Υπερθυρεοειδισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο υπερθυρεοειδισμός είναι η κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής αδένας εκκρίνει υπερβολικές ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών.[1] Τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού ποικίλλουν από ασθενή σε ασθενή, ωστόσο τις περισσότερες φορές περιλαμβάνουν ευερεθιστότητα και νευρικότητα, μυϊκή αδυναμία, διαταραχές του ύπνου, ταχυκαρδία, δυσανεξία στη ζέστη, διάρροια, διόγκωση του θυρεοειδή, απότομη απώλεια βάρους.

Ο θυρεοειδής αδένας.

Ο υπερθυρεοειδισμός δεν έχει πάντα την ίδια αιτία. Πολλές ασθένειες, καθώς και η κατανάλωση κάποιων φαρμάκων, ευθύνονται για την εμφάνιση του. Η κύρια αιτία είναι η νόσος του Graves η οποία προκαλείται από αυτοάνοση απόκριση, και ευθύνεται για περίπου το 70% των συνολικών περιστατικών υπερθυρεοειδισμού. Η δεύτερη σημαντικότερη αιτία είναι η οζώδης τοξική βρογχοκήλη κατά την οποία αναπτύσσονται στο αδένα ένας οι περισσότεροι όζοι που παράγουν θυρεοειδικές ορμόνες ανεξέλεγκτα. Μικρότερης έκτασης αιτίες είναι η οζώδης βρογχοκήλη, η θυρεοειδίτιδα, το αδένωμα υπόφυσης, η υπερβολική λήψη ιωδίου από τη διατροφή, η λήψη συνθετικών θυρεοειδικών ορμονών.[2]

Η διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού γίνεται αρχικά με την καταγραφή των συμπτωμάτων και την παρατήρηση του ασθενή, ενώ επιβεβαιώνεται με αιματολογικές εξετάσεις. Εκεί διαπιστώνεται η χαμηλή τιμή της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) και οι υψηλές τιμές της θυροξίνης (T4) ή της τριιωδωθυρονίνης (T3). Τη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει το σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς με ραδιενεργό τεχνήτιο και ο προσδιορισμός των αντισωμάτων υποδοχέων TSH (TSI). Λιγότερο μπορεί να βοηθήσει το υπερηχογράφημα θυρεοειδή.[3]

Η θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού εξαρτάται από την αιτία και τη σοβαρότητα της κατάστασης του ασθενούς. Οι επιλογές για τη συντηρητική θεραπεία είναι η λήψη ραδιενεργού ιωδίου και η μερική ή ολική καταστροφή του υπερλειτουργούντα θυρεοειδή, και η λήψη αντιθυρεοειδικών φαρμάκων. Σε περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο μπορεί να γίνει και χειρουργική αφαίρεση μικρού ή μεγάλου τμήματος του αδένα.

Η θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο περιλαμβάνει την εφ' άπαξ από του στόματος χορήγηση κατάλληλης ποσότητας φαρμάκου (Ιώδιο-131) σε σχέση με το βάρος του θυρεοειδή. Το ραδιοφάρμακο καταναλώνεται από τον θυρεοειδή τον οποίο και καταστρέφει μέσα σε μερικές εβδομάδες ή μήνες. Η συνηθέστερη παρενέργεια είναι η μετατροπή του ασθενή από υπερθυρεοειδικό σε υποθυρεοειδικό. Ωστόσο, η διαχείριση του υποθυρεοειδισμού με τη λήψη συνθετικής θυροξίνης είναι σαφώς μια πιο ευνοϊκή κατάσταση.

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού περιλαμβάνει τη λήψη αντιθυρεοειδικών φαρμάκων όπως η μεθιμαζόλη (θειαμαζόλη) και πιο σπάνια η προπυλοθειουρακίλη και η καρβιμαζόλη, οι οποίες μειώνουν την παραγωγή και τα επίπεδα στο αίμα των Τ3 και Τ4. Συμπληρηρωματικά μπορεί να χορηγηθούν και β-αναστολείς (beta-blockers) για τη προσωρινή διαχείριση συμπτωμάτων όπως η ταχυκαρδία και η εξάντληση.

Η χειρουργική αντιμετώπιση έγκειται στην ολική ή τμηματική αφαίρεση του θυρεοειδή και συνίσταται σε περιπτώσεις που ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη συντηρητική θεραπεία ή υπάρχει υποψία καρκίνου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bahn, Rebecca S.; Burch, Henry B.; Cooper, David S.; Garber, Jeffrey R.; Greenlee, M. Carol; Klein, Irwin; Laurberg, Peter; McDougall, I. Ross και άλλοι. (2011-04-21). «Hyperthyroidism and Other Causes of Thyrotoxicosis: Management Guidelines of the American Thyroid Association and American Association of Clinical Endocrinologists». Thyroid 21 (6): 593–646. doi:10.1089/thy.2010.0417. ISSN 1050-7256. http://online.liebertpub.com/doi/abs/10.1089/thy.2010.0417. 
  2. Devereaux, Danielle; Tewelde, Semhar Z.. «Hyperthyroidism and Thyrotoxicosis». Emergency Medicine Clinics of North America 32 (2): 277–292. doi:10.1016/j.emc.2013.12.001. http://linkinghub.elsevier.com/retrieve/pii/S0733862713001314. 
  3. «Hyperthyroidism». www.niddk.nih.gov. https://www.niddk.nih.gov/health-information/health-topics/endocrine/hyperthyroidism/Pages/fact-sheet.aspx. Ανακτήθηκε στις 2016-08-21.