Γκουόβνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 51°57′51″N 19°42′42″E / 51.96417°N 19.71167°E / 51.96417; 19.71167


Γκουόβνο
Kościół Świętego Jakuba w Głownie.jpg
POL Glowno flag.jpg
Σημαία
POL Głowno COA.svg
Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Γκουόβνο
51°57′51″N 19°42′42″E
ΧώραΠολωνία[1]
Διοικητική υπαγωγήΠόβιατ Ζγκιες
Έκταση19,82 km²
Ταχ. κωδ.95-015
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Γκουόβνο (πολωνικά: Głowno) είναι πόλη και κοινότητα του Πόβιατ Ζγκιες στο Βοεβοδάτο Λοτζ στην Πολωνία. Βρίσκεται περίπου 25 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Λοτζ. Η πόλη ανήκε διοικητικά στο Βοεβοδάτο Λοτζ από το 1975 έως το 1998. Σύμφωνα με στοιχεία του 2016, η πόλη είχε 14.534 κατοίκους.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ο πρώτος οικισμός στο σημερινό Γκουόβνο πιστεύεται ότι εμφανίστηκε τον 11ο αιώνα, η πρώτη πόλη οργανώθηκε στις αρχές του 15ου αιώνα κοντά σε εμπορική οδό από το Δουκάτο της Μασοβίας, ένα πολωνικό φέουδο, στο Βασίλειο της Πολωνίας. Ο φεουδάρχης της Ράβα Μαζοβιέτσκα και αναπληρωτής διοικητής του Σοχάτσεφ, Γιάκουμπ Γκουοβόνσκι (Jakub Głowiński), ίδρυσε την πρώτη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία του Γκουόβνο, η οποία αφιερώθηκε στις 11 Μαρτίου 1420 ως Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου. Κατόπιν αιτήματος του Γιάκουμπ, ο Δούκας Σιεμόβιτ Ε΄ της Μαζοβίας παραχώρησε προνόμια πόλης βάσει του νόμου του Κουλμ. Τα προνόμια πόλης διατηρήθηκαν μέχρι τη σύγχρονη εποχή, με διακοπή μεταξύ των ετών 1870-1925.

Με την ενσωμάτωση του Δουκάτου της Ράβα στο Βασίλειο της Πολωνίας ως αντεστραμμένο φέουδο το 1462 ιδρύθηκε το Βοεβοδάτο Ράβα, το οποίο ήταν επίσης μέρος της Επαρχίας Μείζονος Πολωνίας του Πολωνικού Στέμματος. Το Γκουόβνο ανήκε σε αυτό το βοεβοδάτο έως το 1793 ή τον δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας. Το 1504, μια πυρκαγιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης, οπότε ο Βασιλιάς Αλέξανδρος της Πολωνίας ανέστειλε τη φορολογία για τους κατοίκους της για δέκα χρόνια. Το 1522, μια δεύτερη πυρκαγιά έπληξε την πόλη και ο Βασιλιάς Σιγισμούνδος Α΄ της Πολωνίας παραχώρησε άλλη μια 10ετή φορολογική απαλλαγή. Λόγω του Κατακλυσμού και της εξέγερσης υπό τον Γέζι Σεμπάστιαν Λουμπομίρσκι, ο πληθυσμός μειώθηκε σοβαρά, και το 1676, μόνο 74 άτομα ζούσαν στο Γκουόβνο, αλλά υπό την κυριαρχία του Βασιλιά Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι ο πληθυσμός της πόλης ανέκαμψε κάπως. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Βόρειου Πολέμου, η πόλη και η εκκλησία λεηλατήθηκαν από σαξονικά και σουηδικά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένης μιας σύντομης αλλά καταστροφικής παραμονής από τον Βασιλιά Κάρολο ΙΑ΄ της Σουηδίας και τα στρατεύματα του το 1704, που καταγράφηκε από τον ενοριακό ιερέα της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου. Ακολούθως, το 1710, μια επιδημία χτύπησε, σκοτώνοντας κατοίκους από τοπικούς ευγενείς έως τον απλό λαό της πόλης, και η πόλη σχεδόν αφανίστηκε. Τέλος, η πόλη πουλήθηκε στον Μπαλτάζαρ Τσιετσιέρσκι, δικαστή του Ντροχίτσιν. Μετά τη δεκαετία του 1730 και ίσως πιο κοντά στο 1750, ο νέος ιδιοκτήτης άρχισε να εγκαθιστά Εβραίους εκεί, προκειμένου να δημιουργήσει εισόδημα από την κλωστοϋφαντουργία. Το 1741, ο Βασιλιάς Αύγουστος Γ΄ της Πολωνίας παραχώρησε προνόμια αγοράς στην πόλη του Τσιετσιέρσκι, επιτρέποντας στην πόλη να πραγματοποιήσει τέσσερις ετήσιες εκθέσεις κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους. Το 1775, υπήρχαν 60 νοικοκυριά που πλήρωναν φόρους στην πόλη.

1793-1939[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χτισμένο το 1840, το αρχοντικό Ζαμπζέζνια ανήκε για τελευταία φορά στην Κόμισσα Αλεξάντρα Κομορόφσκα.

Το 1793, πραγματοποιήθηκε ο δεύτερος διαμελισμός της Πολωνίας, όπου η πόλη καταλήφθηκε από το Βασίλειο της Πρωσίας. Με την αναβίωση της πολωνικής πολιτείας και την ίδρυση του Δουκάτου της Βαρσοβίας το 1806, η περιοχή ενσωματώθηκε σε αυτήν. Το 1815, μετά την ήττα της Ναπολέοντα Α΄ η πόλη έπεσε στους Ρώσους και έγινε μέρος του νεοσύστατης Πολωνίας του Συνεδρίου.

Το 1869, οι ρωσικές κατοχικές αρχές αφαίρεσαν τα προνόμια πόλης του Γκουόβνο, ένα ισχυρό ποινικό μέτρο που προοριζόταν ως ταπείνωση για τη συμμετοχή των πολιτών του στην Ιανουαριανή Εξέγερση. Το 1870, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ της Ρωσίας υποβάθμισε έναν μεγάλο αριθμό πόλεων της Πολωνίας σε χωριά σε όλες τις πολωνικές περιοχές υπό ρωσική διοίκηση και το Γκουόβνο υπέστη την ίδια μοίρα.

Το 1903, η σιδηροδρομική σύνδεση μεταξύ Βαρσοβίας και Λοτζ κατασκευάστηκε μέσω του Γκουόβνο, αντιπροσωπεύοντας έτσι έναν θετικό παράγοντα για την οικονομία. Η πρώτη εθελοντική πυροσβεστική υπηρεσία ιδρύθηκε το 1908. Το 1924, η εταιρεία «Buch and Werner Norblin Brothers» άνοιξε ένα εργοστάσιο στο Γκουόβνο. Με την αναβίωση της Πολωνικής Δημοκρατίας το 1918, η νέα πολωνική κυβέρνηση επανέφερε το χαμένο καθεστώς και τα προνόμια πόλης το 1925.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζικός τάφος 24 Πολωνών που δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς σε δύο μαζικές εκτελέσεις το 1943 και το 1944.

Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η περιοχή ήταν μια σκηνή της Μάχης του Μπζούρα και μερικές μάχες σημειώθηκαν στην περιοχή του Γκουόβνο. Η πόλη καταλήφθηκε από την γερμανική Βέρμαχτ κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Η ναζιστική γερμανική διοίκηση ιδρύθηκε και το Γκουόβνο έγινε μέρος της γερμανικής διοικητικής μονάδας γνωστής ως Γενικό Κυβερνείο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, στο Γκουόβνο σημειώθηκαν πολλές πράξεις πολωνικής αντίστασης από τον Εσωτερικό Στρατό, κ.α., συμπεριλαμβανομένης της παράνομης εκτέλεσης ενός Ρωμαιοκαθολικού ιερέα που εργάστηκε ως πληροφοριοδότης της ναζιστικής αστυνομίας. Τα ναζιστικά αντίποινα πήραν τη ζωή πολλών πολιτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δολοφονήθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις στο νεκροταφείο της πόλης και στο εσωτερικό της γερμανικής αστυνομικής έδρας της πόλης, καθώς και στη διαβόητη φυλακή Πάβιακ της Βαρσοβίας. Πολλοί πολίτες αναγκάστηκαν να σε καταναγκαστική εργασία για τους Γερμανούς και μερικοί μεταφέρθηκαν σε διάφορα εργοστάσια και αγροκτήματα σε όλη τη Γερμανία.

Οι γερμανικές αρχές δημιούργησαν ένα εβραϊκό γκέτο στο Γκουόβνο τον Μάιο του 1940, προκειμένου να περιορίσουν τον εβραϊκό πληθυσμό της με σκοπό το διωγμό και την εκμετάλλευση.[3] Το γκέτο εκκαθαρίστηκε τον Μάρτιο του 1941, όταν και οι 5.600 κάτοικοί του μεταφέρθηκαν με φορτηγά βοοειδών στο Γουόβιτς και από εκεί στο Γκέτο της Βαρσοβίας, το μεγαλύτερο γκέτο σε όλη τη ναζιστική κατεχόμενη Ευρώπη, με πάνω από 400.000 Εβραίους να συνωστίζονται σε μια περιοχή 3,4 χλμ2, ή 7,2 άτομα ανά δωμάτιο.[4] Μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Πολωνίας, ούτε ένα εβραϊκό γκέτο δεν παρέμεινε στα πολωνικά εδάφη.

Τον Αύγουστο του 1943 και τον Μάρτιο του 1944, οι Γερμανοί πραγματοποίησαν δύο σφαγές 14 και 10 Πολωνών, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης της Βαρσοβίας, τον Αύγουστο του 1944, οι Γερμανοί απέλασαν 3.000 Βαρσοβιανούς από το στρατόπεδο Ντούλαγκ 121 στο Προύσκουφ, όπου είχαν αρχικά φυλακιστεί, στο Γκουόβνο.[5] Αυτοί οι Πολωνοί ήταν κυρίως ηλικιωμένοι και γυναίκες με παιδιά, πολλοί στάλθηκαν σε κοντινά χωριά, ενώ πάνω από 1.000 έμειναν στην πόλη και στη γκμίνα από τα μέσα Νοεμβρίου 1944.

Ο Σοβιετικός Κόκκινος Στρατός κατέλαβε το Γκουόβνο τον Ιανουάριο του 1945 και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Πολωνία, ωστόσο με ένα σοβιετικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο στη συνέχεια παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την πτώση του κομμουνισμού στη δεκαετία του 1980.

Μετά το 1945[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχε αντικομμουνιστική αντίσταση, από τους καταραμένους στρατιώτες, μέσα και γύρω από την πόλη. Μετά τον πόλεμο χτίστηκαν πολλά εργοστάσια στην πόλη και καθώς ο πληθυσμός αυξήθηκε χτίστηκαν σχολεία και γενικά η πόλη ευημερούσε μέχρι την κρίση της δεκαετίας του 1980, όταν μαζί με την υπόλοιπη πόλη και τους κατοίκους της υπέστησαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και με τη μείωση των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, πολλοί από τους πολλούς εργάτες έγιναν μέλη του Κινήματος Αλληλεγγύης. Στη δεκαετία του 1990, υπό την Τρίτη Πολωνική Δημοκρατία, η πόλη και οι κάτοικοι στην αρχή ευημερούσαν, ωστόσο μαστίστηκαν από την χαμηλή ποιότητα ζωής, ειδικά με την αύξηση στα εργοστάσια και στις κατασκευές υφασμάτων και αυτοκινήτων, αλλά αυτή η έκρηξη υπέστη κατάρρευση μέχρι το τέλος της δεκαετίας, με τις περισσότερες κλωστοϋφαντουργίες να πτωχεύουν και εργοστάσια να αντιμετωπίζουν κλείσιμο. Μετά την ένταξη της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλοί κάτοικοι της πόλης έφυγαν αναζητώντας καλύτερη ζωή στην κοντινή πρωτεύουσα, Βαρσοβία και στο Πόζναν, και ένας ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός μετανάστευσε στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το 2010 στη Γερμανία και ορισμένοι στην Ιταλία, και ο πληθυσμός της πόλης μειώθηκε.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοπική ποδοσφαιρική ομάδα είναι η Σταλ Γκουόβνο. Αγωνίζεται στις κατώτερες κατηγορίες.

Επίτιμοι πολίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γκουόβνο είναι αδελφοποιημένο με:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 45322. Ανακτήθηκε στις 6  Αυγούστου 2018.
  2. Population. Size and Structure and Vital Statistics in Poland by Territorial Division in 2016, as of December 31 (PDF). Βαρσοβία: Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία. 2017. σελ. 118. 
  3. "The War Against The Jews." The Holocaust Chronicle, 2009. Σικάγο. Πρόσβαση στις 21 Ιουνίου 2011.
  4. Γκέτο της Βαρσοβίας, Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ουάσινγκτον
  5. «Warszawiacy na terenie powiatu łowickiego». Muzeum Dulag 121 (στα Πολωνικά). Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]