Εκλογές στην Εσθονία
Η Εσθονία διεξάγει κάθε 4 χρόνια εκλογές για κοινοβούλιο (το Riigikogu, με 101 μέλη) σε πανεθνικό επίπεδο. Η ανάδειξη των μελών του Κοινοβουλίου γίνεται με αναλογική εκπροσώπηση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (αρχηγός κράτους) εκλέγεται από το Κοινοβούλιο (1ος-3ος γύρος) για πενταετή θητεία ή από σώμα εκλεκτόρων (από 4ο γύρο και μετά). Επίσης, στην Εσθονία διεξάγονται εκλογές για τοπικά κυβερνητικά συμβούλια, το μέγεθος των οποίων ποικίλλει.
Το σύστημα είναι πολυκομματισμός και συχνά δεν υπάρχει κανένα κόμμα που να μπορεί να κερδίσει μόνο του την εξουσία, με αποτέλεσμα να είναι κοινός τόπος ο σχηματισμός κυβερνήσεων συνασπισμού.
Εκλογές έχουν διεξαχθεί τις εξής χρονιές:
- Riigikogu (κοινοβούλιο): 1992 , 1995, 1999, 2003, 2007, 2011, 2015, 2019, 2023
- Τοπικές/δημοτικές: 1993, 1996, 1999, 2002, 2005, 2009, 2013, 2017, 2021, 2025
- Ευρωεκλογές: 2004, 2009, 2014, 2019, 2023
- Δημοψηφίσματα: 1923, 1932, Ιούνιος 1933, Οκτώβριος 1933, 1936, 1991, 1992, 2003 (για ένταξη στην ΕΕ)
- Πρόεδρος: 1992 (Λέναρτ Μέρι), 1996 (Λέναρτ Μέρι), 2001 (Άρνολντ Ρίτελ), 2006 (Τόμας Ίλβες), 2011 (Τόμας Ίλβες), 2016 (Κάλιουλαϊντ), 2021 (Άλαρ Κάρις)
Πρόσφατες εκλογές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βουλευτικές εκλογές (2023)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 5 Μαρτίου 2023.
Προηγούμενες βουλευτικές εκλογές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]1917
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Εσθονική Επαρχιακή Συνέλευση, ή Εσθονική Κρατική Δίαιτα[α], γνωστή συχνά και με την εσθονική της ονομασία Maapäev,[1] εκλέχθηκε τον Μάιο–Ιούνιο του 1917 κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης ως το επαρχιακό κοινοβούλιο (δίαιτα) της Αυτόνομη Επαρχία της Εσθονίας. Στις 28 Νοεμβρίου 1917, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσική Δημοκρατία, η Συνέλευση ανακήρυξε τον εαυτό της ως τη μόνη κυρίαρχη εξουσία στην Εσθονία και προκήρυξε εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση της Εσθονίας. Την παραμονή της γερμανικής κατοχής της Εσθονίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το συμβούλιο εξέλεξε την Επιτροπή Σωτηρίας της Εσθονίας και εξέδωσε τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας της Εσθονίας στις 24 Φεβρουαρίου 1918.
1919
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση διεξήχθησαν στην Εσθονία στις 5–7 Απριλίου 1919.[2] Οι εκλογές προκηρύχθηκαν από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Εσθονίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ανεξαρτησίας της Εσθονίας. Η Συνέλευση εκλέχθηκε με το σύστημα αναλογική εκπροσώπηση με λίστες σε μία ενιαία εθνική περιφέρεια, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο d'Hondt. Δικαίωμα ψήφου είχαν και οι στρατιώτες στο μέτωπο. Τις εκλογές κέρδισαν κόμματα της αριστεράς και του κέντρου.[3]
1920
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στην Εσθονία μεταξύ 27 και 29 Νοεμβρίου 1920, οι πρώτες που πραγματοποιήθηκαν βάσει του συντάγματος του 1920. 100 βουλευτές εκλέχθηκαν στη νέα Riigikogu μέσω κομματικών ψηφοδελτίων σε 10 περιφέρειες, στις οποίες ένα κόμμα ή εκλογικός συνασπισμός μπορούσε να καταθέσει περισσότερα του ενός ψηφοδέλτια ανά περιφέρεια. Οι έδρες κατανέμονταν σε εθνικό επίπεδο, όπου οι ψήφοι των διαφορετικών ψηφοδελτίων αθροίζονταν ανά πολιτική παράταξη και στη συνέχεια οι έδρες διανέμονταν με τη μέθοδο d'Hondt. Έπειτα, οι έδρες κάθε κόμματος ή συνασπισμού επιμερίζονταν μεταξύ των επιμέρους ψηφοδελτίων της ίδιας πολιτικής δύναμης, επίσης με τη μέθοδο d'Hondt.
1923
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στην Εσθονία μεταξύ 5 και 7 Μαΐου 1923. Υπήρξαν ορισμένες αντιπαραθέσεις – ορισμένα ψηφοδέλτια, κυρίως κομμουνιστικά, ακυρώθηκαν πριν από τις εκλογές λόγω παραβιάσεων του εκλογικού νόμου, και τα αποτελέσματα οδήγησαν στην πιο κατακερματισμένη Βουλή στην ιστορία της Εσθονίας.
1926
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στην Εσθονία μεταξύ 15 και 17 Μαΐου 1926. Πριν από τις εκλογές, ο εκλογικός νόμος τροποποιήθηκε με σκοπό τη δημιουργία μεγαλύτερης σταθερότητας, μέσω της εισαγωγής ενός συστήματος εγγυήσεων και της αύξησης του εκλογικού ορίου, απαιτώντας από κάθε κόμμα να εξασφαλίσει τουλάχιστον δύο έδρες για να εισέλθει στο κοινοβούλιο.
1929
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν μεταξύ 11 και 13 Μαΐου 1929.
1932
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν μεταξύ 21 και 23 Μαΐου 1932. Πριν από τις εκλογές σημειώθηκαν σημαντικές ανακατατάξεις στο πολιτικό τοπίο. Οι Συνελεύσεις των Αγροτών (που υποστηρίζονταν κυρίως από τους «παλιούς αγρότες» και εκείνους που ήταν κάπως πιο συντηρητικοί και οικονομικά φιλελεύθεροι) και το Κόμμα των Εποίκων (πατριωτικό, αγροτικό κόμμα της κεντροαριστεράς) συγχωνεύθηκαν για να σχηματίσουν την Ένωση Εποίκων και Μικροϊδιοκτητών, ενώ το Εσθονικό Λαϊκό Κόμμα, το Χριστιανικό Λαϊκό Κόμμα (Εσθονία), το Εργατικό Κόμμα Εσθονίας και το Κόμμα των Γαιοκτημόνων συγχωνεύθηκαν για να σχηματίσουν το Εθνικό Κεντρώο Κόμμα (Εσθονία).
1936
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι εκλογές για την Εθνοσυνέλευση διεξήχθησαν στην Εσθονία μεταξύ 12 και 14 Δεκεμβρίου 1936.[4] Καθώς οι δραστηριότητες όλων των πολιτικών κομμάτων είχαν ανασταλεί, επιτράπηκε μόνο σε μεμονωμένους υποψηφίους να συμμετάσχουν. Υποψήφιοι που συνδέονταν με την φιλοκυβερνητική Πατριωτική Ένωση κατήλθαν και στις 80 εκλογικές περιφέρειες, ωστόσο μόνο σε 30 από αυτές είχαν αντίπαλους έναν ή περισσότερους υποψηφίους της αντιπολίτευσης.[5] Η συμμετοχή των ψηφοφόρων ανήλθε σε 57,8%.
1938
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι κοινοβουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στην Εσθονία στις 24 και 25 Φεβρουαρίου 1938. Η Εθνική Ένωση για την Εφαρμογή του Συντάγματος κέρδισε 64 από τις 80 έδρες. Η Ένωση αυτή αποτέλεσε ουσιαστικά διευρυμένη μορφή της φιλοκυβερνητικής Πατριωτικής Ένωσης.[6]
Από τους 16 ανεξάρτητους που εξελέγησαν, έξι ανήκαν στην Ομάδα Δημοκρατίας (αποτελούμενη από δύο πρώην μέλη του Κόμματος Εθνικού Κέντρου, δύο Εποίκους και δύο του Κίνημα Βαπς), έξι στην Ομάδα Ενότητας των Εργαζομένων (αποτελούμενη από τέσσερις αριστερούς Σοσιαλιστές και δύο δεξιούς Σοσιαλιστές), δύο ήταν ανεξάρτητοι εργαζόμενοι και δύο μέλη της Ρωσικής Ομάδας.[7]
1940
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι κοινοβουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στην Εσθονία στις 14 και 15 Ιουλίου 1940, ταυτόχρονα με εκλογές στη Λετονία και τη Λιθουανία. Οι εκλογές ακολούθησαν τη σοβιετική κατοχή των τριών χωρών και ήταν ανοιχτά νοθευμένες, όπως συνέβη και στις άλλες δύο βαλτικές χώρες.[8] Οι εκλογές ήταν επίσης αντισυνταγματικές, καθώς διεξήχθησαν μόνο για την Κάτω Βουλή του Ριγκικόγκου, τη Βουλή των Αντιπροσώπων (Riigivolikogu), ενώ η Άνω Βουλή, το Εθνικό Συμβούλιο, είχε διαλυθεί και δεν επανασυγκλήθηκε. Σύμφωνα με τον Άουγκουστ Ρέι, έναν από τους τελευταίους διπλωμάτες της ανεξάρτητης Εσθονίας στη Μόσχα, το Σύνταγμα δεν επέτρεπε στη Βουλή των Αντιπροσώπων «καμία νομοθετική εξουσία» χωρίς το Εθνικό Συμβούλιο.[9]
Η Ένωση Εργαζόμενου Λαού της Εσθονίας, μια προσκείμενη στους κομμουνιστές οργάνωση-βιτρίνα, ήταν το μόνο επιτρεπόμενο κόμμα και κέρδισε και τις 80 έδρες, υποτίθεται με 93% των ψήφων, ενώ οι υπόλοιπες χαρακτηρίστηκαν άκυρες. Το νεοεκλεγέν Πρότυπο:Illm ανακήρυξε την Εσθονική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία στις 21 Ιουλίου και ζήτησε την ένταξή της στη Σοβιετική Ένωση την επόμενη ημέρα. Το αίτημα εγκρίθηκε από τη σοβιετική κυβέρνηση στις 6 Αυγούστου.[10]
Εκλογές Ανωτάτου Σοβιέτ 1947-1990
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Από το 1947 έως και το 1990 διεξήχθησαν εκλογές για το Ανώτατο Σοβιέτ της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Εσθονίας. Ο Συνασπισμός Κομμουνιστών και Ακομμάτιστων Υποψηφίων ήταν η μοναδική πολιτική δύναμη που μπορούσε να συμμετάσχει στις εκλογές, και κέρδισε όλες τις έδρες.[11] Παρακάτω φαίνονται οι ημερομηνίες των εκλογών για Ανώτατο Σοβιέτ και το σύνολο των εδρών έως και το 1985.
| Ημερομηνία εκλογών | Αριθμός εδρών |
|---|---|
| 16 Φεβρουαρίου 1947 | 100 |
| 25 Φεβρουαρίου 1951 | 115 |
| 27 Φεβρουαρίου 1955 | 125 |
| 15 Μαρτίου 1959 | 125 |
| 17 Μαρτίου 1963 | 178 |
| 19 Μαρτίου 1967 | 178 |
| 13 Ιουνίου 1971 | 183 |
| 15 Ιουνίου 1975 | 200 |
| 24 Φεβρουαρίου 1980 | 285 |
| 24 Φεβρουαρίου 1985 | 285 |
Εκλογές Ανώτατου Σοβιέτ 1990
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι εκλογές για το Ανώτατο Σοβιέτ πραγματοποιήθηκαν στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Εσθονίας στις 18 Μαρτίου 1990. Συνολικά 392 υποψήφιοι διεκδίκησαν τις 105 έδρες του σοβιετικού τύπου κοινοβουλίου, εκ των οποίων τέσσερις είχαν προκαθοριστεί για τις στρατιωτικές περιφέρειες του Σοβιετικού Στρατού. Το φιλοανεξαρτησιακό Λαϊκό Μέτωπο της Εσθονίας κέρδισε τη σχετική πλειοψηφία με 43 έδρες. Ο συνασπισμός των μεταρρυθμισμένων Εσθονών Κομμουνιστών, που υποστήριζαν την ανεξαρτησία αλλά ταυτόχρονα στενές σχέσεις με την ΕΣΣΔ και είχαν την υποστήριξη του Ιντρεκ Τούομε,[12] που κατήλθε με το ψηφοδέλτιο "Ελεύθερη Εσθονία",[13] κέρδισε 27 έδρες. Η αντιανεξαρτησιακή και φιλομοσχοβίτικη "Κοινή Σοβιετική Επιτροπή Συλλόγων Εργασίας", που εκπροσωπούσε κυρίως τη ρωσική μειονότητα, κέρδισε 25 έδρες. Στην πρώτη του συνεδρίαση, το νέο κοινοβούλιο εξέλεξε τον πρώην κομμουνιστή Άρνολντ Ρίτελ πρόεδρό του, επιτρέποντάς του να παραμείνει τυπικός αρχηγός του κράτους (οι ουσιαστικές εξουσίες βρίσκονταν κυρίως στον πρωθυπουργό).
Το εκλεγμένο κοινοβούλιο έλαβε κάποιες από τις σημαντικότερες αποφάσεις της σύγχρονης ιστορίας της Εσθονίας, όπως τη διακήρυξη στις 30 Μαρτίου 1990 περιόδου μετάβασης για την αποκατάσταση της πλήρους ανεξαρτησίας από τη Σοβιετική Ένωση και τη διακήρυξη της 20ής Αυγούστου 1991 που επικύρωσε την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας.
Τα μέλη του Ανώτατου Σοβιέτ εκλέγονταν σε 42 μονοεδρικές ή πολυεδρικές εκλογικές περιφέρειες. Στις πρώτες, οι βουλευτές εκλέγονταν με το πλειοψηφικό σύστημα (first-past-the-post), ενώ στις δεύτερες με ενιαία μεταβιβάσιμη ψήφο (STV).[14]
Οι τοπικές εκλογές που διεξήχθησαν τρεις μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 1989, πραγματοποιήθηκαν επίσης με STV και αποτέλεσαν πρόβα τζενεράλε,[15] με τον σχετικό εκλογικό νόμο να τίθεται σε ισχύ στις 4 Δεκεμβρίου 1989.[16]
Η επιλογή του STV προέκυψε μετά από δημόσιο διάλογο που καθοδηγήθηκε από τον Εσθονό πολιτικό επιστήμονα και ομογενή Ράιν Τααγκέπερα, ο οποίος δημοσίευσε άρθρα στην Edasi το 1988, εξέδωσε το βιβλίο Seats and Votes το 1989 και έδωσε διαλέξεις για το θέμα. Το STV δεν ήταν, ωστόσο, η προσωπική προτίμηση του Τααγκέπερα, αλλά αποτέλεσμα συμβιβασμού, καθοδηγούμενου από τον Πεέτ Κασκ, μεταξύ των απερχόμενων κομμουνιστών αξιωματούχων που επιθυμούσαν ένα σύστημα που να ευνοεί τη δημοτικότητα των υποψηφίων τους έναντι της αντιδημοφιλούς κομματικής τους ταυτότητας και της αρχής της αναλογικής εκπροσώπησης που επιθυμούσαν τα νέα κόμματα.[15]
1992
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν μαζί με τις προεδρικές εκλογές στις 20 Σεπτεμβρίου 1992, και ήταν οι πρώτες μετά την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας από τη Σοβιετική Ένωση. Οι 101 νεοεκλεγέντες μέλη της 7ης Riigikogu συγκεντρώθηκαν στο Κάστρο Τουμπέα στο Ταλίν μέσα σε δέκα ημέρες από τις εκλογές. Μετά τις εκλογές, ο πεντακομματικός Πατριωτικός Συνασπισμός υπό την ηγεσία του Μαρτ Λάαρ σχημάτισε κυβέρνηση με τη συμμετοχή του εθνικοσυντηρητικού Εσθονικού Κόμματος Εθνικής Ανεξαρτησίας και της κεντρώας συμμαχίας των Μετριοπαθών. Η συμμετοχή στις εκλογές έφτασε το 68%.[17] Η Εσθονία χρησιμοποίησε συνδυασμό μονομελούς μεταβιβάσιμης ψήφου (IRV) για την εκλογή προέδρου και ενιαίας μεταβιβάσιμης ψήφου (STV) για την εκλογή βουλευτών — ένα σύστημα που είχε προωθηθεί από τον Ράιν Τααγκέπερα, Εσθονό πολιτικό επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια.[18]
1995
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στην Εσθονία στις 5 Μαρτίου 1995.[4] Τα κυβερνώντα κόμματα υπέστησαν βαριά ήττα, με εξαίρεση το Κόμμα Μεταρρύθμισης Εσθονίας, διάδοχο του Εσθονικού Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος. Ο μεγάλος νικητής ήταν η εκλογική συμμαχία του Εσθονικού Κόμματος Συνασπισμού και της Λαϊκής Ένωσης της Εσθονίας, η οποία επικράτησε με σαρωτική νίκη. Η συμμαχία κέρδισε 41 έδρες, επιτυγχάνοντας το καλύτερο αποτέλεσμα στην ιστορία των εσθονικών βουλευτικών εκλογών μέχρι και τις εκλογές του 2023.
1999
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 7 Μαρτίου 1999 και αποδείχθηκαν καταστροφικές για το κυβερνών Εσθονικό Κόμμα Συνασπισμού, το οποίο κέρδισε μόνο επτά έδρες μαζί με δύο μικρότερους συμμάχους του. Μετά τις εκλογές, σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού από τον Μαρτ Λάαρ της Ένωσης Πατρίδας, με τη συμμετοχή του Κόμματος Μεταρρύθμισης Εσθονίας και των Μετριοπαθών.[19] Η κυβέρνηση παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την παραίτηση του Λάαρ τον Δεκέμβριο του 2001, αφού το Κόμμα Μεταρρύθμισης αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό στον δήμο του Ταλίν, καθιστώντας τον ηγέτη της αντιπολίτευσης Έντγκαρ Σαβισάαρ νέο δήμαρχο του Ταλίν. Στη συνέχεια, το Κόμμα Μεταρρύθμισης και το Εσθονικό Κεντρώο Κόμμα σχημάτισαν νέα κυβέρνηση συνασπισμού που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τις εκλογές του 2003.
2003
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις βουλευτικές εκλογές που διενεργήθηκαν στις 2 Μαρτίου 2003, δύο αντίπαλα κόμματα κέρδισαν τις περισσότερες έδρες, με το Κεντρώο Κόμμα και το Κόμμα Res Publica να κερδίζουν από 28 έδρες στη Riigikogu. Το Res Publica κατάφερε να εξασφαλίσει αρκετή υποστήριξη κατά τις διαπραγματεύσεις μετά τις εκλογές ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού.[20]
2007
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι κοινοβουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 4 Μαρτίου 2007. Οι νεοεκλεγέντες 101 βουλευτές της 11ης Riigikogu συγκεντρώθηκαν στο Κάστρο Τουμπέα στο Ταλίν μέσα σε δέκα ημέρες από την εκλογή τους. Ήταν οι πρώτες εθνικές εκλογές παγκοσμίως όπου μέρος της ψηφοφορίας πραγματοποιήθηκε εξ αποστάσεως μέσω ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μέσω διαδικτύου.
Στις εκλογές, το Κόμμα Μεταρρύθμισης της Εσθονίας αναδείχθηκε ως η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα στη Riigikogu, με 31 έδρες. Το Κεντρώο Κόμμα της Εσθονίας τερμάτισε δεύτερο με 29 έδρες, ενώ η νέα Ένωση Πατρίδας και Res Publica έχασε 16 έδρες σε σύγκριση με τις 35 που είχαν κερδίσει τα δύο κόμματα στις εκλογές του 2003. Οι Σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν 4 έδρες, ενώ οι Πράσινοι εισήλθαν για πρώτη φορά στη Riigikogu με 6 έδρες και η Λαϊκή Ένωση της Εσθονίας έχασε επτά από τις 13 έδρες της. Αυτές οι εκλογές ήταν οι τελευταίες στις οποίες οι Πράσινοι της Εσθονίας και η Λαϊκή Ένωση- στην τρέχουσα μορφή της, πριν μετασχηματιστεί στο EKRE- εισήλθαν στο κοινοβούλιο. Η Riigikogu που εξελέγη έπειτα από αυτές τις εκλογές ήταν η μοναδική στη σύγχρονη ιστορία της Εσθονίας που είχε μία μόνο κυβέρνηση ('De jure – οι Σοσιαλδημοκράτες αποχώρησαν από την κυβέρνηση στα μέσα της θητείας, κάτι που ορισμένοι θεωρούν την αρχή νέας κυβέρνησης, αν και δεν ζητήθηκε νέα εντολή από τη Riigikogu) καθ’ όλη τη διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής θητείας.
Μετά τις εκλογές, το Κεντρώο Κόμμα, υπό την ηγεσία του δημάρχου του Ταλίν Έντγκαρ Σαβισάαρ, άρχισε να αποκλείεται όλο και περισσότερο από συνεργασίες, λόγω της ανοιχτής συνεργασίας του με το κόμμα Ενωμένη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, σκανδάλων ακινήτων στο Ταλίν,[21] και της διαμάχης γύρω από το Χάλκινο Στρατιώτη, που θεωρήθηκε σκόπιμη προσπάθεια διάσπασης της εσθονικής κοινωνίας μέσω πρόκλησης της ρωσικής μειονότητας.[22]
2011
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]2015
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]2019
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Προεδρικές εκλογές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η εκλογή είναι έμμεση (από το Κοινοβούλιο). Μόνο το 1992 διεξήχθη εκλογή Προέδρου με λαϊκή ψήφο.
Πρόσφατες προεδρικές εκλογές (2021)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 31 Αυγούστου 2021 ο Άλαρ Κάρις εξελέγη πρόεδρος της Εσθονίας με πλειοψηφία δύο τρίτων των 72 βουλευτών[23]. Ανέλαβε καθήκοντα στις 11 Οκτωβρίου 2021.
Προηγούμενες προεδρικές εκλογές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]1934 (δεν διεξήχθησαν)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι εκλογές για τον Κρατικό Πρεσβύτερο ήταν προγραμματισμένες να διεξαχθούν στην Εσθονία στις 22 και 23 Απριλίου 1934. Έπρεπε να γίνουν βάσει του νέου συντάγματος, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιανουαρίου της ίδιας χρονιάς, και ήταν οι πρώτες άμεσες εκλογές αρχηγού κράτους στην ιστορία της Εσθονίας, καθώς οι προηγούμενοι αρχηγοί κράτους εκλέγονταν από τη Riigikogu μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Κυβέρνησης της Εσθονίας. Ωστόσο, οι εκλογές δεν διεξήχθησαν ποτέ λόγω πραξικοπήματος που έγινε στις 12 Μαρτίου από τρεις από τους τέσσερις βασικούς υποψηφίους.
1938
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι προεδρικές εκλογές της Εσθονίας του 1938 πραγματοποιήθηκαν στις 24 Απριλίου 1938. Η εκλογική συνέλευση, που αποτελούνταν από τη διμερή νομοθετική εξουσία και 120 εκπροσώπους των δήμων, συγκεντρώθηκε για να εκλέξει Πρόεδρο. Ο μοναδικός υποψήφιος ήταν ο Πρόεδρος-Επίτροπος Κονσταντίν Πατς, ο οποίος εκλέχθηκε πρόεδρος με 219 ψήφους από τους συνολικά 240 αντιπροσώπους. Δύο αντιπρόσωποι απουσίαζαν.[24] Ο Κονσταντίν Πατς ήταν ο πρώτος Πρόεδρος της Εσθονίας αλλά δεν ολοκλήρωσε τη θητεία του λόγω της μετέπειτα σοβιετικής κατοχής.
1992 (άμεση εκλογή)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Προεδρικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου 1992, παράλληλα με τις βουλευτικές εκλογές.[4] Καθώς κανένας υποψήφιος δεν έλαβε πάνω από 50% των ψήφων, διεξήχθη δεύτερος γύρος στο Κοινοβούλιο στις 5 Οκτωβρίου 1992, όπου εκλέχθηκε ο Λέναρτ Μέρι. Η συμμετοχή των ψηφοφόρων στην δημόσια ψηφοφορία ήταν 68%.
Αυτή ήταν η μόνη φορά μέχρι σήμερα που οι προεδρικές εκλογές στην Εσθονία περιελάμβαναν δημόσια ψηφοφορία. Οι προγραμματισμένες άμεσες εκλογές για τον επικεφαλής του κράτους το 1934 ακυρώθηκαν λόγω πραξικοπήματος, και μετά το 1992 οι προεδρικές εκλογές επανήλθαν να διεξάγονται από το Εκλεκτορικό Κολέγιο ή στο Κοινοβούλιο,[25] όπως συνέβη και το 1938 στις προεδρικές εκλογές.
Έμμεσες εκλογές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]1996
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η εκλογή του Προέδρου της Εσθονίας είναι μια έμμεση διαδικασία, κατά την οποία ο Πρόεδρος εκλέγεται μέσω αντιπροσώπων.[25]
Ο πρώτος γύρος διεξήχθη στις 26 Αυγούστου 1996, και ο δεύτερος και τρίτος γύρος στις 27 Αυγούστου 1996, όμως κανένας από τους υποψηφίους δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία κατά την κλειστή ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο (Riigikogu). Στη συνέχεια, τη διαδικασία συνέχισε η Συντακτική Συνέλευση (εκλογικό σώμα), η οποία συνεδρίασε στις 20 Σεπτεμβρίου. Εκεί, ο εν ενεργεία πρόεδρος Λέναρτ Μέρι επανεκλέχτηκε για επιπλέον θητεία.[26]
2001
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι προεδρικές εκλογές της Εσθονίας του 2001 διεξήχθησαν από τις 27 Αυγούστου έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2001. Έπειτα από τρεις γύρους ψηφοφορίας στη Riigikogu και δύο γύρους στο εκλογικό σώμα, ο Άρνολντ Ρίτελ εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας.[27]
2006
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι προεδρικές εκλογές της Εσθονίας του 2006 διεξήχθησαν σε τέσσερις γύρους, οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν στις 28 και 29 Αυγούστου,[28] και στις 23 Σεπτεμβρίου 2006.[28] Οι τρεις πρώτοι γύροι των προεδρικών εκλογών διεξήχθησαν εντός της Riigikogu, του Κοινοβουλίου της Εσθονίας, όπως προβλέπεται από τον εκλογικό νόμο. Οι δύο επικρατέστεροι υποψήφιοι, η Ένε Έργκμα και ο Τόμας Χέντρικ Ίλβες, δεν εξελέγησαν καθώς δεν συγκέντρωσαν την απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων στη Riigikogu.
Καθώς η Riigikogu δεν κατάφερε να εκλέξει πρόεδρο εντός των τριών πρώτων γύρων, σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο της Εσθονίας έπρεπε να συγκληθεί ένα εκλογικό σώμα για την εκλογή προέδρου. Το σώμα αυτό συνεκλήθη στις 23 Σεπτεμβρίου και ο Ίλβες επικράτησε επί του άλλου υποψηφίου και εν ενεργεία προέδρου, Άρνολντ Ρίτελ, συγκεντρώνοντας την πλειοψηφία των ψήφων στο εκλογικό σώμα.[29]
2011
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 29 Αυγούστου 2011 ο Τόμας Χέντρικ Ίλβες επανεξελέγη Πρόεδρος από το Κοινοβούλιο (που απαρτίζεται από 101 μέλη) για δεύτερη συνεχόμενη θητεία 5 ετών. Υποστηρίχτηκε από 73 βουλευτές και έγινε ο πρώτος υποψήφιος για την προεδρία που εξελέγη από τον πρώτο γύρο από το 1991, όταν η Εσθονία ανέκτησε την ανεξαρτησία της. Ο μοναδικός αντίπαλος υποψήφιος του Ίλβες, ο Ίντρεκ Τάραντ πήρε 25 ψήφους. Βρέθηκαν επίσης 1 λευκό ψηφοδέλτιο και 1 άκυρο.[30]
2016
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Κέρστι Κάλιουλαϊντ εξελέγη στις 2 Οκτωβρίου 2016 Πρόεδρος της Εσθονίας, με θητεία που ξεκίνησε στις 10 Οκτωβρίου 2016. Έγινε η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Εσθονίας από τότε που η χώρα κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1918, καθώς και η νεότερος κάτοχος της θέσης, με ηλικία 46 ετών.[31] Έπειτα από αρκετούς γύρους στις προεδρικές εκλογές του 2016 που κατέληξαν σε αποτυχία, προτάθηκε από την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών κομμάτων ως κοινή υποψήφια για πρόεδρος της Εσθονίας. Κέρδισε τις εκλογές με 81 ψήφους υπέρ και 17 παρόντες.
Δημοψηφίσματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]1923
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δημοψήφισμα για την επαναφορά της προαιρετικής θρησκευτικής εκπαίδευσης στα δημόσια σχολεία διεξήχθη στην Εσθονία μεταξύ 17 και 19 Φεβρουαρίου 1923. Εγκρίθηκε από το 71,9% των ψηφοφόρων με συμμετοχή 66,2%.[32]
1932, Ιούνιος και Οκτώβριος 1933
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Συνταγματικό δημοψήφισμα διεξήχθη στην Εσθονία μεταξύ 14 και 16 Οκτωβρίου 1933. Αφού δύο νέες συνταγματικές προτάσεις που είχαν κατατεθεί από το Κοινοβούλιο απορρίφθηκαν με δημοψηφίσματα το 1932 και τον Ιούνιο του 1933, μια τρίτη πρόταση που κατατέθηκε από το ριζοσπαστικό δεξιό Κίνημα Βετεράνων του Πολέμου της Ανεξαρτησίας εγκρίθηκε από το 72,7% των ψηφοφόρων, με συμμετοχή 77,9%.[33]
1936
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δημοψήφισμα για τη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης με σκοπό τη σύνταξη νέου συντάγματος διεξήχθη στην Εσθονία μεταξύ 23 και 25 Φεβρουαρίου 1936.[34] Το αποτέλεσμα εγκρίθηκε από το 76,1% των ψηφοφόρων με συμμετοχή 82,9%. Οι εκλογές για την Εθνοσυνέλευση πραγματοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο.
1991
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία διεξήχθη στη ΣΣΔ Εσθονίας στις 3 Μαρτίου 1991, ταυτόχρονα με παρόμοιο δημοψήφισμα στη ΣΣΔ Λετονίας την ίδια ημέρα. Το αποτέλεσμα εγκρίθηκε από το 78% των ψηφοφόρων με συμμετοχή 83%. Η ανεξαρτησία αποκαταστάθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο της Εσθονίας τη νύχτα της 20ής Αυγούστου.[35] Στους ψηφοφόρους τέθηκε το ερώτημα: «Θέλετε την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Εσθονίας;»[36][37]
1992
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δημοψήφισμα για νέο σύνταγμα και την ιθαγένεια διεξήχθη στην Εσθονία στις 28 Ιουνίου 1992.[38] Οι ψηφοφόροι κλήθηκαν να αποφασίσουν αν εγκρίνουν το νέο σύνταγμα που συνέταξε η Συνταγματική Συνέλευση και την επέκταση του δικαιώματος ψήφου σε όσους είχαν υποβάλει αίτηση για εσθονική ιθαγένεια έως τις 5 Ιουνίου.[39] Το νέο σύνταγμα εγκρίθηκε από το 92% των ψηφοφόρων, ενώ η επέκταση του εκλογικού δικαιώματος απορρίφθηκε από το 53%.Η συμμετοχή στις κάλπες ανήλθε στο 67%.
2003
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 14 Σεπτεμβρίου 2003 διεξήχθη δημοψήφισμα με συμμετοχή 64,06% για να αποφασιστεί αν η Εσθονία θα έπρεπε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Λίγο παραπάνω από τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων ψήφισαν Υπέρ (66,83% υπέρ έναντι 33,17% κατά) και η Εσθονία εντάχθηκε στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004.[40]
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Miljan, Toivo (2004). Historical Dictionary of Estonia. ISBN 978-0-8108-4904-4.
- ↑ Χρονολόγιο στο riigikogu.ee
- ↑ Historical Dictionary of Estonia; p. 140 (ISBN 0-8108-4904-6)
- 1 2 3 Dieter Nohlen & Philip Stöver (2010) Elections in Europe: A data handbook, p574 (ISBN 978-3-8329-5609-7)
- ↑ Nohlen & Stöver, p581
- ↑ Vincent E. McHale (1983) Political parties of Europe, Greenwood Press, p380 (ISBN 0-313-23804-9)
- ↑ Nohlen & Stöver, p587
- ↑ Elections of the lower chamber of the parliament and establishing the Soviet order in Estonia in 1940 Estonica
- ↑ Marek, Krystyna (1968). Identity and Continuity of States in Public International Law. Librairie Droz. σελ. 386. ISBN 9782600040440.
- ↑ The Soviet Era, 1940-85 Library of Congress Country Studies
- ↑ Olev Liivik "Formation of the Supreme Soviet of the ESSR: Elections and the principles of assembling Αρχειοθετήθηκε 2013-10-04 στο Wayback Machine." Estonian Institute of Historical Memory, p3
- ↑ Silver, Brian D.; Titma, Mikk (1996). «Support for an Independent Estonia». International Journal of Sociology 26 (2): 3–24. doi:. https://archive.org/details/sim_international-journal-of-sociology_summer-1996_26_2/page/n3.
- ↑ Payerhin, Marek (2 Σεπτεμβρίου 2016). Nordic, Central, and Southeastern Europe 2016-2017 (στα Αγγλικά). Rowman & Littlefield. σελ. 135. ISBN 9781475828979.
- ↑ Eesti NSV / Eesti Vabariigi Ülemnõukogu XII koosseis. Eesti Rahvusraamatukogu, 29.03.1990–29.09.1992. Tallinn, 2013
- 1 2 Grofman, Bernard; Mikkel, Evald; Taagepera, Rein (1999). «Electoral systems change in Estonia, 1989–1993». Journal of Baltic Studies 30 (3): 227–249. doi:. https://escholarship.org/uc/item/9510610w.
- ↑ Núñez, Lidia; Jaakson, Lauri. «Electoral System Change in Europe since 1945: Estonia». Electoral System Change in Europe Since 1945. https://www.electoralsystemchanges.eu/Files/media/MEDIA_133/FILE/Estonia_summary.pdf.
- ↑ Grofman, Bernard, Evald Mikkel, and Rein Taagepera. "Electoral Systems Change in Estonia, 1989–1993" Journal of Baltic Studies 30, no. 3 (September 1999): 227–49
- ↑ https://archive.fairvote.org/articles/reilly.pdf [bare URL PDF]
- ↑ Estonia: Parliamentary Chamber: Riigikogu: Elections held in 1999 Inter-Parliamentary Union
- ↑ Wines, Michael (4 Μαρτίου 2003). «World Briefing Europe: Estonia: Leftists Reeling After Election». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2009.
- ↑ Savisaar's and Kruuda's mutual gifts
- ↑ Lõhestaja number üks Αρχειοθετήθηκε 2007-10-06 στο Wayback Machine. Postimees
- ↑ ERR, ERR News, ERR | (31 Αυγούστου 2021). «Alar Karis elected President of Estonia». ERR (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 31 Αυγούστου 2021.
- ↑ «Konstantin Päts valiti Eesti Vabariigi Presidendiks» [Konstantin Päts was elected President of the Republic of Estonia] (στα Εσθονικά) (48). Sakala. 25 Απριλίου 1934.
- 1 2 «President of the Republic of Estonia Elections - Past elections - Estonian National Electoral Committee». www.vvk.ee (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2021.
- ↑ «Meri uudestaan Viron presidentiksi Arnold Rüütel hävisi vaalin äänin 196-126». Helsingin Sanomat (στα Φινλανδικά). 21 Σεπτεμβρίου 1996. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2021.
- ↑ «President of the Republic of Estonia Elections - Past elections - Estonian National Electoral Committee». www.vvk.ee (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 25 Μαρτίου 2021.
- 1 2 "President of the Republic of Estonia Elections." Valimised
- ↑ "Elections of the President of the Republic of Estonia 2016." Valimised.
- ↑ Ummelas, Ott. «Estonian Lawmakers Approve Second Term for President Ilves». Bloomberg. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2011.
- ↑ Former European auditor Kersti Kaljulaid elected president of Estonia Estonian World, 2016-10-02.
- ↑ Nohlen & Stöver, p579
- ↑ Nohlen & Stöver p566
- ↑ Nohle] et al, p574.
- ↑ Nohlen & Stöver, p567
- ↑ «Otsus referendumi korraldamise kohta Eesti Vabariigi iseseisvuse taastamise küsimuses». riigiteataja. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2017.
- ↑ «Restoration of the independence of Estonia, 1991». riigikogu.ee. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Νοεμβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2017.
- ↑ Ντίτερ Νόλεν & Philip Stöver (2010) Elections in Europe: A data handbook, p574 (ISBN 978-3-8329-5609-7)
- ↑ Nohlen & Stöver, p580
- ↑ «EU Referendum New». City Paper. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Ιουλίου 2007. Ανακτήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2008.