Ελληνικά κόμικς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ελληνική σκηνή κόμικς)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα ελληνικά κόμικς έκαναν τα πρώτα τους βήματα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, έχοντας τις ρίζες τους στις γελοιογραφίες των προηγούμενων δεκαετιών. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγιναν οι πρώτες συντονισμένες κινήσεις, αλλά κατά το 1960 στην αγορά επικράτησαν κόμικς ξένων δημιουργών. Με αφετηρία τη Μεταπολίτευση, τα ελληνικά κόμικς μπήκαν σε ανοδική τροχιά και κατά τη δεκαετία του 1980 έφτασαν στην έως τότε καλύτερη εποχή τους, με έργα των Αρκά, Γιάννη Καλαϊτζή και άλλων. Ακολούθησε μια περίοδος κάμψης, στην οποία ωστόσο εμφανίστηκαν αρκετά σημαντικά ονόματα, όπως ο Λέανδρος και ο Soloup. Στις αρχές του 2000, το περιοδικό 9 αναζωογόνησε τον χώρο, ενώ για πρώτη φορά παρατηρήθηκε σημαντική παραγωγή αυτόνομων άλμπουμ και σειρών, όπως τα επιτυχημένα Logicomix και Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα. Τα τελευταία χρόνια η ελληνική σκηνή περνάει περίοδο άνθισης, με πολλούς δημοφιλείς τίτλους (Αϊβαλί, Ερωτόκριτος, Κουραφέλκυθρα κ.ά.).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις απαρχές μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θέμος Άννινος

Οι ρίζες των ελληνικών κόμικς μπορούν να εντοπιστούν στα μέσα του 19ου αιώνα, αφού ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους υπήρχαν δείγματα καρικατουρών. Ανάμεσα στους πρωτοπόρους ανήκουν ο Αθανάσιος Ιατρίδης, που το 1859 δημοσίευσε μια συλλογή με λιθογραφίες, μελανογραφίες και εικόνες πολιτικής σάτιρας,[1] και ο Στέφανος Ξένος, που την ίδια περίπου περίοδο ασκούσε με τα σκίτσα του κριτική στον Όθωνα.[2] Αργότερα, ο Θέμος Άννινος, εργαζόμενος στις εφημερίδες Άστυ και Ασμοδαίος, αναδείχθηκε σε κυρίαρχη μορφή της γελοιογραφίας. Ανάμεσα στις δημιουργίες του, ιδιαίτερη ιστορική σημασία κατέχει μια εικονογραφημένη αφήγηση του 1886, στην οποία παρουσιάζει τη διαμάχη των Χαρίλαου Τρικούπη και Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Η αφήγηση αυτή προσομοιάζει ιδιαίτερα τα κόμικς με την σημερινή τους έννοια, αν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο.[3]

Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, η γελοιογραφία συνέχισε να εξελίσσεται μέσα από τα σκίτσα των Δημητρίου Γαλάνη, Γιώργου Γκεϊβέλη, Μποστ και διαφόρων άλλων. Όλο και περισσότερες εφημερίδες (π.χ. Ακρόπολις, Ελεύθερο Βήμα, Η Καθημερινή) και περιοδικά (π.χ. Ρομάντσο, Θησαυρός) εντάσσουν το σκίτσο στην ύλη τους, παρότι η δικτατορία του Μεταξά εναντιώθηκε στην πολιτική γελοιογραφία.[4] Μάλιστα, στο διάστημα του Μεσοπολέμου άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα ελληνικά στριπ, ή έστω οι πρόγονοι αυτών, με αιχμή του δόρατος τις ολοσέλιδες αφηγήσεις του Φωκίωνα Δημητριάδη στην κυριακάτικη έκδοση του Ελεύθερου Βήματος το 1927.[5]

Τον Ιανουάριο του 1939 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του παιδικού Το Περιοδικό μας, το παλαιότερο καταγεγραμμένο ελληνικό έντυπο που περιέχει κόμικς.[6][7] Ο Νίκος Καστανάκης, αποκλειστικός υπεύθυνος για τα κόμικς του περιοδικού, άλλαζε το ύφος και το στυλ από κόμικ σε κόμικ, ώστε να πετύχει την ψευδαίσθηση ότι εργάζονταν περισσότεροι δημιουργοί.[8] Το Περιοδικό μας σταμάτησε στα 25 τεύχη λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.[8]

Μεταπολεμικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το πέρας της Κατοχής, άρχισαν να εμφανίζονται πολλά έντυπα (Γκαούρ-Ταρζάν – 1950, Μικρός Ήρως – 1953, Τάργκα – 1954 κ.ά.) γνωστά ως «λαϊκά αναγνώσματα». Η ύλη τους σπάνια περιείχε κόμικς, αλλά η αισθητική τους, με κείμενα διανθισμένα με εικόνες, παρέπεμπε σε αυτά.[9] Παράλληλα όμως, κυκλοφορούσαν αρκετά έντυπα με πιο συστηματική ένταξη κανονικών ιστοριών κόμικς από Έλληνες δημιουργούς. Για παράδειγμα, στο Ρομάντσο δημοσιεύτηκε το χιουμοριστικό Πίπης ο Πάπιας του Σταμάτη Πολενάκη, ένα από τα πρώτα αμιγή ελληνικά στριπ.[5]

Με το τεύχος 43 (Περσέας και Ανδρομέδα) εγκαινιάστηκαν τα Κλασικά Εικονογραφημένα ελληνικού περιεχομένου

Το 1950 εμφανίστηκε το εβδομαδιαίο Ταμ-Ταμ, που αποτελεί το πρώτο ελληνικό περιοδικό αποκλειστικά αφιερωμένο στα κόμικς.[10][11] Μια ομάδα αποτελούμενη από τους Θέμο Ανδρεόπουλο, Βύρωνα Απτόσογλου, Στέφανο Αποστόλου, Ζωή Σκιαδαρέση και Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, έγραψε και σχεδίασε περιπετειώδεις ιστορίες εμπνευσμένες από διάσημες φιγούρες της αμερικανικής κουλτούρας, όπως ο Σούπερμαν και ο Ταρζάν. Παρότι κυκλοφόρησαν μόλις 18 τεύχη, η επιτυχία ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής, φτάνοντας κάποια στιγμή τα 7.500 αντίτυπα.[11]

Το 1951 ξεκίνησαν από τις Εκδόσεις Ατλαντίς τα Κλασικά Εικονογραφημένα, έκδοση αντίστοιχη του αμερικανικού Classics Illustrated. Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σειράς ήταν ότι χρησιμοποιήθηκαν μπαλονάκια διαλόγου και τα συννεφάκια σκέψης, πρακτική σπάνια έως τότε.[12] Το πρώτο τεύχος, μια μεταφορά των Αθλίων του Βίκτορα Ουγκό πούλησε γύρω στα 1.000.000 αντίτυπα σε όλη τη χώρα.[13] Παρά τις πολεμικές από προσωπικότητες σαν τον Ευάγγελο Παπανούτσο και τον Ασημάκη Πανσέληνο, οι πωλήσεις συνέχισαν να είναι πολύ υψηλές και η μέση κυκλοφορία του δεν έπεσε κάτω από τα 200.000 με 300.000 αντίτυπα.[14] Από το 1953 και ανά τακτά διαστήματα εκδίδονταν ιστορίες ελληνικής θεματολογίας (αρχαία μυθολογία, Βυζαντινή περίοδος, Επανάσταση του 1821), σε κείμενα του Βασίλη Ρώτα και της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη και σχεδιασμένα από τους Κώστα Γραμματόπουλο, Μποστ, Γιώργο Βακαλό και πολλούς άλλους. Η συμβολή των Κλασικών Εικονογραφημένων στη διάδοση των κόμικς θεωρείται καθοριστική, καθώς ουσιαστικά εκπαίδευσαν το ελληνικό κοινό στους κώδικες ανάγνωσης των κόμικς.[15]

Ένα άλλο σημαντικό περιοδικό με κόμικς ήταν το Γέλιο και Χαρά (1954), το οποίο είχε τεράστια επιτυχία, αλλά δημοσίευε αποκλειστικά αμερικανικούς τίτλος όπως Μίκυ Μάους, Μπαγκς Μπάννυ και Μικρή Λουλού.[16]

Τα σκαμπανεβάσματα της περιόδου 1960-1979[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγαλύτερο κομμάτι των δημοσιευόμενων κόμικς προερχόταν από το εξωτερικό, τάση που σταδιακά επικράτησε πλήρως κατά τη δεκαετία του 1960. Τα πολύ φθηνά πνευματικά δικαιώματα των ξένων τίτλων ήταν η βασική αιτία που ανακόπηκε η αυξανόμενη ελληνική παραγωγή, με αποτέλεσμα την περίοδο αυτή να κυκλοφορούν σχεδόν αποκλειστικά ξένα κόμικς, σε βάρος των ελληνικών, που θεωρούνταν οικονομικώς ασύμφορα.[17] Τα δημοφιλέστερα περιοδικά της εποχής είχαν κυρίως ιστορίες αμερικανικής, ιταλικής και βρετανικής προέλευσης, με περιπετειώδες (Τα Καλύτερα Κόμικς – 1961) ή χιουμοριστικό περιεχόμενο (Χονδρός και Λιγνός – 1962, Μίκυ Μάους – 1966, Σεραφίνο – 1969 κ.ά.).

Στη δεκαετία του 1970, μέσω της συχνότερης έκδοσης έργων Ελλήνων δημιουργών, τα ελληνικά κόμικς απέκτησαν αυτογνωσία και αυτοσυνείδηση.[17] Ωστόσο, οι προερχόμενες από το εξωτερικό ιστορίες συνέχισαν κυριαρχούν στα πράγματα. Εκτός από τα δημοφιλή έντυπα με πολεμικές ιστορίες βρετανικής παραγωγής (Δράσις – 1969, Κράνος – 1969, Έφοδος – 1975 κ.ά.), μεγάλη επιτυχία γνώρισαν και περιοδικά με κόμικς Ιταλών δημιουργών (Μπλεκ – 1969, Ζαγκόρ – 1970, Όμπραξ – 1971) ή ποικίλης προέλευσης (Αγόρι – 1975, Τρουένο – 1977). Προς το τέλος της δεκαετίας κυκλοφόρησαν πολυάριθμα περιοδικά που συνδύαζαν το ερωτικό στοιχείο με τον τρόμο ή το χιούμορ (Orribile – 1977, Terror – 1977, Ζάκουλα – 1977, Montatore – 1979 κ.ά.).

Στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1970, η ελληνική παραγωγή ήταν διάσπαρτη και χαμηλού επιπέδου. Ωστόσο, η Μεταπολίτευση αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθώς πλέον υπήρχε η ελευθερία για την υλοποίηση νέων ιδεών, μακριά από τους περιορισμούς των προηγούμενων ετών.[18] Τα κόμικς άρχισαν να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στον Τύπο. Το πολιτικό περιοδικό Αντί, ιδιαίτερα μετά την ανάληψη των καθηκόντων εκδότη από τον Χρήστο Παπουτσάκη το 1974, ήταν ένα από αυτά, φιλοξενώντας γελοιογραφίες, στριπ και μονοσελίδα των Μποστ, Νίκου Μαρουλάκη, Γιάννη Καλαϊτζή και Γιάννη Ιωάννου.

Την Πρωτομαγιά του 1978 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της Κολούμπρας,[19] του πρώτου περιοδικού που απευθυνόταν στο ενήλικο κοινό.[20] Περιείχε κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, κόμικς ξένων δημιουργών, όπως ο Ρόμπερτ Κραμπ, ο Γκουίντο Κρέπαξ, ο Quino και το δίδυμο Κάρλος Σαμπάγιο-Χοσέ Μουνιόθ. Από Έλληνες, σχεδίαζαν οι Βασίλης Δαζέας, Ηλίας Κουρτέσης, Βασίλης Πετρίδης, Ηλίας Πολίτης, Λάζαρος Ζήκος και πολλοί άλλοι. Το εγχείρημα δεν έτυχε ευρείας αποδοχής και συνολικά κυκλοφόρησαν δεκαέξι τεύχη.[21] Ωστόσο, η Κολούμπρα έθεσε τα θεμέλια για τα περιοδικά και της εκδόσεις που θα ακολουθούσαν.[19]

Ο σχηματισμός της ελληνικής σκηνής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεκαετία του 1980 αποτελεί σταθμό στην ιστορία της ελληνικής σκηνής κόμικς. Παρουσιάστηκαν πολλά καινούργια έντυπα αφιερωμένα στο μέσο, ενώ η παραγωγή αυξήθηκε κατακόρυφα σε σχέση με τη δεκαετία του 1970.[22]

Ένα από τα πρώτα περιοδικά ήταν το Σκαθάρι, που περιείχε σχεδόν αποκλειστικά ξένα κόμικς (π.χ. Κόρτο Μαλτέζε). Το πρώτο τεύχος βγήκε τον Μάρτιο του 1980 και συνολικά κυκλοφόρησαν δεκαεπτά τεύχη.[23] Λίγο αργότερα, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, έκανε την εμφάνισή του το περιοδικό Μαμούθ Comix.[19] Κυκλοφόρησαν μόλις δεκατρία τεύχη,[24] στα οποία περιέχονταν ορισμένα κόμικς Ελλήνων (Γιώργος Ταμβάκης, Γιώργος Χρυσοβιτσάνος κ.ά.) και κυρίως μεγάλων ονομάτων του εξωτερικού (Ούγκο Πρατ, Reiser, Ζωρζ Βολίνσκυ κ.ά.). Παρότι ήταν βραχύβιο, θεωρείται βασικός πρόδρομος της Βαβέλ και του Παρά Πέντε.[24] Μετά το κλείσιμο του περιοδικού, ο εκδότης Πάνος Κουτρουλάρης, μαζί με τον Γιώργο Τσίτσοβιτς, ίδρυσε την ομώνυμη εκδοτική, μια από τις πιο ιστορικές εταιρείες του χώρου.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση ήταν το αυτοεκδιδόμενο έντυπο Τρύπα (1980-1981), με σαφείς επιρροές από την αισθητική του γαλλικού σατιρικού περιοδικού Hara-Kiri. Μολονότι περιείχε ελάχιστα κόμικς, κυρίως από τους Νίκο Λυμπερόπουλο και Ηλία Πολίτη, και κυκλοφόρησαν μόνο τρία τεύχη, θεωρείται ένα ακόμα αξιόλογο βήμα για την διάδοση των κόμικς στην Ελλάδα.[25]

Οι δύο πρωταγωνιστές της σειράς Ο Κόκκορας

Μακράν τον πιο κεντρικό ρόλο διαδραμάτισε η Βαβέλ, που ιδρύθηκε το 1981 από τους Νίκη Τζούδα, ο Σταύρο Τσελεμέγκο και ο Γιώργο Μπαζίνα και με την οποία εδραιώθηκε η παρουσία του εναλλακτικού και ενήλικου κόμικ στην Ελλάδα.[26] Πρόκειται για το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό κόμικς, αλλά και ένα από τα μακροβιότερα στην Ευρώπη, καθώς κυκλοφορούσε επί 27 χρόνια.[21][27] Από τα πρώτα κιόλας τεύχη δημοσίευσε έργα κορυφαίων ξένων καλλιτεχνών των γαλλικών και ιταλικών κυρίως κόμικς (Ένκι Μπιλάλ, Ζαν Ζιρώ, Φιλίπ Ντρουγιέ, Αντρέα Πατσιέντζα κ.ά.), ενώ παράλληλα ανέδειξε ελληνικές δουλειές, με σπουδαιότερες τον Κόκκορα (1981) του Αρκά και την Τσιγγάνικη Ορχήστρα (1984) του Γιάννη Καλαϊτζή. Οι Πέτρος Ζερβός, Ηλίας Ταμπακέας, Γιώργος Μπότσος και αρκετοί άλλοι παρουσίασαν κόμικς τους στη Βαβέλ.

Σύντομα επήλθαν τριβές μεταξύ των εκδοτών της Βαβέλ, με συνέπεια ο Μπαζίνας να αποχωρήσει και το 1984 να ξεκινήσει το Παρά Πέντε.[17] Το Παρά Πέντε απέκτησε γρήγορα πολλούς αναγνώστες, φτάνοντας τις 20.000 πωλήσεις μηνιαίως.[28] Επικεντρωνόταν σε χιουμοριστικά κόμικς, όπως αυτά των Αντρέ Φρανκέν, Εντικά και Φιλίπ Βιγιεμέν, ενώ οι δουλειές Ελλήνων δημιουργών ήταν περιστασιακές.[i] Το 1985 εμφανίστηκε ένα αδελφικό έντυπο ονόματι Μικρό Παρά Πέντε, που επίσης εστίαζε στο χιούμορ με κόμικς των Αρκά, Σπύρου Δερβενιώτη και Σπύρου Βερύκιου. Το ίδιο έτος βγήκε η Επόμενη Μέρα, μια πολυτελής έκδοση με κύριο θέμα την επιστημονική φαντασία, που κράτησε μόνο εννέα τεύχη.[17]

Σημαντικά κόμικς υπήρξαν και εκτός των προαναφερθέντων περιοδικών. Ένα εξ αυτών ήταν η σειρά Φρουτοπία, που ξεκίνησε το 1986 από τον παιδικό συγγραφέα Ευγένιο Τριβιζά και τον Νίκο Μαρουλάκη. Νωρίτερα, το 1983, οι Τάσος Αποστολίδης και Γιώργος Ακοκαλίδης είχαν αρχίσει τη μεταφορά έργων του Αριστοφάνη, δημιουργώντας έτσι μια από τις πλέον επιτυχημένες σειρές της ελληνικής σκηνής.[29] Το άλμπουμ Ποιος ήταν ο Μιχάλης Αμοιράς; (1985) του Θόδωρου Υφαντίδη, παρότι δεν έγινε ποτέ γνωστό, αποτελεί το πρώτο ελληνικό κόμικ που εντάσσεται στην επιστημονική φαντασία.[30]

Η περίοδος ύφεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεκαετία του 1990 ήταν μια περίοδος παρακμής για τα ελληνικά κόμικς, καθώς σημειώθηκε μείωση της παραγωγής και κλείσιμο εντύπων. Το Παρά Πέντε και το Μικρό Παρά Πέντε διέκοψαν την κυκλοφορία τους το 1996[31] και 1990[32] αντίστοιχα, ενώ και η Βαβέλ αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο Αρκάς, ο οποίος με τις σειρές Χαμηλές πτήσεις (1991), Καστράτο (1995) και Η Ζωή Μετά (1999) καθιερώθηκε ακόμα περισσότερο στο ελληνικό στερέωμα. Άλλα σημαντικά κόμικς της περιόδου αυτής είναι τα Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης (1990) του Γιάννη Καλαϊτζή, Φανούρης Άπλας (1991) των Δημήτρη Βανέλλη, Δημήτρη Καλαϊτζή και Σπύρου Δερβενιώτη, καθώς και ο δεύτερος κύκλος της Φρουτοπίας (1992).

Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η Βαβέλ συνέχισε να αποτελεί χώρο έκφρασης πολυάριθμων νέων ταλέντων, με κυριότερους τον Αντώνη Νικολόπουλο, που υπογράφει ως Soloup, τον Λέανδρο Κοκκόρη, γνωστό απλώς ως Λέανδρο, και τη Μαρία-Ηλέκτρα Ζογλοπίτου. Ο Λέανδρος, έντονα πολιτικοποιημένος, αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο ταλαντούχους κομίστες της γενιάς του,[33][34] ενώ η Ζογλοπίτου, παρότι άφησε πίσω της μόνο ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ (Χαμένο Φάσμα – 1996, σε σενάριο του Τάσου Αποστολίδη), λόγω του πρόωρου θανάτου της το 1997, θεωρείται μια εξαιρετική καλλιτέχνιδα.[35] Ο Soloup αποτελεί έναν από τους παραγωγικότερους Έλληνες δημιουργούς με πολυετή παρουσία.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας σημαδεύτηκε από την διοργάνωση του Φεστιβάλ της Βαβέλ.[21] Γρήγορα προσέλκυσε πολλούς επισκέπτες, ενώ στους καλεσμένους των πρώτων ετών περιλαμβάνονται μεγάλες μορφές, όπως οι Ζαν Ζιρώ και Γκίλμπερτ Σέλτον.[36]

Η άνθιση του 21ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

2000-2009[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο τεύχος του 9

Από το 2000 και έπειτα, η παραγωγή ελληνικών κόμικς αυξήθηκε εκθετικά και εντατικοποιήθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 2004.[37] Τον Ιούνιο του 2000 εμφανίστηκε το 9, ένα ένθετο της εφημερίδας Ελευθεροτυπία.[38] Η κυκλοφορία του 9 αποτέλεσε αναζωογονητικό γεγονός για τα ελληνικά κόμικς.[39][40] Η ύλη του αποτελούνταν εξίσου από ελληνικές και ξένες δουλειές. Η εγχώρια παραγωγή προερχόταν αρχικά από έργα δημιουργών των προηγούμενων ετών, αλλά σύντομα δόθηκε χώρος έκφρασης σε νέα ταλέντα. Έτσι, εμφανίστηκαν πολλές δημοφιλείς σειρές, όπως η Χωματερή (2001) του Λέανδρου, η Μάνα Ρέιβερ (2002) του Σπύρου Δερβενιώτη και το Manifesto (2003) του Ηλία Κυριαζή. Στους ξένους που δημοσιεύτηκαν στο 9, συμπεριλαμβάνονται οι Άλαν Μουρ, Αλεχάντρο Χοδορόφσκι, Γιόρδι Μπερνέτ και Μίλο Μανάρα.

Η σκληρόδετη έκδοση του Logicomix

Αργότερα, εμφανίστηκε το βραχύβιο Γκραν Γκινιόλ (2007) και το mόv. (2009), ως «αντικαταστάτης» της Βαβέλ που είχε πάψει την κυκλοφορία της το 2008.[27] Η Γαλέρα (2005), παρότι δεν ήταν περιοδικό κόμικς, παρείχε χώρο σε πολυάριθμους δημιουργούς.

Αυτό που διαφοροποιεί την δεκαετία του 2000 σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους, είναι η έντονη δραστηριοποίηση έξω από τις σελίδες των περιοδικών, καθώς όλο και περισσότερες εκδοτικές άρχισαν να λειτουργούν (Jemma Press, Ψυχής τα Λαμπυρίσματα, Giganto κ.ά.). Σύμφωνα με στοιχεία, μεταξύ 1970 και 2009, περίπου το 57% όλων των άλμπουμ εκδόθηκε τη δεκαετία του 2000.[37]

Το Logicomix (2008) των Απόστολου Δοξιάδη, Χρήστου Παπαδημητρίου και Αλέκου Παπαδάτου ήταν ένα εκδοτικό φαινόμενο όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, καθώς μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και είχε τεράστια επιτυχία στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.[41] Άλλα αξιοσημείωτα κόμικς ήταν Η Βίδα και άλλες ιστορίες (2003) του Γιώργου Τσούκη, Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα (2005) του Γιάννη Ρουμπούλια, το Krak Komiks (2007) του Tasmar και τα Κουραφέλκυθρα (2008) του Αντώνη Βαβαγιάννη.

Παράλληλα με τις επαγγελματικές δουλειές άρχισαν να κυκλοφορούν όλο και περισσότερες αυτοεκδόσεις, με αυξανόμενη ποιότητα (Ανόργανη ύλη – 2000, Ιστορίες Ατελείωτης Ματαιοδοξίας – 2001, Kapow Zine – 2003, Big Bang! – 2005, Frogs & Dogs – 2005, ΗΕΗΕ! – 2006 κ.ά.).

2010-σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις δυσκολίες που απορρέουν από την οικονομική κρίση, παρατηρείται σταδιακή αύξηση του ελληνικού κοινού των κόμικς.[42][43] Η δεκαετία του 2010 έφερε το κλείσιμο περιοδικών,[ii] αλλά και καινοτομίες, όπως τα διαδικτυακά κόμικς. Παράλληλα, αρκετοί Έλληνες δημιουργοί, με κυριότερους τους Ηλία Κυριαζή και Μιχάλη Διαλυνά έχουν καταξιωθεί στο εξωτερικό,[44] συνεργαζόμενοι με εταιρείες όπως η Marvel και η Dark Horse Comics.

Το εξώφυλλο του Ερωτόκριτου

Μια ιδιαίτερα επιτυχημένη τάση των τελευταίων ετών είναι η μεταφορά σε κόμικς έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρωτοπόροι θεωρούνται οι Δημήτρης Βανέλλης και Θανάσης Πέτρου (Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά – 2011, Γιούσουρι – 2012, Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη – 2015), οι οποίοι εμπνέονται από τους Δημοσθένη Βουτυρά, Κωνσταντίνο Καβάφη, Μ. Καραγάτση και πολλούς άλλους. Τα βραβευμένα Αϊβαλί (2014) του Soloup και Ερωτόκριτος (2016) των Δημοσθένη Παπαμάρκου, Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση ανήκουν επίσης σε αυτή την κατηγορία.

Μια από τις κυριότερες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες της δεκαετίας είναι το graphic novel Δημοκρατία (2015) των Αβραάμ Κάουα και Αλέκου Παπαδάτου, που εκθειάστηκε τόσο από Έλληνες, όσο και από ξένους κριτικούς.[45][46][47] Άλλοι διακεκριμένοι τίτλοι που εμφανίστηκαν από το 2010 και μετά είναι Οι Άρχοντες της Πορφυρής Κοιλάδας (2010) του Χρήστου Σταμπουλή, το Κουλούρι (2011) του Tomek, το Elysium Online (2013) του Ηλία Κυριαζή και τα Χαρακώματα - Ιστορίες από την Οδό Γάγγραινας των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια (2014).

Τον Σεπτέμβριο του 2017 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το περιοδικό Μπλε Κομήτης, αποκλειστικά με ελληνικά κόμικς.[48] Στο δυναμικό του περιλαμβάνονται παλαιότεροι και νεότεροι δημιουργοί, μεταξύ των οποίων ο Γιώργος Γούσης, που τελεί χρέη αρχισυντάκτη, ο Πέτρος Ζερβός, ο Μιχάλης Διαλυνάς, η Στέλλα Στεργίου και άλλοι.

Εκδοτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • i.^ Ο Κόκκορας του Αρκά ήταν το σημαντικότερο.
  • ii.^ Το 2010 διεκόπη η κυκλοφορία του 9[28] και ένα χρόνο αργότερα, σταμάτησε και το mόv., με αποτέλεσμα να μην υπάρχει, για πρώτη φορά μετά το 1978, κάποιο περιοδικό αφιερωμένο στα ελληνικά κόμικς.[49]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παπαδανιήλ, Αρίσταρχος (2003). Ελληνική Πολιτική Γελοιογραφία- Η σοβαρή πλευρά μιας ‘Αστείας’ τέχνης. Αθήνα: Αυτοέκδοση, σελ. 67. 
  2. Σαπρανίδης, Δημήτρης (2005). Ιστορία της Ελληνικής Γελοιογραφίας- 3000 χρόνια αμφισβήτησης. Αθήνα: Ποταμός, σελ. 54. ISBN 9789607563736. 
  3. Μουτσόπουλος Θανάσης (1999). «Από το ένα καρέ στα πολλά καρέ: Η ιστορική σχέση της ελληνικής γελοιογραφίας με την τέχνη των κόμικς», Επίλογος ‘99, Νοέμβριος 1999, σελ. 416-420.
  4. Ταμπακέας Ηλίας (1995). «Το ελληνικό σκίτσο κατά τον Μεσοπόλεμο», κατάλογος της έκθεσης «Μεσοπόλεμος», του «Κέντρου Σκίτσου» του Δήμου Αθηναίων, 14 Απριλίου-14 Μαΐου 1995, σελ. 3.
  5. 5,0 5,1 Soloup (2012), σελ. 319.
  6. Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010, σελ. 394.
  7. Μαλανδράκης, Άρης (2004-03-10). «Το περιοδικό μας - Το πρώτο ελληνικό περιοδικό κόμικς- ο προπάτορας του ‘9’». 9 (192): 42-43. 
  8. 8,0 8,1 Soloup (2012), σελ. 87.
  9. Soloup (2012), σελ. 89.
  10. Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010, σελ. 448.
  11. 11,0 11,1 Μαλανδράκης, Άρης (2002-08-07). «Από το 0 στο 9». 9 (110): 4. 
  12. Μαλανδράκης, Άρης (2002-09-18). «Από το 0 στο 9». 9 (116): 4. 
  13. Τσαούσης, Κώστας (1996-08-25). «Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων». Tο Βήμα. Ανακτήθηκε στις 2017-11-18. 
  14. Ζωιόπουλος (2000), σελ. 126.
  15. Soloup (2012), σελ. 91.
  16. Κάσσης, Κυριάκος (1990). «Τα εικονογραφημένα λαϊκά περιοδικά». Διαβάζω (248): 58-62. 
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 Βυζοβίτου, Ντόρα; Βυζοβίτης, Τάσος (1999). «Η ιστορία των ελληνικών κόμικς». Ελεύθερος Τύπος. 
  18. Soloup (2012), σελ. 96.
  19. 19,0 19,1 19,2 Μαλανδράκης, Άρης (2001-05-09). «Να πάθεις... Κολούμπρα!». 9 (47): 12-15. 
  20. Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010, σελ. 288.
  21. 21,0 21,1 21,2 Μαστοράκης, Άγγελος (2005-06-27). «1974 – 2004 Τριάντα Χρόνια Κόμικς». www.pyxida.gr. Ανακτήθηκε στις 2017-11-20. 
  22. Soloup (2012), σελ. 212.
  23. Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010 (2011), σελ. 432.
  24. 24,0 24,1 Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010, σελ. 314.
  25. Βανέλλης, Δημήτρης (2002-02-20). «Τρύπα - Περιοδικό αποτρόπαιον και κτηνώδες ή περιοδικό περί οπής;». 9 (87): 12-13. 
  26. Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010, σελ. 194.
  27. 27,0 27,1 Soloup (2012), σελ. 125.
  28. 28,0 28,1 «Τα κόμικς απ' τα ψηλά στα χαμηλά και ως σωσίβιο». Ελευθεροτυπία. 2014-06-22. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=436443. Ανακτήθηκε στις 2017-11-26. 
  29. Κουκουλάς (2006), σελ. 39.
  30. Soloup (2012), σελ. 225.
  31. Soloup (2012), σελ. 136.
  32. Soloup (2012), σελ. 140.
  33. Κουκουλάς, Γιάννης (2016-05-29). «Η Χωματερή ξανανοίγει». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://www.efsyn.gr/arthro/i-homateri-xananoigei. Ανακτήθηκε στις 2017-11-20. 
  34. Παππά, Μαρία (2014-04-02). «10 Έλληνες δημιουργοί κόμικς που πρέπει να γνωρίζεις». LiFO. http://www.lifo.gr/mag/features/4239. Ανακτήθηκε στις 2017-11-20. 
  35. Νικολόπουλος (2011), σελ. 559.
  36. Κουκουλάς (2006), σελ. 48.
  37. 37,0 37,1 Soloup (2012), σελ. 263.
  38. Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010, σελ. 13.
  39. Soloup (2012), σελ. 147.
  40. Κουκουλάς (2006), σελ. 41.
  41. Παπαγιαννίδου, Μαίρη (2009-11-15). «Η παλίρροια Logicomix». Tο Bήμα. Ανακτήθηκε στις 2017-11-20. 
  42. Hulot, M. (2015-12-05). «Ο ιδρυτής της Webcomics μας εξηγεί γιατί τα κόμικς βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα». LiFO. http://www.lifo.gr/articles/book_articles/82857. Ανακτήθηκε στις 2017-11-26. 
  43. Καράμπελας, Χρήστος (2018-01-22). «Οι Έλληνες σήμερα προτιμούν τα dark κόμικ». news247.gr. http://news247.gr/eidiseis/synentefxeis/oi-ellhnes-shmera-protimoun-ta-dark-komik.5041052.html. Ανακτήθηκε στις 2018-01-29. 
  44. Κουκουλάς, Γιάννης (2016-04-10). «Κόμικς στην καρδιά της Αθήνας». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://www.efsyn.gr/arthro/komiks-stin-kardia-tis-athinas. Ανακτήθηκε στις 2017-09-16. 
  45. Κανέλλης, Ηλίας (2015-10-03). «Η δύναμη των πολλών». http://booksjournal.gr/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82/comics/item/1472-%CE%B7-%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CF%8E%CE%BD. Ανακτήθηκε στις 2017-11-25. 
  46. «Democracy». Kirkus Reviews. 2015-06-15. Ανακτήθηκε στις 2017-11-25. 
  47. «Democracy» (στα αγγλικά). PublishersWeekly.com. https://www.publishersweekly.com/978-1-60819-719-4. Ανακτήθηκε στις 2017-11-25. 
  48. Αθηνάκης, Δημήτρης (2017-10-04). «Ερχεται σαν... μπλε κομήτης». http://www.kathimerini.gr/929100/article/politismos/vivlio/erxetai-san-mple-komhths. Ανακτήθηκε στις 2017-11-25. 
  49. Soloup (2012), σελ. 154.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ζωιόπουλος, Νίκος (2000). Τα χάρτινα όνειρα των παιδικών μας χρόνων. Αθήνα: Τεχνικές Εκδόσεις. ISBN 9789608502925.
  • Κουκουλάς, Γιάννης (2006). Ένατη Τέχνη - Από το Παρελθόν στο Μέλλον. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ. ISBN 9799608945313.
  • Νικολόπουλος, Αντώνης (2011). Τα Ελληνικά Κόμικς από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα: Διαδρομές έντεχνης επικοινωνίας, αντικατοπτρισμοί ιδεών και πολιτισμικές αναπαραστάσεις στα σύγχρονα εικονογραφηγήματα. (Διδακτορική διατριβή). Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Μυτιλήνη.
  • Πρώτος Κατάλογος Ελληνικών Εκδόσεων Κόμικς από το 1939 έως το 2010. Αθήνα: Esperos Comics. 2011. ISBN 9789073808003.
  • Soloup (2012). Τα Ελληνικά Comics. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος. ISBN 9789604990481.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]