Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα
PSOE logo.svg
Γενικός Γραμματέας Πέδρο Σάντσεθ
Ίδρυση 2 Μαΐου 1879
Έδρα Calle de Ferraz, 70, 28008 Μαδρίτη, Ισπανία
Ιδεολογία Σοσιαλδημοκρατία
Προοδευτισμός
Πολιτική θέση Κεντροαριστερά
Διεθνής προσχώρηση Σοσιαλιστική Διεθνής
Προοδευτική Συμμαχία
Ευρωπαϊκή προσχώρηση Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα
Ομάδα Κοινοβουλίου Ε.Ε. Προοδευτική Συμμαχία Σοσιαλιστών και Δημοκρατών
Ιστοσελίδα
http://www.psoe.es/
Πολιτικό σύστημα Ισπανίας
Πολιτικά κόμματα
Εκλογές

Το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (ισπ. Partido Socialista Obrero Español, γνωστό με τα αρχικά του PSOE, [pe'soe]) είναι σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό κόμμα της Ισπανίας[1]. Τοποθετείται πολιτικά στην κεντροαριστερά. Είναι ένα εκ των δύο μεγαλύτερων της σύγχρονης ισπανικής δημοκρατίας μαζί με το Λαϊκό Κόμμα διατηρώντας τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό μελών και ισχυρά ερείσματα στην ισπανική κοινωνία.

Είναι το δεύτερο αρχαιότερο κόμμα της χώρας και ένα εκ των παλαιότερων εργατικών κομμάτων της Ευρώπης. Ιδρύθηκε στις 2 Μαΐου 1879 από τον Πάβλο Ιγλέσιας ως μαρξιστικό εργατικό κόμμα. Μέχρι τη Δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα φυτοζωούσε εκλέγοντας μόνο τον ηγέτη του στις βουλευτικές εκλογές για να αναδειχθεί σε έναν εκ των κύριων πυλώνων της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, πρωταγωνιστώντας στην πολιτική σκηνή της χώρας με τον πρόεδρό του, Λάργο Καβαγιέρο να τελεί πρωθυπουργός. Οι εσωτερικοί τριγμοί κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου και η εξορία, θάνατος ή διωγμός των μελών και των μελών του από το καθεστώς του στρατηγού Φράνκο το απομόνωσαν από την αντιδικτατορική αντίσταση την οποία ηγεμόνευσε το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Υπό την ηγεσία του Φελίπε Γκονθάλεθ συνέβαλε στην ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία από το 1975 μέχρι το 1982 και τη σύνταξη του Συντάγματος του 1978,[2] πρώτα ως αξιωματική αντιπολίτευση κι έπειτα ως κυβέρνηση της χώρας αδιάλειπτα μέχρι το 1996. Στο διάστημα αυτό μετακινήθηκε από τον θεωρητικό μαρξισμό σε πιο κεντρώες και μετριοπαθείς θέσεις,[3] φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηριστεί και ως νεοφιλελεύθερο όσον αφορά την οικονομία. Θεωρείται η πολιτική οργάνωση που κατάφερε να ενσωματώσει την Ισπανία στον Δυτικό Κόσμο (ΕΕ και ΝΑΤΟ), να εκσυγχρονίσει πολιτισμικά και οικονομικά τη χώρα και να φέρει εις πέρας τη μετάβαση από ένα συγκεντρωτικό μοντέλο κράτους σε αυτό της αποκεντρωμένης Ισπανίας των Αυτονομιών. Παράλληλα με την πολιτική φιλελευθεροποίηση εντοπίζεται και ο πολιτισμικός εκσυχρονισμός της χώρας με κινήματα όπως τη movida της Μαδρίτης. Τα σκάνδαλα, η πολιτική απαξίωση και η οικονομική κατάρρευση ωστόσο συνέβαλαν στην αποκαθήλωσή του και την ανάδειξη του Λαϊκού Κόμματος από το 1995 μέχρι το 2004, όταν και το PSOE επανήλθε στην κυβέρνηση όπου διατηρήθηκε μέχρι το 2011.

Έχει ομοσπονδιακή δομή και βρίσκεται σε διαρκή συνασπισμό με το Κόμμα των Σοσιαλιστών της Καταλονίας. Επίσης διατηρεί δεσμούς με την Γενική Ένωση Εργατών, ένα εκ των τριών μεγαλύτερων συνδικάτων της Ισπανίας. Είναι πλήρες μέλος τόσο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς όσο και του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι ευρωβουλευτές του συμμετέχουν στην Προοδευτική Συμμαχία Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση και πολιτική αδυναμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ισπανικό Σοσιαλιστικο Εργατικό Κόμμα ιδρύθηκε στη Μαδρίτη στις 2 Μαΐου 1879 από τον τυπογράφο από τη Φερόλ της Γαλικίας Πάβλο Ιγλέσιας Ποσέ με το πρώτο συνέδριο να πραγματοποιείται στη Βαρκελώνη ένα χρόνο αργότερα. Ως σκοπό είχε την ενσωμάτωση του συνόλου του ισπανικού προλεταριάτου στις τάξεις του με σκοπό την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι ξεκάθαρα μαρξιστικές του ιδέες δεν εισακούσθηκαν κυρίως λόγω της κυριαρχίας του αναρχοσυνδικαλισμού σε μεγάλο μέρος της εργατικής μάζας της χώρας και της ημιτελούς βιομηχανικής ανάπτυξης του μεγαλύτερου μέρους της. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις βουλευτικές εκλογές του 1910 στα πλαίσια της συμμαχίας Ρεπουμπλικανική-Σοσιαλιστική Σύνδεση, εκλέγοντας τον ηγέτη της. Το αποτέλεσμα αυτό επαναλαμβανόταν μέχρι τις εκλογές του 1918 όταν και εξέλεξε επτά βουλευτές, πολλοί εκ των οποίων θα πρωταγωνιστούσαν στην πολιτική ζωή της χώρας τις επόμενες δεκαετίες όπως ο Ινταλέθιο Πριέτο, ο Χουλιάν Μπεσέιρο και ο Φρανθίσκο Λάργο Καβαγιέρο.

Το κόμμα ενσωματώθηκε στη Δεύτερη Σοσιαλιστική Διεθνή και απέρριψε την πρόσκληση του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος για ένταξη στη νεοπαγή Κομμουνιστική Διεθνή το 1920, δηλώνοντας τον σεβασμό της προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία και απορρίπτοντας, ένα χρόνο αργότερα και μετά από ταξίδι εκπροσώπων του στη Μόσχα, τους 21 όρους για τη συμμετοχή στην Κομιντέρν. Η μερίδα των διαφωνούντων που αποκόπηκε ίδρυσε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας.[4]

Δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1923 ο στρατηγός Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα, με την ανοχή του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ΄, ανέλαβε τα ηνία της χώρας εγκαθιστώντας δικτατορικό καθεστώς. Το PSOE παραδόξως ήταν το μοναδικό κόμμα του οποίου η λειτουργία επετράπη, μαζί με την UGT, από τον δικτάτορα που το θεωρούσε ως«το μοναδικό τίμιο κόμμα». Ο ίδιος ο Λάργο Καβαγιέρο έλαβε μια θέση στο Συμβούλιο του Κράτους, προκαλώντας ισχυρούς εσωτερικούς κλειδωνισμούς. Το 1925 απεβίωσε ο Πάβλο Ιγλέσιας και τη θέση του προέδρου ανέλαβε ο Χουλιάν Μπεστέιρο που υποστήριζε τη συνεργασία με το καθεστώς.[5] Η ρήξη με τον Πρίμο δε Ριβέρα συνέβη το 1928, με τους σοσιαλιστές να υιοθετούν το κύριο αίτημα της αντιπολίτευσης, την κήρυξη εκλογών για την ανάδειξη συνταντικής βουλής.

Η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία: κυριαρχία, κρίση και Εμφύλιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος της δικτατορίας το 1929 και η παραίτηση του βασιλιά μετά τις δημοτικές εκλογές του 1931 έφεραν αλλαγή πολιτεύματος και τη Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία. Τα περισσότερα αστικά κόμματα είχαν προετοιμάσει το μονοπάτι προς αυτή την κατεύθυνση με τη ρεπουμπλικανική Συμφωνία του Σαν Σεβαστιάν, στην οποία το PSOE δεν συμμετείχε παρά μόνο ανεπίσημα, με την παρουσία μελών του. Στις συντακτικές εκλογές του ίδιου έτους το κόμμα αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 117 βουλευτές και παρείχε υποστήριξη στον ρεπουμπλικανό Μανουέλ Αθάνια και την διετή κυβέρνησή του, όπου συμμετείχαν ο Πριέτο, ο Λάργο Καβαγιέρο και ο Φερνάντο ντε λος Ρίος με διάφορα υπουργικά αξιώματα.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις του κόμματος ήλθαν στην επιφάνεια μετά την ανάδειξη κυβέρνησης μειοψηφίας από το Ριζοσπαστικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Χιλ Ρόβλες. Οι τρεις κύριοι πρωταγωνιστές του αντιπροσώπευαν τρία διαφορετικά ρεύματα σκέψης: ο πρόεδρος Χουλιάν Μπεστέιρο ήταν μαρξιστής, ο Ινταλέθιο Πριέτο μεταρρυθμιστής και ο Φρανθίσκο Λάργο Καβαγιέρο ριζοσπάστης κομμουνιστής, αρκετά πιο μακριά από τους προηγούμενους. Η απόρριψη της παρούσας κυβέρνησης οδήγησε το Σοσιαλιστικό Κόμμα, σε συνεργασία με τους κομμουνιστές και τους αναρχικούς της CNT, στην Επανάσταση του 1934 που απέτειχε στο σύνολο του ισπανικού εδάφους πέραν της Καταλονίας και της Αστούριας. Στην πρώτη, ο καταλανός πρόεδρος Λιουίς Κονπάνς φυλακίσθηκε και η Ζενεραλιτάτ διαλύθηκε ενώ στη δεύτερη, η εξέγερση των περίπου 30.000 εργατών καταπνίχθηκε από τον ισπανικό στρατό κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Φράνκο.

Στο πλαίσιο αυτό, οι βουλευτικές εκλογές του 1936 ανέδειξαν νικήτρια τη συνεργασία των αριστερών πολιτικών δυνάμεων Λαϊκό Μέτωπο. Μετά τη στρατιωτική εξέγερση της 17ης Ιουλίου και την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο Λάργο Καβαγιέρο ανέλαβε την πρωθυπουργία με σκοπό την ανασύσταση των ελεύθερων περιοχών του κράτους και την οργάνωση δημοκρατικού στρατού που θα αντιμετώπιζε τους εξεγερμένους. Η παραίτησή του το 1937 ανέδειξε στην πρωθυπουργία τον επίσης σοσιαλιστή Χουάν Νεγρίν που έχαιρε της στήριξης των κομμουνιστών και του Ινταλέθιο Πριέτο και προωθούσε μια μη επαναστατική στάση και τη μη συνθηκολόγηση. Πολλοί σοσιαλιστές επίσης υποστήριξαν το πραξικόπημα του στρατηγού Κασάδο και την παράδοση στον εξεγερμένο στρατό.

Εξορία και η ισπανική μετάβαση στη δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημοκρατική ήττα, η απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων και τα υπέρμετρα κύματα διωγμών κατά των ηττημένων είδαν τους ηγέτες του κόμματος να εξορίζονται αρχικά στη Γαλλία κι έπειτα στο Μεξικό χωρίς όμως να θέτουν παύση στις εσωτερικές τους αντιπαλότητες. Την ανασύσταση του κόμματος εκεί ανέλαβε ο Ινταλέθιο Πριέτο, απομονώνοντας τους οπαδούς του Νεγρίν. Στην Ισπανία οι σοσιαλιστές οργανώθηκαν γρήγορα αλλά δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα μετά τη σύλληψη των ηγετών τους και τη δολοφονία από την αστυνομία του επικεφαλής τους Τομάς Θεντένο, με την αντιφρανκική αντίσταση να πρωταγωνιστείται κυρίως από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το παραδοσιακό PSOE βρήκε στον Ροδόλφο Λιόπις τον ηγέτη του στην εξορία. Ο Λιόπις αντιτάθηκε στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς σοσιαλιστών όπως ο Φελίπε Γκονθάλεθ και ο Νικολάς Ρεδόντο που βρίσκονταν στην Ισπανία και που δεν είχαν ζήσει τον Εμφύλιο, με τη διαμάχη μεταξύ των δύο κομμάτων να επιλύεται χάρη στην αναγνώριση του ανανεωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος από τη Σοσιαλιστική Διεθνή.

Το τέλος της δικτατορίας και η εγκαθίδρυση της συνταγματικής μοναρχίας το 1975 υπό την πολιτική ηγεσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και του Αδόλφο Σουάρεθ οδήγησαν στις συντακτικές εκλογές του 1977, όπου το PSOE κατέλαβε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με το 29,7% των ψήφων έναντι 34,4% της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου του Σουάρεθ. Στις εκλογές του 1979 τα αποτελέσματα επαναλήφθηκαν. Και στις δύο περιπτώσεις το κόμμα απέδειξε την πρωτοκαθεδρία του στην ισπανική αριστερά έναντι του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στις επόμενες εκλογές του 1983 οι Σοσιαλιστές αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα με ποσοστό 48,11% και κατέκτησαν 202 έδρες (από τις 350).

Η αλλαγή κατεύθυνσης στην ταυτότητα του κόμματος σταδιακά έγινε επίσημη από τις πρώτες στιγμές που ανέλαβε τα ηνία του ο Φελίπε Γκονθάλεθ. Το συνέδριο του 1979, όπου παραβρέθηκαν σημαντικά ονόματα του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού όπως ο Ούλοφ Πάλμε και ο Βίλι Μπραντ, μόνο ονομαστικά αναφέρθηκε ο στόχος της απάλειψης του καπιταλισμού και της επιβολής αβασίλευτης δημοκρατίας.[6] Αναγνωρίσθηκε επίσης το δικαίωμα των λαών στον αυτοπροσδιορισμό.[6]

Το 1980 απεδείχθη σημαδιακή χρονιά. Η εσωτερική αστάθεια της UCD, η οικονομική κρίση και η υπερδραστηριότητα της ΕΤΑ (10 δολοφονίες ανά εβδομάδα) μαζί με το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία ενεργοποίησαν τα αντανακλαστικά του κόμματος και προώθησαν την ιδέα σχηματισμού εθνικής σωτηρίας αποδεκτή από τα μη πολιτικά κέντρα εξουσίας όπως ο στρατός και η εκκλησία.[7] Ως αποτέλεσμα της κριτικής μερίδας του κόμματός του, ο Σουάρεθ παραιτήθηκε και ο βασιλιάς ανέθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον αντιπρόεδρο Λεοπόλδο Κάλβο Σοτέλο. Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 23 Φεβρουαρίου 1981 ώθησε τους καταλανιστές και τους Ανδαλουσιανούς ρεζιοναλιστές να παράσχουν στήριξη στη νέα κυβέρνηση, αφού όμως είχε απορριφθεί από τον νέο πρωθυπουργό μια ευρύτερη κυβέρνηση συνεργασίας με τους Σοσιαλιστές.[8]

Μετά τη σταθεροποίηση της κυβέρνησης, η συνεργασία των δύο μεγαλύτερων κομμάτων επανήλθε με τις συνομιλίες για την ομαλοποίηση του Καθεστώτος των Αυτονομιών που μέχρι το 1981 είχαν υιοθετήσει μόνο πέντε περιφέρειες. Η διεύρυνση του καθεστώτος αυτού στο σύνολο των περιφερειών του ισπανικού κράτους θεωρείται έκτοτε ένα από τα σημαντικά βήματα στα οποία συνέβαλε το PSOE υπέρ της ανανέωσης της Ισπανίας. Με την ολοκλήρωση της ισπανικής μετάβασης στη δημοκρατία, ο ρόλος του κόμματος θα ξεπερνούσε πλέον αυτόν της μετριοπαθούς σταθερής εναλλακτικής που επέτρεψε σε μια κοινοβουλευτική μειοψηφία να προχωρήσει σε σημαντικά βήματα υπέρ του εκδημοκρατισμού[9] για να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη νίκη: 1982[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεγάλη ευκαιρία για τους Σοσιαλιστές ήλθε με την οριστική διάλυση της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου. Η καμπάνια υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την ένταξη ή όχι στο ΝΑΤΟ ενίσχυσε την εικόνα του κόμματος ως ευρύ πολιτικό κίνημα ενώ η εσωτερική του σταθερότητα ενέπνευσε σιγουριά για τη σοβαρότητα της εναλλακτικής του πρότασης διακυβέρνησης.[9] Στο 29ο συνέδριο του κόμματος το 1983 τέθηκαν οι στόχοι μιας δυνητκής κυβέρνησης του PSOE: δημοκρατία, ασφάλεια των πολιτών, υπερκερασμός της οικονομικής κρίσης, ομαλοποίηση των αυτονομιών και εκσυγχρονισμός της κοινωνίας, στα πλαίσια πάντα της ελεύθερης αγοράς.

Η βάση του κόμματος ήταν η Ανδαλουσία, με το σύνολο της ηγεσίας του κόματος και το ένα τέταρτο των μελών του σε κρατικό επίπεδο να προέρχονται από αυτή την περιφέρεια.[10] Με τις εκλογές του 1982 κέρδισε το 48,11% των ψήφων και την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για πρώτη φορά μετά τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου το 1936 ένα κόμμα της αριστεράς θα κυβερνούσε τη χώρα. Στις περιφερειακές εκλογές του ίδιου έτους τα αποτελέσματα επαναλήφθηκαν με το κόμμα να κυβερνά σε όλες τις περιφέρειες του ισπανικού κράτους εκτός από πέντε.[11] Δείχνοντας μετριοπαθή χαρακτήρα, παρά το ένα εκατομμύριο ψήφων που έλαβε από τέως ψηφοφόρους του Κομμουνιστικού Κόμματος,[12] μετακινήθηκε προς το πολιτικό κέντρο. Υπεύθυνος για την οικονομική πολιτική και υπουργός οικονομίας και οικονομικών ορίστηκε ο φιλελεύθερος Μιγέλ Μπογιέρ, που αντιμετώπισε την εχθρότητα πολλών αριστεριστών.

Οι μεταρρυθμίσεις επικεντρώθηκαν σε καίριους τομείς της ισπανικής κοινωνίας που έχριζαν εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού, πάντα όμως με τη συναίνεση των παραδοσιακών εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων όπως η εκκλησία και ο στρατός.[13] Όσον αφορά την πρώτη, η κυβέρνηση αποδέχθηκε τη διττή ύπαρξη της δημόσιας και της ιδιωτικής (ελεγχόμενης κυρίως από την εκκλησία) εκπαίδευσης και συμφώνησε να επιδοτεί τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.[14] Όσον αφορά τον στρατό, ο υπουργός άμυνας Ναρσίς Σέρα προχώρησε στη δραστική μείωση των ανώτατων αξιωματούχων με σκοπό την βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του και τον ευκολότερο έλεγχό του από τους πολιτικούς.[13]

Η εποχή αυτή είδε το κράτος να αυξάνει τους φόρους στους εργαζόμενους και, ως αποτέλεσμα, τις κρατικές δαπάνες σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης.[15] Μεγάλο ποσοστό των εξόδων, βάσει του καθεστώτος των αυτονομιών, αποκεντρώθηκε και η διαχείρησή του τέθηκε υπό τον έλεγχο των περιφερειών. Θεωρείται ότι τότε επετεύχθη η οριστικοποίηση της μετάβασης της χώρας από ένα από τα πιο συγκεντρωτικά κρατικά μοντέλα της Ευρώπης σε ένα από τα πιο αποκεντρωμένα.[16] Επίσης πωλήθηκε η SEAT και προωθήθηκαν πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας όπως ο κοινωνικός τουρισμός.[17]

Δεύτερη νίκη: 1986[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις γενικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στις 22 Ιουνίου 1986, το κόμμα του Γκονθάλεθ κέρδισε το 44,1% των ψήφων και 184 έδρες στο Κοινοβούλιο. Το αντίπαλο πολιτικό δέος, η Λαϊκή Συμμαχία δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 25% των ψήφων και εισήλθε σε μια περίοδο αβεβαιώτητας με την παραίτηση του επικεφαλής της Μανουέλ Φράγα.[18] Ο Γκονθάλεθ εξελέγη πρωθυπουργός για δεύτερη φορά. Κατά τη διάρκεια αυτής της δεύτερης θητείας του, η Ισπανία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1986. Οι επενδύσεις και η αύξηση των εξαγωγών λόγω της ΕΟΚ ενίσχυσαν την Ισπανία. Αναφορικά με το ΝΑΤΟ, ο Γκονθάλεθ υποστήριξε την παραμονή της χώρας του στη συμμαχία αλλάζοντας τις προηγούμενες αντινατοϊκές απόψεις του κόμματος του.

Η κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την κοινωνική πρόνοια.[19] Με τον Κάρλος Σολτσάγα να διαδέχεται τον Μπογιέρ ως υπουργός Οικονομίας, οι ξένες επενδύσεις πενταπλασιάστηκαν, δημιουργήθηκαν 1,7 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας και ο ρυθμός ανάπτυξης άγγιξε το 4,5%.[20] Η πανεπιστημιακή έρευνα άνθισε και πωλήθηκαν πολλές κρατικές μονοπωλιακές εταιρείες όπως η ENDESA (ηλεκτρικό ρεύμα), η Telefónica (τηλεπικοινωνίες), η REPSOL (καύσιμα). Στις αρχές του 1989 επιβεβαιώθηκε και η ρήξη με τη Γενική Ένωση Εργαζομένων που εφεξής ακολούθησε μια πιο σκληρή στάση έναντι των Σοσιαλιστών.[18] Ο εν μέρει αυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης του Γκονθάλεθ προκάλεσε αντιδράσεις: τα ισπανικά συνδικάτα και γενικότερα η ισπανική κοινωνία συμμετείχαν μαζικά στη γενική απεργία της 14ης Δεκεμβρίου 1988.[21] Όσον αφορά την εκλογική δύναμη του κόμματος, από τις δημοτικές εκλογές του 1987 έγινε εμφανές ότι είχε αρχίσει να φθίνει.

Τρίτη νίκη: 1989[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 29 Οκτωβρίου 1989 κέρδισε στις γενικές εκλογές με 39,6% των ψήφων και 175 έδρες (μόλις μια έδρα πάνω από το όριο για την απόλυτη πλειοψηφία), δίνοντας έναρξη στην τρίτη διαδοχική θητεία. Οι εκλογικές απώλειες του κόμματος επικεντρώθηκαν στους νέους και στις μεγάλες πόλεις.[22] Κατά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου το 1991, ο Γκονθάλεθ υποστήριξε τις ΗΠΑ. Το 1992 θεωρείται το πιο «καταστροφικό» έτος για την παράταξη με βαριά σκάνδαλα (σκάνδαλο Γκέρα και FILESA) και εσωτερικούς τριγμούς λόγω της σύγκρουσης του Αλφόνσο Γκέρα και της αριστεριστικής πολιτικής του φατρίας με τον πρωθυπουργό. Παράλληλα, η ανεργία σταθεροποιήθηκε πάνω από το 20% και το Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν μειώθηκε για πρώτη φορά.[23] Από την άλλη πλευρά, οι εκδηλώσεις των Ολυμπιακών Αγώνων του 1992 στη Βαρκελώνη και η Παγκόσμια Έκθεση της Σεβίλλης βοήθησαν στην εδραίωση της διεθνούς εικόνας της Ισπανίας ως μία σύγχρονης, εύπορης χώρα.

Τέταρτη νίκη: 1993, η συνεργασία με τους εθνικιστές και η έξωση από την εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 6 Ιουνίου 1993, ο Γκονθάλεθ κέρδισε τις γενικές εκλογές λαμβάνοντας 38,8% των ψήφων και 159 βουλευτές. Η μικρή ακόμη δύναμη της εναλλακτικής του Λαϊκού Κόμματος θεωρείται η αιτία της νέας νίκης του κόμματος.[23] Η τέταρτη νίκη όμως υποχρέωσε τον Γκονθάλεθ να λειτουργήσει ως κυβέρνηση μειοψηφίας με την υποστήριξη της καταλανιστικής Σύγκλισης και Ένωσης και του Βασκικού Εθνικιστικού Κόμματος. Στις ευρωπαϊκές εκλογές του ίδιου έτους οι Σοσιαλιστές ηττήθηκαν για πρώτη φορά από το Λαϊκό Κόμμα.

Το 1993 ο δικαστής και συνεργάτης του κόμματος Μπαλτασάρ Γκαρθόν επανέφερε στο προσκήνιο το θέμα των Αντιτρομοκρατικών Ομάδων Απελευθέρωσης, παράνομων πυρήνων που μεταξύ 1983 και 1987 οργάνωσαν υπό την εποπτεία και γνώση του κράτους και του Σοσιαλιστικού Κόμματος βρώμικο πόλεμο εναντίον της ΕΤΑ στη Χώρα των Βάσκων. Η σταδιακή αποκάλυψη των λεπτομερειών δράσης και χρηματοδότησης της οργάνωσης αμαύρωσε την εικόνα του κόμματος.[24] Παράλληλα, δημοσιοποιήθηκαν νέα σκάνδαλα όπως αυτό του προέδρου της τράπεζας Banesto, Μάριο Κόντε.

Προς το τέλος του 1995 υπήρξε μία συζήτηση για το αν θα πρέπει να οδηγήσει ο Γκονθάλεθ το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα στις προσεχείς γενικές εκλογές. Το Λαϊκό Κόμμα ενέτεινε την εκστρατεία για να συνδέσει τη διάρκεια της θητείας του, με την κακή οικονομική κατάσταση και με κατηγορίες για διαφθορά καθώς και για σκάνδαλα της κρατικής τρομοκρατίας. Οι ενδείξεις ήταν αρνητικότατες καθώς στις περιφερειακές εκλογές του Μαΐου οι Σοσιαλιστές ηττήθηκαν από το Λαϊκό Κόμμα και απώλεσαν όλες τις μεγάλες πόλεις.[25] Υπήρχε μία φήμη στον τύπο σχετικά με τον Χαβιέρ Σολάνα, ως πιθανό αντικαταστάτη, αλλά ο τελικά ο Σολάνα διορίστηκε Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ τον Δεκέμβριο του 1995.

Εφόσον λοιπόν δεν υπήρχε άλλος κατάλληλος υποψήφιος, το κόμμα ήταν και πάλι υπό την ηγεσία του Γκονθάλεθ. Οι συνεχείς αποκαλύψεις γύρω από τον ρόλο του Ναρσίς Σέρα στην κρατική τρομοκρατία ώθησε τον πρόεδρο της Σύγκλισης και Ένωσης, Ζόρδι Πουζόλ να αποσύρει την υποστήριξη του κόμματός του προς το PSOE, αρνούμενος να ψηφίσει τον κρατικό προϋπολογισμό για το 1996.[26] Η ρήξη με τους καταλανιστές οδήγησε στην κήρυξη γενικών εκλογών γενικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 3 Μαρτίου 1996. Το κόμμα του Γκονθάλεθ έλαβε το 37,4% των ψήφων και 141 βουλευτές, πίσω από το Λαϊκό Κόμμα υπό την ηγεσία του Χοσέ Μαρία Αθνάρ, ο οποίος διαδέχθηκε τον Γκονθάλεθ στην πρωθυπουργία. Οι 156 βουλευτικές έδρες του κόμματός του τον υποχρέωσαν να αναζητήσει κι αυτός με τη σειρά του τη στήριξη της Σύγκλισης και Ένωσης για να κυβερνήσει ως κυβέρνηση μειοψηφίας μέχρι το 2000 και με απόλυτη πλειοψηφία μέχρι το 2004.

Γενικότερα τα δεκατέσσερα χρόνια διακυβέρνησης του PSOE είχαν θετικό αντίκτυπο στην Ισπανία καθότι την ενσωμάτωσαν αποφασιστικά στον Δυτικό Κόσμο και την παγκόσμια αγορά. Η Ισπανία το 1995 ήταν πλέον η όγδοη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο[27] έχοντας φέρει εις πέρας τον εκσυγχρονισμό της. Ως κοινωνία αποτελείτο κατά 76% από αστικό πληθυσμό με σταθερά αυξανόμενο μέσο όρο ηλικίας και πολύ χαμηλή γενητικότητα (1,3%).[27] Στην άλλη πλευρά, μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού συνέχιζε να βρίσκει την καθολική εκκλησία σημαντική για τη ζωή του και θεωρούσε την οικογένεια ως τη μεγαλύτερη αξία.[28] Παρά ταύτα, ο τρόπος πολιτικής δράσης των ηγετών του κόμματος και η απολιτικοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ισπανών, η αδυναμία να ξεπεραστούν χρόνια προβλήματα όπως η πελατειοκρατία και η εδραίωση της υψηλής ανεργίας θεωρούνται προβλήματα για τα οποία ευθύνεται το κόμμα.[29] Το τεράστιο πολιτικό του κεφάλαιο και η εκλογική του δύναμη το ώθησε να λύσει το πρόβλημα της τρομοκρατίας δίχως οι ηγέτες του να ασχοληθούν με το ηθικό κομμάτι της υπόθεσης.

Εσωτερικές διαμάχες: Αλμούνια και Χοσέ Μπορέλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επόμενη μέρα της ήττας είδε το κόμμα να βυθίζεται σε κρίση και να αναδεικνύονται διάφοροι περιφερειακοί ηγέτες (γνωστοί ως «βαρόνοι»). Ο Αλφόνσο Γκέρα απομακρύνθηκε και γενικός γραμματέας ορίστηκε ο Χοακίν Αλμούνια, παρά την προτίμηση των οπαδών του κόμματος για τον Χοσέ Μπορέλ. Η θητεία του Αλμούνια διήρκησε μέχρι το 2000, όταν τον διαδέχθηκε ο καθηγητής δικαίου Χοσέ Λουίς Ροδρίγεθ Θαπατέρο που είχε αναδειχθεί νικητής των εσωτερικών εκλογών έναντι της Καταλανής πολιτικού Κάρμε Τσακόν.

Επαναφορά στην εξουσία: Χοσέ Λουίς Ροδρίγεθ Θαπατέρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκλογές 2004[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Μαρτίου του 2004 οι Σοσιαλιστές πέτυχαν μεγάλη εκλογική νίκη στις βουλευτικές εκλογές της Ισπανίας έναντι του Λαϊκού Κόμματος του Χοσέ Μαρία Αθνάρ, που υπέστη βαρύτατη ήττα. Ένας από τους λόγους για την ήττα του Αθνάρ ήταν η ανάμειξη, με απόφαση της κυβέρνησής του, της Ισπανίας στον πόλεμο του Ιράκ, που με τη σειρά της οδήγησε στις βομβιστικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα σε τρένα στη Μαδρίτη στις 11 Μαρτίου 2004, τρεις ημέρες πριν τις εκλογές. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα κέρδισε το 42,27%, από 34,7% που είχε πετύχει στις εκλογές του 2000, ενώ το κυβερνόν κόμμα του Αθνάρ καταβαραθρώθηκε στο 37,70%, από 45,2% που είχε επιτύχει στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση. Η δύναμη των Σοσιαλιστών εκτινάχτηκε από τις 125 στις 163 έδρες, αριθμός πάντως που δεν τους εξασφάλισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, για την οποία χρειάστηκε τις ψήφους της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς της Καταλονίας, της Ενωμένης Αριστεράς, του Εθνικιστικού Μπλοκ Γαλικίας, του Συνασπισμού των Κανάριων και του Αραγωνιστικού Συμβουλίου.[30] Κύρια σημεία της διακυβέρνησής του ήταν η επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, η νομιμοποίηση μισού εκατομμυρίου παράνομων μεταναστών και του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών και η ψήφιση του νέου Καθεστώτος Αυτονομίας της Καταλονίας το 2006.

Εκλογές 2008[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9 Μαρτίου 2008 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές. Το κυβερνών Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ισπανίας (PSOE) με επικεφαλής τον πρωθυπουργό ανακηρύχθηκε νικητής των εκλογών, ενώ το Λαϊκό Κόμμα της Αντιπολίτευσης παραδέχθηκε την ήττα του.

Έπειτα από τη νέα νίκη του κόμματός του, στις βουλευτικές εκλογές του 2008 ο Θαπατέρο ανανέωσε την πρωθυπουργική θητεία του. Στις 12 Απριλίου του 2008 ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση του Θαπατέρο, στην οποία για πρώτη φορά στην ισπανική ιστορία πλειοψηφούν οι γυναίκες. Μια μέρα νωρίτερα, η ισπανική Βουλή είχε εγκρίνει τη νέα κυβέρνηση, στη δεύτερη ψηφοφορία.

Η δεκαετία του 2010[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποψήφιος πρωθυπουργός για τις ισπανικές εκλογές του 2011 προτάθηκε ο καθηγητής χημείως και τέως υπουργός των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων του Γκονθάλεθ και του Θαπατέρο, Αλφρέδο Πέρεθ Ρουβαλκάβα. Μετά τη βαριά ήττα του (110 έδρες στο Κοινοβούλιο, 28,76% των ψήφων) ορίστηκε επίσημα γενικός γραμματέας του κόμματος νικώντας την Κάρμε Τσακόν.[31] Οι δύο κύριοι ιδεολογικοί πυρήνες του κόμματος ήταν ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία.

Η νέα ήττα στις ευρωεκλογές του 2014 υποχρέωσαν τον Ρουβαλκάβα σε παραίτηση, με τη θέση του να λαμβάνει τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο οικονομολόγος Πέδρο Σάντσεθ.[32] Στόχοι του νέου γενικού γραμματέα ήταν η εκ νέου προσέλκυση των τέως σοσιαλιστών ψηφοφόρων που σε μεγάλο ποσοστό έτειναν προς τον νέο πολιτικό σχηματισμό, Ποδέμος.[33] Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2016, το Σοσιαλιστικό Κόμμα έλαβε 90 έδρες, κατατασσόμενο δεύτερο. Ο Σάντσεθ προτάθηκε από τον βασιλιά Φίλιππο Στ΄ για πρωθυπουργός, αποτυγχάνοντας να λάβει την υποστήριξη του κοινοβουλίου εκτός του Κόμματος των Πολιτών και του Συνασπισμού των Κανάριων.[34]

Μετά τις αποτυχημένες επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου του ίδιου έτους και την απώλεια πέντε εδρών, ο γενικός γραμματέας απέκλεισε την αποχή, που θα επέτρεπε μια κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος σε μειοψηφία. Μια τέτοια κίνηση, που θα οδηγούσε την Ισπανία σε τρίτες εκλογές, βρήκε απέναντί της μια μερίδα περιφερειακών ηγετών του κόμματος που υποστήριζαν την αποχή. Κύρια εκφραστής τους ήταν η πρόεδρος της κυβέρνησης της Ανδαλουσίας, Σουσάνα Ντίαθ που είχε την υποστήριξη περιφερειακών προέδρων όπως τον Βαλενθιανό Τσίμο Πουτς και τον Καστιλιανό-Μαντσέγο Εμίλιο Γκαρθία-Πάχε.[35] Η παραίτηση της πλειοψηφίας της εκτελεστικής επιτροπής οδήγησε στην παραίτηση του Πέδρο Σάντσεθ την 1η Οκτωβρίου και την ανάληψη της ηγεσία του κόμματος από μια προσωρινή διαχειριστική επιτροπή.[35]

Έδρες σε κοινοβούλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοινοβούλιο Έδρες
Κογκρέσο των Αντιπροσώπων
85 / 350
Ισπανική Γερουσία
63 / 266
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
14 / 54
Τοπικές κυβερνήσεις
21.766 / 68.230
Περιφερειακά κοινοβούλια
318 / 1.248
Περιφερειακές κυβερνήσεις
3 / 19

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Parties and elections in Spain
  2. Juliá 2007: 257.
  3. Ollero Butler, Fernando, «El Congreso Extraordinario del PSOE (septiembre de 1979)», Revista del Departamento de Derecho Político, nº 6, primavera 1980, pp. 205-215.
  4. Aróstegui 2013: 150-151.
  5. Aróstegui 2013: 174.
  6. 6,0 6,1 Juliá 2007: 240.
  7. Juliá 2007: 266.
  8. Juliá 2007: 280.
  9. 9,0 9,1 Juliá 2007: 272.
  10. Juliá 2007: 273.
  11. Juliá 2007: 277.
  12. Juliá 2007: 276.
  13. 13,0 13,1 Juliá 2007: 278.
  14. Juliá 2007: 279.
  15. Juliá 2007: 280.
  16. Juliá 2007: 281.
  17. Tusell 2007: 341.
  18. 18,0 18,1 Juliá 2007: 284.
  19. Tusell 2007: 349.
  20. Tusell 2007: 354.
  21. Juliá 2007: 285.
  22. Juliá 2007: 286.
  23. 23,0 23,1 Juliá 2007: 288.
  24. Juliá 2007: 291.
  25. Juliá 2007: 292.
  26. Juliá 2007: 292.
  27. 27,0 27,1 Tusell 2007: 383.
  28. Tusell 2007: 384.
  29. Juliá 2007: 293.
  30. País, Ediciones El (2004-04-17). «Zapatero, investido presidente con 183 votos» (στα es). http://elpais.com/diario/2004/04/17/espana/1082152801_850215.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-19. 
  31. «Rubalcaba gana a Chacón por 22 votos y hace un llamamiento a "la unidad y al cambio" - RTVE.es» (στα es-ES). 2012-02-04. http://www.rtve.es/noticias/20120204/alfredo-perez-rubalcaba-secretario-general-del-psoe-22-votos/495499.shtml. Ανακτήθηκε στις 2016-07-19. 
  32. Press, Europa. «Pedro Sánchez, elegido por aclamación secretario general del PSOE» (στα es-ES). http://www.europapress.es/nacional/noticia-pedro-sanchez-elegido-aclamacion-secretario-general-psoe-20140726182937.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-19. 
  33. Press, Europa. «¿De dónde vienen los votos de Podemos?» (στα es-ES). http://www.europapress.es/nacional/noticia-45-votantes-iu-icv-2011-28-upyd-24-psoe-apuestan-ahora-podemos-20141105193223.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-19. 
  34. «El fracaso de Pedro Sánchez inicia la cuenta atrás hacia las elecciones». http://www.elmundo.es/espana/2016/03/04/56d9e27622601d083f8b460d.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-19. 
  35. 35,0 35,1 «Los críticos tumban a Pedro Sánchez en un bochornoso Comité Federal». http://www.elmundo.es/espana/2016/10/01/57effbe6468aebeb2f8b45fa.html. Ανακτήθηκε στις 2016-10-03. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Juliá, Santos (2007), «Politica y sociedad» στο Fusi et. aliis, La España del siglo XX. Marcial Pons, Μαδρίτη. Juliá 2007:
  • Tusell, Javier (2007), Spain From Dictatorship to Democracy. From 1939 to Present. μεταφρ. Rosemary Clark. Blackwell, Λονδίνο. Tusell 2007: