Παραμνησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η παραμνησία ή ψευδής μνήμη είναι το ψυχολογικό φαινόμενο στο οποίο ένα άτομο ανακαλεί στη μνήμη του κάτι που δεν συνέβη. Στην ψευδή μνήμη γίνονται αναφορές σε νομικές υποθέσεις που αφορούν την παιδική σεξουαλική κακοποίηση.[1][2][3][4] Το φαινόμενο αρχικά ερευνήθηκε από τους πρωτοπόρους της ψυχολογίας Σίγκμουντ Φρόυντ και Πιερ Ζανέ. Ο Φρόυντ έγραψε το βιβλίο "Η αιτιολόγηση της υστερίας" όπου ερεύνησε τον σεξουαλικό τραύμα που προκαλούν στην παιδική ηλικία οι καταπιεσμένες αναμνήσεις και την συσχέτιση τους με την υστερία.[5] Η Ελίζαμπεθ Λόφτους έχει υπάρξει βασικός ερευνητής σχετικά με την ανάκτηση της μνήμης και των ψευδών αναμνήσεων από την αρχή του ερευνητικού της πρότζεκτ το 1974.[6] Το σύνδρομο της ψευδούς μνήμης αναγνωρίζει την ψευδή μνήμη ως κυρίαρχο κομμάτι της ζωής ενός ατόμου το οποίο επηρεάζει την ψυχοσύνθεση του και την καθημερινή του ζωή. Το σύνδρομο της ψευδούς μνήμης διαφέρει από την ψευδή μνήμη διότι το σύνδρομο έχει μεγάλη επιρροή στον προσανατολισμό ενός ατόμου, ενώ η ψευδής μνήμη μπορεί να συμβεί χωρίς αυτή τη σημαντική επίδραση. Το σύνδρομο τίθεται σε ισχύ επειδή το άτομο πιστεύει ότι η μνήμη αυτή είναι αληθινή.[7] Ωστόσο, η έρευνα πάνω στο σύνδρομο έχει αντιφάσεις και έτσι δεν χαρακτηρίζεται ως ψυχική διαταραχή. Η ψευδής μνήμη αποτελεί σημαντικό μέρος της ψυχολογικής έρευνας εξαιτίας των δεσμών που έχει με πολλές ψυχικές διαταραχές, όπως το μετατραυματικό άγχος.[8]


Χειραγώγηση της ανάκλησης αναμνήσεων μέσω της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1974, η Ελίζαμπεθ Λόφτους και ο Τζον Πάλμερ διεξήγαγαν μία μελέτη για να ερευνήσουν τις επιδράσεις της γλώσσας στην ανάπτυξη της παραμνησίας. Το πείραμα περιελάμβανε δύο ξεχωριστές μελέτες.

Στο πρώτο τεστ, σε 45 συμμετέχοντες ανατέθηκε τυχαία να παρακολουθήσουν διαφορετικά βίντεο ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, για το οποίο ξεχωριστά βίντεο έδειχναν συγκρούσεις 20 μιλίων την ώρα, 30 μιλίων την ώρα και 40 μιλίων την ώρα. Αμέσως μετά, οι συμμετέχοντες συμπλήρωναν μια εξέταση. Η εξέταση είχε πάντα την ερώτηση "τι ταχύτητα είχαν αναπτύξει τα οχήματα όταν συντρίφθηκαν μεταξύ τους;" Η ερώτηση ήταν πάντα η ίδια, όμως άλλαζε το ρήμα που χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει την σύγκρουση. Αντί για "συντρίφθηκαν, άλλα ρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν το "προσκρούστηκαν", "συγκρούστηκαν", "τράκαραν", "χτύπησαν". Οι συμμετέχοντες εκτίμησαν ότι οι συγκρούσεις ήταν όλες κατά μέσο όρο ανάμεσα στα 35 μίλια την ώρα και τα 40 μίλια την ώρα. Εάν η πραγματική ταχύτητα ήταν ο κύριος παράγοντας στην εκτίμηση, υποτίθεται ότι οι συμμετέχοντες θα είχαν χαμηλότερες εκτιμήσεις σχετικά με συγκρούσεις μικρότερης ταχύτητας. Αντί αυτού, η λέξη που χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τη σύγκρουση έμοιαζε να προβλέπει την εκτίμηση στην ταχύτητα παρά την ίδια την ταχύτητα.[6]

Στο δεύτερο πείραμα επίσης παρουσιάζονταν στους συμμετέχοντες βίντεο ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, αλλά η κριτική χειραγώγηση ήταν η πολυλογία του ερωτηματολογίου. Σε 150 συμμετέχοντες ανατέθηκαν 3 διαφορετικά τεστ. Στο γκρουπ που απάντησε το πρώτο τεστ η ερώτηση ήταν ίδια με αυτή της πρώτης μελέτης μόνο που χρησιμοποιήθηκε το ρήμα "συντρίφθηκαν". Στο γκρουπ που απάντησε το δεύτερο τεστ η ερώτηση ήταν ίδια με αυτή της πρώτης μελέτης αλλά χρησιμοποιήθηκε το ρήμα "χτύπησαν". Στο τρίτο γκρουπ δεν τέθηκε το ερώτημα σχετικά με την ταχύτητα των τρακαρισμένων αυτοκινήτων. Οι ερευνητές τότε ρώτησαν τους συμμετέχοντες αν είχαν παρατηρήσει σπασμένα τζάμια, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο βίντεο. Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα έδειξαν ότι η διαφορά ανάμεσα σε αυτούς που θυμόταν τα σπασμένα τζάμια και σε αυτούς που δεν τα θυμόταν εξαρτώταν από το ρήμα που χρησιμοποιήθηκε. Ένας μεγάλος αριθμός ατόμων που απάντησαν στο πρώτο από τα 3 τεστ ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν σπασμένα τζάμια.

Σε αυτή τη μελέτη, το πρώτο σημείο που τέθηκε σε συζήτηση είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για να σχηματίσουν την ερώτηση μπορούν να επηρεάσουν βαθύτατα την απάντηση που δίνεται.[6] Επιπλέον, η μελέτη δείχνει ότι ο σχηματισμός μιας ερώτησης μπορεί να φέρει λεπτομέρειες που αγνοήθηκαν πρωτύτερα και έτσι, μια παρανόηση της μνημονικής ανάκλησης. Αυτή η ένδειξη υποστηρίζει ότι η ψευδής μνήμη είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο.



Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bremner, J. D.; Krystal, J. H.; Charney, D. S.; Southwick, S. M. (1996). «Neural mechanisms in dissociative amnesia for childhood abuse: Relevance to the current controversy surrounding the "false memory syndrome». American Journal of Psychiatry 153 (7): 71–82. doi:10.1176/ajp.153.7.71. PMID 8659644. 
  2. Davis, J (2005). «Victim narratives and victim selves: False memory syndrome and the power of accounts». Social Problems 52 (4): 529–548. doi:10.1525/sp.2005.52.4.529. 
  3. Ware, R (1995). «Scylla and Charybdis – Sexual abuse or false memory syndrome – Therapy-induced memories of sexual abuse». Journal of Analytical Psychology 40 (1): 5–22. doi:10.1111/j.1465-5922.1995.00005.x. PMID 7868381. 
  4. Christianson, S.; Loftus, E. (1987). «Memory for traumatic events». Applied Cognitive Psychology 1 (4): 225–239. doi:10.1002/acp.2350010402. 
  5. Gleaves, David H.; Smith, Steven M.; Butler, Lisa D.; Spiegel, David (2004). «False and recovered memories in the laboratory and clinic: A review of experimental and clinical evidence». Clinical Psychology-Science and Practice 11 (1): 3–28. doi:10.1093/clipsy.bph055. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Loftus, E (1974). «Reconstruction of automobile destruction – Example of interaction between language and memory». Journal of Verbal Learning and Verbal Behavior 13 (5): 585–589. doi:10.1016/s0022-5371(74)80011-3. 
  7. Kaplan, R (2001). «Is there a false memory syndrome? A review of three cases». Comprehensive Psychiatry 42 (4): 342–348. doi:10.1053/comp.2001.24588. PMID 11936143. 
  8. Friedman, M (1996). «PTSD diagnosis and treatment for mental health clinicians». Community Mental Health Journal 32 (2): 173–189. doi:10.1007/bf02249755. PMID 8777873.