Δίβρη (ΠΓΔΜ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°31′29″N 20°31′40″E / 41.52472°N 20.52778°E / 41.52472; 20.52778

Για τοπωνύμια με την ονομασία Δίβρη, δείτε: Δίβρη
Δίβρη (ΠΓΔΜ)
Άποψη της Δίβρης
Άποψη της Δίβρης
Διοίκηση
Χώρα ΠΓΔΜ ΠΓΔΜ
Περιφέρεια Νοτιοδυτική
Δήμος Δίβρης
Γενικές πληροφορίες
Πληθυσμός 14.561 (2002)
Ιστοσελίδα http://www.dibra.gov.mk/

Η Δίβρη (σλαβομακεδονικά: Дебар/Ντέμπαρ, αλβανικά: Dibër/Dibra ή Dibra e Madhe) είναι πόλη της ΠΓΔΜ και πρωτεύουσα του ομώνυμου Δήμου. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της χώρας δίπλα στην τεχνητή λίμνη που σχηματίζει ο ποταμός Μαύρος Δρίνος, δύο χιλιόμετρα απόσταση από τα αλβανικά σύνορα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2002 είχε 14.561 κατοίκους[1]. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα της πόλης είναι οι Αλβανοί με 10.768 άτομα (το 73,95% του συνολικού πληθυσμού), ακολουθούν οι Τούρκοι με 1.415 άτομα (9,71%) και τρίτη ομάδα είναι οι Τσιγγάνοι με 1.079 άτομα (7,41%). Είναι έτσι η μοναδική πόλη της χώρας, όπου οι Σλαβομακεδόνες δεν είναι ούτε καν η δεύτερη σε πληθυσμό εθνότητα. Επίσημες γλώσσες είναι τα σλαβομακεδονικά και τα αλβανικά. Η πόλη στο παρελθόν αποτέλεσε έδρα της Μητρόπολης Δίβρης. Ξακουστή ήταν επίσης και η περίφημη Σχολή της Δίβρης που γέμισε θαυμάσια ξύλινα τέμπλα όλη τη χερσόνησο του Αίμου[2].

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα της πόλης στα σλαβομακεδονικά είναι Дебар (Ντέμπαρ), στα αλβανικά Dibër/Dibra ή Dibra e Madhe (που σημαίνει Μεγάλη Ντίμπρα, σε αντίθεση με την άλλη Ντίμπρα της Αλβανίας), στα σερβικά Дебар, στα βουλγαρικά Дебър, στα τουρκικά Debre ή Debre-i Bala, στα ελληνικά Δίβρη ή Δίβρα και στα Ρωμαϊκά χρόνια Deborus.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δίβρη περιβάλλεται από τα βουνά Ντέσατ, Στόγκοβο, Γιαμπλάνιτσα και Μπίστρα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 625 μέτρων, δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, τον Ποταμό Μαύρο Δρίνο και τον παραπόταμό του Ράντικα.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής του 2002, η πόλη της Δίβρης έχει πληθυσμό 14.561, που αποτελείται από 10.768 (74,0%) Αλβανούς, 1.415 (9,7%) Τούρκους, 1.079 (7,2%) Ρομά, 1.054 (7,2%) Σλαβομακεδόνες και 245 (1,7%) άλλους.

Πληθυσμός της πόλης της Δίβρης κατά εθνότητες 1948-2002[3]
Eθνοτική
ομάδα
απογραφή 1948 απογραφή 1953 απογραφή 1961 απογραφή 1971 απογραφή 1981 απογραφή 1994 απογραφή 2002
Αριθμός  % Αριθμός  % Αριθμός  % Αριθμός  % Αριθμός  % Αριθμός  % Αριθμός  %
Αλβανοί .. .. 4,122 74.7 4,507 71.3 6,681 75.7 8,625 70.7 9,400 70.5 10,768 74.0
Τούρκους .. .. 53 1.0 195 3.1 367 4.2 573 4.7 1,175 8.8 1,415 9.7
Ρομά .. .. 83 1.5 0 0.0 0 0.0 1,030 8.5 1,103 8.3 1,079 7.4
Σλαβομακεδόνες .. .. 1,110 20.1 1,009 16.0 1,276 14.5 1,106 9.1 1,431 10.7 1,054 7.3
Βλάχοι .. .. 2 0.0 0 0.0 0 0.0 0 0.0 1 0.0 2 0.0
Σέρβοι .. .. 87 1.6 57 0.9 105 1.2 37 0.3 34 0.3 22 0.2
Βόσνιοι .. .. 0 0.0 0 0.0 0 0.0 0 0.0 0 0.0 2 0.0
Αλλοι .. .. 63 1.2 555 8.8 394 4.5 830 6.8 196 1.5 219 1.5
Σύνολο 4,698 5,520 6,323 8,823 12,201 13,340 14,561

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Moνή του Αγίου Ιωάννη Μπιγκόρσκι, κοντά στη Δίβρη.
Tο τζαμί της Δίβρης.

Η αρχαιότερη αναφορά τη Δίβρης είναι με το όνομα ‘Deborus’ σε χάρτη σχεδιασμένο από τον αστρονόμο και χαρτογράφο Πτολεμαίο το 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ γνώριζε την ύπαρξη της, και ο Φέλιξ Πέτανσιτς την αναφέρει σαν Δίβρη το 1502.

Η πόλη μεταγενέστερα κατακτήθηκε από την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, της οποίας ηγεμόνας ήταν ο Τσάρος Σαμουήλ. Οταν αυτός ηττήθηκε το 1014 από το Βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ η Δίβρη υπήχθη στην Επισκοπή του Μοναστηρίου. Ο Βοϊμόνδος Α΄ της Αντιόχειας και ο Νορμανδικός στρατός του κατέλαβαν την πόλη το 1107. Το 13ο και το 14ο αιώνα η πόλη άλλαζε συνεχώς χέρια. Διεκδικούνταν από το Δεσποτάτο της Ηπείρου, τη Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη Σερβία.

Η πόλη ήταν για 24 χρόνια (1371-1395) κάτω από την ηγεμονία του πρίγκιπα Μάρκο ως τμήμα της Ηγεμονίας του Πρίλεπ, που διαδέχτηκε τη Σερβική Αυτοκρατορία (1346-1371), όπου ο πατέρας του Μάρκο, Ζούπαν Βούκασιν Μργιάνσεβιτς (συνηγεμόνας του βασιλιά Ούρος του 2ου) κυβερνούσε την περιοχή. Η περιοχή πέρασε στα χέρια των Οθωμανών το 1395 και στη συνέχεια έγινε η έδρα του Σαντζακίου της Ντίμπρα. Το 1440 ο Σκεντέρμπεης διορίστηκε "σαντζάκμπεης".

Ο Γεώργιος Καστριώτης κατόρθωσε να ενώσει όλη την Αλβανία το 1444. Ένα άγαλμα του Σκέντερμπεγκ μεγέθους μεγαλύτερου του φυσικού κοσμεί το κέντρο της Δίβρης, δείχνοντας την αγάπη που οι ντόπιοι έχουν για το πρόσωπό του. Κατά τη διάρκεια των Οθωμανοαλβανικών πολέμων 1443-1479 η περιοχή της Δίβρης ήταν η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των Οθωμανών και του Συνδέσμου του Λέτζε υπό την ηγεσία του Σκεντέρμπεη και περιοχή συνεχών σύγκρουσρων. Υπήρχαν δύο μεγάλες μάχες κοντά στη Δίβρη, στις 29 του Ιούνη του 1444 και στις 27 Σεπτεμβρίου 1446, που και οι δύο έληξαν με την ήττα των οθωμανικών στρατευμάτων.

Η Δίβρη καταλήφθηκε για ακόμη μια φορά από τους Τούρκους και έγινε γνωστή ως Ντέμπρε. Η πόλη συνεχώς επαναστατούσε εναντίον των Τούρκων, λόγω του πλούτου των πολλών Τούρκων μπέηδων και αγάδων που ζούσαν από τους τοπικούς φόρους και τη γεωργία. Η Τουρκοκρατία έφερε επίσης στη Δίβρη το εμπόριο και το κέντρο της πόλης μεγάλωσε και έγινε γνωστό για τη βιοτεχνία του. Σώζεται μεγάλο μέρος της αρχιτεκτονικής εκείνης της περιόδου.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η Δίβρη επαναστάτησε εναντίον του Σουλτάνου, ο Γάλλος περιηγητής, αρθρογράφος και επιστήμονας Αμί Μπουέ παρατήρησε ότι η Δίβρη είχε 64 καταστήματα και 4.200 κατοίκους. Ήταν αρχικά κέντρο σαντζακίου στο Βιλαέτι του Σκούταρι πριν από το 1877 και στη συνέχεια στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου μεταξύ 1877-1912 ως Ντέμπρε ή Ντέμπρε-ι Μπάλα ("Άνω Ντέμπρε" στην οθωμανική τουρκική, σε αντίθεση με το Ντέμπρε-ι Ζιρ, που ήταν το τουρκικό όνομα της [[Επισκοπή (Ντίμπρας)|Επισκοπής] ). Η Δίβρη συμμετείχε σημαντικά στο εθνικό Αλβανικό κίνημα και την 1η Νοεμβρίου 1878 οι Αλβανοί ηγέτες της πόλης συμμετείχαν στην ίδρυση της Λίγκας του Πρίζρεν. Το 1907 συνήλθε στην πόλη η Συνέλευση της Δίβρης, που κήρυξε την αλβανική ως επίσημη γλώσσα στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συνέλευση αποφάσισε τη νόμιμη διδασκαλία της αλβανικής στα σχολεία για πρώτη φορά εντός της Αυτοκρατορίας.

Δυνάμεις του Μπάλι Κομπετάρ στη Δίβρη

Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 η Δίβρη ανακαταλήφθηκε από τους Αλβανούς, αλλά στη συνέχεια παραχωρήθηκε στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων ως ανταμοιβή για τη βοήθεια προς τους Συμμάχους κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια, πολλοί Σέρβοι και Μαυροβούνιοι ενθαρρύνθηκαν να εγκατασταθούν στη Δίβρη, συνηθισμένη τακτική για της εξασφάλιση της πλρέστερης ενσωμάτωσης των νεοαποκτηθέντων εδαφών στη μητέρα πατρίδα. Η πόλη καταλήφθηκε από το Βασίλειο της Βουλγαρίας μεταξύ 1915 και 1918.

Μεταξύ 1929-1941 η Δίβρη ανήκε στη Μπανόβινα του Βαρδάρη του |Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας.

Η Δίβρη προσαρτήθηκε, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής σημερινής πΓΔΜ, στο ελεγχόμενο από την Ιταλία Βασίλειο της Αλβανίας στις 17 Απριλίου του 1941, μετά την εισβολή του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Μεγάλη Αλβανία ήταν επίσημα προτεκτοράτο της Ιταλίας και, ως εκ τούτου, αρμοδιότητες της δημόσιας διοίκησης είχαν περάσει στις αλβανικές αρχές. Στη Δίβρη ιδρύθηκαν αλβανόγλωσσα σχολεία , ραδιοφωνικοί σταθμοί και εφημερίδες. Όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε το Σεπτέμβριο του 1943, η Δίβρη πέρασε στα χέρια των Γερμανών. Το 1944, μετά από δίμηνο αγώνα για την πόλη μεταξύ τού κομμουνιστικού Αλβανικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μέτωπου και των Γερμανικών δυνάμεων που κατείχαν την πόλη, μαζί με τη Μεραρχία SS Σκεντέρμπεης, οι κομμουνιστές με επικεφαλής τον Χατζί Λέσι κατέλαβαν τελικά τη Δίβρη στις 30 Αυγούστου 1944. Μετά την παύση των εχθροπραξιών με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού τόσο στην Αλβανία όσο και στη Γιουγκοσλαβία, η Δίβρη επανήλθε στη Γιουγκοσλαβία.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγαλμα του Σκεντέρμπεη στη Δίβρη

Μερικοί από τους καλύτερους τεχνίτες, μάστορες της ξυλογλυπτικής και χτίστες προέρχονταν από την περιοχή της Δίβρης και αναγνωρίστηκαν για τις ικανότητές τους στην κατασκευή λεπτοδουλεμένων και εντυπωσιακών ξυλόγλυπτων, τη ζωγραφική όμορφων εικόνων και τη μοναδική τους αρχιτεκτονική. Στην πραγματικότητα η Δίβρη ήταν μια από τις τότε τρεις φημισμένες σχολές ξυλογλυπτικής στην περιοχή, οι άλλες δύο ήταν το Σάμοκοβ και το Μπάνσκο. Το έργο τους σώζεται σε πολλές εκκλησίες και πολιτιστικά κτίρια σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο. Η Σχολή ξυλογλυπτικής Μίγιακ έγινε γνωστή για την καλλιτεχνική υπεροχή της και ένα καταπληκτικό παράδειγμα που μπορεί να δουν σήμερα οι τουρίστες είναι το τέμπλο στη γειτονική Μονή του Αγίου Ιωάννη Μπιγκόρσκι. Το μοναστήρι ξαναχτίστηκε το 19ο αιώνα και βρίσκεται στις πλαγιές του βουνού Μπίστρα, πάνω από τις όχθες του ποταμού Ράντικα. Το μοναστήρι χτίστηκε πάνω στα ερείπια παλαιότερου ναού που χρονολογείται από το 1021.

Αλλο σημαντικό θρησκευτικό μνημείο είναι το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Ράιτσιτσα, κοντά στην πόλη, που χτίστηκε πρόσφατα.

Στο Γρηγόρη Σταυρίδης (Παρλίτσεφ) δόθηκε ο τίτλος Δεύτερος Όμηρος το 1860 στην Αθήνα, για το ποίημά του Ο Αμαρτωλός. Βασισμένο σε ένα λαϊκό ποίημα, ασχολείται με τα κατορθώματα και τον ηρωικό θάνατο του Κουζμάν Καπιντάν, περίφημου ήρωα και προστάτη των Χριστιανών στην περιοχή της Δίβρης στον αγώνα τους με τους ληστές.

Μερικά από τα παλαιότερα και πλουσιότερα αλβανικά έπη εξακολουθούν να υπάρχουν στην περιοχή της Δίβρης και είναι μέρος της αλβανικής θρυλικής κληρονομιάς.

Ανθρωποι από τη Δίβρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]