Ηγεμονία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ηγεμονία είναι η πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική κυριαρχία ή έλεγχος που ασκεί ένα κράτος πάνω σε ένα άλλο.[1][2][3][4][5] Στην αρχαία Ελλάδα (8ος αιώνας π.Χ. – 6ος αιώνας μ.Χ.), η ηγεμονία συμβόλιζε την πολιτικοστρατιωτική ηγεμονία μιας πόλης-κράτους πάνω σε άλλεις πόλεις-κράτη.[6] Το κυρίαρχο κράτος είναι γνωστό με τον όρο ηγεμόνας.[7] Τον 19ο αιώνα, ο όρος ηγεμονία πλέον σήμαινε την "Κοινωνική ή πολιτιστική υπεροχή από μια ομάδα μέσα σε μια κοινωνία ή ένα περιβάλλον". Αργότερα, επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει και τον ορισμό, κατά τον οποίο "η ηγεμονία είναι μια ομάδα ή ένα καθεστώς ασκεί αθέμιτη επιρροή σε μια κοινωνία".[8] Επίσης, χρησιμοποιείται και για τη γεωπολιτική και πολιτιστική κυριαρχία μιας χώρας πάνω από άλλες (ηγεμονισμός). Ο ηγεμονισμός αναφέρεται στην ιδέα ότι οι μεγάλες Δυνάμεις είχαν σκοπό να καθιερώσουν την Ευρωπαϊκή ηγεμονία πάνω από την Ασία και την Αφρική.

Στο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό, το κράτος-ηγέτης υπαγόρευε την εσωτερική πολιτική του δευτερεύοντος κράτους και τον κοινωνικό χαρακτήρα των δευτερευόντων κρατών που αποτελούν την σφαίρα επιρροής με έναν από τους δύο τρόπους: μια εσωτερική στηριζόμενη κυβέρνηση ή μια εξωτερική εγκατεστημένη κυβέρνηση.

Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, Η ηγεμονία υποδηλώνει: (α) μεγάλη υλική ασυμμετρία υπέρ ενός κράτους, το οποίο έχει (β) αρκετή στρατιωτική δύναμη για να εκδιώξει αποτελεσματικά οποιαδήποτε πιθανή απειλή στο σύστημα, (γ) ελέγχει την πρόσβαση σε πρώτες ύλες, τους φυσικούς πόρους, τα κεφάλαια και τις αγορές, (δ) έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στην παραγωγή προϊόντων προστιθέμενης αξίας, (ε) δημιουργεί μια αποδεκτή ιδεολογία που αντικατοπτρίζει αυτό το στάτους κβο, και (στ) διαφοροποιείται λειτουργικά από άλλα μέλη του συστήματος, καθώς αναμένεται να παρέχει ορισμένα δημόσια αγαθά, όπως ασφάλεια ή εμπορική και οικονομική σταθερότητα.[9]

Στον μαρξισμό, η εκεί θεωρία της πολιτισμικής ηγεμονίας, η οποία συνδέεται στενά με τον Αντόνιο Γκράμσι, θεωρεί ότι η άρχουσα τάξη μπορεί να χειριστεί το σύστημα αξιών και των ηθών της κοινωνίας ώστε η άποψη τους να γίνει η παγκόσμια άποψη: κατά τον Τέρι Ίγκλτον, ο "Γκράμσι χρησιμοποιεί κανονικά τη λέξη ηγεμονία για να δείξει τους τρόπους με τους οποίους η διοικούσα εξουσία κερδίζει τη συναίνεση των υπήκοων της για να κυβερνήσει".[10] Σε αντίθεση με την αυταρχική διακυβέρνηση, η πολιτισμική ηγεμονία "είναι ηγεμονική μόνο αν αυτοί που επηρεάζονται από αυτή επίσης συναινούν και παλεύουν για την κοινή λογική της".[11]

Ιστορικά παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

8ος-1ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο της ευρωπαϊκής κλασικής αρχαιότητας το 5ο αιώνα π.Χ., η πόλη-κράτος της Σπάρτης ήταν ο ηγεμόνας της Πελοποννησιακής Συμμαχίας (6ος-4ος αιώνας π.Χ.). Αργότερα, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας έγινε ο ηγεμόνας της Συμμαχίας της Κορίνθου το 337 π.Χ. (ωστόσο, την αρχηγία της ανέλαβε τελικά ο Μέγας Αλέξανδρος επειδή ο Φίλιππος δολοφονήθηκε από τον Παυσανία και το συνέδριο επαναλήφθηκε το 336 π.Χ.). Επίσης, ο ρόλος της Αθήνας κατά την ύπαρξη της βραχύβιας Αθηναϊκής συμμαχίας (478-404 π.Χ.) ήταν αυτός του "ηγεμόνα".[12] Η υπερηπειρωτική Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών παρενέβαινε στα εσωτερικά των συμμαχιών αυτών, πριν καταλυθεί από την εκστρατεία του Μεγαλεξάνδρου.

Αρχαίοι ιστορικοί όπως ο Ηρόδοτος (π.  484 π.Χ.π. 425 π.Χ.), ο Ξενοφών (π.  431 π.Χ. – 354 π.Χ.) και ο Έφορος (π. 400 π.Χ. – 330 Π. χ.) πρωτοστάτησαν στην χρήση του όρου της ηγεμονίας όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.[13]

Στην αρχαία Ανατολική Ασία, η κινεζική ηγεμονία υπήρξε κατά την διάρκεια της εποχής της Άνοιξης και του Φθινοπώρου (υπήρξε περίπου το 770 π.Χ. - 480 π.Χ.), όταν η αποδυναμωμένη διακυβέρνηση της δυναστείας των Ανατολικών Τσόου οδήγησε στην σχετική ηγεμονία των Πέντε Ηγεμόνων (κινεζικά: 霸 - μπα). Διορίζονταν από συνέδρια των φεουδαρχών, και ως εκ τούτου ήταν ονομαστικά υποχρεωμένη να τηρούν την ηγεμονία των ανατολικών Τσόου πάνω από τα υποταγμένα κράτη.[14]

1ος αιώνας μ.Χ. - 14ος αιώνας μ.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ευρώπη κυριαρχήθηκε από την ηγεμονική Ρωμαϊκής ειρήνης κατά τον 1ο και 2ο αιώνα. Αυτή θεσπίστηκε από τον αυτοκράτορα Αύγουστο και συνοδευόταν από μια σειρά βίαιων στρατιωτικών εκστρατειών.[15]

Από τον 7ο αιώνα μέχρι τον 12ο αιώνα, το χαλιφάτο των Ομεϋαδών και αργότερα το χαλιφάτο των Αββασιδών κυριαρχούσαν στα αχανή εδάφη που κυβερνούσαν. Άλλα κράτη όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχαν πληρώσει φόρο για κάποιο διάστημα.[16]

Στην Ινδία του 7ου αιώνα, ο Χάρσα, ηγέτης μιας μεγάλης αυτοκρατορίας στη βόρεια Ινδία από το 606 έως το 647, ένωσε το μεγαλύτερο μέρος του βορρά υπό την ηγεμονία του. Προτίμησε να μην εγκαταστήσει μια κεντρική κυβέρνηση, αλλά να αφήσει τους κατακτημένους βασιλείς στον θρόνο τους με την προϋπόθεση ότι θα πληρώνουν φόρο στον Χάρσα.[17]

Από τα τέλη του 9ου μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα, η αυτοκρατορία που ανέπτυξε ο Καρλομάγνος έγινε ο ηγεμόνας της δυτικής Ευρώπης, κυριαρχώντας στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βουργουνδία.[18]

Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, το Στέμμα της Αραγονίας ανέλαβε ηγεμονικό ρόλο στα ύδατα της Μεσογείου.[19]

15ος αιώνας - 19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο έργο του "Η πολιτική της διεθνούς οικονομίας", ο Τζαγιάνθα Τζάιμαν γράφει: "Αν λάβουμε υπόψη το κυριαρχούμενο από τη Δύση παγκόσμιο σύστημα ήδη από τον 15ο αιώνα, υπήρξαν πολλές ηγεμονικές δυνάμεις και υποψήφιοι που προσπάθησαν να δημιουργήσουν την παγκόσμια τάξη με βάση τις δικές τους εικόνες." Αναφέρει διάφορες χώρες-διεκδικητές για ιστορικούς λόγους.[20]

Ο Φίλιππος Δ΄ προσπάθησε να αποκαταστήσει την κυριαρχία των Αψβούργων. Όμως, ήδη από τον 17ο αιώνα οι "Ισπανικές αξιώσεις για ηγεμονία (στην Ευρώπη) είχαν αποτύχει οριστικά και ανεπανόρθωτα."[21][22]

Στα τέλη του 16ου και του 17ου αιώνα, η εμποροκρατική κυριαρχία της Ολλανδικής Δημοκρατίας είναι πρώιμο παράδειγμα εμπορικής ηγεμονίας. Αυτό έγινε εφικτό με την ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική παραγωγή και διανομή αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι το χρηματιστήριο του Άμστερνταμ απέκτησε μεγάλη σημασία και η πόλη έγινε κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου.[23]

Στη Γαλλία, ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ΄ (1638-1715) και ο Αυτοκράτορας Ναπολέων (1799-1815) προσπάθησαν να κάνουν τη Γαλλία ηγέτιδα της οικονομικής, πολιτιστικής και στρατιωτικής κατάστασης της Ηπειρωτικής Ευρώπης. Ωστόσο, ο Τζέρεμι Μπλακ γράφει ότι, λόγω της Βρετανίας, η Γαλλία "δεν ήταν σε θέση να απολαύσει τα οφέλη" από αυτή την ηγεμονία.[24]

Χάρτης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (1910). Κατά την ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία.

Μετά την ήττα και την εξορία του Ναπολέοντα, η παγκόσμια ηγεμονία πέρασε σε μεγάλο βαθμό στην αναδυόμενη Βρετανική Αυτοκρατορία, η οποία έγινε η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία. Κατά τη βασιλεία της Βασίλισσας Βικτώρια (1837-1901) να κυβερνά πάνω από το ένα τέταρτο των χερσαίων εδαφών και το πληθυσμό του πλανήτη. Όπως η ολλανδική, η Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν κυρίως θαλάσσια. Πολλές Βρετανικές κτήσεις βρίσκονταν γύρω από τις ακτές του Ινδικού Ωκεανού. Η Βρετανία κατείχε νησιά στον Ειρηνικό Ωκεανό και την Καραϊβική Θάλασσα. Επίσης ήλεγχε την Ινδική υποήπειρο και μεγάλα τμήματα της Αφρικής.[25]

Στην Ευρώπη, η ισχυρότερη δύναμη μετά την μετά το 1871 ήταν μάλλον η Γερμανία, αλλά ο Σάμιουελ Νιούλαντ γράφει:

Ο Μπίσμαρκ όρισε τον δρόμο προς το μέλλον ως ... καμία επέκταση, καμία ώθηση για την κατάληψη της ηγεμονίας στην Ευρώπη. Η Γερμανία ήταν η ισχυρότερη δύναμη στην Ευρώπη, αλλά χωρίς να είναι ηγεμόνας. ... Τα βασικά της αξιώματα ήταν: πρώτον, δεν υπήρχε σύγκρουση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων στην Κεντρική Ευρώπη και δεύτερον γερμανική ασφάλεια χωρίς τη γερμανική ηγεμονία."[26]

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, όπως και τα τέλη του 19ου αιώνα, χαρακτηρίστηκαν από την ανάδυση διάφορων Μεγάλων Δυνάμεων αλλά δεν ανέβηκε καμία χώρα στη θέση του ηγεμόνα. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αποδυνάμωσε την ισχυρότερη Αυτοκρατορική Δύναμη, τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά ενισχυμένες βγήκαν ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες και σε μικρότερο βαθμό η Ιαπωνία. Αυτές οι δύο χώρες ακολούθησαν πολιτικές για να ενισχύσουν τις σφαίρες επιρροής τους: οι ΗΠΑ στόχευσαν την Λατινική Αμερική και οι Ιάπωνες την Ανατολική Ασία. Η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Σοβιετική Ένωση και αργότερα η Ναζιστική Γερμανία (1933-1945) είτε εφάρμοσαν ιμπεριαλιστικές πολιτικές βασισμένες στις σφαίρες επιρροής τους ή προσπάθησαν να κατακτήσουν εδάφη, χωρίς να επιτύχουν το καθεστώς της παγκόσμιας ηγεμονικής δύναμης.[27]

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ιδρύθηκαν τα Ηνωμένα Έθνη και οι πέντε ισχυρότερες δυνάμεις (Κίνα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ) είχαν μόνιμες θέσεις στο Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το ισχυρότερο όργανο λήψης αποφάσεων του οργανισμού. Μετά τον πόλεμο, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ έγιναν οι δύο ισχυρότερες δυνάμεις του κόσμου και ηγούνταν των δύο μετώπων στο Ψυχρό Πόλεμο. Οι ηγεμονικές συγκρούσεις ήταν ιδεολογικές (μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού) καθώς και τη γεωπολιτικές: μεταξύ του Συμφώνου της Βαρσοβίας (1955-1991) και του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, της Συμμαχίας της Νοτιοανατολικής Ασίας και του συμφώνου της Βαγδάτης (1949–σήμερα). Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι δύο ηγεμόνες συναγωνίζονταν άμεσα (κούρσα των εξοπλισμών) και έμμεσα (μέσω διαμεσολαβητικών πόλεμων). Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλές χώρες, ανεξάρτητα από την θέση τους, σύρνονταν σε συγκρούσεις όταν υπήρχε η υποψία ότι οι πολιτικές των κυβερνήσεών ίσως αποσταθεροποιήσουν την ισορροπία της δύναμης. Ο Ράινχαρντ Χίλντεμπραντ ονομάζει αυτή την περίοδο ως "διπλή ηγεμονία", όπου "δύο κυρίαρχα κράτη σταθεροποιούν τις Ευρωπαϊκές σφαίρες επιρροής τους κατά και δίπλα ο ένας στον άλλο."[28] Οι διαμεσολαβητικοί πόλεμοι έγιναν μάχες μεταξύ δυνάμεων που υποστηρίζονταν άμεσα ή έμμεσα από την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ. Τέτοιοι πόλεμοι είναι ο Πόλεμος της Κορέας, ο Εμφύλιος Πόλεμος του Λάος, η Αραβοϊσραηλινή σύγκρουση, ο Πόλεμος του Βιετνάμ, ο πόλεμος του Αφγανιστάν, ο Εμφύλιος πόλεμος στην Αγκόλα και οι εμφύλιοι πόλεμοι στην Κεντρική Αμερική.[29]

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν η μοναδική ηγεμονική δύναμη.[30] Σήμερα, νέες υπερδυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία (η οποία κληροδότησε την συμμετοχή της ΕΣΣΔ σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ) έχουν σημαντική επιρροή στις περιοχές τους και αποκτούν ηγεμονικό ρόλο.

21ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα γράφημα πίτας που δείχνει τις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανά χώρα το 2018, σε δισεκατομμύρια.

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να είναι ακόμα υπερδύναμη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οι αμερικανοί πολιτικοί επιστήμονες Τζον Μιαρσχάιμερ και Τζόζεφ Νάι υποστήριξαν ότι οι ΗΠΑ δεν είναι αληθινός ηγεμόνας, επειδή δεν έχει ούτε τους οικονομικούς, ούτε τους στρατιωτικούς πόρους για να επιβάλλουν μια σωστή, επίσημη, παγκόσμια ηγεμονία.[31] Από την άλλη πλευρά, η Άννα Κορνέλια Μπέγιερ, στο βιβλίο της σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, υποστηρίζει ότι η παγκόσμια διακυβέρνηση είναι προϊόν της Αμερικανικής ηγεσίας και το περιγράφει ως ηγεμονική διακυβέρνηση.[32] Εντός του ΝΑΤΟ, επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να είναι ηγεμονική δύναμη, όπως φαίνεται και από τη μείωση της εξωτερικής αξίας του ΝΑΤΟ.[33]

Το 1999, ο γάλλος Σοσιαλιστής πολιτικός Υμπέρ Βεντρίν περιέγραψε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ηγεμονική υπερδύναμη λόγω των μονομερών στρατιωτικών δράσεων σε όλο τον κόσμο.[34]

Ο στρατηγιστής του Πενταγώνου Έντουαρντ Λούτβακ γράφει στο βιβλίο του Η Μεγάλη Στρατηγική της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,[35] ότι υπάρχουν τρία στάδια, με το ηγεμονικό να είναι το πρώτο και να ακολουθεί έπειτα το αυτοκρατορικό. Κατά την άποψή του η μεταμόρφωση αποδείχθηκε μοιραία και τελικά οδήγησε στην πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το βιβλίο δίνει σιωπηρές συμβουλές στην Ουάσιγκτον να συνεχίσει τη σημερινή ηγεμονική στρατηγική και να απέχει από τη θέσπιση μιας αυτοκρατορίας.

Το 2006, ο συγγραφέας Τσου Τσισούν ισχυρίστηκε ότι η Κίνα βρίσκεται ήδη στο δρόμο για να γίνει παγκόσμιος ηγεμόνας, καθώς και ότι η εστίαση θα πρέπει να είναι σχετικά με το πώς θα επιτευχθεί μια ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας,[36], αλλά ο ισχυρισμός έχει επικριθεί.[37]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Hegemony». OREIS. Oxford University Press and International Studies Association, LLC. 2019. 
  2. Oxford English Dictionary
  3. «Hegemony». Oxford Advanced American Dictionary. Dictionary.com, LLC. 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2014. 
  4. «Hegemony». Merriam-Webster Online. Merriam-Webster, Inc. 2014. Ανακτήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2016. 
  5. «Hegemony». American Heritage Dictionary. Houghton Mifflin Harcourt. 2014. Ανακτήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2016. 
  6. Chernow, Barbara A., επιμ. (1994). The Columbia Encyclopedia (Fifth έκδοση). New York: Columbia University Press. σελ. 1215. ISBN 0-231-08098-0. 
  7. Oxford English Dictionary: "A leading or paramount power; a dominant state or person"
  8. Oxford English Dictionary: Def's 2a and 2b.
  9. Schenoni, Luis (2018). The Argentina-Brazil Regional Power Transition. Foreign Policy Analysis 14(4). σελ. 473. 
  10. Terry Eagleton, Ideology: An Introduction (London: Verso, 1991).
  11. Laurie, Timothy (2015). «Masculinity Studies and the Jargon of Strategy: Hegemony, Tautology, Sense». Angelaki: Journal of the Theoretical Humanities. https://www.academia.edu/10912537. Ανακτήθηκε στις 2016-02-24. 
  12. Encyclopædia Britannica, "Greeks, Romans, and barbarians (from Europe, history of)": "Fusions of power occurred in the shape of leagues of cities, such as the Peloponnesian League, the Delian League, and the Boeotian League. The efficacy of these leagues depended chiefly upon the hegemony of a leading city (Sparta, Athens, or Thebes)"
  13. Wickersham, JM., Hegemony and Greek Historians, Rowman & Littlefield, 1994, p. 1 - "The hēgemonia of greatest interest in Herodotus is the supreme command of the Greek coalition against Xerxes."
  14. Encyclopædia Britannica, "Ch'i": "As a result, Ch'i began to dominate most of China proper; in 651 BC it formed the little states of the area into a league, which was successful in staving off invasions from the semibarbarian regimes to the north and south. Although Ch'i thus gained hegemony over China, its rule was short-lived; after Duke Huan's death, internal disorders caused it to lose the leadership of the new confederation"
  15. Parchami, A., Hegemonic Peace and Empire: The Pax Romana, Britannica and Americana, Routledge, 2009, p. 32.
  16. al-Tabari, The History of al-Tabari
  17. Encyclopædia Britannica, "Harsha"
  18. Story, J. Charlemagne: Empire and Society, Manchester University Press, 2005, p. 193.
  19. The Crown of Aragon: A Singular Mediterranean Empire. (ISBN 978-90-04-34960-5)
  20. Jayman. J., in Vassilis K. Fouskas, VK., The Politics of International Political Economy, Routledge, 2014, pp. 119–20.
  21. Encyclopædia Britannica:"Phillip IV"
  22. Encyclopædia Britannica: "Spain under the Habsburgs.
  23. Encyclopædia Britannica, "Financial and economic affairs. (from Colbert, Jean-Baptiste)".
  24. Black, J., Great Powers and the Quest for Hegemony: The World Order Since 1500, Routledge, 2007, p. 76.
  25. Porter, A., The Oxford History of the British Empire: Volume III: The Nineteenth Century, Oxford University Press, 1999, p. 258.
  26. Newland, Samuel J (2005). Victories Are Not Enough: Limitations of the German Way of War. DIANE Publishing. σελ. 30. Ανακτήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2016. 
  27. Hitchens, Christopher (2002). Why Orwell Matters. New York: Basic Books. σελίδες 86–87. ISBN 0-465-03049-1. 
  28. Hilderbrandt, R., US Hegemony: Global Ambitions and Decline : Emergence of the Interregional Asian Triangle and the Relegation of the US as a Hegemonic Power, the Reorientation of Europe, Peter Lang, 2009, p. 14. (Author's italics).
  29. Mumford, A., Proxy Warfare, John Wiley & Sons, 2013, pp. 46–51.
  30. Hildebrandt, R., US Hegemony: Global Ambitions and Decline : Emergence of the Interregional Asian Triangle and the Relegation of the US as a Hegemonic Power, the Reorientation of Europe, Peter Lang, 2009, pp. 9–11.
  31. Nye, Joseph S., Sr. (1993). Understanding International Conflicts: An Introduction to Theory and History. New York: HarperCollins. σελίδες 276–77. ISBN 0-06-500720-4. 
  32. Beyer, Anna Cornelia (2010). Counterterrorism and International Power Relations. London: I. B. Tauris. ISBN 978-1-84511-892-1. 
  33. NATO's Democratic Retrenchment: Hegemony After the Return of History
  34. Reid, JIM., Religion and Global Culture: New Terrain in the Study of Religion and the Work of Charles H. Long, Lexington Books, 2004, p. 82.
  35. The Grand Strategy of the Roman Empire: From the First Century AD to the Third, (Baltimore: Johns Hopkins University Press, 1976).
  36. Zhiqun, Zhu (2006). US-China relations in the 21st century : power transition and peace. London; New York: Routledge. ISBN 0-415-70208-9. 
  37. «Forbes Yanz Hong Huang». www.forbes.com.