίνει ότι θα πεθάνει και θα περάσει στην αιώνια ζωή.

Αν κάποιος δει στον ύπνο του ότι ξεσκεπάζει τα νώτα του, αυτό δεν είναι καλό, σημαίνει ότι θα ορφανέψει λίγο αργότερα. " [10]

Αναθηματικές στήλες ανεγείρονταν επίσης από εργάτες στο ιερό της Άθωρ. Μία τέτοια στήλη είναι του Νεφερσενούτ (Nefersenut), όπου παριστάνεται ο ίδιος και ένας από τους γιούς του γονατιστοί να κάνουν προσφορές στη θεά, η οποία έχει ανθρώπινη μορφή.[32]

Απεργίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στήλη από ναό στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα, αφιερωμένη στον θεό Πτα. Η στήλη αφιερώθηκε από τον προϊστάμενο των εργατών Nakht-em-Mut.

Οι δημιουργοί των βασιλικών νεκρικών κατασκευών συνήθως είχαν καλή κοινωνική θέση επειδή η δουλειά τους θεωρούταν ιδιαίτερα σημαντική. Η πληρωμή των τακτικών φόρων τους αποτελούσε ιερό καθήκον απέναντι στη θεά Μαάτ. Όταν κάποιος χρεωκοπούσε αυτό σήμαινε προβλήματα για τον ίδιο, αλλά και για ολόκληρο το βασίλειο.[13] Το τέλος της Εποχής του Χαλκού χαρακτηρίστηκε από την κατάρρευση των μεγάλων βασιλείων, μεταξύ αυτών και της Αιγύπτου, οικονομική ύφεση και πολιτική-κοινωνική αστάθεια. Τα υψηλά ιδανικά που εκφράστηκαν στους Νόμους της Μαάτ περνούσαν κρίση και οι ζωές των εργαζομένων στους βασιλικούς τάφους είχαν αναστατωθεί.[33]

Στο 25ο έτος περίπου της βασιλείας του Ραμσή Γ΄ (1180-1153 π.Χ.), οι εργάτες ήταν τόσο οργισμένοι από τις καθυστερήσεις στις αμοιβές τους που μία μέρα πέταξαν κάτω τα εργαλεία τους και έφυγαν από την δουλειά. Αυτό ήταν ίσως η πρώτη απεργιακή κινητοποίηση που έχει καταγραφεί στην ιστορία. Έγραψαν μία επιστολή στον αντιβασιλέα διαμαρτυρόμενοι για τις ελλείψεις στο σιτάρι που τους αναλογούσε. Οι άρχοντες του Ντέιρ ελ-Μεντίνα προσπάθησαν να διαπραγματευτούν μαζί τους, αλλά εκείνοι αρνούνταν να επιστρέψουν στην εργασία τους μέχρι την διευθέτηση όλων των αιτημάτων τους. Η άλλη πλευρά απάντησε δίνοντάς τους ψεύτικες υποσχέσεις.

Στα σωζόμενα κείμενα αναφέρεται ότι οι εργαζόμενοι έλεγαν:

Πεινάμε! Δεκαοκτώ μέρες πέρασαν αυτόν τον μήνα ... ”

Μάστορες εν ώρα εργασίας (τοιχογραφία από τον τάφο του Nebamun[34] στο Deir el-Medina)

Και ακόμη δεν είχαν πληρωθεί. Oι εργαζόμενοι στους βασιλικούς τάφους αναγκάζονταν να αγοράζουν σιτάρι για να καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες τους, αφού έμεναν απλήρωτοι. Οι κοινοτάρχες τους παρέπεμπαν στον Φαραώ ή στον Αντιβασιλέα για να παραπονεθούν σε εκείνους. Όταν στο φαραωνικό μέγαρο πληροφορήθηκαν τις διαμαρτυρίες των κατοίκων του Ντέιρ ελ-Μεντίνα, διαπραγματεύτηκαν το ζήτημα και οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στη δουλειά τους την επόμενη ημέρα. Πολλές όμως ακόμη απεργίες ακολούθησαν.

Μία μέρα, έπειτα από μία απεργία, παρόλο που ο επικεφαλής τους κάλεσε σε νέα απεργία, εκείνοι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην δουλειά από την επόμενη ημέρα, επειδή είχαν ήδη κουραστεί αρκετά απεργώντας και υποφέροντας τόσο καιρό συνεχόμενα.

Η απεργία αυτή δεν ήταν η τελευταία στην ιστορία της Αιγύπτου και είχε θετικά αποτελέσματα, καθώς σύντομα αποκαταστάθηκαν οι προμήθειες σιτηρών. Στο υπόλοιπο διάστημα της βασιλείας του Ραμσή Γ΄ δεν σημειώθηκαν άλλες απεργίες. Καθώς όμως οι εργαζόμενοι διαπίστωσαν ότι οι μέχρι τότε αντιπρόσωποί τους στήριζαν τα συμφέροντα του παλατιού, η εμπιστοσύνη τους προς αυτούς κλονίσθηκε και εξέλεξαν τους δικούς αντιπροσώπους, μέσα από τον χώρο της εργασίας τους.[10]

Στη διάρκεια της βασιλείας των Ραμσή Θ΄ και Ραμσή Ι΄, 40-50 χρόνια αργότερα από τις πρώτες απεργίες, στις πηγές έχει καταγραφεί ότι οι εργάτες του Ντέιρ ελ-Μεντίνα ξεσηκώθηκαν ξανά.[33]

Τυμβωρυχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πυραμίδιο του Nebamun, πιθανώς επίστεψη στήλης, από ασβεστόλιθο. 19η δυναστεία. Προέρχεται μάλλον από το Ντέιρ ελ-Μεντίνα, αν και αποτέλεσε προϊόν αγοραπωλησίας στις Θήβες. Μουσείο Αιγυπτιακής Αρχαιολογίας Petrie, Λονδίνο

Μετά το τέλος της βασιλείας του Ραμσή Δ΄, η κατάσταση στον οικισμό άρχισε με κλιμακούμενους ρυθμούς να τίθεται εκτός ελέγχου. Υπήρχαν περίοδοι που δεν υπήρχε δουλειά εξαιτίας του φόβου των επιθέσεων από εξωτερικούς εισβολείς. Η αγροτική παραγωγή άρχισε να μειώνεται δραματικά και δεν κάλυπτε τις ανάγκες του πληθυσμού. Αυτό είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί ένα κλίμα αβεβαιότητας στους κατοίκους και να ξεσπούν αλλεπάλληλες απεργίες. Οι συμμορίες των τυμβωρύχων αυξάνονταν συνεχώς. Εισέβαλαν κρυφά στους τάφους από το πίσω μέρος τους, ώστε να μην καταστρέφουν τα σφραγίσματα των κυρίων εισόδων τους και γίνεται αντιληπτή η παραβίασή τους. Η σύληση των τάφων ήταν τόσο συχνή που αποτελούσε ένα σύνηθες φαινόμενο της εποχής, στο οποίο συμμετείχαν, εκτός από τους ίδιους τους ληστές, και κλεπταποδόχοι, καθώς και ορισμένοι Ανώτατοι Αξιωματούχοι οι οποίοι δωροδοκούνταν και δεν ανέφεραν τις παραβιάσεις των τάφων. Στις περιπτώσεις που οι ληστές των τάφων συλλαμβάνονταν, οι αρχές χρησιμοποιούσαν βασανιστικές μεθόδους συστροφής των άκρων στη διάρκεια της ανάκρισής τους, ώστε να αποκαλύψουν την προέλευση των κλοπιμαίων και τους συνεργούς τους.

Ντέιρ ελ-Μεντίνα

Στον Πάπυρο Abbott (Abbott Papyrus) αναφέρεται μία περίπτωση, στην οποία κάποιοι αξιωματούχοι γυρεύοντας για εξιλαστήριο θύμα ώστε να μην τιμωρηθούν οι ίδιοι, βασάνισαν έναν σεσημασμένο ληστή, αναγκάζοντάς τον να ομολογήσει. Όμως, ο Ανώτατος Επιστάτης του βασιλιά υποψιάστηκε την μηχανορραφία των αξιωματούχων και διέταξε τον κατηγορούμενο να οδηγήσει όλους τους εμπλεκόμενους αξιωματούχους στον τάφο που είχε ληστέψει με την δική τους υποστήριξη. Αυτός τους οδήγησε σε έναν ημιτελή τάφο που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ και ισχυρίστηκε ότι ήταν ο τάφος της Ίσιδος. Όταν οι νεκρικοί θησαυροί επανακτήθηκαν, δεν τοποθετήθηκαν ξανά στους τάφους, αλλά προστέθηκαν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο.[10][21]

Το Ντέιρ ελ-Μεντίνα στη μυθιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γάλλος Αιγυπτιολόγος και συγγραφέας Christian Jacq έγραψε μία τετραλογία που πραγματεύεται τον οικισμό του Ντέιρ ελ-Μεντίνα και τους μαστόρους του, καθώς και την πολιτική ζωή της Αιγύπτου την εποχή εκείνη.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Wikipedia, Deir el Medina
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Oakes, pp. 110, 111
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 3,15 3,16 Lesko, pp. 2, 7, 8, 12, 22, 28, 34-36, 38, 68, 90, 111, 132-133
  4. 4,0 4,1 Bierbrier, pp. 119-120, 125
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 "Pharaoh’s Workers: How the Israelites Lived in Egypt", Leonard and Barbara Lesko, Biblical Archaeological Review, Jan/Feb 1999
  6. 6,0 6,1 6,2 Cambridge Ancient History, pp. 379-380
  7. 7,0 7,1 "Archaeologica: the world's most significant sites and cultural treasures", Aedeen Cremin, p. 91, Frances Lincoln, 2007, ISBN 0-7112-2822-1
  8. Wikipedia, Ostracon
  9. "Life of the ancient Egyptians", Eugen Strouhal, Evžen Strouhal, Werner Forman, Editorial Galaxia, p. 187, 1992, ISBN 0-8061-2475-X
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 10,5 Romer, pp. 48, 68-72, 100-125, 145-210.
  11. 11,0 11,1 "Archaeologica: the world's most significant sites and cultural treasures", Aedeen Cremin, p. 384, frances lincoln, 2007, ISBN 0-7112-2822-1
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 12,5 12,6 McDowell, pp. 4, 8-9, 11-12,18, 21, 53, 57, 106
  13. 13,0 13,1 Paul Johnson, "The Civilization of Ancient Egypt", pp. 110, 131, Book Club Associates (org pub by Weidenfeld & Nicolson), 1978
  14. Wikipedia, Σχεδιαστική αναπαράσταση τάφου (σε τομή) από το Ντέιρ ελ-Μεντίνα
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 Donald B. Redford (Editor), "Oxford Guide to Egyptian Mythology", pp. 80, 313, 378, Berkley Reference, 2003, ISBN 0-425-19096-X
  16. Wikipedia, Ο ναός της Άθωρ στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα
  17. 17,0 17,1 Wilson (1997), pp. 118, 222
  18. 18,0 18,1 Wilson (1997), pp. 69, 72
  19. Meskell, pp. 74, 95-98
  20. Meskell, pp. 74, 95-98
  21. 21,0 21,1 Time Life (1992) pp.134–142
  22. Romer
  23. Wikipedia, Medical Ostraca of Deir el-Medina
  24. Janssen, Jac. J. "Absence from Work by the Necropolis Workmen of Thebes" Studien zur Altägyptischen Kultur bd. 8 (1980): p. 127-152
  25. "Religion and Magic in Ancient Egypt", Rosalie David, p. 277, Penguin, 2002, ISBN 0-14-026252-0
  26. Wikipedia, Στήλη του Nakhtimen που προσεύχεται στη θεά-κόμπραo Μερετσεγκέρ
  27. Tyldesley (1996), p. 62
  28. Wikipedia, Stele (Στήλες)
  29. Egyptian Myths, George Hart, p. 46, University of Texas Press, 1990, ISBN 0-292-72076-9
  30. Ancient Egyptian Literature", Miriam Lichtheim, pp. 105-106, University of California Press, 1976, ISBN 0-520-03615-8
  31. John Romer, "Testament", p50, Guild Publishing,1988
  32. "Ancient Egypt", Loarna Oakes and Lucia Gahlin, pp. 176-177, Anness Publishing, 2006
  33. 33,0 33,1 "The Burden of Egypt", John A. Wilson, pp. 278-279, University of Chicago Press, 1951, 4th imp 1963
  34. Wikipedia, Τάφος του Nebamun

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jaroslav Černý, "A Community of Workmen at Thebes in the Ramesside Period", Kairo 1973.
  • Leonard H. Lesko, ed. (1994). "Pharaoh's Workers: The Villagers of Deir El Medina". Cornell University Press. ISBN 0-8014-8143-0.
  • Wilson, Hilary (1997). Peoples of the Pharaohs: From Peasant to Courtier. Brockhampton Press. ISBN 1-86019-900-3.
  • Romer, John (1984). Ancient Lives Daily Life in Egypt of the Pharaohs. Hold, Rinehart and Winston. ISBN 0-03-000733-X.
  • Time Life Lost Civilizations series: Egypt: Land of the Pharaohs. 1992.
  • Tyldesley, Joyce (1996). Hatchespsut: The Female Pharaoh. Viking. ISBN 0-670-85976-1.
  • A.G McDowell, “Village Life in Ancient Egypt: Laundry Lists and Love Songs”, Oxford University Press, 2002, ISBN 0-19-924753-6
  • M. L. Bierbrier, "The Tomb-builders of the Pharaohs”, American University in Cairo Press, p125, 1989, ISBN 977-424-210-6
  • Edited I.E.S Edwards – C.J Gadd – N.G.L Hammond- E.Sollberger, “The Cambridge Ancient History: II Part I , The Middle East and the Aegean Region, c.1800-13380 B.C”, Cambridge at the University Press, 1973, ISBN 0-521-08230-7
  • Lorna Oaks, “The Illustrated Encyclopedia of Pyramids Temples & Tombs of Ancient Egypt", Previously Published as “Sacred Sites of Ancient Egypt”, Southwater, 2006, ISBN 978-1-84476-279-8
  • Lynn Meskell, "Private life in New Kingdom Egypt", Princeton University Press, 2002, ISBN 0-691-00448-X
  • "Ancient Egypt", Loarna Oakes and Lucia Gahlin, pp. 176–177, Anness Publishing, 2006

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Media related to Deir el-Medina at Wikimedia Commons