Βιόλα ντα γκάμπα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Madame Henriette παίζει βιόλα ντα γκάμπα. Ελαιογραφία του Jean-Marc Nattier, 1754 - Παλάτι των Βερσαλλιών

Η βιόλα ντα γκάμπα (αγγλ. viol, ιτ. viola da gamba, γαλλ. viole (de gambe)) είναι έγχορδο μουσικό όργανο, η κατασκευή και η μουσική για το οποίο αναπτύχθηκε την περίοδο της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Προέρχεται από το μεσαιωνικό όργανο βιχουέλα και ανήκει σε μια ευρύτερη οικογένεια οργάνων, τα οποία καλύπτουν έκταση αντίστοιχη μ' αυτήν της οικογένειας του βιολιού. Το προσωνύμιο ντα γκάμπα (από το ιτ. gamba = πόδι, γάμπα) είναι ενδεικτικό της στάσης παιξίματος (πρβλ. βιόλα ντα μπράτσιο), καθώς στηρίζεται ανάμεσα στις γάμπες και όχι στο έδαφος, όπως το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο.

Για την βιόλα ντα γκάμπα γράφτηκε ένας μεγάλος όγκος μουσικής, τόσο ως μέρος συνόλου ή ορχήστρας, όσο ως σολιστικό όργανο. Το απόγειο θεωρείται πως έφτασε με τους Γάλλους συνθέτες της εποχής του Μπαρόκ, όπως τον Αντουάν Φορκερέ και τον Μαρέν Μαραί, ενώ στην Αγγλία του 17ου αιώνα αναπτύχθηκαν περισσότερο τα σύνολα βιόλας ντα γκάμπα (συνήθως πέντε ή έξι όργανα διαφόρων μεγεθών), τα οποία ονομάζονται viol consort (πρβλ. κουαρτέτο εγχόρδων). Η γκάμπα (όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) είναι επίσης αναφαίρετο μέρος του συνεχούς βάσιμου (κοντίνουο) και η χρήση της επικράτησε μέχρι τέλη του 18ου αιώνα, οπότε και εκτοπίστηκε από την οικογένεια του βιολιού.

Κατασκευαστικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν έξι μεγέθη βιόλας ντα γκάμπα, τα οποία είναι τα εξής:

  • Pardessus de viole (υψίφωνη γκάμπα) με πέντε χορδές (Σολ-Ρε-Λα-Ρε-Σολ). Χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά στη Γαλλία του 18ου αιώνα για το ρεπερτόριο του βιολιού, το οποίο την εποχή θεωρείτο υποδεέστερο και "χυδαίο".
  • Dessus de viole (ιτ. Soprano, αγγλ. Treble - επίσης υψίφωνη γκάμπα) με έξι χορδές (Ρε-Σολ-Ντο-Μι-Λα-Ρε).
  • Alto (αγγλ. Mean - μεσόφωνος γκάμπα) με έξι χορδές (ιστορικό χόρδισμα Ντο-Φα-Σι♭-Σολ-Ντο).
  • Tenor (χαμηλή μεσόφωνος γκάμπα) με έξι χορδές (Σολ-Ντο-Φα-Λα-Ρε-Σολ).
  • Basse de viole (αγγλ. Bass, ιτ. Bassa - βαθύφωνος γκάμπα) με έξι χορδές (Ρε-Σολ-Ντο-Μι-Λα-Ρε). Είναι η πιο συνηθισμένη γκάμπα, η οποία και χρησιμοποιείται στο συνεχές βάσιμο. Μια έβδομη χορδή προστέθηκε στη Γαλλία (χαμηλό Λα) για την εξυπηρέτηση της σολιστικής μουσικής, ενώ μια μικρότερη εξάχορδη εκδοχή της εμφανίζεται στην Αγγλία με το όνομα Division Viol για τη χρήση της σε σύνολα. Ένα ακόμη μικρότερο μέγεθός της ονομάστηκε Lyra Viol, το οποίο ήταν ακόμη πιο άνετο στην εκτέλεση περίτεχνων και διανθισμένων μελωδιών. Το όνομά του προήλθε από τον τρόπο παιξίματος των συγχορδιών, που προσιδιάζει μ'αυτόν που χρησιμοποιείται στο όργανο λιρόνε.
  • Violone (ιτ. Contrabassa - υπερβαθύφωνος γκάμπα) με έξι χορδές (Σολ-Ντο-Φα-Λα-Ρε-Σολ), το οποίο χρησιμοποιούνταν για τον διπλασιασμό της χαμηλότερης φωνής και εμφανίζεται σε διάφορα μεγέθη (απ' αυτό μιας μικρής μπάσας έως αυτό ενός μεγάλου κοντραμπάσου), με ανάλογο σε κάθε περίπτωση χόρδισμα.
Τύποι βιόλας ντα γκάμπα, από το "Μουσικό Σύνταγμα" του Μίχαελ Πρετόριους

Δύο ακόμη όργανα που σχετίζονται κατασκευαστικά αλλά και μουσικά με τη βιόλα ντα γκάμπα είναι το βαρύτονο (γαλλ. baryton) και η βιόλα ντ' αμόρε. Όλα τα μέλη της οικογένειας της γκάμπας παίζονται είτε ανάμεσα στις γάμπες, ή τοποθετημένα κάθετα πάνω στα γόνατα (αφορά τα μικρότερα μεγέθη). Σε σχέση με την οικογένεια του βιολιού έχουν πολύ μεγαλύτερο πλάτος, ενώ το μανίκι φέρει τάστα, τα οποία συνήθως είναι φτιαγμένα από παλιές χορδές και είναι κινητά, ώστε να είναι δυνατή η τροποποίηση του συγκερασμού. Ο κύριος τρόπος παιξίματος γίνεται με δοξάρι, αλλά και ο τρόπος πιτσικάτο είναι εξίσου ενδεδειγμένος. Το δοξάρι μιας γκάμπας είναι περισσότερο κυρτό απ' αυτό του βιολιού και κρατιέται από κάτω, όπως περίπου γίνεται στη γερμανική σχολή του κοντραμπάσου. Αντίθετα με το βιολί, ο εκτελεστής σπρώχνει το δοξάρι για να παίξει τη θέση ενός μέτρου (γαλλ. pousser), ενώ το τραβάει για να παίξει σιγανότερα (γαλλ. tirer). Σε πολλές παρτιτούρες της εποχής αναγράφεται η τεχνική αυτή με τις συντομογραφίες p και t. Οι χορδές, τέλος, είναι κατασκευασμένες από έντερο, το οποίο προσδίδει έναν πιο μουντό και ένρινο τόνο, ενώ υπάρχουν πολλά εναλλακτικά χορδίσματα, μια ιδιοτροπία που ονομάζεται σκορντατούρα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Baines Anthony, The Oxford Companion to Musical Instruments - Οξφόρδη, 1992.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα