Λαϊκό Κόμμα (Ισπανία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λαϊκό Κόμμα
PP 2015.png
Ιδρυτής Μανουέλ Φράγα
Ηγέτης Μαριάνο Ραχόι
Γενικός Γραμματέας Μαρια Ντολόρες ντε Κοσπεδάλ
Επίτιμος Πρόεδρος Χοσέ Μαρία Αθνάρ
Ίδρυση 20 Ιανουαρίου 1989
Προκάτοχος Λαϊκή Συμμαχία
Έδρα c/ Genova, 13
28004
Πτέρυγα νεολαίας Νέα Γενιά του Λαϊκού Κόμματος
Μέλη  (2010) 806.098 «φίλοι»
Ιδεολογία Συντηρητισμός[1],
Χριστιανική δημοκρατία[1]
Διεθνής προσχώρηση Centrist Democrat International,
International Democrat Union
Ευρωπαϊκή προσχώρηση Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα
Ομάδα Κοινοβουλίου Ε.Ε. Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα
Επίσημα χρώματα Blue
Τοπική
Αυτοδιοίκηση
26.507 / 68.230
Περιφερειακά Κοινοβούλια
385 / 1.248
Περιφερειακή Κυβέρνηση
13 / 19
Ισπανικό Κοινοβούλιο
137 / 350
Ισπανική Γερουσία
124 / 266
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
16 / 54
Ιστοσελίδα
[1]
Πολιτικό σύστημα της Ισπανίας
Πολιτικά κόμματα
Εκλογές

Το Λαϊκό Κόμμα (Ισπανικά:Partido Popular, PP) είναι συντηρητικό[1] πολιτικό κόμμα στην Ισπανία. Πολλάκις εκφράζει θέσεις του ισπανικού εθνικισμού ενώ στον οικονομικό τομέα θεωρείται νεοφιλελεύθερο.[2]

Ιδρύθηκε το 1989 μετά την επανίδρυση της Λαϊκής Συμμαχίας που είχε ενσωματώσει κατά τη διάρκεια της ισπανικής μετάβασης στη δημοκρατία πολλούς τέως πολιτικούς της δικτατορίας του Φράνκο. Ωστόσο, υπό την καθοδήγηση του Χοσέ Μαρία Αθνάρ κατάφερε να ανατρέψει την κυριαρχία του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος και το 1996 να αναδειχθεί πρώτο κόμμα, κυβερνώντας με την υποστήριξη της καταλανιστικής Σύγκλισης και Ένωσης. Μετά την σχετικά επιτυχή πορεία του, κατά τη δεύτερη θητεία του το 2000 με απόλυτη πλειοψηφία οδήγησε την Ισπανία στον πόλεμο του Ιράκ και σε πιο συντηρητικές θέσεις, κάτι που απέτρεψε την επανεκλογή του το 2004 όταν και ηττήθηκε από το ανανεωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ροδρίγεθ Θαπατέρο. Επανήλθε στην εξουσία το 2011 υπό την καθοδήγηση του Μαριάνο Ραχόι, εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Η νέα θητεία του έφερε στο φως πλήθος σκανδάλων που ωστόσο δεν απέτρεψαν το κόμμα από το να βγει πρώτο στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2015 και στις επαναληπτικές του Ιουνίου 2016. Από την 29η Οκτωβρίου του ίδιου έτους, με τη θετική ψήφο του Κόμματος των Πολιτών, του Συνασπισμού των Κανάριων και την αποχή της πλειοψηφίας των βουλευτών του Σοσιαλιστικού Κόμματος, κυβερνάει τη χώρα ως κυβέρνηση μειοψηφίας.

Διατηρεί οργανώσεις σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο και εκλογικές συνεργασίες με διάφορα περιφερειακά και ρεζιοναλιστικά κόμματα όπως η Ένωση του Ναβαρικού Λαού στη Ναβάρα.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λαϊκή Συμμαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόγονος του Λαϊκού Κόμματος υπήρξε η Λαϊκή Συμμαχία που ιδρύθηκε το 1976 μετά τη σύγκλιση διάφορων δεξιών κομμάτων υπό την ηγεσία τέως φρανκιστών πολιτικών. Πρόεδρος και σημαίνουσα προσωπικότητά της ήταν ο μετριοπαθής Μανουέλ Φράγα Ιριβάρνε, τέως υπουργός Τουρισμού της δικτατορίας. Εκλογικά αναδείχθηκε σταδιακά στη δεύτερη δύναμη του Ισπανικού Κοινοβουλίου της ισπανικής μετάβασης στη δημοκρατία μετά την κατάρρευση της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου και την ενσωμάτωση πολλών πολιτικών του στη Συμμαχία, πολύ μακριά ωστόσο από το παντοδύναμο Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα του Φελίπε Γκονθάλεθ. Επίσης κυβέρνησε σε παραδοσιακά συντηρητικές περιφέρειες όπως η Γαλικία, οι Βαλεαρίδες και η Κανταβρία αν και ποτέ δεν υπήρξε πραγματική εναλλακτική επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας έναντι των Σοσιαλιστών.[3] Η εσωτερική κρίση μετά τις εκλογές του 1986 και την παραίτηση του Φράγα λύθηκε με την αναδιάρθρωσή του και την ανάρρηση στην προεδρία του Χοσέ Μαρία Αθνάρ που επέφερε την πολυπόθητη ανανέωση του κόμματος, μακριά από το φάντασμα της δικτατορίας.[4] Το κόμμα μετονομάστηκε σε Λαϊκό Κόμμα.

Το νέο Λαϊκό Κόμμα υπό τον Αθνάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αντιπολίτευση του Χοσέ Μαρία Αθνάρ μέχρι τα δύο πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 θεωρείται μέτρια και άκαρπη.[4] Το νέο κόμμα δεν κατάφερε να εκμεταλλευθεί τη σταδιακή απώλεια ψήφων του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος και τη στροφή των νέων και των μεγάλων πόλεων προς το ίδιο ήδη από τις εκλογές του 1989.[5] Η εικόνα διάσπασης της εκλογικής ομάδας των Σοσιαλιστών και μετά τις εκλογές του 1993 όταν και κυβέρνησαν με την υποστήριξη των καταλανιστών της Σύγκλισης και Ένωσης και τα διάφορα σκάνδαλα που στοίχειωναν την κυβέρνηση μείωσαν ακόμη περισσότερο την εκλογική δύναμή τους.[6] Στις εκλογές του 1996, το Λαϊκό Κόμμα δεν κέρδισε με τη διαφορά που αναμενόταν, με μόνο 300.000 ψήφους διαφορά από το PSOE.[7] Οι 156 βουλευτές του δεν αρκούσαν για να κυβερνήσει και διά τούτου χρειάστηκε η ψήφος της Σύγκλισης και Ένωσης, του Βασκικού Εθνικιστικού Κόμματος και του Συνασπισμού των Κανάριων. Παράλληλα, η απειρία του κόμματος και η μικρή διαφορά στις ψήφους δεν απέτρεπαν τους Σοσιαλιστές να ελπίζουν σε μια σύντομη κατάρρευση της δεξιάς και επιστροφής τους στην εξουσία.[7]

Η πρώτη θητεία: 1996[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη κυβέρνηση του Αθνάρ επανδρώθηκε με επαγγελματίες πολιτικούς για τους οποίους η ιστορική μετάβαση στη δημοκρατία δεν είχε ουδεμία συμβολική σημασία.[8] Χαρακτηριστικά της, σχετικά ομαλής, περιόδου ήταν η ανάκαμψη της οικονομίας (που είχε ξεκινήσει ήδη από τους Σοσιαλιστές),[9] η συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και η τήρηση των δεσμεύσεων της συνθήκης του Μάαστριχτ.[10] Κύριος τομέας σύγκρουσης μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης ήταν η τάση της πρώτης να ασκεί έλεγχο στα ΜΜΕ υπέρ της ίδιας.[11] Ταυτόχρονα, οι ιδιωτικοποιήσεις οδήγησαν στη γένεση ενός ιδιωτικού ολιγοπωλείου,[9] παρόντος μέχρι σήμερα στην Ισπανία. Επίσης ορίστηκε η κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας για το 2001.

Οι συνομιλίες του Βασκικού Εθνικιστικού Κόμματος με την ΕΤΑ προκάλεσαν ρήξη στη συνεργασία του με το Λαϊκό Κόμμα και την απόσυρση της υποστρήριξης των Βάσκων.

Η δεύτερη θητεία: 2000[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις βουλευτικές εκλογές του 2000 το Λαϊκό Κόμμα έλαβε 183 έδρες στο κοινοβούλιο έναντι 125 των Σοσιαλιστών, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο για πρώτη φορά απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.[12] Το μεγαλύτερο ζήτημα της δεύτερης θητείας του Χοσέ Μαρία Αθνάρ ως πρωθυπουργού της χώρας ήταν η σύγκλιση με τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο και τον Τόνι Μπλερ και η απόφαση της συμμετοχής στον παράνομο πόλεμο εναντίον του Ιράκ το 2003 παρά τις μεγάλες διαδηλώσεις και την ξεκάθαρα αντίθετη άποψη των πολιτών της χώρας. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα σε τρένα του προαστιακού της 11 Μαρτίου 2004 και οι λανθασμένοι χειρισμοί της κυβέρνησης που κατηγόρησε την ΕΤΑ θεωρείται ότι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ήττα του κόμματος από τον Χοσέ Λουίς Ροδρίγεθ Θαπατέρο στις εκλογές του ίδιου μήνα (148 έδρες έναντι των 164 των Σοσιαλιστών).

Στην αντιπολίτευση υπό τον Μαριάνο Ραχόι: 2004 - 2011[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νέος πρόεδρος του κόμματος και επομένως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ορίστηκε ο Μαριάνο Ραχόι. Οι κύριοι τομείς αντιπαλότητας μεταξύ του Λαϊκού Κόμματος και των Σοσιαλιστών υπήρξαν τα θέματα της νομιμοποίησης των παράνομων μεταναστών, ο πολιτικός διάλογος με την ΕΤΑ και η προώθηση νέων καθεστώτων αυτονομίας για τις περιφέρειες, με αυτό της Καταλονίας το 2006 να προκαλεί τον μεγαλύτερο αναβρασμό. Στις βουλευτικές εκλογές του 2008 το PSOE διατήρησε την πρωτιά έναντι του PP με (169 και 154 έδρες αντίστοιχα). Η νέα ήττα προκάλεσε κύμα αμφισβήτησης του προέδρου Ραχόι. Το κόμμα βγήκε πρώτο στις ευρωεκλογές του 2009 (23 έναντι 21 εδρών) αλλά την ίδια εποχή πολλοί πολιτικοί συνελήφθησαν με την κατηγορία της διαφθοράς σε ένα σκάνδαλο γνωστό ως υπόθεση Γκούρτελ.

Επαναφορά στην εξουσία: 2011[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομική κρίση και οι λανθασμένοι χειρισμοί της κυβέρνησης οδήγησαν στην ήττα των Σοσιαλιστών στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2011και την ανάδειξη του Λαϊκού Κόμματος πρώτου με απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (186 έδρες έναντι 110 του PSOE).

Γενικές εκλογές του 2015 και πολιτικό αδιέξοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γενικές εκλογές του 2015 διεξήχθησαν στις 20 Δεκεμβρίου.[4] Το αποτέλεσμα ήταν θετικό για το Λαϊκό Κόμμα, καθώς κατάφερε να παραμείνει το δημοφιλέστερο κόμμα, ωστόσο έχασε τις 64 από τις 187 έδρες που είχε καταλάβει στις προηγούμενες εκλογές και συνεπώς την αυτοδυναμία. Οι εκλογές οδήγησαν σε ένα εύθραυστο κοινοβούλιο, όπου κανένα κόμμα δεν είχε την πλειοψηφία.[5] Το πολιτικό αδιέξοδο ενισχύθηκε έπειτα από την άρνηση του Ραχόι να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού τον Ιανουάριο του 2016 και την αποτυχία του γενικού γραμματέα των Σοσιαλιστών, Πέδρο Σάντσεθ, να λάβει την υποστήριξη του Μπορούμε σε μια πιθανή συνεργασία με τους Πολίτες και τον Συνασπισμό των Κανάριων.[6] Εν τω μεταξύ, ο Μαριάνο Ραχόι λειτουργούσε ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός.

Επαναληπτικές εκλογές του 2016: κυβέρνηση μειοψηφίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου 2016, το Λαϊκό Κόμμα αναδείχθηκε εκ νέου πρώτο. Η άρνηση των Σοσιαλιστών να υποστηρίξουν μια κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι και η αδυναμία τους να έρθουν σε συμφωνία με το Μπορούμε και του Καταλανούς εθνικιστές επέφερε ένα νέο πολιτικό αδιέξοδο. Μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου η προοπτική τρίτων συνεχόμενων εκλογών ήταν εμφανής. Εν τούτοις η εξέγερση της πλειοψηφίας των περιφερειακών βαρόνων του Σοσιαλιστικού Κόμματος με επικεφαλής την Σουσάνα Ντίαθ και η απόπεμψη του Πέδρο Σάντσεθ,[7] που εξαρχής είχε υιοθετήσει αρνητική στάση έναντι οποιασδήποτε συνεννόησης με το Λαϊκό Κόμμα, από τη θέση του γενικού γραμματέα, άλλαξε τη θέση των Σοσιαλιστών. Στις 29 Νοεμβρίου 2016, ο Μαριάνο Ραχόι έλαβε την ψήφο εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου της Ισπανίας με τη θετική ψήφο του Κόμματος των Πολιτών, του Συνασπισμού των Κανάριων και την αποχή της πλειοψηφίας των βουλευτών του Σοσιαλιστικού Κόμματος.[8]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Juliá, Santos (2007), «Politica y sociedad» στο Fusi et. aliis, La España del siglo XX. Marcial Pons, Μαδρίτη. Juliá 2007:
  • Tusell, Javier (2007), Spain From Dictatorship to Democracy. From 1939 to Present. μεταφρ. Rosemary Clark. Blackwell, Λονδίνο. Tusell 2007:
  • Vázquez Montalbán, Manuel (2003), La aznaridad. Mondadori.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Parties and Elections in Europe: The database about parliamentary elections and political parties in Europe, by Wolfram Nordsieck
  2. «Partido Popular, ¿el partido de los trabajadores?». www.vnavarro.org. http://www.vnavarro.org/?p=4367. Ανακτήθηκε στις 2016-07-20. 
  3. Tusell 2007: 352.
  4. 4,0 4,1 Tusell 2007: 371.
  5. Juliá 2007: 286.
  6. Tusell 2007: 374.
  7. 7,0 7,1 Tusell 2007: 381.
  8. Tusell 2007: 412.
  9. 9,0 9,1 Tusell 2007: 413.
  10. Tusell 2007: 415.
  11. Tusell 2007: 418.
  12. País, Ediciones El (2000-03-13). «Aznar consigue una histórica mayoría absoluta» (στα es). http://www.elpais.com/articulo/espana/Aznar/consigue/historica/mayoria/absoluta/elpepinac/20000313elpepinac_14/Tes. Ανακτήθηκε στις 2016-07-20. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]