Κοινωνικό άγχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κοινωνικό άγχος ονομάζεται το άγχος (συναισθηματική δυσφορία, φόβος) που έχει να κάνει με κοινωνικές περιστάσεις, με την αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους και με την αξιολόγηση ή κοντινή παρατήρηση απ' αυτούς.[1] Η διαφορά μεταξύ κοινωνικού άγχους και φυσιολογικής ανησυχίας είναι ότι το πρώτο συνοδεύεται από έντονο αίσθημα φόβου κυρίως κατά τη διάρκεια περιστάσεων που είναι ασυνήθιστες για το άτομο ή στις οποίες πρόκειται να παρατηρηθεί ή να αξιολογηθεί από άλλους. Αυτός ο φόβος είναι τόσο έντονος που ο πάσχων μπορεί να αγχώνεται μόνο και μόνο στη σκέψη της κοινωνικής επαφής και θα κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει.

Σύμφωνα με την Εθνική Αμερικανική Έρευνα Συννοσηρότητας,[2] το κοινωνικό άγχος είναι η Νο 1 αγχώδης διαταραχή και η 3η πιο διαδεδομένη ψυχική διαταραχή στις ΗΠΑ (εκτιμάται ότι 19.2 εκ. Αμερικάνοι πάσχουν απ' αυτό). Μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, συνηθέστερα όμως εμφανίζεται στην εφηβεία, την πρώιμη ενήλικη ζωή ή την πρώιμη παιδική ηλικία. Στατιστικά επηρεάζει περισσότερο τις γυναίκες από τους άντρες.[3]

Το αναπτυξιακό κοινωνικό άγχος εμφανίζεται νωρίς στην παιδική ηλικία ως φυσιολογικό κομμάτι της ανάπτυξης των κοινωνικών λειτουργιών και είναι ένα στάδιο το οποίο τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν· το προβληματικό ή χρόνιο κοινωνικό άγχος μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται (πιθανώς απαρατήρητο) μέχρι την εφηβεία ή να επανέλθει στην επιφάνεια με την ενηλικίωση.[4] Οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς το πόσο συχνά βιώνουν κοινωνικό άγχος καθώς και σε τι είδους καταστάσεις.

Το ξεπέρασμα του κοινωνικού άγχους εξαρτάται απ' το άτομο και την κατάσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σχετικά εύκολο, απλά θέμα χρόνου. Σε άλλες μπορεί να εξελιχθεί σ'ένα πολύ δύσκολο, οδυνηρό, ακόμα και παραλυτικό πρόβλημα που είναι χρόνιο στη φύση του. Οι λόγοι είναι άγνωστοι. Το κοινωνικό άγχος μπορεί να συνδέεται με την ντροπαλότητα ή τις αγχώδεις διαταραχές ή και άλλους συναισθηματικούς και ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες, όμως η ακριβής του φύση παραμένει αντικείμενο έρευνας και τα αίτια μπορεί να διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Η πλήρης ανάρρωση από χρόνιο κοινωνικό άγχος είναι εφικτή σε πολλές περιπτώσεις, συνήθως όμως μόνο μέσω κάποιου είδους θεραπείας, διαρκούς αυτοβοήθειας ή με τη συμμετοχή σε ομάδα αλληλοϋποστήριξης.[3]

Η ψυχοπαθολογική (χρόνια και παραλυτική) μορφή κοινωνικού άγχους ονομάζεται κοινωνική φοβία ή διαταραχή κοινωνικού άγχους και μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ποιότητα ζωής. Πρότυπες κλίμακες μέτρησης όπως η Κλίμακα Κοινωνικού Άγχους Liebowitz (αγγλικά) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την διάγνωση της διαταραχής και για την μέτρηση της έντασης της κοινωνικής φοβίας.[5][6] Το ξεπέρασμα του κοινωνικού άγχους αυτού του τύπου μπορεί να είναι πολύ δύσκολο χωρίς τη βοήθεια θεραπευτών, ψυχολόγων ή ομάδων υποστήριξης. Επίσης, το κοινωνικό άγχος μπορεί να είναι εμπεδωμένο και επίμονο στους ανθρώπους που πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και αν αυτή αγνοηθεί, μπορεί να δυσκολέψει την αντιμετώπιση του.[1]

Οι όροι κοινωνικό άγχος και κοινωνική φοβία χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμοι.[7][8]

Μορφές και βαθμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδική ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοινωνικό άγχος πρωτοεμφανίζεται στην νηπιακή ηλικία και θεωρείται φυσιολογικό και αναγκαίο συναίσθημα για την αποτελεσματική κοινωνική λειτουργία και ανάπτυξη. Γνωσιακές πρόοδοι και αυξημένες πιέσεις στο τέλος της παιδικής ηλικίας και στην αρχή της εφηβείας έχουν ως αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενο κοινωνικό άγχος. Οι πιο κοινές αιτίες σύμφωνα με τους εφήβους είναι: οι σχέσεις τους με συνομήλικους απ'τους οποίους έλκονται, η κοινωνική απόρριψη, ο δημόσιος λόγος, το κοκκίνισμα, η αυτοσυναίσθηση (self-consciousness) και η παρελθούσα συμπεριφορά τους. Οι περισσότεροι απ'αυτούς πάντως ξεπερνούν τους φόβους τους και αντεπεξέρχονται στις απαιτήσεις της ηλικίας τους.[4]

Όλο και περισσότερα παιδιά διαγιγνώσκονται σήμερα με κοινωνικό άγχος και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μαθησιακά προβλήματα αν δεν υπάρχει στενή παρακολούθηση. Η έρευνα έχει δείξει ότι κάποιοι μαθητές έχουν τόσο σοβαρές μορφές κοινωνικού άγχους που φοβούνται να μιλήσουν ή να αλληλεπιδράσουν με άλλους μαθητές ή δασκάλους. Ο φόβος της επίκρισης προκαλεί στα παιδιά ακραία αγωνία για τις καθημερινές δραστηριότητες όπως το παιχνίδι με τ'άλλα παιδιά, το διάβασμα στην τάξη και οι συνομιλίες με τους ενηλίκους. Απ'την άλλη, ο ίδιος φόβος μπορεί να τα οδηγήσει σε άσχημες συμπεριφορές, κάτι που δυσκολεύει την διάγνωση. Έχουν αναφερθεί διάφορες περιπτώσεις όπου το κοινωνικό άγχος είναι τόσο έντονο που προκαλεί σωματική ασθένεια. Το πρόβλημα με την αναγνώριση της διαταραχής κοινωνικού άγχους στα παιδιά είναι ότι μπορεί να είναι δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στο κοινωνικό άγχος και την απλή ντροπαλότητα. Συχνά τα παιδιά με κοινωνική φοβία δεν θέλουν να πηγαίνουν στο σχολείο λόγω του άγχους τους.[9]

Συνηθισμένη ενήλικη μορφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εντοπισμός του κοινωνικού άγχους στους ενήλικες είναι πολύ πιο εύκολος γιατί αυτοί τείνουν να κρατιούνται μακριά από κάθε κοινωνική περίσταση και κλείνονται στον εαυτό τους. Κοινές μορφές ενήλικου κοινωνικού άγχους είναι η ντροπαλότητα,[10] ο φόβος της δημόσιας ομιλίας, ο φόβος της σκηνής, η συστολή κτλ. Όλες αυτές μπορεί να αποκτήσουν και κλινική μορφή, δηλαδή να γίνουν αγχώδεις διαταραχές.[1]

Ο όρος κοινωνικό άγχος χρησιμοποιείται συχνά για εμπειρίες που έχουν να κάνουν με αμηχανία και ντροπή. Όμως, κάποιοι ψυχολόγοι κάνουν διάκριση μεταξύ των διάφορων μορφών κοινωνικής δυσφορίας με την αναμονή/πρόβλεψη να αποτελεί το σημαντικότερο κριτήριο. Για παράδειγμα, ο φόβος για μελλοντικό ντρόπιασμα είναι μια μορφή κοινωνικού άγχους ενώ το ντρόπιασμα, αυτό καθ'αυτό, δεν είναι.[11]

Τα κριτήρια που ξεχωρίζουν την κλινική από μη κλινικές μορφές κοινωνικού άγχους περιλαμβάνουν την ένταση και το επίπεδο συμπεριφορικής και ψυχοσωματικής αναστάτωσης (δυσφορίας) και την προληπτική φύση του φόβου.[1] Τα κοινωνικά άγχη μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα με την ευρύτητα των περιστάσεων που τα προκαλούν. Για παράδειγμα, ο φόβος του να τρως δημόσια έχει πολύ περιορισμένο πεδίο, ενώ η ντροπαλότητα μπορεί να έχει μεγάλη έκταση (ένα άτομο μπορεί να ντρέπεται να κάνει πολλά πράγματα σε διάφορες καταστάσεις).[1] Οι κλινικές μορφές (διαταραχές) χωρίζονται σε γενικευμένη κοινωνική φοβία (ή αλλιώς διαταραχή κοινωνικής φοβίας) και σε ειδική κοινωνική φοβία.

Διαταραχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ακραίο, επίμονο και παραλυτικό κοινωνικό άγχος μπορεί να διαγνωστεί ως διαταραχή κοινωνικού άγχους. Η εμπειρία συχνά περιγράφεται ως έχουσα στοιχεία σωματικά (ίδρωμα, κοκκίνισμα), γνωσιακά/αντιληπτικά (η πεποίθηση ότι κάποιος θα κριθεί αρνητικά ή το ψάξιμο για σημάδια αποδοκιμασίας), και τέλος, συμπεριφορικά (η αποφυγή μιας κατάστασης).

Η ουσία του κοινωνικού άγχους είναι η ανακόλουθη ή παράλογη προσμονή αρνητικής αξιολόγησης απ'τους άλλους.[1] Μια θεωρία λέει ότι το κοινωνικό άγχος προκύπτει όταν υπάρχει επιθυμία να γίνει μια συγκεκριμένη εντύπωση στους άλλους και ταυτόχρονα αμφιβολία σχετικά με την ικανότητα μας να την επιτύχουμε.[12] Παρόλο που η "επίσημη" κλινική ονομασία για την διαταραχή, όπως αυτή καταγράφεται στο Στατιστικό και Διαγνωστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (αγγλ. DSM) και την Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση Νοσημάτων και Συναφών Προβλημάτων Υγείας (αγγλ. ICD) είναι Κοινωνική Φοβία ή Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους, συχνά οι σχετικές ομάδες υποστήριξης την αναφέρουν απλά ως "κοινωνική φοβία".[7][8]

Κριτήρια που περιέχονται στο DSM και το ICD επιχειρούν να διαχωρίσουν την κλινική από τις μη κλινικές μορφές κοινωνικού άγχους καθώς και να προσδιορίσουν την ένταση και τα επίπεδα συμπεριφορικής και ψυχοσωματικής αναστάτωσης:[1] Πάντως η εγκυρότητα της διάγνωσης της "διαταραχής" έχει αμφισβητηθεί πάνω σε επιστημονικές και πολιτικές βάσεις· άνθρωποι που ικανοποιούν τα κοινωνιοφοβικά κριτήρια του DSM μπορεί απλά να είναι υπερβολικά κοινωνιοαγχωτικοί απ'την ιδιοσυγκρασία τους και να μην πάσχουν από κάποια διαταραχή, παρόλο που τέτοιου είδους προβλήματα μπορούν να χρήζουν προσοχής έτσι κι αλλιώς ως ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης.[13]

Οι κλινικοί γιατροί και οι ερευνητές συνεχίζουν να παλεύουν με προβλήματα ορισμού που αφορούν τις έννοιες: ντροπαλότητα, κοινωνικό άγχος, διαταραχή κοινωνικού άγχους. Όλες παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους, όμως η κάθεμία έχει χρησιμοποιηθεί για τον ορισμό διαφορετικών διαστάσεων της ψυχολογικής ζωής όπως αυτή σχετίζεται με τις διαπροσωπικές λειτουργίες και την δυσκολία ξεπεράσματος του κοινωνικού άγχους. Τα όριά τους εντάσσονται σε ένα συνεχές φάσμα αλλά δεν υπάρχει ακόμα απόλυτη συναίνεση για το που τελειώνει η μία και ξεκινά η άλλη, είναι όμως γενικώς αποδεκτό ότι υπάρχουν διαφορές.[14]

Η διαταραχή κοινωνικού άγχους μπορεί κάποιες φορές να είναι σύμπτωμα μιας υποκείμενης ιατρικής διαταραχής, όπως ο υπερθυρεοειδισμός.

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαταραχή αυτή είναι δύσκολη στην διάγνωσή της γιατί συγχέεται τόσο εύκολα με την γενικευμένη ντροπαλότητα ή την παράνοια. Αλλά αν τα συμπτώματα της διαταραχής κοινωνικού άγχους είναι παρόντα, ο γιατρός θα κάνει ερωτήσεις σχετικά με την ιατρική ιστορία και οι ασθενείς θα συμμετάσχουν σε μια σωματική εξέταση. Αν και δεν υπάρχουν τεστ εργαστηρίου ειδικά για την διάγνωση της διαταραχής κοινωνικού άγχους, υπάρχει μια ποικιλία τεστ που μπορούν να δείξουν αν το αίτιο είναι σωματικό ή ψυχολογικό. Αν δεν βρεθεί σωματική ασθένεια, οι ασθενείς θα παραπεμφθούν σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο, ο οποίος θα χρησιμοποιήσει ειδικά σχεδιασμένες ερωτήσεις και εργαλεία αξιολόγησης για να κρίνει αν το άτομο έχει αγχώδη διαταραχή. Οι γιατροί βασίζουν την διάγνωσή τους σε περιγραφές της έντασης και της διάρκειας των συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε δυσλειτουργιών που προκαλούνται απ'τα συμπτώματα· αν τα συμπτώματα και ο βαθμός δυσλειτουργίας είναι πάνω απ'το φυσιολογικό, αυτό είναι ένδειξη ότι πρόκειται περί διαταραχής κοινωνικού άγχους.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ακριβή αίτια του κοινωνικού άγχους είναι ακόμη υπό διαμάχη. Συνεχιζόμενες έρευνες πάνω στις γενετικές ρίζες της φυσικής και ψυχολογικής υγείας υπαινίσσονται ότι η τάση για συναισθήματα άγχους, ιδίως σε κοινωνικές καταστάσεις, έχει μια μέτρια πιθανότητα κληρονομικότητας. Με άλλα λόγια, αν ένας γονέας έχει ψυχολογική διαταραχή όπως κοινωνική φοβία, το παιδί έχει ελαφρώς υψηλότερη πιθανότητα να πάσχει από αγχώδη διαταραχή.

Μια άλλη πιθανή αιτία του κοινωνικού άγχους είναι το νευρικό σύστημα. Φάρμακα που συνταγογραφούνται για την καταπολέμηση του κοινωνικού άγχους επηρεάζουν τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών, χημικών αγγελιοφόρων που είναι υπεύθυνοι για την μετάδοση σημάτων στον εγκέφαλο. Όμως, οι ερευνητές δεν είναι ακόμα σίγουροι αν οι διαφορές στα επίπεδα των ουσιών αυτών προκαλούν κοινωνικό άγχος. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, όπως μια μικρή αμυγδαλοειδής περιοχή που ονομάζεται αμυγδαλή, μπορεί να είναι πιο ενεργές σε άτομα με κοινωνική φοβία.[15]

Μια άλλη πιθανή αιτία του κοινωνικού άγχους είναι οι εμπειρίες ζωής. Αρνητικές εμπειρίες και ο τρόπος χειρισμού και αντίδρασης σ'αυτές, μπορούν επίσης να οδηγήσουν στην ανάπτυξη κοινωνικού άγχους. Αν ένας παρίσταται σταθερά σε καταστάσεις οι οποίες τον κάνουν να νιώθει κατώτερος ή να φοβάται την κρίση των άλλων ανθρώπων, τότε μπορεί να αρχίσει να αναπτύσσει αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του και τον κόσμο οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν κοινωνικό άγχος. Αν οι αρνητικές εμπειρίες εξακολουθήσουν, μπορεί να αρχίσει να αναπτύσσει προκατάληψη επιβεβαίωσης και να τείνει να προσέχει μόνο τις δράσεις και τα γεγονότα που ενισχύουν τις αρνητικές πεποιθήσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Για παράδειγμα, ένας δημόσιος ομιλητής που φοβάται ότι η παρουσίασή του θα είναι βαρετή, μπορεί να επικεντρώσει την προσοχή του επιλεκτικά στους λίγους ανθρώπους μέσα στο κοινό που φαίνονται να βαριούνται, αγνοώντας ταυτόχρονα την πλειοψηφία που παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον. Καθώς η προκατάληψη επιβεβαίωσης δυναμώνει τις μειωτικές πεποιθήσεις, αυτός αρχίζει να παρουσιάζει κοινωνικά αγχώδεις συμπεριφορές όπως κοκκίνισμα και αγχώδεις σκέψεις. Μετά από λίγο, αυτές οι πεποιθήσεις τον οδηγούν σε αρνητικές υποθέσεις και στη λήψη λάθος μηνυμάτων από ουδέτερες καταστάσεις. Αν κάποιος δει ένα άτομο να του ρίχνει μια ματιά καθώς περνά, μπορεί αυτόματα να σκεφτεί ότι αυτό οφείλεται στο περίεργο της εμφάνισής του ή σ'έναν ιδιαίτερο τρόπο περπατήματος χωρίς να λάβει υπόψη του άλλες πιθανότητες όπως ότι το ντύσιμό του τραβά την προσοχή ή ότι αυτός που τον κοιτά μπορεί να επιδιώκει την βλεμματική επαφή με όλους όσους συναντιέται.

Αν κάποιος πιστεύει ότι οι περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις πρόκειται να είναι άβολες, θα προσπαθήσει να τις αποφύγει. Η αποφευκτικότητα επιτρέπει σε κάποιον να αποδρά προσωρινά από συναισθήματα άγχους, αλλά κάνοντας αυτό μπορεί να δυναμώσουν οι πεποιθήσεις του ότι δεν μπορεί να αντεπεξέλθει φυσιολογικά σε κοινωνικές καταστάσεις. Αυτό του στερεί την ευκαιρία να ανακαλύψει ότι οι αυτόματες αρνητικές υποθέσεις του μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένες. Αν κάποιου του αρέσει να τραγουδάει αλλά φοβάται την κρίση των άλλων, τότε μπορεί να μην ανακαλύψει ποτέ την ποιότητα της φωνής του λόγω της συνεχούς αποφυγής και, σαν αποτέλεσμα, να αγνοείται ή να παραμελείται απ'τους άλλους λόγω της κοινωνικής του αδεξιότητας που απορρέει απ'την αδυναμία φυσιολογικής συμπεριφοράς σε κοινωνικές καταστάσεις.[16]

Η αποφυγή όλο και πιο πολλών καταστάσεων για τον φόβο της κριτικής απ'τους άλλους θα ενδυναμώσει τις αρνητικές πεποιθήσεις και θα αποτρέψει το άτομο απ'το να παρευρεθεί σε περιστάσεις στις οποίες μπορεί πράγματι να περνούσε καλά. Καθώς αυτό το πρότυπο αρχίζει να παρεμβάλλεται στην όλη λειτουργικότητά του ατόμου, τα προειδοποιητικά σημάδια του κοινωνικού άγχους γίνονται όλο και πιο εμφανή.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεραπεία του κοινωνικού άγχους διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία (ΓΣΘ) θεωρείται ως η πιο αποτελεσματική μέθοδος και βελτιώνει τα συμπτώματα των κοινωνιοφοβικών σε ποσοστό εώς και 75%, σύμφωνα με τον ιστοτόπο της κλινικής Mayo. Ο στόχος της ΓΣΘ είναι η καθοδήγηση των σκέψεων του ασθενούς προς μια πιο ορθολογική κατεύθυνση όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με το άγχος· τον βοηθάει να σταματά την αποφυγή καταστάσεων που κάποτε του προξενούσαν άγχος και του μαθαίνει να αντιδρά διαφορετικά σ'αυτές. Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει συστηματική απευαισθητοποίηση ή ελεγχόμενη έκθεση στην κατάσταση που φοβίζει. Με την συστηματική απευαισθητοποίηση, ο ασθενής φαντάζεται την αγχώτική κοινωνική κατάσταση και δουλεύει με τους φόβους του σε ένα ασφαλές κι ελεγχόμενο περιβάλλον. Η απευαισθητοποίηση σταδιακά εκθέτει το άτομο στην κατάσταση αυτή αλλά με την υποστήριξη του θεραπευτή· αυτό του επιτρέπει να γίνει καλύτερος στην αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων και να αναπτύξει την αυτοπεποίθηση για να τις αντιμετωπίζει αργότερα μόνος του. Η ΓΣΘ μπορεί επίσης να περιλαμβάνει παιχνίδια ρόλων για την εξάσκηση των κοινωνικών δεξιοτήτων και την απόκτηση κουράγιου και αυτοπεποίθησης. Τέλος, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τεχνικές για χαλάρωση ή διαχείριση άγχους.[3]

Σε κάποιες περιπτώσεις μπορούν να χορηγηθούν και φάρμακα παράλληλα με την ΓΣΘ. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην καταπολέμηση της διαταραχής κοινωνικού άγχους: αντικαταθλιπτικά σαν το Paxil ή ηρεμιστικά σαν τα Xanax, Librium, Valium και Ativan. Οι βήτα-αναστολείς οι οποίοι χρησιμοποιούνται συχνά στη θεραπεία καρδιακών παθήσεων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άμβλυνση κάποιων φυσικών συμπτωμάτων του κοινωνικού άγχους όπως η μείωση των χτύπων της καρδιάς και της πίεσης του αίματος.[3]

Μια άλλη πιο χρονοβόρα προσέγγιση είναι η θεραπεία με ψυχανάλυση. Μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη στον εντοπισμό των πηγών του άγχους στην παιδική ηλικία και μπορεί να συνδυαστεί με φαρμακευτική αγωγή.

Πέραν της ιατρικής βοήθειας, οι άνθρωποι που πάσχουν από κοινωνικό άγχος μπορούν να κάνουν διάφορα πράγματα από μόνοι τους για να διαχειριστούν τις καταστάσεις που τους αγχώνουν. Η συνειδητή διατήρηση της βλεμματικής επαφής με έναν περαστικό ή η προσφορά ενός κομπλιμέντου θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη ικανοτήτων αντιμετώπισης των κοινωνικών καταστάσεων αν και στην αρχή μπορεί να είναι δύσκολα ή οδυνηρά. Η αλλαγή της δίαιτας μπορεί επίσης να ωφελήσει· η κατανάλωση λιγότερης καφεΐνης μπορεί να βοηθήσει με μερικά απ'τα συμπτώματα, γιατί είναι διεγερτικό που αυξάνει τον ρυθμό της καρδιάς.[εκκρεμεί παραπομπή]

Φόβος για πιθανή επικοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοινωνικό άγχος προκαλεί φόβο για πιθανή μελλοντική επαφή ο οποίος μπορεί να περιγραφεί ως ένα "εσωτερικό συναίσθημα δυσφορίας"[17] και προκαλεί αναποτελεσματική επικοινωνία στη διάρκεια μιας κοινωνικής ή δημόσιας περίστασης. "Ο φόβος για προσδοκούμενη επικοινωνία είναι ο φόβος ή το άγχος που έχει να κάνει είτε με αληθινή είτε με αναμενόμενη επικοινωνία με ένα άλλο πρόσωπο".[17] Οι άνθρωποι με αυτισμό έχουν επίσης επικοινωνιακά προβλήματα. Όμως, το κοινωνικό άγχος και ο αυτισμός είναι πολύ διαφορετικά.[18] Οι πρώτοι ερευνητές της επικοινωνίας περιέγραψαν τις σωματικές αισθήσεις που νιώθουμε όταν δίνουμε μια δημόσια ομιλία ως "βαθιά δυσφορία"· οι ασθενείς με κοινωνικό άγχος τυπικά εμφανίζουν αμηχανία, επιθέσεις πανικού με υπερένταση και αυτοσυναίσθηση η οποία βλάπτει τον λόγο τους. Σύμφωνα με μια μελέτη που διεξήχθη απ'τους Robin and Mills, τα παιδιά με κοινωνικό άγχος εμφανίζουν προβλήματα στην κοινωνική αντίληψη της οπτικής γωνίας των άλλων, έχουν λιγότερες δεξιότητες στην επίλυση προβλημάτων και χρησιμοποιούν λιγότερο διαπροσωπικές λύσεις. Αυτό θίγει ένα πρόβλημα των ανθρώπων με κοινωνικό άγχος, το να ζητούν βοήθεια για τα προβλήματά τους. Τα αισθήματα αμηχανίας, κατωτερότητας και ντροπής που προκαλούνται απ'το κοινωνικό άγχος τους αποτρέπουν από την αναζήτηση βοήθειας. Το κοινωνικό άγχος μπορεί να επιφέρει διάφορα προβλήματα στην διαδικασία εκμάθησης της γλώσσας. Ένας αγχωμένος μαθητής τείνει να αποφεύγει να απαντάει σε ερωτήσεις και δεν συμμετέχει στην τάξη, γιατί νιώθει ότι αν απαντήσει, μπορεί να πει το λάθος πράγμα με λάθος τρόπο και να γελοιοποιηθεί.

Ο φόβος για μελλοντική επικοινωνία αυξάνεται όταν ο συνεργάτης είναι άγνωστος, .[19] Αντίθετα, ο φόβος μειώνεται αν κάποιος είναι εξωστρεφής, έχει καλό αυτοέλεγχο, υψηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης και είναι πρόθυμος να αποκαλύψει πληροφορίες για τον εαυτό του.[20] Όλα αυτά βοηθούν να μειωθεί ο φόβος της προσδοκίας.[21]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 Harold Leitenberg (1990) "Handbook of Social and Evaluation Anxiety", ISBN 0306434385
  2. American Psychiatric Association (1994)
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 WebMD "Social Anxiety Disorder"
  4. 4,0 4,1 Albano, A.M. & Detweiler, M.F. (2001) The Developmental and Clinical Impact of Social Anxiety and Social Phobia in Children and Adolescents. In Hofmann, S.G. and DiBartolo, P.M. (eds). From Social Anxiety to Social Phobia: Multiple Perspectives. Allyn & Bacon.
  5. Connor K.M., Jonathan R.T., et al. Psychometric properties of the Social Phobia Inventory (SPIN): New self-rating scale. The British Journal of Psychiatry (2000) 176: 379-386
  6. Anthony MM., Coons MJ., et al. Psychometric properties of the social phobia inventory: further evaluation. Behav. Res. Ther. 2006 Aug;44(8):1177-85
  7. 7,0 7,1 Social Anxiety Support, What is Social Anxiety? Αρχειοθετήθηκε 2008-07-14 στο Wayback Machine. 2007.
  8. 8,0 8,1 Thomas A. Richards, Ph.D., Director, Social Anxiety Institute, Why We Prefer the Term Social Anxiety to Social Phobia 2003.
  9. Child Development, Vol. 66, No.6 (Dec 1995)"Role of Social Withdrawal, Social Anxiety, and Locus of Control"
  10. Adelman, L. (2007). Don't Call me Shy Αρχειοθετήθηκε 2009-03-06 στο Wayback Machine., LangMarc Publishing
  11. W. Ray Crozier (1990) "Shyness and Embarrassment: Perspectives from Social Psychology", ISBN 052135529X, p. 62
  12. Leary, M. (2001). Social Anxiety as an Early Warning System: A Refinement and Extension of the Self-Presentation Theory of Social Anxiety. In Hofmann, S.G. and DiBartolo, P.M. (eds). From social anxiety to social phobic: multiple perspectives. Allyn & Bacon.
  13. Wakefield, J.C., Horwitz, A.V., Schmitz, M.F. (2004) Are We Overpathologizing the Socially Anxious? Social Phobia From a Harmful Dysfunction Perspective. Can J Psychiatry 49:736-742.
  14. Henderson, L., Zimbardo, P. (2001). Shyness, Social Anxiety, Social Phobia. In Hofmann, S.G. and DiBartolo, P.M. (eds). From Social Anxiety to Social Phobia: Multiple Perspectives. Allyn & Bacon.
  15. Blair et al., 2008
  16. Chris Nosal. «How To Make Friends If You Have Social Anxiety And Are Shy». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιανουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2011. 
  17. 17,0 17,1 McCsroskey, 1983, p. 16
  18. Echo Armman. «The Difference between Social Anxiety and Autism». Autism-World. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 24 Μαρτίου 2011. 
  19. Jordan-Jackson & Davis 2005
  20. Daly, Caughlin, & Stafford, 1998
  21. Nevea, N. N., Pearson, J. C., Child, J. T., & Semlak, J. L. (2009). The Only Thing to Fear is...Public Speaking?