Χρηστάκης Καλόγερος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο καπετάν Χρηστάκης Καλόγερος ή Χρηστάκης Καλόγηρος ήταν αρματολός από την Πρέβεζα και δραστηριοποιήθηκε κατά το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Ο καπετάν Χρηστάκης Καλόγερος
επιχρωματισμένο σχέδιο
του Βαυαρού κόμη Karl von Rechberg und Rothenlöwen

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λήμμα του Γεωργίου Δ. Κορομηλά στην Μ.Ε.Ε.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χρηστάκης Καλόγερος ή Μαγκιόρ (από το ταγματάρχης), ήταν διάσημος αρματολός από την Πρέβεζα. Πιθανώς, ήταν συγγενής τού, επίσης διάσημου, κλέφτη Χρήστου Καλόγερου ή Τσάμη, από την Παραμυθιά. Κατά τη βενετική περίοδο υπήρξε αρχηγός των αρματολών που υπηρετούσαν την αριστοκρατία. Κατατάχθηκε στα τάγματα της Ιονίου Πολιτείας και ήταν ταγματάρχης (μαγκιόρος) του 4ου τάγματος. Πολέμησε πάντοτε γενναιότατα και ιδιαίτερα κατά τους Σουλιωτικούς αγώνες εναντίον του Αλή πασά. Ο ίδιος αναφέρεται και ως Χριστάκης Ανδρίτζου.[1]

Στοιχεία από τον Χριστόφορο Περραιβό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον σύγχρονό του Χριστόφορο Περραιβό, ο καπετάν Χρηστάκης Καλόγηρος ήταν γιος του καπετάν Σπύρου και κατοικούσε στην Πρέβεζα, όπου είχε πολλά αγροκτήματα. Ήταν πολύ ευγενής, κομψός και φιλογενής. Πάντα στάθηκε ενάντιος του Αλή πασά και του προξένησε πολλή ζημία στα σύνορά του. Για αυτόν τον λόγο ο πασάς προσπάθησε πολύ να τού στερήσει τη ζωή, αλλά δεν το κατόρθωσε. Ήταν αφιερωμένος, ψυχή τε και σώματι, στο Σούλι και τους Σουλιώτες, επειδή μέσω αυτών δοξάσθηκε και μαζί τους ήθελε να πεθάνει. Όσο φαγητό περίσσευε από το τραπέζι του, το έστελνε πάντα σε αυτούς. Οι στρατιώτες του καπετάν Χρηστάκη θυσιάστηκαν πολεμώντας στη μάχη της Νικοπόλεως του 1798, υπερασπιζόμενοι την Πρέβεζα. Και ο ίδιος, εάν επρόφτανε να γυρίσει από τη Λευκάδα, ήταν έτοιμος ή να νικήσει ή να πεθάνει για την Πατρίδα του. Μετά την κατάληψη της Πρέβεζας, τον Οκτώβριο του 1798, ο ίδιος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Ουσάκωφ και τιμήθηκε από αυτόν. Όταν ο Ουσάκωφ αποχώρησε από τα Επτάνησα, ο Χρηστάκης έμεινε στην Ιόνιο Πολιτεία, από την οποίαν τιμήθηκε για την αξιότητά του και την πίστη του, παίρνοντας τον βαθμό του μαγκιόρου (ταγματάρχου).[2]
Ο ίδιος ο Περραιβός, μερικά χρόνια αργότερα, θα έγραφε τα αντίθετα για τον καπετάν Χρηστάκη, αναφέροντας ότι ήταν αξιοκατάκριτος, διότι, ενώ η πατρίδα του η Πρέβεζα κινδύνευε, αυτός, πριν τη μάχη της Νικοπόλεως, πέρασε απέναντι στη Λευκάδα, προτιμώντας την ατομική του ασφάλεια και αφήνοντας πάνω από εκατό στρατιώτες του χωρίς αρχηγό, από τους οποίους οι περισσότεροι πέθαναν μαχόμενοι.[3]

Στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του για την ιστορία του Σουλίου και της Πάργας, ο Περραιβός δεν περιποιεί τιμή στον χαρακτήρα του Χρηστάκη, ονομάζοντάς τον: υποκείμενον φαυλόβιον, ή μάλλον ειπείν το παράδειγμα κάθε κακίας. Στη συνέχεια αναφέρει ότι: το σκοτεινόν και χαμερπές ένδυμα της υποκρίσεώς του, εξαπάτησε κατά καιρούς, πολλούς και απλούς και πνευματώδεις ανθρώπους, όπως εξαπατήθηκε και ο εξοχότατος κόμης Γεώργιος Μοτζενίγος, ο οποίος του δώρισε, στην Κέρκυρα, μια χρυσή εικόνα του αυτοκράτορα πασών των Ρωσσιών Αλεξάνδρου του Μεγάλου. Αλλά οι αρχηγοί του Ρωσικού Στρατού, γνωρίζοντας τα φερσίματά του, τον απέβαλαν από τη Ρωσική δούλεψη. Όταν, δε, ήλθαν οι Γάλλοι στα Επτάνησα εμφανίστηκε, στη Λευκάδα, ενώπιον του υποστρατήγου Φορεστιέρ, ο οποίος βλέποντας την εικόνα του Αλεξάνδρου της Ρωσίας να κρέμεται από τον λαιμό του, τον ρώτησε τίνος είναι· και ο Χρηστάκης, χωρίς δεύτερη σκέψη, την έβγαλε από τον λαιμό του και την καταπάτησε μπροστά του, λέγοντας: η εικών αυτή έμελλε να μου υστερήσει την ζωήν, αλλά ο ερχομός των Γάλλων μού την έσωσε, διά τούτο και την πατώ, ως βλέπεις.[4] Υποσημειώνοντας, ο Περραιβός επεξηγεί ότι αιτία που ο Χρηστάκης έμελλε να στερηθεί τη ζωή του, όταν ήταν στον Ρωσικό Στρατό, υπήρξε το ακόλουθο γεγονός: όταν οι Ρώσοι ήταν σε πόλεμο με την Τουρκία, ο Χρηστάκης βρισκόταν στη Λευκάδα και εκεί άρχισε να μεταχειρίζεται μυστικές ανταποκρίσεις με τους εχθρούς, μέχρις ότου πιάστηκαν οι επιστολές του και το Πολεμικό Συμβούλιο αποφάσισε κατ' αυτού. Πριν όμως ενεργήσουν τις αποφάσεις τους, έφτασαν στα Επτάνησα οι Γάλλοι και ο Χρηστάκης απέφυγε τον αναπόφευκτο κίνδυνο.[5]

Στοιχεία από τον Γάλλο στρατηγό Camus de Richemont[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περιγραφή του Γάλλου στρατηγού και βαρώνου L.-A. Camus de Richemont, ο καπετάν Χρηστάκης, ήταν άνδρας με υψηλό ανάστημα, ωραίο παρουσιαστικό και με φυσιογνωμία αρρενωπή και εκφραστική που δεν στερούταν κάποιας σεμνοπρέπειας. Όπως οι παλιοί Γάλλοι ιππότες, που έμπαιναν επί κεφαλής των ενόπλων ανδρών των, έτσι και ο καπετάν Χρηστάκης συνοδευόταν πάντοτε, όταν βάδιζε μόνος του, από τον υπασπιστή του, ο οποίος έφερε τα άρματά του και μερικά διάσημα του αξιώματός του. Η ενδυμασία αυτών των ανδρών ήταν παρόμοια σχεδόν με εκείνη που φορούσαν οι νησιώτες. Το κεφάλι του Χρηστάκη ήταν ξυρισμένο γύρω από το μέτωπο, τους κροτάφους και τον σβέρκο και άφηνε έναν πλατύ δίσκο από μακριά μαλλιά στην κορυφή, που έπεφταν προς τα πίσω και καλύπτονταν με ένα μικρό κόκκινο φέσι. Περικνημίδες από βελούδο κόκκινο ή ανοιχτό μπλε έφταναν από τα σφυρά μέχρι τα γόνατα. Ένα πουκάμισο από στερεό, λευκό, λινό ύφασμα ή μάλλον ένα αμπέχονο (γαλλικά: tunique) σκέπαζε το σώβρακό τους και έπεφτε σαν πλατύ φουστάνι γύρω από τα γόνατά τους. Επάνω από το αμπέχονο (γαλλικά: tunique) φορούσαν μια ζακέτα βελουδένια πλατιά, του ιδίου χρώματος με εκείνο που είχαν οι γκέτες και από κάτω μια μεταξωτή μακριά ζώνη βαστούσε δύο μακρά πιστόλια, επάργυρα στις λαβές των. Τον οπλισμό τους συμπλήρωναν ένα μακρύ αλβανικό όπλο και μια κυρτή σπάθη, το γιαταγάνι.[6]

Στοιχεία από τον Γεώργιο Χρ. Σακκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καμαρινιώτης δάσκαλος Γεώργιος Χρ. Σακκάς, στην καταγραφή της ιστορίας της Καμαρίνας, αναφέρει, μεταξύ άλλων,[7] ότι ο καπετάν Χρηστάκης ήταν γιος του καπετάν Σπύρου, μετονομαζόμενου Μπαρούτη, ο οποίος ήταν από το Λιμπόχοβο της Λάμαρης και είχε εγκατασταθεί στην Καμαρίνα. Η κατοπινή εγκατάσταση, όμως, του ευνοούμενου του Αλή πασά, καπετάν Γιαννάκη, στο ίδιο χωριό, δημιούργησε αντιζηλίες και έχθρα και μίσος με τον ήδη εγκατεστημένο εκεί καπετάν Σπύρο Καλόγερο. Οι μεταξύ των δύο καπεταναίων σχέσεις ήταν, ως εκ τούτου, ψυχρές και σχεδόν διακεκομμένες. Διεκόπησαν δε τελείως όταν ο καπετάν Σπύρος τουφέκισε κατά την ημέραν του Πάσχα, ανεπιτυχώς, τον καπετάν Γιαννάκη, όταν αυτός τον κάλεσε να ανταλλάξουν τον χαιρετισμό του Πάσχα «Χριστός Ανέστη», με έναν πυροβολισμό. Πράγματι αντάλλαξαν από έναν πυροβολισμό, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η σφαίρα του καπετάν Σπύρου να τρυπήσει τις παλάσκες του καπετάν Γιαννάκη. Ο καπετάν Γιαννάκης δολοφόνησε, μερικά χρόνια αργότερα, τον καπετάν Σπύρο. Ο καπετάν Χρηστάκης θέλησε να εκδικηθεί τη δολοφονία τού πατέρα του και για τον λόγο αυτόν ξεσήκωσε τους Σουλιώτες εναντίον του καπετάν Γιαννάκη.

Ο καπετάν Χρηστάκης προσλήφθηκε αργότερα στη στρατιωτική υπηρεσία των Γάλλων, ως αντισυνταγματάρχης.[7]


Δημοτική παράδοση

Τη μάχη του Ζαλόγγου μεταξύ Σουλιωτών και καπετάν Γιαννάκη περιγράφει το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, το οποίο άκουσε να τραγουδιέται στην Καμαρίνα ο Περικλής Ζερλέντης το 1888 και το κατέγραψε.[8]

Ο Ιωάννης Λαμπρίδης επισκέφθηκε και αυτός την Καμαρίνα το 1888 και με την βοήθεια[9] την Αγγελικής Κ. Σαφάκα, αδελφής του ήρωα Μάρκου Μπότσαρη και κάποιων άλλων κατοίκων του χωριού, κατέγραψε μεταξύ άλλων το ίδιο τραγούδι με κάποιες παραλλαγές.[10]

Εκδοχή Περικλή Ζερλέντη Εκδοχή Ιωάννη Λαμπρίδη
Τρία πουλάκια κάθουνταν στο Ζάλογγο στη ράχη
Το 'να τήραε τη Λάμαρη, τ' άλλο την Καμαρίνα
Το τρίτο το καλλίτερο μυρολογά και λέγει
Εσείς παιδιά Σουλιώτικα, παιδιά του Κουτσονίκα,
Τώρα που κάμετε γαμπρό τον Καπετάν Χρηστάκη,
Να θυμηθήτε το ψωμί του καπετάν Σπυράκη.
Για πάρτε τα τουφέκια σας και ζώστε τα σπαθιά σας,
κάμετε τον κατήφορο κατά το Λισοθώρι
Βάλτε φωτιά στη Λάμαρη, κάψτε την Καμαρίνα.
Αλή πασάς σαν το 'μαθε, πολύ του κακοφάνη.
Στα Γιάννινα γιωμάτισε, στο Λούρο κάνει δείπνο
Στο Λούρο και στην Πρέβεζα όσο να ξημερώση.
Και τον Μπεκίρη έκραξε τον πρώτο αρχηγό του,
στο Ζάλογγο τον έστειλε στον καπετάν Γιωργίτζα.
Τρία πουλάκια κάθονταν 'ς το Ζάλογγο 'ς τη ράχι∙
Το 'να τήραει τη Λάμαρη, τ' άλλο κατά το Σούλη∙
Το τρίτο το καλλίτερο μυρολογάει και λέγει:
Εσείς παιδιά Σουλιώτικα, παιδιά του Κουτσονίκα,
Τώρα, 'που 'κάμεταν γαμβρόν τον Καπετάν Χρηστάκη,
Να θυμηθήτε το ψωμί του καπετάνου Σπύρου∙
Για πάρτε τα τουφέκια σας, λαμπρύντε τα σπαθιά σας∙
Κάμετε τον κατήφορο κατά το Λιθοσώρι∙
Βάλτε φωτιά 'στη Λάμαρη, κάψτε την Καμαρίνα∙
Πάρτε μανάδες και παιδιά, γυναίκες με τους άνδρες.

Αλή πασάς σ' αν τ΄άκουσε, πολύ του κακοφάνη∙
Στα Γιάννινα 'γιομάτισε, 'ς το Λούρο κάμνει δείπνο.
Από το Λούρο 'ς την Πρέβεζα όσω να ξημερώση.
Και τον Μπεκίρη έκραξε και το Γιαννάκη αντάμα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. ομώνυμο λήμμα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας του Παύλου Δρανδάκη, το οποίο συντάχθηκε από τον δημοσιογράφο Γ.Δ. Κορομηλά, Αθήνα, 1926, τόμ. 13, σελ. 591, στλ. 3.
  2. Βλ. Χριστόφορος Περραιβός, Ιστορία σύντομος του Σουλίου και Πάργας, περιέχουσα την αρχαιότητα αυτών, και ηρωϊκούς μετά των Τουρκών πολέμους, και μάλιστα τους, του Σουλίου μετά του Αλή Πασιά κατοίκου των Ιωαννίνων, και ηγεμόνος της Γραικίας, και Μακεδονίας, έκδοση Α΄, τόμ. Α΄, Παρίσι, 1803, σελ. 5-6.
  3. Βλ. Χριστόφορος Περραιβός, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας: περιέχουσα την χρονολογίαν αυτών, τας προς τους Οθωμανούς μάχας, κυρίως δε τας προς τον Αλή Πασά Σατράπην της Ηπείρου, τόμ. Β΄, Αθήνα, 1857, σελ. 33.
       Σχετικά με την αλλαγή των απόψεων του Περραιβού από το 1803 (έτος της πρώτης εκδόσεως) μέχρι το 1856 (έτος της τρίτης εκδόσεως) και τους λόγους που τον έκαναν να διαφοροποιήσει τα γραφόμενά του, βλ. Περικλής Γ. Ζερλέντης, «Ηπειρωτικά μελετήματα. α΄. Η ιστορία του Σουλίου και Πάργας του Χριστοφόρου Περραιβού, υπό έποψιν του αξιοπίστου εξεταζομένη», στο περιοδικό Παρνασσός, τεύχος 6, έτος ιβ΄, Αθήνα, 1889, σελ. 311-324. (Για τα σχετικά με το θέμα κείμενα, βλ. σελ. 319-320).
       Βλ. επίσης, του ιδίου, «Ηπειρωτικά μελετήματα. β΄. Περί της εν Ζαλόγγω καταστροφής», στο περιοδικό Παρνασσός, τεύχος 7-8-9, έτος ιβ΄, Αθήνα, 1889, σελ. 366-384. (Για τα σχετικά με το θέμα κείμενα, βλ. σελ. 381-383).
  4. Βλ. Χριστόφορος Περραιβός, Ιστορία Σουλίου και Πάργας περιέχουσα την χρονολογίαν, και τους ηρωικούς αυτών πολέμους, εξαιρέτως τους των Σουλιωτών μετά του Αλή πασιά, ηγεμόνος της Ελλάδος, τόμ. Β΄, Βενετία, 1815, σελ. 82-83.
  5. Βλ. Χριστόφορος Περραιβός, Ιστορία Σουλίου και Πάργας περιέχουσα την χρονολογίαν, και τους ηρωικούς αυτών πολέμους, εξαιρέτως τους των Σουλιωτών μετά του Αλή πασιά, ηγεμόνος της Ελλάδος, τόμ. Β΄, Βενετία, 1815, σελ. 83.
       Σχετικά με την αλλαγή των απόψεων του Περραιβού από το 1803 (έτος της πρώτης εκδόσεως) μέχρι το 1815 (έτος της δεύτερης εκδόσεως) και τους λόγους που τον έκαναν να διαφοροποιήσει τα γραφόμενά του, βλ. τις δημοσιεύσεις του Περικλή Ζερλέντη, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.
  6. Βλ. Louis-Auguste Camus baron de Richemont, «Le Compat de Nicopolis d’ après les mémoires du général Camus de Richemont», στο: Frédéric Masson, Aventures de Guerre 1792-1809, Souvenirs et récits de soldats, Παρίσι, 1894, σελ. 71-89. Για την ελληνική μετάφραση, βλ. Ηλίας Β. Βασιλάς, «Η μάχη της Νικοπόλεως και ο Χαλασμός της Πρέβεζας (12/24 Οκτωβρίου 1798)», Άπαντα, Πρέβεζα, 2012, σελ. 262-263. Το σχετικό γαλλικό κείμενο, εμφανίζεται στη σελίδα 74 του βιβλίου του Masson και έχει ως εξής: M. le gouverneur m'opposa, comme preuve d'une disposition plus favorable de la population, la réunion d'une bande d'Arnautes, aux ordres d'un nommé Christaki, qu'il avait pris à sa solde. Le chef, ce Christaki, était un homme de haute taille, de bonne mine et d'une figure mâle et expressive qui ne manquait pas de dignité. Comme nos anciens chevaliers à la tête de leurs hommes d'armes, il se faisait accompagner, quand il allait et marchait seul, par son écuyer, qui portait ses armes et quelques insignes de son autorité. Le costume de ses hommes était à peu près celui des insulaires de la Grèce : la tête rasée autour du front, des tempes et de la nuque, ne laissant qu'un large disque de cheveux longs qui retombent par derrière et sont couverts à leur sommet par un petit fez couleur pourpre ; des guêtres en velours écarlate ou bleu de ciel, montant à la naissance du genou ; une chemise de forte toile blanche, ou plutôt une tunique, recouvrant un caleçon et tombant comme une large jupe au-dessus des genoux ; par-dessus cette tunique, une veste en velours de même couleur que celui des guêtres, et, par-dessous, une longue ceinture en soie qui soutient deux longs pistolets montés en argent. Un long fusil albanais et un sabre recourbé complétaient l'armement.
  7. 7,0 7,1 Βλ. Γεώργιος Χρ. Σακκάς, Η Ιστορία της Καμαρίνας και η τραγωδία του Ζαλόγγου, Πρέβεζα, 1973, σελ. 20.
  8. Βλ. Περικλής Γ. Ζερλέντης, «Ηπειρωτικά μελετήματα. β΄. Περί της εν Ζαλόγγω καταστροφής», στο περιοδικό Παρνασσός, τεύχος 7-8-9, έτος ιβ΄, Αθήνα, 1889, σελ. 383.
  9. Λαμπρίδης, Ιωάννης (1993) [1888]. Ηπειρωτικά Μελετήματα. ΙΙ, Τεύχος 10. Ιωάννινα: Εταιρία Ηπειρωτικών Μελετών. σελ. Προοίμιο. ISBN 9780002489225. 
  10. Λαμπρίδης, Ιωάννης (1993) [1888]. Ηπειρωτικά Μελετήματα. ΙΙ, Τεύχος 10. Ιωάννινα: Εταιρία Ηπειρωτικών Μελετών. σελ. 9. ISBN 9780002489225.