Πάτροκλος Καραντινός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πάτροκλος Καραντινός
Γέννηση
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος
Αθήνα
Σπουδές Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Ιδιότητα αρχιτέκτονας και καθηγητής πανεπιστημίου
Commons page Wikimedia Commons

Ο Πάτροκλος Καραντινός (Κωνσταντινούπολη, 10 Απριλίου 1903 - Αθήνα, 4 Δεκεμβρίου 1976) ήταν σημαντικός αρχιτέκτονας που εισήγαγε στην ελληνική αρχιτεκτονική το ρεύμα του μοντερνισμού.

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καραντινός υπήρξε από τους αντιπροσωπευτικότερους αρχιτέκτονες της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα και το έργο του διανύει δυο σημαντικές περιόδους, το μεσοπόλεμο και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Συμμετέχει αποφασιστικά στην ανέγερση των νέων σχολικών κτιρίων του προγράμματος Παπανδρέου (1930-38), σχεδιάζει το Μουσείο Ηρακλείου (1933) και μεταπολεμικά επικεντρώνεται κυρίως στη Θεσσαλονίκη, όπου σχεδιάζει πολλά από τα κτίρια των πανεπιστημιακών σχολών της πόλης, το αρχαιολογικό μουσείο και εκλέγεται καθηγητής το 1959.

Αρχιτεκτονική πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σπουδές και οι πρώτες αρχιτεκτονικές εμπειρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάτροκλος Καραντινός γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1903 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1919 εισάγεται στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Ε.Μ.Πολυτεχνείου και αποφασίζει αμέσως τη μεταγραφή του στη Σχολή Αρχιτεκτόνων.

Ο Πικιώνης υπήρξε καθηγητής του Καραντινού και συνέβαλε στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Το 1922 ο Καραντινός ταξιδεύει στη Αίγινα μαζί με τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Κυριάκο Παναγιωτάκο και εκτελεί μια σειρά αποτυπώσεων και σχεδίων – δυο από τα οποία θα δημοσιευθούν το 1925 στο περιοδικό Φιλική Εταιρεία αποτελώντας μέρος της εικονογράφησης του άρθρου «Η λαϊκή μας τέχνη και εμείς» του Πικιώνη, ενός κειμένου που επρόκειτο να συμβάλλει αποφασιστικά στην αναθεώρηση του Λαϊκού (τότε ήταν που στην Ελλάδα είχαν εκδηλωθεί τα πρώτα δείγματα ενδιαφέροντος των αρχιτεκτόνων για την αξιολόγηση της ανώνυμης κτιριολογικής παράδοσης).

Το ενδιαφέρον του Καραντινού για την παράδοση είναι επίμονο και διαρκές. Από την περίοδο των σπουδών του στο Πολυτεχνείο, ως τα μέσα της δεκαετίας του ’30 ταξιδεύει συχνά στο εσωτερικό της Ελλάδας και σχεδιάζει τη λαϊκή αρχιτεκτονική.

Ο Καραντινός υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία το 1923 στη Θράκη όπου γνωρίζεται με το συνομήλικό του γλύπτη Γεώργιο Ζογγολόπουλο με τον οποίο θα συνδεθεί με μια πολύχρονη φιλική σχέση και μια παραγωγική επαγγελματική συνεργασία τόσο κατά τη διάρκεια του ’30 (πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής) όσο και στη μεταπολεμική περίοδο. Το 1924 αποφοιτά από το Πολυτεχνείο. Μέχρι τον Οκτώβριο του 1925 εργάζεται ως αρχιτέκτων στην Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. Στη συνέχεια και ως το 1930 ο Καραντινός διανύει μια περίοδο διαφόρων επαγγελματικών εμπειριών. Το 1927-28 πάει στο Παρίσι και εργάζεται για μερικούς μήνες στο γραφείο του Ωγκύστ Περρέ (Auguste Perret), όπου έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το πραγματοποιημένο έργο του Περρέ και τις μελέτες του Τόνι Γκαρνιέ (Tony Garnier) για την «Cite Industrielle» και την πόλη της Λυών και να διαμορφώσει μια προσωπική ιδέα για την κατάσταση της νέας αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη. Το αποφασιστικό γεγονός για την εξέλιξη της όλης αρχιτεκτονικής του πορείας είναι η επαφή με το περιβάλλον στο οποίο δρα ο Λε Κορμπυζιέ.

Η επαγγελματική δραστηριότητα του Καραντινού κατά την περίοδο 1924-30 περιορίζεται κυρίως σε συμμετοχές διαγωνισμών. Η μελέτη του για το μνημείο των πεσόντων στη μάχη του Λαχανά παίρνει το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό του 1925-26 και θυμίζει μάλλον το ύφος ορισμένων σπουδαστικών ασκήσεων της αρχιτεκτονικής σχολής και αποκαλύπτει κάποιες τάσεις πομπώδους μνημειακότητας.

Το πρώτο κτίριο που πραγματοποιεί ο Καραντινός είναι το κτίριο 25 καταστημάτων και 6 διαμερισμάτων γνωστό και ως Στοά Καραντινού που κατασκευάζεται στην Καλλιθέα την περίοδο 1926-33 μετά από παραγγελία των αδελφών του.

Ο Καραντινός λαμβάνει μέρος στο διαγωνισμό για τη μελέτη του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας στον Πειραιά (ιδιοκτησία σήμερα της Τραπέζης της Ελλάδος) στον οποίο η προκήρυξη απαιτούσε χρήση οπλισμένου σκυροδέματος για το φέροντα οργανισμό και ρυθμό κτιρίου τον «επιβαλλόμενο, ελληνικό αρχαϊκό». Η μελέτη του Καραντινού κερδίζει το πρώτο βραβείο αλλά δεν πραγματοποιείται. Για την όψη προτείνονταν δυο λύσεις: μια νεοεκλεκτικιστική και μια χωρίς ιστορικά επιθέματα, πρωτορασιοναλιστική.

Τον Αύγουστο του 1929 ο δήμος Πειραιά προκηρύσσει διαγωνισμό για ένα μνημείο αφιερωμένο στη μνήμη των πεσόντων Πειραιωτών και για τη διαμόρφωση της κεντρικής πλατείας Τερψιθέας στην οποία το μνημείο επρόκειτο να τοποθετηθεί. Η μελέτη του Καραντινού, σε συνεργασία με τον Ζογγολόπουλο και τον Μητσάκη προτείνει μια διαμόρφωση σε διαφορετικά επίπεδα.

Στις 11 Απριλίου 1929, ο Πάτροκλος Καραντινός συμμετείχε σε δημόσια συζήτηση για τη μετατροπή των Παλαιών Ανακτόρων σε έδρα της Βουλής και για τη θέση του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη που οργάνωσε ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων στην Αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ο Καραντινός πρότεινε την ανέγερση ενός νέου κτιρίου για τη Βουλή και τη Γερουσία σε άλλο χώρο και τη μετατροπή των ανακτόρων σε μουσειακό συγκρότημα (εθνολογικό μουσείο, νομισματικό μουσείο, μουσείο εκμαγείων και γλυπτοθηκών και μουσείο λαϊκής τέχνης). Τονίζοντας τη σημασία της συγκέντρωσης αυτών των μουσείων σε ένα ενιαίο κτίριο. Το συγκρότημα θα περιελάμβανε επίσης και μια βιβλιοθήκη με αντικείμενο τις καλές τέχνες.

Το 1930 ο Καραντινός συμμετείχε με τον Μητσάκη στο διαγωνισμό για το Ηρώο του Αγώνα. Οι αρχιτέκτονες προτείνουν ένα βωμό εμπνευσμένο από την τυπολογία της παλαιοχριστιανικής βασιλικής συνδεδεμένο με μια στοά σχήματος Γ. Η λιτότητα του συνόλου αποκαλύπτει την προσπάθεια επίκλησης της ιστορικής μνήμης χωρίς την πομπώδη χρήση μεγαλόσχημων σχεδιαστικών χειρονομιών.

Συμμετοχή στο κρατικό πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη δεκαετία του ’30, περίπου τα δύο τρίτα του πραγματοποιημένου έργου του Καραντινού αποτελούνται από σχολεία που κατασκευάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος σχολικής αρχιτεκτονικής της δεύτερης κυβέρνησης Βενιζέλου (1928-1932).

Το πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρόγραμμα αυτό συνιστά την πιο σημαντική προσπάθεια των ελληνικών κυβερνήσεων κατά το πρώτο μισό του αιώνα μας για την ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας σχολικής εκπαίδευσης, χάρη στην ισχυρή πολιτική θέληση, τον οικονομικό προγραμματισμό και τον αριθμό των πραγματοποιημένων κτιρίων και είναι ευκαιρία για την ανάπτυξη της νέας αρχιτεκτονικής και την έκφραση των ιδεωδών και της επιθυμίας ένταξης σε ένα ευρωπαϊκό πολιτισμικό πλαίσιο μερικών από τους πιο νέους και ικανούς Έλληνες αρχιτέκτονες, που από το τέλος της δεκαετίας του ’20 είχαν εγκαινιάσει την αναζήτηση νέων εκφραστικών και σχεδιαστικών μέσων.

Από το 1910 το έργο του σχεδιασμού των σχολικών κτιρίων περνά στο Υπουργείο Παιδείας στο οποίο δημιουργείται αρμόδιο Αρχιτεκτονικό Γραφείο που ως το 1929 θα επιμεληθεί την κατασκευή 1100 περίπου σχολείων στα οποία παρατηρείται αποδέσμευση από τα νεοκλασικά μοντέλα των σχολείων Καλλία και προσπάθεια προσαρμογής στο χαρακτήρα των μικρών κέντρων και επανερμηνείας των ιδιωμάτων της αγροτικής κτιριολογίας.

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’20 τίθεται το θέμα της μαζικής παραγωγής σχολικών κτιρίων. Αποφασιστική ώθηση σε αυτήν τη νέα φάση δίνεται από τον Γεώργιο Παπανδρέου (υπουργό παιδείας από τον Ιανουάριο του 1930 ως το Μάιο του 1932) που υιοθετεί ένα πρόγραμμα κατασκευής περισσοτέρων από 3000 δημοτικά σχολεία και γυμνάσια. Ο Παπανδρέου προωθεί το 1930 την αναδιοργάνωση του «Γραφείου Μελετών» του Αρχιτεκτονικού Τμήματος του υπουργείου, επιφορτίζοντάς το μόνο με τη μελέτη των νέων σχολικών κτιρίων. Ο τομέας έτσι της σχολικής αρχιτεκτονικής θα αποτελέσει το σημαντικότερο πεδίο πειραματισμού και καθιέρωσης της νέας αρχιτεκτονικής, μιας και το υπουργείο επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία χρημάτων και χρόνου κατασκευής, θα επιβάλλει μια ορθολογιστική διαχείριση που θα καταλήξει στο να επηρεάσει και τη μορφολογία των κτιρίων.

Ο Καραντινός υπήρξε θερμός υποστηρικτής του προγράμματος σχολικών κτιρίων συμμετέχοντας στην ομάδα μελέτης του υπουργείου από το 1930 ως το 1938. Ο Καραντινός ήταν επίσης ο αρχιτέκτονας στον οποίο ανατέθηκε η επιμέλεια της έκδοσης του επίσημου τόμου για τα σχολεία, ο οποίος υπήρξε το μοναδικό βιβλίο στην Ελλάδα σχετικό με την παραγωγή της νέας αρχιτεκτονικής. Χάρη στα σχολεία ο Καραντινός υπήρξε ο πιο γνωστός και δημοσιευμένος Έλληνας αρχιτέκτονας στο εξωτερικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σχολικά του κτίρια εκδηλώθηκε σε πολύ έγκυρα βιβλία όπως: Gli elementi dell’ architettura funzionale του Αλμπέρτο Σαντόρις (Alberto Santoris) (Μιλάνο 1938). Στο βιβλίο του Gaetano Minnucci Scuole (Μιλάνο 1936) παρουσιάζονταν συνολικά δέκα σχολεία, όλα του Καραντινού. Άλλες δημοσιεύσεις έγιναν στα περιοδικά «Die Form», «L’ Architettura», «Quadrante», «Il Vetro», «The concrete way», κ.α.

Το 1933 ετοιμάζει το πρώτο δεκαεξασέλιδο βιβλίο που περιέχει έναν πρόλογο και μια ανάλυση των τυπολογικών και κατασκευαστικών χαρακτηριστικών των νέων σχολείων. Ο πρόλογος αυτού του βιβλίου αποκτά σχεδόν τη σημασία μανιφέστου. Γραμμένος στη δημοτική γλώσσα και εικονογραφημένος με φωτογραφίες λαϊκής αρχιτεκτονικής της Σαντορίνης της Nelly’s, μιας φωτογράφου ήδη φημισμένης στην Ελλάδα, επιδιώκει να διαγράψει το πνευματικό και αισθητικό πλαίσιο των προτάσεων των νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων που προσέγγισαν το «πνεύμα της νέας αρχιτεκτονικής». Στο κείμενο αυτό συνοψίζονται έννοιες και ζητήματα, που ο Καραντινός θα επαναλάβει στη συνέχεια και θα αναπτύξει πολλές φορές, όπως ο κίνδυνος που διατρέχει η αρχιτεκτονική να μεταβληθεί σε μια Ακαδημία του μοντέρνου, ως συνέπεια της ελλιπούς ανταπόκρισης στον κύριο ρόλο της που θα έπρεπε να είναι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών πέρα από την αναγνώριση του ηγετικού ρόλου του Λε Κορμπυζιέ.

Όταν το βιβλίο θα δημοσιευθεί το 1938 σε πλήρες καθεστώς δικτατορίας, το εισαγωγικό δεκαεξασέλιδο του Καραντινού- που συνεχίζει πάντως να εμφανίζεται ως επιμελητής του τόμου- θα αντικατασταθεί από ένα καθαρευουσιάνικο ακαδημαϊκό πρόλογο του Ανάργυρου Δημητρακόπουλου, προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Σε αυτόν τον τόμο παρουσιάζονται 134 σχολεία, δηλαδή το 3% περίπου της συνολικής παραγωγής. Πρόκειται για έναν αριθμητικά περιορισμένο απολογισμό που επιδιώκει να προβάλλει το έργο κυρίως των ρασιοναλιστών αρχιτεκτόνων.

Η συμβολή του Καραντινού στο πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμβολή του Καραντινού στο πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής αποτελείται από 40 περίπου μελέτες, κατά μεγάλο ποσοστό πραγματοποιημένες, που για την ποιότητα και το περιεχόμενο της σχεδιαστικής έρευνας, μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Νίκου Μητσάκη. Τα σχολεία του Καραντινού ξεχωρίζουν για την ποικιλία των λύσεων και τον πλούτο της μορφοπλαστικής τους σύνταξης, αν και μερικές φορές θα πρέπει να σημειωθούν επαναλήψεις ή αντιγραφές προηγούμενων έργων του, κατανοητές λόγω του περιορισμένου χρόνου μελέτης και κατασκευής.

Το δημοτικό σχολείο στην Καλλιθέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο σχολείο που πραγματοποιεί ο Καραντινός και μάλιστα το πρώτο που θεμελιώθηκε το 1930 από τον ίδιο το Βενιζέλο ως μια συμβολική πράξη έναρξης του κυβερνητικού προγράμματος είναι το δημοτικό σχολείο στην Καλλιθέα, όπου ο αρχιτέκτων είχε μεγαλώσει και είχε χτίσει το πρώτο του έργο, το κτίριο καταστημάτων και διαμερισμάτων. Το σχολείο βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο ενός μικρού λόφου και μεταξύ δυο δρόμων σε διαφορετικά επίπεδα. Αποτελείται από έξι αίθουσες διδασκαλίας, αίθουσα χειροτεχνίας, γραφεία, εστιατόριο , υπόστεγο γυμναστικής, ωφέλιμη ταράτσα και κήπο. Λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους δημιουργείται στην νοτιοανατολική πλευρά , όπου υπάρχουν μεγαλύτερες υψομετρικές διαφορές, ένας κλιμακωτός κήπος στον οποίο δεσπόζει η μεγάλη αυλή του σχολείου, που περικλείεται στις δυο πλευρές από το κτίριο σχήματος Γ των αιθουσών και του υποστέγου. Η επιλογή της τοποθεσίας και η αρχιτεκτονική του σχολείου συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος με συμβολικές διαστάσεις, που προτείνει πάνω στην ασήμαντη κτιριολογική πραγματικότητα του τότε περιβάλλοντος χώρου, το οικοδόμημα της εκπαίδευσης ως νέα ακρόπολη.

Επειδή δεν είχε προβλεφθεί, για οικονομικούς λόγους μάλλον λόγους, η δημιουργία κατάλληλων χώρων για τις σχολικές τελετές, στα κτίρια με μικρό αριθμό αιθουσών, οι χώροι αυτοί δημιουργούνταν με την ένωση δυο ή τριών συνεχόμενων αιθουσών που χωρίζονταν με διπλά πτυσσόμενα ξύλινα πετάσματα. Έτσι, το σχολείο της Καλλιθέας αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα λύσης με ευέλικτη κάτοψη που περιέχονταν στις υπουργικές οδηγίες: διαμέσου πολύφυλλων διαφραγμάτων είναι πράγματι δυνατή η ενοποίηση των 3 αιθουσών διδασκαλίας του ορόφου. Αυτή η λύση ωστόσο δημιουργούσε προβλήματα ηχομόνωσης όταν οι χώροι αυτοί λειτουργούσαν κανονικά ως αίθουσες διδασκαλίας.

Το δημοτικό σχολείο του Χαροκόπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δημοτικό σχολείο του Χαροκόπου (1931) αποτελείται από 6 αίθουσες διδασκαλίας. Σε αυτό επαναπροτείνεται στον όροφο η τυπολογία της ευέλικτης κάτοψης στη μορφή των 3 αιθουσών ενωμένων διαμέσου της μετακίνησης των πτυσσόμενων πετασμάτων. Ο προσανατολισμός των αιθουσών είναι νότιος. Όπως σημειώνει ο Καραντινός: « Ο μεσημβρινός προσανατολισμός δια τας αίθουσας διδασκαλίας συνήθους τύπου με μονόπλευρον εξ αριστερών φωτισμό είναι κατά τη γνώμη μου ο καταλληλότερος υπό την προϋπόθεσιν ότι η διαμόρφωσις των παραθύρων θα είναι τοιαύτη ώστε να αποκλείονται τελείως αι ηλιακαί ακτίνες κατά τους θερινούς μήνας του σχολικού έτους». Όπως και στο σχολείο της Καλλιθέας, έτσι και εδώ ο Καραντινός δεν απομακρύνεται από την οργάνωση των όψεων με βάση μια στοιχειώδη ρυθμική επανάληψη μεγάλων ορθογωνίων παραθύρων διακοπτόμενων από λωρίδες πλήρων σταθερού πλάτους.

Το δημοτικό σχολείο Καλησπέρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δημοτικό σχολείο Καλησπέρη(1931) στους πρόποδες σχεδόν της Ακρόπολης είναι το πιο γνωστό και δημοσιευμένο έργο διεθνώς, όχι μόνο του σχολικού προγράμματος, αλλά γενικότερα του συνόλου της παραγωγής της νέας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα μεμονωμένο κτίριο που περιλαμβάνει 6 αίθουσες με νότιο προσανατολισμό, την αίθουσα χειροτεχνίας στον όροφο και ένα εστιατόριο τοποθετημένο σε ένα χαμηλότερο όγκο σε επαφή με το ανατολικό μέτωπο του σχολείου. Η ευέλικτη κάτοψη βρίσκει επίσης εδώ εφαρμογή. Το μορφολογικό όμως θέμα που χαρακτηρίζει αυτό το έργο από τα προηγούμενα σχολεία είναι της οπτικής διαπερατότητας: τα παράθυρα, καταλαμβάνοντας όλο το πλάτος μεταξύ της μιας κολόνας και της άλλης, πέρα από το να υπογραμμίζουν την οριζοντιότητα του κτιρίου, του αποδίδουν έναν έντονο χαρακτήρα διαφάνειας που υπογραμμίζεται περισσότερο από την τέλεια σύπμτωση των διαστάσεων και της θέσης των ανοιγμάτων και στις δυο κύριες όψεις.

Αντιγράφοντας τον εαυτό του ο Καραντινός επαναλαμβάνει το πρότυπο της οδού Καλησπέρη στο δημοτικό σχολείο της Μυτιλήνης (1932) που διαφέρει μόνο από το προηγούμενο ως προς την προσθήκη ενός ξεχωριστού υποστέγου γυμναστικής.

Το σχολικό συγκρότημα Αμαρουσίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σχολικό συγκρότημα Αμαρουσίου είναι το μεγαλύτερο από άποψη διαστάσεων έργο του Καραντινού στο πλαίσιο του υπουργικού προγράμματος. Αποτελείται από οκτατάξιο γυμνάσιο, δυο εξατάξια δημοτικά σχολεία σε ένα ενιαίο κτίριο μορφής Γ και από ένα τρίτο τμήμα που περιλαμβάνει το υπόστεγο γυμναστικής με αποδυτήρια και λουτρά, καθώς και αίθουσα τελετών. Η τυπολογία του συνόλου είναι αρκετά συμβατική: τα 3 κτίρια διανέμονται στις 3 πλευρές ενός κεντρικού χώρου με αθλητικές εγκαταστάσεις.

Το δημοτικό σχολείο στα Ταμπούρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δημοτικό σχολείο στα Ταμπούρια (1932-35): Σε αυτό το δημοτικό σχολείο απασχόλησε τον Καραντινό το πρόβλημα της ηλιοπροστασίας κατά τους θερινούς μήνες. Φαίνεται να είναι εγγυημένος ένας σωστός φωτισμός καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Τα θρανία των μαθητών τοποθετούνται με τρόπο ώστε να δέχονται το φως από την αριστερή πλευρά (σύστημα που συνδυαζόμενο με το νότιο προσανατολισμό των αιθουσών αποτελεί για τον Καραντινό την ιδανική λύση). Η αίθουσα χειροτεχνίας που φιλοξενείται στην ανατολική πλευρά του ορόφου, έτσι ώστε να καταλαμβάνει και το χώρο του διαδρόμου, δέχεται φως από ένα παράθυρο στη βόρεια όψη, που σύμφωνα με παρατήρηση του αρχιτέκτονα «ο βόρειος προσανατολισμός είναι κατάλληλος δι’ ειδικάς αίθουσας και εργαστήρια, αιθούσας σχεδίου, ζωγραφικής, αναγνωστήρια, σχολικά μουσεία κλπ. Ο φωτισμός των αιθουσών με βορεινόν προσανατολισμόν είναι μεν ολιγώτερον έντονος αλλά σταθερός και διαυγής».

Άλλες αξιόλογες μελέτες του Καραντινού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοντέλο των Ταμπουρίων θα επαναληφθεί από τον ίδιο με ελάχιστες παραλλαγές στο δεύτερο ευτατάξιο[ασαφές] δημοτικό σχολείο Χίου. Η μελέτη για ένα συγκρότημα δυο δημοτικών σχολείων στα Χανιά (1932-34) ξεχωρίζει για την εγκατάλειψη εκείνων των τυπολογικών λύσεων των άλλων σχολικών κτιρίων που βασίζονταν σε ένα αυστηρό ορθογώνιο σχήμα της κάτοψης: τα δυο κτίρια των αιθουσών, ακολουθώντας τα χαρακτηριστικά του ακανόνιστου οικοπέδου, τοποθετούνται σε συγκλίνοντες άξονες και συνδέονται μεταξύ τους διαμέσου της πτέρυγας του μονώροφου καμπύλου υποστέγου γυμναστικής που διαιρεί τον υπαίθριο χώρο σε δυο ξεχωριστές αυλές.

Το 1932 ο Καραντινός αναλαμβάνει τη μελέτη της δημοτικής βιβλιοθήκης Πατρών, η πραγματοποίηση της οποίας εντάσσεται στο πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής.

Το δημοτικό σχολείο Κορίνθου , η τυπολογική διάταξη του οποίου διακρίνεται για τους εξωτερικούς διαδρόμους που διαμορφώνουν επιμήκη στέγασμα είναι χαρακτηριστικό της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ του κτιρίου και των υπαίθριων χώρων που χαρακτηρίζει το έργο του Καραντινού.

Τέλος, άλλα αξιόλογα κτίρια του Καραντινού που εντάσσονται στο κρατικό πρόγραμμα σχολικής αρχιτεκτονικής είναι η νέα πτέρυγα του Παρθεναγωγείου Πάτρας (1935) και το 3ο δημοτικό σχολείο Σύρου (1937) (συνταιριάζει σοφά τη μεσογειακότητα του τόπου με μια ορθόδοξη εφαρμογή της ρασιοναλιστικής γλώσσας).

Το IV CIAM και οι σχέσεις του Καραντινού με το εξωτερικό τη δεκαετία του ‘30[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To IV CIAM[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μάρτιο του 1932, ταυτόχρονα με τη συνεδρίαση του CIPRAC στη Βαρκελώνη, συγκροτείται η ελληνική ομάδα των CIAM με πρωτοβουλία πιθανότατα του Στάμου Παπαδάκη. Ιδρυτικά μέλη της είναι ο Πάτροκλος Καραντινός, ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος, ο Αλέξανδρος Δραγούμης, ο Γ.Καλύβας, ο Στάμος Παπαδάκης, ο Μεϊμαρίδης, ο Ισαάκ Σαπόρτα, ο Gustav Eglau, ο ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας και ο Τσιμπιδάρος.

Ήδη από την ίδρυση της ομάδας ο Καραντινός φαίνεται να ενδιαφέρεται έντονα για τις δραστηριότητες των CIAM. Σε ένα γράμμα της 6ης Μαΐου 1933 που απευθύνεται από το ΤΕΕ προς τον Ζίγκφριντ Γκίντιον (Sigfried Giedion), γραμματέα των Συνεδρίων, ο ίδιος υποδεικνύεται ως εκπρόσωπος του επιμελητηρίου στο IV CIAM που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί στη Μόσχα. Η επιλογή τελικά της Αθήνας ως έδρας του CIAM συμπίπτει σε μια στιγμή όπου η ελληνική αρχιτεκτονική κουλτούρα προσπαθούσε με ιδιαίτερη ένταση να αναπτύξει σχέσεις σε διεθνές επίπεδο. Ο Καραντινός μαζί με τον Κωνσταντίνο Κιτσίκη συμμετέχουν στην επιτροπή, την προεδρία της οποίας έχει ο Κορνέλις φαν Έιστερεν (Cornelis van Eesteren) και η οποία συντάσσει τα «συμπεράσματα» του Συνεδρίου, αποτελούμενα από 14 σημεία , συμπεράσματα που αποτέλεσαν για τον Λε Κορμπυζιέ τη βάση της ανώνυμης έκδοσης της «Χάρτας των Αθηνών» στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι το 1941.

Η έκθεση για την οργανική πόλη

Στα πλαίσια της έκθεσης της «οργανικής πόλεως» της παρουσίασης δηλαδή των πολεοδομικών μελετών των 33 πόλεων που αναλύθηκαν κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου πραγματοποιήθηκε στο νέο κτίριο του Ε.Μ. Πολυτεχνείου μια έκθεση αρχιτεκτονικών έργων των διαφόρων συνέδρων. Η έκθεση εγκαινιάστηκε στις 3 Αυγούστου και φιλοξενούσε με πρωτοβουλία και επιμέλεια του Καραντινού ένα μικρό τμήμα με έργα της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, ενώ ταυτόχρονα μια ανυπόγραφη-επιμελημένη όμως από τον ίδιο – ανθολόγηση εμφανιζόταν στις σελίδες των «Τεχνικών Χρονικών». Στα έργα αυτά περιλαμβάνονταν και όσα σχολεία είχαν κατασκευαστεί ως τότε, ως ένδειξη και της συμβολής του κράτους στην πραγματοποίησή τους. Μετά το Συνέδριο παρατηρείται ένα αξιοσημείωτο ενδιαφέρον του ξένου τύπου για τα επιτεύγματα της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής και ιδιαίτερα για το σχολικό κτίριο. Το όνομα του Καραντινού αρχίζει να γίνεται διεθνώς γνωστό από το 1933 και μετά. Ο ίδιος διατηρεί αλληλογραφία με τον Αλμπέρτο Σαντόρις (Alberto Santoris) μέχρι το τέλος της δεκαετίας, καθώς και με το διευθυντή του «Moderne Bauformen» (1936) και τον Αντρέ Μπλοκ (Andre Bloc), υπεύθυνο του «Architecture d’ Aujourd hui» που του προτείνει με γράμμα να αναλάβει χρέη ανταποκριτή του περιοδικού για την Ελλάδα. Ο Καραντινός αλληλογραφεί επίσης με τον Κριστιάν Ζερβό, τον Τσεχοσλοβάκο František Kalivoda του «Forum» κ.α. Τη διετία 1933-34 πραγματοποιείται στην Αθήνα η «Πρώτη Αρχιτεκτονική Έκθεση» που ήταν η μοναδική και τελευταία αυτόνομη παρουσίαση με κάποια εμβέλεια της μοντέρνας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η έκθεση βρίσκει τον Καραντινό τον κύριο εμψυχωτή της.

Οι σχέσεις με το εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ του 1933 και του 1934 ο Καραντινός προωθεί την ιδέα της οργάνωσης μιας έκθεσης έργων του στο Λονδίνο μετά από σχετική πρόταση του Vulliamy, ενός Γάλλου αρχιτέκτονα που ο ίδιος είχε γνωρίσει στο γραφείο του Περρέ και που είχε στη συνέχεια εγκατασταθεί στην Αγγλία. Αυτή η επιχείρηση αυτοπροβολής πρωταρχικό ρόλο είχε την πρόθεση υποβολής υποψηφιότητας για την έδρα της κτιριολογίας στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο που είχε παραμείνει κενή μετά την αποχώρηση του Εμπράρ το 1932. Ο Vulliamy επίσης αναλαμβάνει πρωτοβουλία να παρουσιάσει στον Βάλτερ Γκρόπιους (που ζούσε τότε στο Λονδίνο) ένα φάκελο με έργα του Καραντινού. Η πρωτοβουλία αυτή είχε αποτέλεσμα την ανάμιξη του Γκρόπιους στην υπόθεση της υποψηφιότητας για την έδρα. Οι προσπάθειες ωστόσο του Vulliamy να οργανώσει στην Architectural Association μια έκθεση έργων του Καραντινού σε στέφθηκε από επιτυχία.

Μαζί με τον Θουκυδίδη Βαλέντη στην VI Τριενάλε του Μιλάνου εκπροσωπούν την Ελλάδα. Παρουσιάζει το σχολείο στην Ακρόπολη, το σχολικό συγκρότημα Αμαρουσίου και το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Συμμετέχει το 1937 στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού με διάφορα έργα, καθώς και με ένα «τεύχος σχεδίων του από την Ελλάδα», σχεδίων δηλαδή λαϊκής αρχιτεκτονικής, αποσπώντας ένα αργυρό μετάλλιο. Επίσης το 1937 ονομάζεται «Honorry corresponding member» του RIBA (Βασιλικού Ινστιτούτου Βρετανών Αρχιτεκτόνων) μαζί με τον Ωκγύστ Περρέ και τον Βάλτερ Γκρόπιους.

Το υπόλοιπο έργο του Καραντινού στη δεκαετία του ’30[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τομέας των σχολείων δεν υπήρξε ο μοναδικός όσον αφορά στον πειραματισμό νέων μορφών έκφρασης. Ο ιδιωτικός τομέας προσέφερε επίσης ευκαιρίες στους αρχιτέκτονες με μοντέρνο προσανατολισμό, κυρίως κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30, όταν ακριβώς η πολιτισμική συγκυρία χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη δεκτικότητα και τάση αποδοχής των νεοτερισμών και συμφιλίωσης με αλλαγές πλεύσης ακόμα και στον τομέα της αρχιτεκτονικής.

Οι εργασίες στον ιδιωτικό τομέα αποτελούν για τον Καραντινό τη μειοψηφία.

Η κατοικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1930 πραγματοποιεί το πρώτο ιδιωτικό του έργο. Πρόκειται για ένα σπίτι στην Κυψέλη «του κ.Ν.» που επιδιώκει να απαντήσει στο αίτημα για οικονομική κατοικία, με τη σχεδίαση ενός τύπου εύκολα επαναλαμβανόμενου. Η προβληματική αυτή είναι εξαιρετικά επίκαιρη στην Ελλάδα λόγω των αυξημένων οικιστικών αναγκών μετά την άφιξη των προσφύγων του 1922. Η κάτοψη είναι σχεδόν τετράγωνη, η φέρουσα τοιχοποιία από διπλή πλινθοδομή με ενδιάμεσο μονωτικό κενό και με την ωφέλιμη οροφή από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Στην κατοικία Βλαβιανού στην Αθήνα (1932) ο Καραντινός προσθέτει δυο ορόφους σε μια υπάρχουσα ισόγεια κατασκευή. Η λύση που επιλέγεται διατηρεί το εξωτερικό του παλιού σπιτιού, αλλά προτείνει μια μοντέρνα μορφολογία στους νέους ορόφους, συνεπή με την τυπολογία τους, για την επίτευξη – σύμφωνα με τη δακτυλογραφημένη ανάλυση της μελέτης «της αρμονικής αυτών συνθέσεως όχι δια της ομοιότητας αλλά δια της αντιθέσεως». Η διαμόρφωση της ταράτσας-κήπου αντιπροσωπεύει έναν νεοτερισμό.

Η οικοδομή Θεοδωρίδη στα Εξάρχεια (1933-36) επικαλείται στοιχίεα της Μακεδονικής κτιριολογικής παράδοσης.

Τα ξενοδοχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα ξενοδοχεία «Ακτή», «Μινέρβα», «Αναγνωστοπούλου» η τέταρτη πλευρά φιλοξενεί τους βοηθητικούς χώρους. Η κάθετη κυκλοφορία πραγματοποιείται με μια μεγάλη σκάλα που σχεδιάζεται στο κέντρο του κτιρίου και φωτίζεται από την οροφή με ένα φεγγίτη.

Το Μουσείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μουσείο αποτελεί ένα από τα πολυάριθμα κτιριολογικά θέματα που απασχόλησε επανειλημμένα τον Καραντινό. Ο κατάλογος των έργων του περιλαμβάνει 6 μελέτες για μουσεία πριν τον πόλεμο- η πρώτη αφορά στην ανεφάρμοστη πρόταση του 1929 για τη μετατροπή των παλαιών ανακτόρων σε μουσειακά συγκροτήματα και 8 μελέτες κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Στην εισαγωγή του ογκώδους τεύχους με τίτλο «Μουσεία» ο Καραντινός προχωρεί σε μια ανάλυση των χαρακτηριστικών του μουσειακού οργανισμού. Η ανάλυση αυτή κατατάσσει τα μουσεία σε κατηγορίες και επισημαίνει τα τυπολογικά και λειτουργικά τους χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης και αλλαγής διαμόρφωσης των εκθεσιακών χώρων.

Ο ίδιος είναι είναι υπέρ της χρονολογικής σειράς παρουσίασης και της υποχρεωτικής διδακτικής διαδρομής του επισκέπτη στους μουσειακούς χώρους. Επισημαίνει την καταλληλότητα του πλάγιου, βόρειου φωτισμού από την οροφή και αναλύει ζητήματα προσανατολισμού, ακουστικής και χρωματισμού αιθουσών. Όσον αφορά στη μορφολογία υποστηρίζει ότι η προσέγγιση των ιστορικών εκθεμάτων θα πρέπει να πλησιάζει στη σημερινή αισθητική αντίληψη του αρχιτεκτονημένου χώρου, απορρίπτοντας έτσι το «πιεστικό πομπώδες εξωτερικό» παλαιότερων μουσείων που φαντάζουν σαν μια «μεγαλοπρεπή και επιδεικτική φυλακή έργων». Το μουσείο αποτελεί για τον Καραντινό ένα συμπλήρωμα της παιδείας για αυτό και θεωρεί αναγκαία την ίδρυση ανάλογων κτιρίων σε όλον τον ελληνικό χώρο.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου είναι το πιο φιλόδοξο και εμπνευσμένο έργο που πραγματοποίησε ο Καραντινός στη δεκαετία του ’30. Το ενδιαφέρον του Καραντινού για τα δημόσια κτίρια αποτελεί μια σταθερά της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Άλλα έργα του '30[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1934 επεμβαίνει στο διάλογο με αφορμή την επίσημη απόφαση -που όμως δε θα πραγματοποιηθεί- της ανέγερσης του Δικαστικού Μεγάρου της Αθήνας σε μια κεντρική περιοχή που φιλοξενούσε το παλιό κτίριο του πρωτοδικείου.

Η μελέτη για το δημοτικό θέατρο και μουσείο στο Άργος πραγματοποιείται το 1936 και είναι πολύ συγγενής με τη μελέτη για τη βιβλιοθήκη της Πάτρας και το μουσείο Ηρακλείου.

Από το 1934 ως το 1937 ο Καραντινός επεξεργάζεται για λογαριασμό του Υπουργείου Παιδείας διάφορες λύσεις επέκτασης της μονής Βελλά, στην Ήπειρο. Ακόμη ασχολείται με τη μελέτη για το μικρό περίπτερο της Ελλάδος στη Διεθνή Έκθεση Σμύρνης και το 1935 με ένα μουσείο θρησκευτικής τέχνης της μονής Φιλανθρωπινών στο νησί των Ιωαννίνων.

Το 1937 του ανατίθεται και η μελέτη για ένα νοσοκομείο στο Ληξούρι.

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 ο Καραντινός ασχολείται εκ νέου με το σχεδιασμό μουσείων.

Το 1938 του ανατίθεται από το Υπουργείο Παιδείας η προμελέτη ενός νέου συγκροτήματος στο εσωτερικό του μεγάλου κήπου του πεδίου του Άρεως στην Αθήνα που περιελάμβανε ένα ιστορικό και εθνολογικό μουσείο και τα γενικά αρχεία του κράτους.

Το 1938 ο Καραντινός επεξεργάζεται 2 παραλλαγές για το μουσείο στην Κέρκυρα. Στη δεύτερη μάλιστα παραλλαγή (αν και δεν πραγματοποιήθηκε ) ο Καραντινός προτείνει για πρώτη φορά μια λύση εκθεσιακών χώρων στο ύπαιθρο. Αυτή η προβληματική που θα γνωρίσει μια μεγαλύτερη επεξεργασία σε μερικά μεταπολεμικά μουσεία του, θεωρείται από τον Καραντινό πρωτίστης σημασίας για μια μεσογειακή χώρα όπως η Ελλάδα.

Το Υπουργείο Διοικήσεως Πρωτευούσης (1936-1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Δεκεμβρίου 1934, μια ομάδα εννέα γνωστών εκπροσώπων της νέας κυρίως ελληνικής αρχιτεκτονικής (Ιωάννης Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος Δραγούμης, Γεώργιο Κοντολέων, Νίκο Μητσάκη, Δημήτρης Πικιώνης, Ε. Ρουσόπουλος, Άγγελος Σιάγας, Πάτροκλος Καραντινός, Κώστας Μπίρης) στέλνουν μια επιστολή στον Νίκο Κιτσίκη, πρόεδρο του ΤΕΕ, με την οποία επισημαίνουν την επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων για την εξυγίανση της Πρωτεύουσας και προσφέρονται να εργαστούν αφιλοκερδώς για την εκπόνηση μιας συνολικής πολεοδομικής μελέτης της Αθήνας. Η κίνηση της ομάδας αυτής και το γενικότερο αίτημα που εκφραζόταν από εκπροσώπους του τεχνικού επιστημονικού κόσμου, για τη σύσταση ειδικής υπηρεσίας ή πολεοδομικού οργανισμού οδήγησε τελικά στην ίδρυση του Υπουργείου Διοικήσεως Πρωτευούσης (ΥΔΠ), επί καθεστώτος Μεταξά, με Α.Ν. 44 στις 31 Αυγούστου 1936. Στο τέλος Φεβρουαρίου 1937 υπογράφεται η σύσταση του Ανώτατου Πολεοδομικού Οργανισμού που υπάγεται στο ΥΔΠ και αποτελείται από: την υπηρεσία Πολεοδομικών Μελετών (με τριετή λειτουργία), την Πολεοδομική Επιτροπή, την Αρχιτεκτονική Επιτροπή και το Ανώτατο Πολεοδομικό Συμβούλιο.

Ο Καραντινός συμμετείχε και στα τέσσερα όργανα, ενώ για το 1939 ανέλαβε τη διεύθυνση της υπηρεσίας Πολεοδομικών Μελετών με σκοπό την εκπόνηση της τελικής μελέτης ανασυγκρότησης της πρωτεύουσας. Ωστόσο οι δυσχέρειες του εγχειρήματος, το περιορισμένο μέγεθος του έως τότε συντελεσμένου έργου, αλλά και το λιγοστό εξειδικευμένο μόνιμο προσωπικό επιτάσσει την ανάγκη επέκτασης του χρονικού ορίου για την εκπόνηση της εν λόγω μελέτης. Την περίοδο εκείνη τέθηκαν από την υπηρεσία πολεοδομικών μελετών στην κρίση του Ανωτάτου Πολεοδομικού Συμβουλίου σημαντικά θέματα, όπως η ρύθμιση της ακτής από το Παλαιό Φάληρο ως την Γλυφάδα, με μελετητή τον Ν. Παπαχρήστο, η ρύθμιση της παραλίας Γλυφάδας, με μελετητή τον Γ. Μιχαλιτσιάνο, η ανασυγκρότηση της περιοχής Ιλισού, με μελετητή τον Κώστα Μπίρη. Τον Απρίλιο του 1941 το ΥΔΠ καταργείται και οι αρμοδιότητές του περιέρχονται στην υπηρεσία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Συγκοινωνίας, στο Γραφείο Χωροταξικών Πολεοδομικών Μελετών και Έργων με προϊστάμενο τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Το ΥΔΠ δεν αποτόλμησε το ριζικό και συνολικό πολεοδομικό επανασχεδιασμό την πρωτεύουσας, αλλά κινήθηκε εν τέλη σε ένα πλαίσιο αποσπασματικών επεμβάσεων εξωραϊσμού, πράγμα που οφείλεται στην γενικότερη οικονομική αδυναμία, την προβληματική διοικητική οργάνωση, την ατελή νομοθεσία και την έλλειψη μιας ευρύτερης στρατηγικής φιλοσοφίας για την πρωτεύουσα .

Ακτή του Σαρωνικού - Βουλιαγμένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα με τη δραστηριοποίησή του στο ΥΔΠ, το πολεοδομικό ενδιαφέρον του Καραντινού εστιάζεται στην οργάνωση της ακτής του Σαρωνικού και ιδιαίτερα στην περιοχή Γλυφάδας-Βουλιαγμένης, ενώ την ίδια περίοδο εκπονεί το ρυθμιστικό σχέδιο για την κοινότητα Βουλιαγμένης που αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός κέντρου λουτρών, παραθερισμού, αθλητισμού και ψυχαγωγίας. Η μελέτη αυτή δεν πραγματοποιήθηκε.

Το 1955 σε συνεργασία με τους Κωνσταντίνο Κιτσίκη, Ανδρέα Πλουμιστό, Χαράλαμπο Σφαέλλο και Γ. Βαγιανό συμμετάσχει εκ νέου σε μελέτη αξιοποίησης της περιοχής με αντίστοιχους στόχους. Η οργάνωση της περιοχής (Μικρό Καβούρι, Λαιμός Βουλιαγμένης, μεγάλη ακτή, Λίμνη) θα πραγματοποιηθεί τελικά από τους Εμμανουήλ Βουρέκα, Περικλή Σακελλάριο, Π. Βασιλειάδη και Νικήτα Χατζημιχάλη, την περίοδο 1958-62.

Η δεκαετία του '40[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1940 ο εθνικός όλεθρος οδηγεί την ελληνική αρχιτεκτονική στο καταφύγιο της παράδοσης, ενώ η σχέση με το μεσοπολεμικό μοντερνισμό θα διαρραγεί πλήρως. Οι συνθήκες που παρήγαγαν τον ευρωπαϊκό ρασιοναλισμό, δηλαδή η τεχνολογική- κατασκευαστική πραγματικότητα και τα επαρκώς διατυπωμένα συλλογικά αιτήματα που ανάμεναν ικανοποίηση από τα συγκροτημένα «κοινωνικά κράτη» της γηραιάς ηπείρου, δεν έβρισκαν αντιστοιχία στην ελληνική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα το ζήτημα της ιδεολογίας να παρακάμπτεται και να περιορίζεται στη μορφοπλαστική αισθητική του γαλλοελβετού Λε Κορμπυζιέ και τη συσχέτισή της με την μεσογειακή αρχιτεκτονική των ελληνικών νησιών.

Από την έναρξη του πολέμου μέχρι το 1946, όπου ο Καραντινός επανέρχεται στο Υπουργείο Παιδείας, ουσιαστικά ιδιωτεύει. Το 1943-44 είναι πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων και συμμετάσχει στο ΕΑΜ, ενώ οι μοναδικές μελέτες του στη διάρκεια της κατοχής, εκπονούνται για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό διαμόρφωσης του χώρου του Ζαππείου (1944) και για τις εγκαταστάσεις των ναυπηγείων Λαυρίου (1943-44), που προτείνει ελαφρές κατασκευές και ήπια μορφολόγηση, επιδιώκοντας την εναρμόνιση με το φυσικό περιβάλλον. Η μελέτη του για το Ζάππειο δε θα τύχει διάκρισης.

Τα χειρόγραφα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θα καταπιαστεί κυρίως με τη συγγραφή χειρογράφων ("Αρχιτεκτονικά"). Από αυτά γίνεται σαφές, πέρα από την κοινωνική διάσταση που χαρακτηρίζει τη σκέψη του Καραντινού, και μια συνολική και συγκροτημένη εποπτεία της αρχιτεκτονικής με γενικότερη θεωρητική αξία, ωστόσο σπάνια τα χειρόγραφα αυτά πήραν την μορφή πραγματικής έκδοσης. Οι μόνες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν ήταν οι πολυγραφημένοι τόμοι «Σχολικά Κτήρια», «Αρχιτεκτονικά Θέματα» και «Νοσοκομεία», που ήταν προς χρήση των σπουδαστών στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1961-62. Τα χειρόγραφά του μαρτυρούν πως υπήρξε υπέρμαχος των κοινωνικών-σοσιαλιστικών προσανατολισμών, τόσο του κεντροευρωπαϊκού ρασιοναλισμού, όσο και των πολεοδομικών θεωρήσεων των CIAM. Επιμένει επίσης, στο ζήτημα του διεθνισμού της νέας αρχιτεκτονικής οραματιζόμενος μια παγκόσμια κοινωνία. Στα χειρόγραφά του υπάρχουν επίσης αναφορές στο αρχιτεκτονικό έργο των Gropius, Lurcat, Perret, και στις αστικές αντιλήψεις των Milijutin και Λε Κορμπυζιέ.

Αξίζει επίσης να αναφερθούμε στις απόψεις του σχετικά με την ελληνική πραγματικότητα, όπου στο δεύτερο κεφάλαιο των «Αρχιτεκτονικών» με τίτλο «Η Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», αναφέρει: «Τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, η κακό εννοούμενη ελευθερία που φτάνει στην αναρχία και την εκμετάλλευση με το ανεξέλεγκτο και την υπερτροφία των ατομικών επιδιώξεων και της αντίθεσής τους με την ευημερία και τις επιδιώξεις της ολότητας, είναι οι χειρότερες συνθήκες για την ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής. (...)». Αποδοκιμάζει ακόμα έντονα τον ακαδημαϊκό Νεοκλασικισμό, ενώ επαινεί το λαϊκό σπίτι για την απλότητα και την ειλικρίνειά του προσπαθώντας να αφομοιώσει την ουσία του ελληνικού κτιριολογικού πολιτισμού.

Επαγγελματικά θα αρχίσει να ενεργοποιείται και πάλι μετά το 1947, όταν επιστρέφει στο Υπουργείο Παιδείας, και ενεργοποιείται ως επιθεωρητής ως το 1958. Κατά την περίοδο 1946-50 ο Καραντινός κάνει διαλέξεις, δραστηριοποιείται στο χώρο του θεάτρου και συμμετάσχει την έκθεση αρχιτεκτονικής στο Ζάππειο (1950).

Τα Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασχολείται ακόμα, με τη μελέτη ορισμένων Μουσείων, όπως με τις μεταρρυθμίσεις στο μουσείο της Ακρόπολης το 1948 και το Αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας το 1947. Στην περίπτωση του μουσείου της Ακρόπολης μάλιστα υποστήριξε αρχικά την ανάγκη ανέγερσης νέου κτιρίου σε άλλη θέση. Βασική προτεραιότητα στις επεμβάσεις σε μουσεία (ήδη από το ’30) έδινε στη δημιουργία λειτουργικού κτιριολογικού προγράμματος, στη βελτίωση του φωτισμού, στους χρωματισμούς των επιφανειών και στον εμπλουτισμό των διαδρομών, με την εναλλαγή κλειστών και υπαίθριων χώρων.


Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεκαετία του '40 αναλαμβάνει καθήκοντα θεατρικού κριτικού ή σκηνογράφου- ενδυματολόγου για παραστάσεις όπερας. Το 1948 σχεδιάζει θερινό θεάτρο της Ε.Λ. Σκηνής στη βόρεια πλευρά του Πεδίου του Άρεως, επί της οδού Μαυρομματαίων. Η συμμετρικά ιεραρχημένη οργάνωση της γενικής κάτοψης και η μορφολόγηση της σκηνής, δείχνουν να επιδιώκουν την επιστροφή στον πρωτογενή μοντερνισμό, με αναφορές στα έργα των: Φρανκ Λόιντ Ράιτ (Midway Gardens), Perret (θέατρο Champs-Elysees και το θέατρο της Oran, Casino Municipale), αλλά και τις επιρροές από το πνεύμα του ρωσικού κονστρουκτιβισμού (A. Kastner, E. Henhere θέατρο στο Χάρκοβο).

Στάδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πλαίσιο της εργασίας του για το Υπουργείο Παιδείας εκπονεί το 1947 τη μελέτη για το νέο στάδιο Χανιών «Έλενας Βενιζέλου». Το περίπτερο της σταυροειδούς παλαίστρας, με κατάλληλη μετατροπή τμήματος των κερκίδων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί πέραν από τις αθλητικές δραστηριότητες και για διαλέξεις, συναυλίες και παραστάσεις θεάτρου και χορού. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει τη σύζευξη αθλητικών και πνευματικών δραστηριοτήτων. Η μελέτη παρουσιάστηκε το 1948 στο Victoria and Albert Museum στην 11η Ολυμπιάδα του Λονδίνου και προαναγγέλλει τη διάδοση του τύπου της «αρένας», του κυκλικού θεάτρου μεταβαλλόμενης κάτοψης στην Ευρώπη και την Αμερική.

Σχολεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ενδιαφέρον του Καραντινού για το θέμα των κτιρίων εκπαίδευσης συνεχίζεται, επίσης αμείωτο, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη σωστή εκμετάλλευση των κλιματολογικών συνθηκών της Ελλάδας και στην οικονομική κατασκευή. Στις προτάσεις του εισάγει της έννοιες του προσανατολισμού, της ηλιοπροστασίας, της προστασίας από τους ανέμους, της θέας, αλλά και τις σχέσεις με τον υπαίθριο χώρο, ως συστατικά πρότυπων τυπολογιών που σε κλιμακωτή διάταξη, οριζόντια ή κατακόρυφα, δημιουργούν το σχολικό συγκρότημα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει τη διάρρηξη της τυπικής και άκαμπτης ιεράρχησης του σχολικού κτιρίου και την πλαστικότητα της ένταξής του στον περιβάλλοντα χώρο. Παράδειγμα του χειρισμού αυτού αποτελούν το σχολικό συγκρότημα στη Λεμεσό (1948) και η μελέτη για τη Ριζάρειο εκκλησιαστική σχολή στο Χαλάνδρι (1947). Τέλος η εξέταση των εκπαιδευτικών κτιρίων της δεκαετίας του '40 ολοκληρώνεται με δύο παράλληλες και πολύ αξιόλογες μελέτες, για το σχολικό συγκρότημα της Θήβας (1948) και την εκκλησιαστική σχολή της Πάτμου. Στις μελέτες αυτές εφαρμόζει την «κλιμακωτή διάταξη», σε μεγάλους κτιριακούς όγκους ,εισάγοντας μια λειτουργική και αισθητική πλαστικότητα που παραπέμπει στην νησιώτικη αρχιτεκτονική. Στην περίπτωση του σχολείου στη Θήβα διατάσει τις 12 αίθουσες διδασκαλίας ως ανεξάρτητες μονάδες σε τρία επίπεδα. Οι αίθουσες αυτές συνδέονται διαμέσου μιας στοάς με τις πτέρυγες που στεγάζουν άλλες λειτουργίες του συγκροτήματος. Στην εκκλησιαστική σχολή της Πάτμου επιτυγχάνει την λειτουργική αποτελεσματικότητα του οικοδομήματος μέσα από το διάλογο των λευκών οικοδομικών μαζών, την ποικιλία και άρθρωση των υπαίθριων ή ημιστεγασμένων προαυλίων και των εσωτερικών χώρων, τη χρήση ανοιχτών στοών και τη γενική ένταξη του συγκροτήματος στον περιβάλλοντα χώρο με κλιμακωτή διάταξη στη βραχώδη πλαγιά. Η μελέτη αυτή εγκαινιάζει τη μεταπολεμική προβληματική για την ένταξη νέων κτιρίων σε παραδοσιακούς ιστούς και ιδιαίτερα νησιωτικούς.

Η μεταπολεμική δουλειά του Καραντινού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1951-61 ο Καραντινός ασχολείται με την οικοδόμηση νέων σχολών στο Πανεπιστήμιο Θασσαλονίκης. Την περίοδο αυτή ο δημόσιος τομέας έχει μεγάλες ανάγκες και ο Καραντινός ανταποκρίνεται σε αυτές, ενώ δεν ασχολείται ανάλογα με τον τομέα της κατοικίας. Η απασχόλησή του στο Υπουργείο Παιδείας ως το 1958 τον οδήγησε στο σχεδιασμό σχολείων, μουσείων, πανεπιστημιακών σχολών, αλλά και μνημείων, εκκλησιών και νοσοκομείων. Έτσι, από την προπολεμική του δραστηριότητα στο Υπουργείο Παιδείας και ως την αναμόρφωση των τεχνικών υπηρεσιών του ίδιου του Υπουργείου τη δεκαετία του ’60, ο Καραντινός υπήρξε η σημαντικότερη αρχιτεκτονική προσωπικότητα που δραστηριοποιήθηκε στο δημόσιο αυτό φορέα.

Ο Κραντινός δε διατήρησε ποτέ οργανωμένο αρχιτεκτονικό γαρφείο προσιτό στην «πελατεία», ενώ ρύθμιζε κάθε φορά τις επαγγελματικές του σχέσεις ανάλογα με τις αναθέσεις που ολοκλήρωνε με δυσκολία, λόγω ακριβώς της οργανωτικής φύσης του γραφείου του και του ελάχιστου αριθμού συνεργατών.

Το Δεκέμβριο του ’50 συμμετέχει στην έκθεση αρχιτεκτονικής που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο, ενώ το 1952 στη Β’ Πανελλήνιο καλλιτεχνική έκθεση στον ίδιο πάντα χώρο.

Το 1952 εκλέγεται πρόεδρος του συλλόγου αρχιτεκτόνων της Αθήνας και πρόεδρος του τμήματος αρχιτεκτόνων του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Ταυτόχρονα συμμετέχει στην προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων της ελληνικής αρχιτεκτονικής με διεθνείς οργανισμούς όπως η UIA και τα CIAM : το 1952 γίνεται μέλος της Union Internationale des Architectes και εκπρόσωπος της ελληνικής ομάδας, ενώ το 1954 συμμετέχει στην έκθεση που πραγματοποιείται από την UIA στη Βαρκελώνη.

Το 1953 επιχειρείται επανασύνδεση της ελληνικής ομάδας με τα CIAM, που προωθείται από τον Καραντινό και τον Π.Βασιλειάδη. Το Μάιο του 1954 πραγματοποιείται στην Αθήνα το Α’ αρχιτεκτονικό συνέδριο των χωρών της ανατολικής Μεσογείου με θέμα « Τα προβλήματα της σύγχρονης πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου, με υψηλή πολιτισμική και καλλιτεχνική παράδοση». Στο συνέδριο, μεταξύ άλλων, συμμετέχει και ο Π.Καραντινός και παρουσιάζονται έργα του. Ανάμεσα στα έργα του που εκτίθενται είναι το αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου (που τότε ολοκληρωνόταν), το στάδιο Χανίων «Έλενας Βενιζέλου», το Χημείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το μνημείο του Ζαλόγγου, η εκκλησία στις Αχαρνές Κρήτης και το μουσείο της Ολυμπίας.

Ο Καραντινός υπογραμμίζει τη σημασία της κληρονομιάς της Ανατολής και τη θέση της Μεσογείου ως ομφαλού του δυτικού πολιτισμού και κέντρου μεταξύ του δυτικού ορθολογισμού και της μεταφυσικής της ανατολής. Επισημαίνει ιδιαίτερα τη σημασία του κλίματος, του φωτός, της μορφής, του εδάφους, της θάλασσας, την αίσθηση της κλίμακας και της πλαστικής, καθώς και την ξεχωριστή και αδιαίρετη σχέση εσωτερικού και εξωτερικού χώρου ιδίως στην Ελλάδα. Για να τεκμηριώσει τα παραπάνω παρουσιάζει στους σύνεδρους την Πατμιάδα Σχολή, που θεωρούσε το σημαντικότερο μεταπολεμικό του έργο.

Ο διχασμός μεταξύ μιας αρχιτεκτονικής με αυτόχθονο χαρακτήρα και της βεβαιότητας για τις αρχές του μοντέρνου κινήματος, χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του και η γενικότερη αντίληψή του για την ελληνική αρχιτεκτονική συνοπτικά φαίνεται στην παρακάτω αντιπροσωπευτική πρόταση: « ςΕλληνική Αρχιτεκτονική θα δημιουργηθεί μόνο όταν κάνουμε αληθινή αρχιτεκτονική, δηλαδή αντιμετωπίσουμε και μεις όπως ο λαϊκός τεχνίτης τις ανάγκες της ζωής μας, με την απλότητα και ειλικρίνεια του υγιούς ανθρώπου. Δε μιμηθούμε τα έργα του, αλλά ακολουθήσουμε το παράδειγμά του. Ο χαρακτήρας και η ελληνικότητα δε βγαίνει εκ των έξω, δεν επιβάλλεται. Δημιουργείται από την επίγνωση των παραγόντων εκείνων που επιδρούν ουσιαστικά στη διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού έργου και το διαφοροποιούν μέσα στο γενικότερο κλίμα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής». Αυτή η διατύπωση τοποθετεί τον Καραντινό ανάμεσα στους Πικιώνη και Κωνσταντινίδη, αν και τα σχεδιατικά αποτελέσματα τον διαφοροποιούν ουσιαστικά.

Η πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη σκέψη ίδρυσης πανεπιστημίων έξω από την πρωτεύουσα ανήκει στον Ελευθέριο Βενιζέλο που το 1919 επιλέγει ως πλεόν κατάλληλες έδρες τη Σμύρνη και τη Θεσσαλονίκη. Λίγα χρόνια αργότερα ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου εισηγείται το σχετικό ιδρυτικό νόμο για την ίδρυση του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος στη Θεσσαλονίκη. Στην ιστορική συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 1949 για την πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης είναι παρόν και ο «διακεκρινένος αρχιτέκτων του Υποργείου Παιδείας κ. Καραντινός», με την ιδιότητα του επιθεωρητή. Ο Καραντινός συμφώνησε με την πολεοδομική μελέτη του Κυριαζόπουλου.

Το πρώτο πανεπιστημιακό έργο με το οποίο ο Καραντινός δοκιμάζεται στη Θεσααλονίκη είναι το κτίριο του χημείου. Κερδίζει το πρώτο βραβείο και το τρίτο στο διαγωνισμό του 1951, με τη συνεργασία του Α.Λοΐζου και του Κ. Μπίτσιου. Σύμφωνα με τη μελέτη του Καραντινού, η νέα σχέση του χημείου με τα κτίρια της φυσικομαθηματικής και της γεωπονοδασολογικής αποδεικνύει την πρόθεση ενός λειτουργικού και αντιμνημειακού αστικού σχεδιασμού. Ο Καραντινός θεώρησε τα τρία κτίρια ως ένα αυτοτελές σύνολο. Το χημείο αναπτύσσεται σε 4 ορόφους και σε κάτοψη σχήματος Ζ που διευκολύνει την εισαγωγή του ανεξάρτητου όγκου του αμφιθεάτρου στον επιμήκη άξονα της πτέρυγας της κύριας όψης και θεωρείται ένα σημαντικό κτιριολογικό επίτευγμα ειδικής λειτουργίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1955 ο Καραντινός κερδίζει το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού για τη φυσικομαθηματική σχολή. Αρχικά του είχε ανατεθεί από τις τεχνικές υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας η τροποποίηση και αποπεράτωση της μελέτης του Μητσάκη, της οποίας είχε πραγματοποιηθεί ως το '40 μόνο η θεμελίωση. Οι αυξημένες ωστόσο λειτουργικές ανάγκες και οι αλλαγές του κτιριολογικού προγράμματος οδηγούν στην ανέγερση νέου κτιρίου. Η κάτοψη του Μητσάκη και του Καραντινού δεν έχουν καμιά αντιστοιχία, το ελεύθερο ογκοπλαστικό ανάπτυγμα του προπολεμικού σχεδίου αντικαθίσταται από τη λιγότερο εύκαμπτη, αξονική διάταξη του Καραντινού.

Ο Καραντινός κερδίζει το Α’ βραβείο για τη φοιτητική εστία, το πρώτο κτίριο του είδους στην Ελλάδα, του οποίου η θέση προβλεπόταν στην περιοχή των νέων οικοπέδων πάνω από τον Άγιο Δημήτριο. Η συμμετρική κάτοψη αναπτύσσεται σε μια βασική διάταξη σχήματος Η με τις κλίμακες στα άκρα του οριζόντιου τμήματος. Η διαμόρφωαη του τελικού αποτελέσματος οφείλεται στην επέμβαση του βασιλιά Παύλου, προέδρου του Εθνικού Ιδρύματος που ζήτησε επέκταση των χώρων.

Ο Καραντινός επίσης συμμετείχε με δυο συμμετοχές στο διαγωνισμό για το κτίριο της κεντρικής βιβλιοθήκης της πανεπιστημιούπολης.

Το 1957 αναλαμβάνει την ανέγερση της οικοδομής του πανεπιστημιακού αστεροσκοπείου. Το οικοδόμημα είναι λειτουργικό και κομψό, λόγω της επανάληψης των 2 σειρών κάθετων πτερυγιών ηλιοπροστασίας στη δυτική όψη.

Αμέσως μετά την ίδρυση της πολυτεχνικής σχολής (1957) τροποποιείται το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο και προκηρύσσεται σχετικός διαγωνισμός που προέβλεπε την τοποθέτηση του συγκροτήματος στη νότια πλευρά της πανεπιστημιούπολης, επί της λεωφόρου Εγνατίας. Ο Καραντινός σε συνεργασία με το αρχιτεκτονικό γραφείο Λιάπη και Σκρουμπέλλου παίρνει το δεύτερο βραβείο, ωστόσο είναι η πρότασή τους που πραγματοποιείται.

Τη δεκαετία του ’50 ο Καραντινός ουσιαστικά ολοκληρώνει την ενασχόλησή του με το σχεδιασμό σχολικών κτιρίων. Το πιο αξιόλογο επίτευγμα της περιόδου αυτής στον τομέα των σχολείων είναι το γυμνάσιο Ιθάκης, «δωρεά του ελβετικού λαού» μετά τους σεισμούς. Πραγματοποιείται την περίοδο 1954-57.

Τα μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μνημεία που ο Καραντινός σχεδιάζει για την Αθήνα και τον Πειραιά από το 1948 και μετα – άγνωστος ναύτης, μνημείο Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ- είναι κατασκευές οξυγώνιας κάτοψης και τομής από τσιμέντο ή ακατέργαστο σίδερο. Στο διαγωνισμό για το μνημείο του Ζαλόγγου, ο Καραντινός σε συνεργασία με το γλύπτη Ζογγολόπουλο, παρουσιάζουν 4 μελέτες από τις οποίες οι 2 βραβεύονται. Το πρώτο βραβείο παίρνει η «αρχιτεκτονική» λύση του Καραντινού: μια κατακόρυφη πέτρινη γεωμετρική κατασκευή πυραμιδοειδούς έμπνευσης (περίπου 20 μέτρων) με δυο παράλληλα τοιχώματα των οποίων η τομή μειωνόταν κλιμακωτά προς τα πάνω, σα μια κίνηση ανάτασης και επίκλησης της μνήμης. Η "λύση" φέρνει αντιδράσεις.

Το 1949 ο Καραντινός αναλαμβάνει τη μελέτη των εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων του Ιδρύματος Αποστολικής Διακονίας στην Αγ. Βαρβάρα, σήμερα μεταξύ Δαφνίου και Αιγάλεω. Ένα χρόνο αργότερα ο Καραντινός επανέρχεται στο θέμα με τη μελέτη μιας εξολοκλήρου νέας εκκλησίας για το συγκρότημα, τοποθετημένης τώρα κοντά στο ανανεωμένο τριώροφο κτίριο της σχολής διακονισσών. Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της όλης σύνθεσης. Τελικά, τίποτα σχεδόν από την πολεοδομική και αρχιτεκτονική μελέτη του Καραντινού δε θα πραγματοποιηθεί.

Το θέμα της εκκλησίας και της συμβολικής της διάστασης απασχόλησε τον Καραντινό στη μεταπολεμική περίοδο. (μελέτη εκκλησίας θεολογικής σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1950, Νέα Μητρόπολη του Κόβεντρου, Μητρόπολη του Αγίου Αχιλλείου στη Λάρισα σε συνεργασία με τον Γ.Νομικό το 1952, μελέτη εκκλησίας του Αγ. Νικολάου στη Θέρμη Θεσσαλονίκης το 1970).

Τα νέα μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του ’50 ο Καραντινός έρχεται αντιμέτωπος με το σχεδιασμό του αρχαιολογικού μουσείου Ολυμπίας. Το πρόβλημα ήταν αν το μουσείο θα έπρεπε να συντηρηθεί και να επεκταθεί η υπάρχουσα οικοδομή. Το 1952 με σημείο αναφοράς το ποιητικό όραμα της ιδανικής Αρκαδίας εκπονεί σχέδια γοα το νέο μουσείο της Ολυμπίας, στο οποίο λαμβάνει υπόψιν του το φυσικό φως και το ύπαιθρο, χαρακτηριστικά της ελληνικής γης. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 αρχίζει τελικά η κατασκευή του μουσείου, στην οποία πολλά από τα δεδομένα του κτιριολογικού προγράμματος έχουν αλλάξει.

Το 1955 σχεδιάζει το μουσείο Κεφαλληνίας και συμμετέχει το 1956 στο διαγωνισμό για το κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης (εκεί που σήμερα είναι το Βυζαντινό Μουσείο), προτείνοντας 2 παραλλαγές με αίθριο ή πλατεία -στοά και τυπολογία τρίκλιτης βασιλικής κατά τα πρότυπα του μουσείου της Ολυμπίας. Καμιά όμως από τις παραλλαγές αυτές δε θα βραβευθεί, ούτε θα εμφανιστεί στις δημοσιεύσεις της εποχής.

Το σημαντικότερο μεταπολεμικό του μουσείο ο Καραντινός το σχεδίασε στη Θεσσαλονίκη (1960-62). Η κατασκευή του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης άρχισε ταυτόχρονα με την επανεκλογή του Καραντινού ως καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, το Φεβρουάριο του 1961 και ολοκληρώθηκε σε 20 μήνες. Τον Ιανουάριο του 1966 του γίνεται επίσημη ανάθεση για τη μελέτη επέκτασης του αρχαιολογικού μουσείου.

Η ακαδημαϊκή του καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προσπάθειες του Καραντινού για την κατάληψη μιας ακαδημαϊκής έδρας στο Ε.Μ.Π. χρονολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Οι προσπάθειες επαναλήφθηκαν το 1941 και το 1950 χωρίς αποτέλεσμα. Στις 4 Μαρτίου του 1959 ο Καραντινός εκλέγεται από το σύλλογο καθηγητών της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, τακτικός καθηγητής στην έδρα των αρχιτεκτονικών συνθέσεων του νεοσύστατου τμήματος αρχιτεκτόνων. Ο Καραντινός αναλαμβάνει αμέσως υπηρεσία στη Θεσσαλονίκη και διδάσκει για μερικούς μήνες, αλλά η θέση του θα αποδειχθεί επισφαλής. Το Μάρτιο του 1960 το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρώνει την εκλογή του λόγω της μη κατοχής του διδακτορικού διπλώματος.

Το Φεβρουάριο του 1961 ο Καραντινός επανεκλέγεται καθηγητής στην ίδια έδρα. Θα παραμείνει ως το 1968, όταν θα περιληφθεί στον κατάλογο των 48 καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που θα απομακρυνθούν από το στρατιωτικό καθεστώς.

Σε ομιλία του προς τους φοιτητές τονίζει ότι δάσκαλος και μαθητές αποτελούν «μιαν αδιάσπαστη ενότητα» και εξομολογείται ότι: «σας βλέπω λοιπόν σαν νεαρούς συναδέλφους μου, φίλους και συνεργάτες που ξεκινάμε για μια δύσκολη και ωραία αποστολή». Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Καραντινός θα ενεργοποιηθεί αρκετά στο Πανεπιστήμιο, ενώ δε θα εγκαταλείψει τις παράλληλες επαγγελματικές του δραστηριότητες. Θα εκδώσει τρεις πολυγραφημένους τόμους για χρήση των φοιτητών με θέμα τα Σχολικά Κτίρια στην Ευρώπη και την Ελλάδα, ένα τόμο «Αρχιτεκτονικών θεμάτων», έναν τόμο με θέμα τα Νοσοκομεία και τέλος έναν τόμο για τη νέα μητρόπολη του Κόβεντρυ. Το 1964 ο Καραντινός θα εκλεγεί αμέσως μετά τον Μουτσόπουλο, κοσμήτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής.

Έργα στη Βόρεια Έλλαδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1958 ως το 1963 και με διάφορες παραλλαγές της αρχικής μελέτης πραγματοποιείται το πρώτο νοσοκομείο του, το Θειαγένειο αντικαρκινικό ινστιτούτο.

Μεταξύ του 1964 και του 1965 ο ΕΟΤ αποφασίζει την ανέγερση μεγάλου υπαίθριου θεάτρου στο δάσος Σέιχ-Σου της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του γενικότερου τότε προγραμματισμού εκτέλεσης έργων με σκοπό την τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή. Στο τέλος Μαΐου του ’65 ο Καραντινός, υπεύθυνος μελετητής του έργου, οδηγείται σε μια ενδιάμεση λύση εγκατάστασης προσωρινού θεάτρου για 2000 άτομα και ταυτόχρονα προχωρεί στη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου και τη βελτίωση των οδικών συνδέσεων με τη βοήθεια της ΜΟΜΑ. Κατασκευάζει επιτυχημένα το αμφιθέατρο (1965) ως μια λυόμενη κατασκευή και επανέρχεται στην αρχική μελέτη του μόνιμου υπαίθριου θεάτρου 4000 θέσεων που θα οικοδομηθεί το 1966.

Επιπλέον, σχεδιάζει το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Αμύνταιο (1963) και το δικαστικό μέγαρο στη Λάρισα (1963-67).

Έργα στην Κρήτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το αριστούργημα του αρχαιολογικού μουσείου του Ηρακλείου, ο Καραντινός εκπονεί μεταπολεμικά αρκετές μελέτες στη Κρήτη για έργα δημόσιου χαρακτήρα, τα περισσότερα από τα οποία δε θα πραγματοποιηθούν. Το 1950 σχεδιάζει το πτωχοκομείο των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων Καλοκαιρινού στο Ηράκλειο, που ξεκινά από τοπικιστικές προθέσεις, αλλά καταλήγει σε ένα ανώνυμο, υβριδικό ιδίωμα. Την περίοδο 1959-1961 εκπονεί για λογαριασμό του ΕΟΤ τη μεγαλόπνοη μελέτη αναστύλωσης, πολεοδομικής αναμόρφωσης και τουριστικής αξιοποίησης των περίφημων ενετικών τειχών του Χάνδακα. Παράλληλα με τις εργασίες για τα τείχη του Ηρακλείου ο Καραντινός εκπονεί δύο μελέτες για την πλαζ Καρτερού και τη νέα πτέρυγα του ιστορικού μουσείου Κρήτης, στην οδό Καλοκαιρινού. Στην πρώτη προβλέπει μια σειρά από ελαφράς κατασκευής διώροφα περίπτερα, ελεύθερα τοποθετημένα και οργανωμένα σε ορθογώνιο κάναβο 1μ. Για τη νέα πτέρυγα του μουσείου, που πραγματοποιήθηκε τελικά το 1988, σχεδιάζει μια μικρή τριώροφη κατασκευή που διαφοροποιείται από το υπάρχον διώροφο νεοκλασικό κτίριο, τόσο λόγω του χαμηλότερου ύψους του, όσο και λόγω της χρήσης μοντέρνου λεξιλογίου στην κατασκευή του. Στη μελέτη για το μουσείο του Αγίου Νικολάου (1961) ο Καραντινός δημιουργεί έντονες πλαστικότητες με τη χρήση της κυκλικής μορφής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επέκταση για το τουριστικό περίπτερο στο ενετικό λιμάνι των Χανιών (1964), όπου χρησιμοποιεί διαφοροποιημένα ύψη και κελυφωτή στέγαση.

Οι μελέτες για την Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1950 ως το τέλος της δραστηριότητάς του ο Καραντινός σχεδιάζει ελάχιστα ιδιωτικά έργα στην Αθήνα. Όσον αφορά στα έργα με γενικότερο δημόσιο χαρακτήρα, από τις 85 περίπου μελέτες του της περιόδου 1950-76 λιγότερες από το 20% εκπονούνται για την περιοχή της Αττικής. Στην πλειοψηφία τους μάλιστα αφορούν διαγωνισμούς και δε θα πραγματοποιηθούν. Τη μοναδική πολυκατοικία της καριέρας του ο Καραντινός θα την πραγματοποιήσει γύρω στο 1950 στην οδό Σόλωνος, στην Αθήνα. Το μέγαρο του ΟΔΕΠ στην οδό Μητροπόλεως (Υπουργείο Παιδείας) αποτελεί μια από τις πιο προβληματικές στιγμές στην αρχιτεκτονική πορεία του Καραντινού. Το πρόβλημα αποτελούσε η μικρή βασιλική της Αγίας Δύναμης που ανήκε στη Μονή Πεντέλης (μετόχι) και περιλαμβανόταν στο εσωτερικό της οικοδομήσιμης επιφάνειας του γηπέδου. Η κριτική λοιπόν για το μέγαρο του ΟΠΕΔ υπήρξε ομόφωνα αρνητική. Το 1963 ο Καραντινός, σε συνεργασία με το Ζογγολόπουλο, κερδίζει το πρώτο βραβείο στο σχετικό διαγωνισμό για το κτίριο της Ιεράς Συνόδου στη Μονή Πετράκη. Το 1969 και 1973 συμμετέχει σε δυο μεγάλους διαγωνισμούς για τα δικαστικά μέγαρα της Αθήνας και του Πειραιά,αντίστοιχα. Με αφορμή αυτούς και τα πρώτα βραβεία που δόθηκαν, επανέρχεται στο θέμα της οργάνωσης και διεξαγωγής τους, θέμα που τον είχε απασχολήσει έντονα και τον είχε οδηγήσει και σε δημόσιες επεμβάσεις κατά τη διάρκεια όλης της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Σημαντικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κτήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νέα σχολικά κτίρια. Επιμ. Πάτροκλου Καραντινού, Αθήνα: ΤΕΕ, 1938. 295 σ.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γ. Λάββας, "Πάτροκλος Καραντινός 1903-1976" Αρχιτεκτονικά θέματα 11/1977
  • Δ. Φιλιππίδης, "Νεοελληνική Αρχιτεκτονική" εκδόσεις "Μέλισσα"
  • Α. Γιακουμακάτος, "Πάτροκλος Καραντινός 1903-1976", Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 1997