Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α´

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ιερώνυμος Κοτσώνης)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιερώνυμος Α´
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος
Archbishop Ieronymos A.jpg
Από 1967
Έως 1973
Προκάτοχος Χρυσόστομος Β΄
Διάδοχος Σεραφείμ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 1905
Υστέρνια Τήνου, Ελλάδα
Θάνατος 15 Νοεμβρίου 1988 (83 ετών)
Αθήνα, Ελλάδα
Εθνικότητα Ελληνική
Δόγμα Χριστιανός Ορθόδοξος

Ο Ιερώνυμος Κοτσώνης (1905 - 15 Νοεμβρίου 1988) ήταν Έλληνας θεολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου, ο οποίος διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Αθηνών κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1905 στα Υστέρνια Τήνου. Ανήκε σε φτωχή οικογένεια ενώ τρεις μήνες πριν γεννηθεί, πέθανε ο πατέρας του, Ιερώνυμος. Η χήρα μητέρα του πήγε στην Αθήνα για να εργαστεί ως μαγείρισσα και να ζήσει την οικογένειά της. Έτσι, ο μικρός Ιερώνυμος μεγάλωσε σε συγγενείς του μέχρι την ηλικία των 2,5 χρόνων, οπότε ήρθε στην Αθήνα. Εκεί πήγε στο σχολείο. Αποφοίτησε με άριστα από τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή και κατόπιν φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, (Μόναχο, Βερολίνο, Βόννη) και το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη βοήθεια υποτροφίας του κληροδοτήματος Μανούση.

Ο Ιερώνυμος εντάχθηκε στην Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή»[1] και ο πνευματικός του και προϊστάμενος της αδελφότητας, Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας, τον συνέστησε στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη και στις 4 Ιανουαρίου 1939 χειροτονήθηκε διάκονος. Τοποθετήθηκε στον ιερό ναό Αγίας Ειρήνης Αιόλου ως διάκονος, καθώς και ως δεύτερος γραμματέας στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στις 23 Ιουνίου 1940 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και προχειρίστηκε αρχιμανδρίτης. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε εφημέριος του ιερού ναού Αγίου Δημήτριου Κηφισιάς και κατόπιν γενικός αρχιερατικός επίτροπος της περιφέρειας Κηφισιάς, που τότε υπαγόταν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Η κυβέρνηση κατοχής τον απέλυσε από συνοδικό γραμματέα και ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, λίγο πριν εκδιωχθεί, τον διόρισε εφημέριο του νοσοκομειακού ναού του Ευαγγελισμού, όπου παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Μετά την κατοχή αποσύρθηκε και αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1945 υπέβαλε στη Θεολογική Σχολή διατριβή για τη θέση του υφηγητή, το 1946 απέσυρε όμως την υποψηφιότητά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διαφωνία του με καθηγητές του. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1949 διορίστηκε πρωθιερέας των Ανακτόρων, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1967. Το 1959 εξελέγη καθηγητής Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντικανονική απομάκρυνση Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την ανάρρηση του Ιερώνυμου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο προηγήθηκε η αντικανονική απομάκρυνση του τότε αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου από τη χούντα και τα ανάκτορα. Η ανατροπή του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου διευκολύνθηκε από το ότι ο ίδιος ήταν ηλικιωμένος. Συγκεκριμένα τη Μεγάλη Παρασκευή, 28 Απριλίου 1967, κατά την περιφορά του Επιταφίου, ο Χρυσόστομος πιέστηκε να επιβιβαστεί σε αυτοκίνητο που τον μετέφερε στο σπίτι του. Λίγο αργότερα, κάποιοι που ισχυρίστηκαν ότι είναι γιατροί, συνοδευόμενοι από νοσοκόμες και αστυνομικούς, τον επισκέφτηκαν και του ζήτησαν να ετοιμαστεί για εισαγωγή στο νοσοκομείο. Παρά τη σθεναρή άρνησή του και τη διαβεβαίωση του προσωπικού του γιατρού, Δημητρίου Καπνιά, ότι δεν είχε πρόβλημα υγείας, οι αυτόκλητοι επισκέπτες αρνήθηκαν να αποχωρήσουν χωρίς τον Χρυσόστομο, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου, οπότε τον ανάγκασαν να τους ακολουθήσει στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού. Ωστόσο -και παρά τις πιέσεις- ο Χρυσόστομος αρνήθηκε να παραιτηθεί και εξαναγκάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού για περισσότερο από ένα μήνα, χωρίς να είναι ασθενής[2]. Σε επιστολή του προς τον τότε βασιλιά, ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος δήλωνε την πλήρη άρνησή του να παραιτηθεί, «…αρνούμαι διαρρήδην να γίνω παραβάτης θείων προσταγμάτων διότι θα είμαι ρίψασπις και προδότης και επίορκος, και υπό τοιαύτας συνθήκας δε θα θελήσω ποτέ [...] να καλύψω εξ αισχύνης το πρόσωπό μου. Αν η εκκλησία και η πολιτεία θελήσει ούτως ή άλλως, είτε κανονικώς είτε νομίμως να επιβάλει μίαν λύσιν, αντίθετον προς τας πεποιθήσεις μου, εγώ ου δύναμαι εμποδίσαι αυτήν και θα έχω να δικαιολογηθώ ενώπιον του δικαίου Κριτού ότι βία και δυναστεία υπέκυψα, αλλά και μετά διαμαρτυριών ενώπιον θεού και ανθρώπων» [3]

Ανάρρηση Ιερωνύμου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη συνέχεια η δικτατορική κυβέρνηση Κόλλια, στις 9 Μαΐου 1967, με αναγκαστικό νόμο συγκρότησε αριστίνδην Ιερά Σύνοδο για εκλογή νέου αρχιεπισκόπου, ενώ την επομένη ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων της Χούντας κήρυξε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο εν χηρεία. Ο αρχιμανδρίτης των ανακτόρων και καθηγητής Πανεπιστημίου Ιερώνυμος αποτέλεσε τον εκλεκτό του καθεστώτος. Ο Ιερώνυμος αφού χειροτονήθηκε επίσκοπος, εκλέχθηκε στις 14 Μαΐου 1967 μεταξύ των τριών που πρότεινε η οκταμελής Ιερά Σύνοδος στον Κωνσταντίνο, ο οποίος και τον επέλεξε. Η εκλογή του έγινε υπό την εποπτεία του ίδιου του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος Γεωργίου Παπαδόπουλου και του Στυλιανού Παττακού.[4]

Η εκλογή του προξένησε επιθέσεις και σχόλια, καθώς θεωρήθηκε ευθέως ευνοούμενος της χούντας των συνταγματαρχών και χαρακτηρίστηκε χουντικός, βασιλικός και αντικανονικός. Ενδεικτικό της αντικανονικότητας της κατάστασης είναι το γεγονός πως η χειροτονία του Ιερώνυμου έγινε στις 4 Μαΐου 1967, χωρίς να έχει παραιτηθεί ο κανονικός αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄, του οποίου η εξαναγκασμένη παραίτηση έφερε τελικά ημερομηνία 11 Μαΐου 1967.[5]

Η ενθρόνιση του Ιερώνυμου έγινε στις 17 Μαΐου και πρόκειται για την πρώτη και κυριότερη φάση του πραξικοπήματος και στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η αλλαγή Αρχιεπισκόπου διαφωτιστική είναι η εισήγηση του μητροπολίτη Κορίνθου Παντελεήμονος στην Εκτακτη Πολυμελή Σύνοδο στις 5.3.1974: «Εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων συνάγεται ότι η άνοδος του Ιερωνύμου εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον υπήρξε πάντη ανώμαλος και άκρως αντικανονική, επί πλέον πάσχουσα και εκ της χρησιμοποιήσεως δι’ αυτήν κοσμικών αρχόντων.[6]

Η δράση του Ιερωνύμου Α'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του απομακρύνθηκαν αντικανονικά πολλοί επίσκοποι από τις μητροπόλεις τους όπως οι Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου και Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος Βαβανάτσος. Επίσης εξωθήθηκαν σε παραιτήσεις οι Μητροπολίτες: Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Κύριλλος Καρμπαλιώτης, Δημητριάδος Δαμασκηνός Χατζόπουλος, Ελασσόνος Ιάκωβος Μακρυγιάννης, Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης και Λαρίσης Ιάκωβος Σχίζας.[7] Με αυτόν τον τρόπο η χούντα των συνταγματαρχών κατάφερε να απομακρύνει αφενός επισκόπους που δεν είχαν διάθεση συνεργασίας με το δικτατορικό καθεστώς και αφετέρου, στις κενές θέσεις που δημιουργήθηκαν, να τοποθετήσει νέους μητροπολίτες φιλικά διακείμενους προς αυτήν. Μάλιστα, όλοι σχεδόν οι νέοι μητροπολίτες που εξελέγησαν από την αντικανονική Σύνοδο, είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: προέρχονταν από τις παρα-εκκλησιαστικές οργανώσεις «Ζωή» και «Σωτήρ» και στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου είχαν υπηρετήσει ως στρατιωτικοί ιερείς-ιεροκήρυκες.[8]

Σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας ο Ιερώνυμος υπήρξε ένας από τους μεσολαβητές μεταξύ του παλατιού και της ηγεσίας της χούντας. Διαβίβαζε μάλιστα τα προσωπικά μηνύματα του Παπαδόπουλου και δεχόταν τις απαντήσεις του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου.[9]

Όσον αφορά την φιλανθρωπική του δράση, ίδρυσε το νοσοκομείο των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, 186 φιλόπτωχα ταμεία, 47 ομάδες υπερηλίκων, 64 σπίτια «Γαλήνης Χριστού» υπερηλίκων, στέγη κατάκοιτων υπερηλίκων, 3 κέντρα απασχόλησης υπερηλίκων, 5 κινητές μονάδες περιθάλψεως κατακοίτων, θέρετρο ιερέων, θερινή εξοχή γερόντων, κέντρο συμπαραστάσεως οικογενείας, κατασκηνώσεις για τα παιδιά των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, «Ημέρα Αγάπης» για τους φτωχούς της Αρχιεπισκοπής κ.ά. Ίδρυσε το «Κίνημα Αγάπης», το οποίο συνέλεγε και εκποιούσε άχρηστα είδη και συγκέντρωνε χρήματα[εκκρεμεί παραπομπή]. Επίσης προώθησε τη χρήση κινητού ναού για τους παραθεριστές[10].

Κρίση με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από επίσημα και ανεπίσημα διαβήματα, δημοσιεύματα του ξένου Τύπου στηλιτευτικά των μέτρων της Δικτατορίας, στις 17 Νοεμβρίου του 1967 ο διευθυντής της Εκκλησιαστικής Επιτροπής για Διεθνή Θέματα (Commission of the Churches on International Affairs), Δρ. Φρέντερο Νόλντε (Frederick Nolde) έστειλε επιστολή στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό, με την οποία του ανέφερε πως Έλληνες μετανάστες εργάτες είχαν απειληθεί από όργανα του καθεστώτος, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες της Διεθνούς Αμνηστίας. Στις αρχές του 1968 η Εκτελεστική Επιτροπή του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, αφού έλαβε το παραπάνω υπόμνημα του Νόλντε, ζήτησε να επισκεφθεί και να συναντήσει στην Ελλάδα εκπροσώπους της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Αρχιεπισκοπής. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος όμως δεν έδωσε συνέχεια, και δεν διευκόλυνε την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), μια επίσκεψη με ιδιαίτερο συμβολισμό και διεθνή αντίκτυπο. Ο καθηγητής Νικόλαος Ζαχαρόπουλος αναφέρει ότι μετά από αρκετό χρονικό διάστημα ο Γενικός Γραμματέας του ΠΣΕ ήλθε στην Ελλάδα αεροπορικώς, αλλά οι Ελληνικές αρχές δεν του επέτρεψαν αρχικά την είσοδο στην χώρα. Μετά δύο ώρες του επετράπη.[11] Στις 4 με 20 Ιουλίου 1968 θα πραγματοποιείτο στην Ουψάλα της Σουηδίας η Δ΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ η Ελλαδική Εκκλησία όμως αρνήθηκε να αποστείλει αντιπροσώπους λόγω των τεταμένων σχέσεων Ελλάδας και Σουηδίας την περίοδο εκείνη. Επίσης ο Ιερώνυμος επικαλέστηκε την ανάμιξη του ΠΣΕ στη σχεδίαση του νέου Συντάγματος της χώρας. Έτσι όμως, ο Ιερώνυμος γινόταν «φερέφωνο της Δικτατορίας».[12] Ο Νικόλαος Ζαχαρόπουλος επισημαίνει πως η αποχή της Ελλαδικής Εκκλησίας από τις εργασίες της Συνέλευσης συνδεόταν και με τη θεματολογία της, που μεταξύ άλλων αφορούσε και την «κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη», κάτι που θα δυσχέραινε την Ελληνική αντιπροσωπεία.[13]

Επίσης ο Ιερώνυμος αρνήθηκε να παραλάβει οικονομική βοήθεια που το ΠΣΕ έστελνε για τους σεισμόπληκτους των Ιονίων νήσων, γιατί θα υποχρεωνόταν να ευχαριστήσει έναν οργανισμό που ασκούσε κριτική στη Δικτατορία. Στα τέλη του 1968 ο ΓΓ του ΠΣΕ, μετά από έκκληση της «οικουμενικής ομάδας» της πόλης Κρίφτελ της Δυτικής Γερμανίας, έστειλε προσωπικό και ανεπίσημο διάβημα προς τον Ιερώνυμο, με το οποίο τον καλούσε να παρέμβει με σκοπό την αποτροπή των θανατικών εκτελέσεων των Ελευθέριου Βερυβάκη και Αλέξανδρου Παναγούλη. Ο Ιερώνυμος απάντησε χαρακτηρίζοντας την επιστολή αυτή, «παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας» και «επέμβαση υπέρ δολοφόνων».[14]

Παραίτηση και τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Δεκέμβριο του 1973, υπέβαλε την παραίτησή του και αποσύρθηκε[15] στη γενέτειρά του, τα Υστέρνια της Τήνου. Τον Αύγουστο του 1987 έπαθε ημιπληγία. Απεβίωσε στις 15 Νοεμβρίου του 1988. Κηδεύτηκε σαν κανονικός Αρχιεπίσκοπος πρώην Αθηνών και πάσης Ελλάδος στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη και ετάφη στην Τήνο.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι - Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αντωνιάδου, Μαρία (14-05-2000). «tovima.gr - Ο εμφύλιος πόλεμος στην Εκκλησία». TO BHMA. http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=122216. Ανακτήθηκε στις 2016-07-06. 
  2. Τα ψέματα του τέως για τον Χρυσόστομο - άρθρο της Εφημερίδας των Συντακτών, 18.01.2016
  3. στο Ιωάννης Κονιδάρης, Η δικτατορία του 1967 και η μεταπολίτευση στην Εκκλησία, στο: Εκκλησιαστικά Άτακτα-Άρθρα στο «Βήμα της Κυριακής» 1993-1998, εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1999, σελ. 187
  4. Κονιδάρης, Ιωάννης (1999). «Διαπάλη και εναρμόνηση (Ι). Το πραξικόπημα στην Εκκλησία». Εκκλησιαστικά Άτακτα-Άρθρα, Βήμα της Κυριακής (εκδόσεις Αντ.Ν. Σάκκουλα): 94. 
  5. «1967 - 1973 Εκκλησία και Χούντα οι δύο όψεις - ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ». www.xristianiki.gr. 16-11-2009. http://www.xristianiki.gr/poreia-mas/khristianoi-kai-politike-drase/1967-1973-ekklesia-kai-khounta-oi-duo-opseis.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-06. 
  6. Ο Γκλίξμπουργκ και η Εκκλησία - εφημερίδα των Συντακτών 18.01.2016
  7. «Εκκλησία και 21η Απριλίου: Ώρα για μια «συγγνώμη»». www.kar.org.gr. Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό. 20-06-2013. http://www.kar.org.gr/2013/06/20/%25CE%25B5%25CE%25BA%25CE%25BA%25CE%25BB%25CE%25B7%25CF%2583%25CE%25AF%25CE%25B1-%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B9-21%25CE%25B7-%25CE%25B1%25CF%2580%25CF%2581%25CE%25B9%25CE%25BB%25CE%25AF%25CE%25BF%25CF%2585-%25CF%258E%25CF%2581%25CE%25B1-%25CE%25B3%25CE%25B9%25CE%25B1-%25CE%25BC%25CE%25B9%25CE%25B1-%25CF%2583/. Ανακτήθηκε στις 2016-07-06. 
  8. Αργυρόπουλος, Ανδρέας (16-11-2012). «Η Θεολογία Μεσοπέλαγα: ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974». e-theologia.blogspot.com. http://e-theologia.blogspot.com/2012/11/1967-1974_16.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-06. 
  9. ["Σημειώσεις 1967 - 1977", Λεωνίδα Παπαγου, 1999, ISBN139789607079695]
  10. Και κινητή... εκκλησία!, Ιστορικό Λεύκωμα 1968, σελ. 138, Καθημερινή (1998)
  11. Ζαχαρόπουλος, Νικόλαος (1994). «Πτυχή των σχέσεων Εκκλησίας Ελλάδος και Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην περίοδο της Δικτατορίας των συνταγματαρχών», στο: Αντιχάρισμα στη μνήμη Ιωάννου Κ.Παπαζαχαρίου. Α΄. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο, σελ. 177-178. 
  12. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 179
  13. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 186
  14. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 182-183
  15. Στο κείμενο της παραίτησής του ανέφερε: «Απομακρύνομαι, τέλος, εκ της ενεργού υπηρεσίας, διότι ένεκα των συνεχών κατ' εμού επιθέσεων, μου ήτο αδύνατον να απασχολούμαι εν τη Εκκλησία δημιουργικώς».
τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Χρυσόστομος Β΄
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
1967-1973
Διάδοχος
Σεραφείμ