Επιλεκτική αλαλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η επιλεκτική ή εκλεκτική αλαλία, αναφερόμενη επίσης ως επιλεκτική βωβότητα, είναι αγχωτική διαταραχή στην οποία ένα άτομο το οποίο έχει την ικανότητα να ομιλήσει δεν μπορεί να μιλήσει σε ορισμένες καταστάσεις ή σε ορισμένα άτομα. Η επιλεκτική αλαλία συνήθως συνυπάρχει με τη ντροπαλότητα ή το κοινωνικό άγχος.[1] Οι άνθρωποι με επιλεκτική αλαλία δεν μιλούν ακόμα και όταν οι συνέπειες της μη ομιλίας σε ένα συγκεκριμένο γεγονός ή κατάσταση περιλαμβάνουν ντροπή, κοινωνικό εξοστρακισμό ή τιμωρία.[2]

Σημάδια και συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παιδιά και ενήλικες με επιλεκτική αλαλία έχουν πλήρη ικανότητα ομιλίας και κατανόησης της γλώσσας αλλά είναι φυσικώς αδύναμα να ομιλήσουν σε ορισμένες στιγμές, παρόλο που εκτιμάται ότι θα μιλήσουν.[3] Η συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ως ντροπαλότητα ή αγένεια από άλλους. Ένα παιδί με επιλεκτική αλαλία μπορεί να μην μιλάει καθόλου στο σχολείο και να μιλά αρκετά ελεύθερα ή και υπερβολικά στο σπίτι του. Υπάρχει μια ιεραρχική ποικιλία για τα άτομα με αυτή τη πάθηση: μερικά άτομα συμμετέχουν πλήρως σε δραστηριότητες και εμφανίζονται ως κοινωνικά άτομα αλλά δεν μιλούν, ενώ άλλοι θα μιλήσουν μόνο σε συνομιλήκους και όχι σε ενήλικες, ενώ άλλοι θα μιλήσουν σε ενηλίκους όταν ερωτώνται για ερωτήσεις που δεν χρειάζονται μακροσκελείς απαντήσεις αλλά δεν θα μιλήσουν σε συνομιλήκους. Άλλοι μπορεί να μην μιλάνε σε κανένα αλλά να συμμετέχουν σε λίγες, εάν το κάνουν, δραστηριότητες που τους παρουσιάζονται. Σε μια ακραία μορφή, γνωστή ως "σταδιακή αλαλία", η διαταραχή εξαπλώνεται σε τέτοιο βαθμό μέχρις ότου το άτομο δεν θα μιλά σε κανένα για καμία κατάσταση, ακόμη και σε στενούς συγγενείς.

Ο δημοφιλέστερος ορισμός για τη επιλεκτική αλαλία περιλαμβάνει τα παρακάτω συμπτώματα:[4]

  • Συνεχή αποτυχία να μιλήσει σε ορισμένες κοινωνικές καταστάσεις (εκεί όπου υπάρχει μια προσδοκία ότι θα μιλήσει, π.χ. στο σχολείο) ενώ θα μιλούν σε άλλες καταστάσεις.
  • Η διαταραχή επεμβαίνει στα εκπαιδευτικά ή επιχειρηματικά κατορθώματα ή με τη κοινωνική επικοινωνία.
  • Η διάρκεια της διαταραχής είναι τουλάχιστον ένας μήνας (δεν περιορίζεται μόνο στον πρώτο μήνα του σχολείου).
  • Η αποτυχία ομιλίας δεν συμβαίνει λόγω έλλειψης γνώσης ή άνεσης με την γλώσσα στην οποία γίνεται η επικοινωνία σε μια κοινωνική κατάσταση.
  • Η διαταραχή θεωρείται διαταραχή επικοινωνίας (π.χ. διαταραχή ευχέρειας η οποία εμφανίζεται στην παιδική ηλικία) και δεν συμβαίνει μόνο σε άτομα με διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού ή ψυχωτικές διαταραχές, π.χ. η σχιζοφρένεια.

Η επιλεκτική αλαλία έχει ισχυρή σύνδεση με άλλες αγχωτικές διαταραχές και ιδιαίτερα με τη διαταραχή κοινωνικού άγχους. Στην πραγματικότητα, η πλειοψηφία των διαγνωσμένων με επιλεκτική αλαλία έχουν επίσης διαταραχή κοινωνικού άγχους (το 100% των συμμετεχόντων σε δύο έρευνες και το 97% σε μια άλλη).[5][6][7] Μερικοί ερευνητές θεωρούν ότι η επιλεκτική αλαλία είναι ίσως στρατηγική αποφυγής που χρησιμοποιείται από μια υποομάδα παιδιών με διαταραχή κοινωνικού άγχους, προκειμένου να μειώσουν την έκταση της διαταραχής τους σε κοινωνικές καταστάσεις.[8][9]

Ιδιαίτερα σε παιδιά νεαρής ηλικίας, η επιλεκτική αλαλία μπορεί να μπερδευτεί με διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού, ιδιαίτερα αν το παιδί φέρεται αποτραβηγμένο γύρω από τον γιατρό που κάνει την διάγνωση, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε λάθος διάγνωση και θεραπεία. Παρόλο που τα αυτιστικά άτομα μπορεί να είναι επίσης επιλεκτικά άλαλα, εμφανίζουν συχνά και άλλες συμπεριφορές—φτεροκόπημα των χεριών, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, κοινωνική απομόνωση ακόμα και εντός των μελών της οικογένειας (δεν απαντούν πάντα όταν τους απευθύνονται με το όνομά τους, για παράδειγμα)—διαφοροποιώντας τα από ένα παιδί με επιλεκτική αλαλία. Μερικά αυτιστικά άτομα μπορεί να είναι επιλεκτικά άλαλα λόγω άγχους σε κοινωνικές καταστάσεις τις οποίες δεν καταλαβαίνουν πλήρες. Εάν η αλαλία προκαλείται εντελώς από μια διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού, δεν μπορεί να διαγνωστεί ως επιλεκτική αλαλία σύμφωνα με το 5ο σύμπτωμα που αναφέρεται πιο πάνω.

Ο αριθμός των ατόμων με επιλεκτική αλαλία είναι άγνωστος. Λόγω μη επαρκούς κατανόησης για την πάθηση από το γενικό κοινό, πολλές περιπτώσεις είναι πιθανώς μη διαγνωσμένες. Με βάση τον αριθμό των γνωστών περιπτώσεων, εκτιμάται ότι η επιλεκτική αλαλία επηρεάζει 1 άτομο στα 1000.[10] Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής υποστηρίζει ότι η επιλεκτική αλαλία επηρεάζει το 0.71% του πληθυσμού.[11]

Άλλα συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την μη ομιλία σε ορισμένες περιπτώσεις, άλλες συνηθισμένες συμπεριφορές και χαρακτηριστικά που εμφανίζουν άτομα με επιλεκτική αλαλία (κατά τα ευρήματα της δρ. Ελίσα Σίπον-Μπλαμ) περιλαμβάνουν:[12][13]

  • Ντροπαλότητα, κοινωνικό άγχος, φόβος ή κοινωνική αμηχανία, ή/και κοινωνική απομόνωση και απόσυρση
  • Δυσκολία διατήρησης επαφής με το μάτι
  • Μονότονη έκφραση και απροθυμία έκφρασης χαμόγελου ή αδιάκοπο γέλιο
  • Δυσκολία έκφρασης συναισθημάτων, ακόμα και σε μέλη του στενού οικογενειακού κύκλου
  • Τάση να ανησυχεί για ένα θέμα περισσότερο από τους συνομηλίκους
  • Ευαισθησία σε πλήθη και θόρυβο

Από την θετική πλευρά, πολλά άτομα με επιλεκτική αλαλία περιλαμβάνουν τα παρακάτω:

  • Ευφυΐα, αντίληψη ή φιλοπεριέργεια πάνω από τον μέσο όρο
  • Δημιουργικότητα και αγάπη για τη τέχνη και τη μουσική
  • Εμπάθεια και ευαισθησία για τις σκέψεις και αισθήματα των άλλων
  • Ισχυρή αίσθηση του σωστού και του λάθους[13]

Διάσημα άτομα με επιλεκτική αλαλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ρατζές Κουτραπάλι, χαρακτήρας του The Big Bang Theory. Παλαιότερα είχε επιλεκτική αλαλία σε γυναίκες για τις οποίες ήταν άγνωστος εκτός εάν είχε πιει (ή νόμιζε ότι είχε πιει) κάποιο ποτό.
  • Έφι Στόουνεμ, χαρακτήρας του Skins με επιλεκτική αλαλία, ειδικά στους πρώτους 2 κύκλους.
  • Τζουντ Άνταμς Φόστερ, ένας χαρακτήρας των The Fosters ο οποίος είχε επιλεκτική αλαλία, αποτέλεσμα της αποτυχίας του σε πολλά προβλήματα.
  • Τον Δεκέμβριο του 2018, η Γκρέτα Τούνμπεργκ περιέγραψε τον εαυτό της ως έχοντας "σύνδρομο Άσπεργκερ, ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή και επιλεκτική αλαλία".[14]
  • Τζουν και Τζένιφερ Γκίμπονς, οι αθόρυβες δίδυμες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Viana, A. G.; Beidel, D. C.; Rabian, B. (2009). «Selective mutism: A review and integration of the last 15 years». Clinical Psychology Review 29 (1): 57–67. doi:10.1016/j.cpr.2008.09.009. PMID 18986742. 
  2. Brown, Harriet (12 Απριλίου 2005). «The Child Who Would Not Speak a Word» – μέσω NYTimes.com. 
  3. Adelman, L. (2007). Don't Call me Shy. LangMarc Publishing. 
  4. American Psychiatric Association (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (Fifth ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing. p. 195. (ISBN 978-0-89042-555-8).
  5. Dummit, E. S.; Klein, R. G.; Tancer, N. K.; Asche, B.; Martin, J.; Fairbanks, J. A. (1997). «Systematic Assessment of 50 Children with Selective Mutism». Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry 36 (5): 653–660. doi:10.1097/00004583-199705000-00016. PMID 9136500. 
  6. Vecchio, J. L.; Kearney, C. A. (2005). «Selective Mutism in Children: Comparison to Youths with and Without Anxiety Disorders». Journal of Psychopathology and Behavioral Assessment 27: 31–37. doi:10.1007/s10862-005-3263-1. 
  7. Black, B.; Uhde, T. W. (1995). «Psychiatric Characteristics of Children with Selective Mutism: A Pilot Study». Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry 34 (7): 847–856. doi:10.1097/00004583-199507000-00007. PMID 7649954. 
  8. Yeganeh, R.; Beidel, D. C.; Turner, S. M. (2006). «Selective mutism: More than social anxiety?». Depression and Anxiety 23 (3): 117–123. doi:10.1002/da.20139. PMID 16421889. 
  9. Sharp, W. G.; Sherman, C.; Gross, A. M. (2007). «Selective mutism and anxiety: A review of the current conceptualization of the disorder». Journal of Anxiety Disorders 21 (4): 568–579. doi:10.1016/j.janxdis.2006.07.002. PMID 16949249. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-11-19. https://web.archive.org/web/20081119161030/http://www.selectivemutism.org/resources/library/SM%20General%20Information/Current%20Conceptualization%20of%20SM.pdf. Ανακτήθηκε στις 2019-08-23. 
  10. Chvira, Denise A.; Shipon-Blum, Elisa; Hitchcock, Carla; Cohan, Sharon; Stein, Murray B. (2007). «Selective Mutism and Social Anxiety Disorder: All in the Family?». Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry 46 (11): 1464–472. doi:10.1097/chi.0b013e318149366a. PMID 18049296. 
  11. Bergman, RL; Piacentini, J; McCracken, JT (2002). «Prevalence and description of selective mutism in a school-based sample». J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 41 (8): 938–46. doi:10.1097/00004583-200208000-00012. PMID 12162629. 
  12. «Selective Mutism Symptoms». Theselectivemutism.info. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Αυγούστου 2008. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2013. 
  13. 13,0 13,1 Online Parent Support (26 Μαΐου 2005). «Selective Mutism». Myoutofcontrolteen.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2013. 
  14. TEDx Talks (12 Δεκεμβρίου 2018). «School strike for climate - save the world by changing the rules - Greta Thunberg - TEDxStockholm» – μέσω YouTube.