Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Β΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Θεόκλητος Β΄ Παναγιωτόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1890
Θάνατος8  Ιανουαρίου 1962
Αθήνα
Αιτία θανάτουγρίπη
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιερέας

Ο Θεόκλητος Β΄ Παναγιωτόπουλος (1890 - 8 Ιανουαρίου 1962) διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Αθηνών από το 1957 έως το 1962.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1890, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο. Στη συνέχεια, αφού πρώτα έγινε η κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε σε θέση ιεροκήρυκα στην Ιερά Μητρόπολη Φθιώτιδος. Το 1923 ανέλαβε τα καθήκοντα του αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου και την αμέσως επόμενη χρονιά εξελέγη βοηθός επίσκοπος του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου. Το 1931 διορίστηκε μητροπολίτης στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Τον Νοέμβριο του 1944, πριν συμπληρωθεί ούτε ένα έτος από τη Σφαγή των Καλαβρύτων, άφησε τα Καλάβρυτα για να μετατεθεί στην μεγαλύτερη Μητρόπολη Πατρών. Στις 7 Αυγούστου του 1957 εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αθηνών[1]. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι και τον θάνατό του, στις 8 Ιανουαρίου 1962.

Άρνηση βοήθειας προς τους Καλαβρυτινούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Νοέμβριο του 1944 σε διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλήνων και Ναζιστών -ώστε να αποσοβηθούν ναζιστικά αντίποινα- κλήθηκε και ο Θεόκλητος ως μητροπολίτης Καλαβρύτων αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει. Μέσα στην απειλητική ατμόσφαιρα ο μητροπολίτης κλήθηκε εκ νέου σε διαπραγματεύσεις στο χωριό Βυσωκά, ώστε να μεσολαβήσει και να ασκήσει την επιρροή του προς εξεύρεση λύσης με τους Ναζί. Ωστόσο ο Θεόκλητος αρνήθηκε και πάλι. Τελικά τα αντίποινα έλαβαν χώρα και η κατάληξη των γεγονότων ήταν η Σφαγή των Καλαβρύτων με εκατοντάδες νεκρούς τον Δεκέμβριο του 1943.[2]

Ναζί στη Σφαγή των Καλαβρύτων.

Αναλυτικότερα, οι αντάρτες, μη διαθέτοντας κατάλληλα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου, κρατούσαν Γερμανούς αιχμαλώτους στο χωριό Μαζέικα (σημ. Κλειτορία). Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι είχαν εντολή από τον διοικητή τους, Σόμπερ να μην επιχειρήσει κανείς να αποδράσει προκειμένου να μην επιβαρυνθεί η τύχη των υπόλοιπων. Διοικητής του ΕΛΑΣ στην περιοχή της Αχαΐας ήταν τότε ο Δημήτρης Μίχος. Όταν ο διοικητής της 117ης μεραρχίας έμαθε ότι υπήρχαν επιζώντες, άσκησε πίεση στους προύχοντες του Αιγίου και στον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Θεόκλητο Παναγιωτόπουλο να μεταβούν στην περιοχή των ανταρτών με σκοπό τη μεσολάβηση για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων. Απείλησε μάλιστα πως, σε περίπτωση αποτυχίας τους θα προέβαινε σε μαζικά αντίποινα και εκτεταμένη καταστροφή χωριών.[2] Σύμφωνα με μαρτυρία του Θεόκλητου που μεταφέρει ο Σπύρος Μελάς, ο Γερμανός διοικητής πρότεινε να βοηθήσει στον επισιτισμό της Αιγιαλείας και των Καλαβρύτων με αντάλλαγμα την επιστροφή των στρατιωτών.[3] Στην αποστολή που συγκροτήθηκε συμμετείχαν τελικά ο δήμαρχος του Αιγίου Αλέξανδρος Καζάνης, ο δικηγόρος Παναγιώτης (Πάνος) Μεντζελόπουλος, ο συμβολαιογράφος Παναγιώτης (Τάκης) Μεντζελόπουλος (γερμανομαθής), ο πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αιγίου Παναγιώτης Ευθυμίου και ο αρχιμανδρίτης Κωνστάντιος Χρόνης ο οποίος είχε διοριστεί για τον σκοπό αυτό από τον μητροπολίτη. Όλοι παρακάλεσαν τον Θεόκλητο να μπει ο ίδιος επικεφαλής της αποστολής, αλλά αυτός αρνήθηκε παρόλο που γνώριζε τον Μίχο προσωπικά. Κατά τον ιστορικό Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, το έκανε από έλλειψη θάρρους.[2]

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν στο χωριό Βυσωκά (σημ. Σκεπαστό) μέσα σε κλίμα δυσπιστίας. Οι αντάρτες ζήτησαν την απελευθέρωση αιχμαλώτων μαχητών συντρόφων τους και έγκλειστων κομμουνιστών, ωστόσο οι Γερμανοί εξέφρασαν αντιρρήσεις. Στη συνέχεια η κατάσταση εκτραχύνθηκε με απειλές των ανταρτών προς τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας, καθώς είχαν εκνευριστεί από τη συμπεριφορά των Γερμανών. Αργότερα ο Μίχος έγραψε πως οι Γερμανοί δεν ήθελαν να γίνει ανταλλαγή αιχμαλώτων και πως ήθελαν να επιβάλλουν όρους νικητή σε ηττημένους. Μέσα σε αυτή τη συγκεχυμένη και απειλητική ατμόσφαιρα, ο Χρόνης επέστρεψε στο Αίγιο και παρακάλεσε τον μητροπολίτη να μεταβεί ο ίδιος στη Βυσωκά και να ασκήσει την επιρροή του προς εξεύρεση λύσης. Ωστόσο ο Θεόκλητος αρνήθηκε και πάλι. Έτσι έστειλε πίσω τον Χρόνη, με άλλα δύο μόνο μέλη της αρχικής αντιπροσωπείας αυτή τη φορά, καθώς οι υπόλοιποι είχαν φοβηθεί από τις απειλές που είχαν δεχθεί. Η αποστολή τους απέτυχε και πάλι. Στις 29 Νοεμβρίου, οι Έλληνες αντάρτες απέστειλαν την τελευταία τους πρόταση, με ονομαστική αναφορά σε Έλληνες κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας. Πιθανολογείται πως στη λίστα αυτή περιλαμβανόταν και το όνομα του Νίκου Ζαχαριάδη, έγκλειστου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου. Επίσης απαιτούσαν την απελευθέρωση 50 Ελλήνων για κάθε Γερμανό αιχμάλωτο, ακολουθώντας την αναλογία που είχαν ορίσει οι ίδιοι οι Γερμανοί για τα μαζικά αντίποινα.[4][5] Επίσης απέτυχε η αποστολή που είχαν αναθέσει οι Γερμανοί στον ελληνομαθή υπολοχαγό Φραντς Γιούππε, καθώς δεν επιτεύχθηκε ούτε και τότε συμφωνία για την απελευθέρωση των κομμουνιστών. Μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, ο Λε Σουίρ έδωσε εντολή να απελευθερωθούν οι αιχμάλωτοι χρησιμοποιώντας βία.[6]

Aρχιεπίσκοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διετέλεσε αρχιεπίσκοπος για πέντε έτη - έως τον θάνατο του - και ασχολήθηκε με την κάλυψη των αναγκών για ιερείς της αρχιεπισκοπής, με μισθολογικά ζητήματα των ιερέων καθώς και με θέματα επιμόρφωσης τους. Το 1958 απαγόρευσε τη συμμετοχή των κληρικών στις βουλευτικές εκλογές.[7]

Αξιοσημείωτο της περιόδου αυτής ήταν και το κίνημα επτά αρχιερέων τον Απρίλιο του 1959, το οποίο οδήγησε στην κατάργηση από την κυβέρνηση της δυνατότητας μετάθεσης των μητροπολιτών. Αυτήν την περίοδο ανακαινίστηκε και το αρχιεπισκοπικό μέγαρο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Meyer, Hermann Frank (2001). Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα - Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, μετάφρ. Γιάννης Μυλωνόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2003, ISBN 960-05-1112-8 (τίτλος πρωτοτύπου Von Wien nach Kalavryta - Die blutige Spur der 117.Jäger-Division durch Serbien und Griechenland).
  • Π. Λέκκος, Ευάγγελος. Πανόραμα 20 αιώνων Χριστιανισμού, Πρόσωπα και γεγονότα 2.000 χρόνων. Αποστολική Διακονία. ISBN 9603154210. 
  • Κούκουνας, Δημοσθένης (2007). Η Εκκλησία της Ελλάδος από τον Δαμασκηνό στον Χριστόδουλο, 1941-2007 (Εκδόσεις Μέτρον έκδοση). Αθήνα. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Nuvola apps kaboodle.png Τελετή διαβεβαίωσης του νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητου ενώπιον του Βασιλιά Παύλου στα Βασιλικά Ανάκτορα της Κέρκυρας 10/08/1957 (Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)

Nuvola apps kaboodle.png Κηδεία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητου Β΄ 11/01/1962 (Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)

Nuvola apps kaboodle.png Λαϊκό προσκύνημα της σορού του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητου Β΄ (Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)

τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Άγνωστο
Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας
1931-1944
Διάδοχος
Άγνωστο
Προκάτοχος
Αντώνιος Β΄
Μητροπολίτης Πατρών
1944-1957
Διάδοχος
Κωνσταντίνος Γ΄
Προκάτοχος
Δωρόθεος
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
1957-1962
Διάδοχος
Ιάκωβος