Καταραμένοι στρατιώτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μνημείο για τον Στρατό της Πατρίδας στη Πολωνία.

Ο όρος καταραμένοι στρατιώτες αναφέρεται στους Πολωνούς αντάρτες που μάχονταν εναντίον των Σοβιετικών και κομμουνιστικών αρχών γύρω στο 1945 και είναι το σύμβολο διαφόρων μορφών του εορτασμού τους.[1] Η ονομασία τους προέρχεται από την κομμουνιστική προπαγάνδα[2] . Οι συγκεκριμένοι στρατιώτες κατόρθωσαν να προκαλέσουν αρκετές ζημιές στο αντίπαλο καθεστώς. Αποτελούμενοι κατά κύριο λόγο από στρατιώτες του Στρατού της Πατρίδας επιτέθηκαν σε αστυνομικούς σταθμούς, κατασκηνώσεις συγκέντρωσης κομμουνιστών και σε μέλη κομμουνιστικών οργανώσεων.[2] Οι Σοβιετικοί απάντησαν με ομαδικές εκτελέσεις και βασανισμούς στις Πολωνικές φυλακές, αλλά και εξορία στην Σιβηρία . Bάσει των επίσημων αρχείων μόνο οι εκτελεσθέντες των καταραμένων στρατιωτών ξεπέρασαν τους 6000 άνδρες και γυναίκες, ενώ υπολογίζεται ότι περίπου 21.000 πέθαναν στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.[3] Ο τελευταίος καταραμένος στρατιώτης Γιοσέφ Φράντσακ σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1963 πάνω στη μάχη του με μια 35μελή επιχειρησιακή ομάδα των Σοβιετικών.[4]

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάιο του 1945, οι Πολωνοί αντιστασιακοί,με αρχηγό τον Φρανσίσεκ Πρισιένιανσκ (Franciszek Przysiężniak), σκότωσαν περίπου 70 Σοβιετικούς μυστικούς πράκτορες σε έναν οικισμό κοντά στη κοινότητα Κιριλόβκα.[2] Ο Βλάντισλαβ Γκομούλκα, ο γενικός γραμματέας του Εργατικού Κόμματος Πολωνίας, επισήμανε ότι οι στρατιώτες του Στρατού της Πατρίδας αποδείχθηκαν εχθρικό στοιχείο που πρέπει να αφαιρεθεί. Το 1956 35.000 πρώην στρατιώτες του Εσωτερικού Στρατού απελευθερώθηκαν από τις Πολωνικές φυλακές αλλά οι διώξεις συνεχίστηκαν μέχρι το 1963, με το θάνατο του Γιοσέφ Φράντσακ.[5]

Αναγνώριση του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες προσπάθειες αμφισβήτησης της επίσημα προωθημένης ερμηνείας των Σοβιετικών άρχισαν στις δεκαετίες του 1970 και 1980 από μετανάστες Πολωνούς συγγραφείς που ζούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν πρώην αντάρτες.[1]Η εφεύρεση και αναγνώριση του όρου των καταραμένων στρατιωτών αποτελείται από τρία στάδια: η κληρονομιά τους διεκδικήθηκε από τη λαϊκή γνώμη στα τέλη της δεκαετίας του 1980, σταδιακά αναγνωρίστηκε από το κράτος γύρω στο 2011 και τελικά επισημοποιήθηκε από μια πολιτική δύναμη το 2015.[1] Οι ποινές του Στρατού της Παρτίδας, που είχαν επιβληθεί από τους Σοβιετικούς, αναθεωρήθηκαν το 1989.[5]Από τo 2011 στην Πολωνία η 1η Μαρτίου κάθε έτους τιμάται η ''Ημέρα Μνήμης των Καταραμένων Στρατιωτών''.[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Kończal, Kornelia (2019-08-21). «The Invention of the “Cursed Soldiers” and Its Opponents: Post-war Partisan Struggle in Contemporary Poland» (στα αγγλικά). East European Politics and Societies: and Cultures 34 (1): 67–95. doi:10.1177/0888325419865332. ISSN 0888-3254. https://doi.org/10.1177/0888325419865332. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Kostov, Chris (14 Μαΐου 2015). The Communist Century: From Revolution To Decay: 1917 to 2000. Andrews UK Limited. ISBN 978-1-78538-217-8. 
  3. «"Καταραμένοι" στρατιώτες: Αντίσταση μετά τον Β' ΠΠ στους Σοβιετικούς» (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2020. 
  4. «TVP.PL - TV POLONIA». web.archive.org. 30 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2020. 
  5. 5,0 5,1 «DODATEK SPECJALNY». web.archive.org. 19 Δεκεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2020. 
  6. «Οι «Καταραμένοι Στρατιώτες»». POLEMOS NET. 7 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2020.