Ακμπάρ ο Μέγας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ακμπάρ
Mughal akbar.jpg
Περίοδος
εξουσίας
11 Φεβρουαρίου 155627 Οκτωβρίου 1605
Προκάτοχος Χουμαγιούν
Πατέρας Χουμαγιούν
Γέννηση 15 Οκτωβρίου 1542
Ουμαρκότ, Σιντ (στο σημερινό Πακιστάν)
Θάνατος 27 Οκτωβρίου 1605
Άγκρα (στη σημερινή Ινδία)


Ο Αμπού'λ-Φαθ Τζαλάλ-ουντ-Ντιν Μουχάμαντ Ακμπάρ (Abul-Fath Jalal-ud-Din Muhammad Akbar) ή απλούστερα Ακμπάρ ο Μέγας (1542 –1605), ήταν Μογγόλος αυτοκράτορας, γιος του αυτοκράτορα Χουμαγιούν και εγγονός του Ζαχιρουντίν Μουχάμαντ Μπάμπουρ ιδρυτή της μογγολικής δυναστείας στην Ινδία και καταγόταν από τη δυναστεία των Τιμουριδών.

Εκτός από το γεγονός ότι κατέκτησε σχεδόν όλη την Ινδία έμεινε στην ιστορία για την ανεξιθρησκία[1] και την προστασία του πολιτισμού σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις του. Αναφέρεται στην ιστορία μεταξύ άλλων ως καλλιτέχνης, τεχνίτης πολεμιστής, οπλοποιός, σιδηρουργός, εκπαιδευτής άγριων ζώων, στρατηγός, εφευρέτης και θεολόγος[2].

Βίος και πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυτοκράτορας Ακμπάρ

Ο Ακμπάρ γεννήθηκε όταν ο Χουμαγιούν και η πρώτη σύζυγός του, η Χαμίντα Μπάνο, διέφευγαν προς την Περσία εξαιτίας εσωτερικών συγκρούσεων. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιπλανήσεων ήρθε στη ζωή ο Ακμπάρ στην Ουμαρκότ του Σιντχ, στις 15 Οκτωβριου, 1542. Ο μύθος αναφέρει ότι ο Χουμαγιούν προφήτευσε λαμπρό μέλλον για τον γιο του και έτσι τον ονόμασε Ακμπαρ[3].

Ο Ακμπάρ ήταν 13 ετών όταν ενθρονίστηκε στο Δελχί το 1556, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εξάλειψε τη στρατιωτική απειλή των απογόνων του ισχυρού Παστούν Σικάνταρ Σαχ Σουρί, και στη δεύτερη μάχη του Πανιπάτ[4] διεξήγαγε αποφασιστική νίκη κατά του Ινδού στρατηγού Χέμου[4]. Χρειάστηκε σχεδόν δύο δεκαετίες να εδραιώσει την εξουσία του και να εντάξει τις επαρχίες της Βόρειας και Κεντρικής Ινδίας, στην άμεση σφαίρα επιρροής του. Επηρέασε όλη την ινδική υποήπειρο κυβερνώντας το μεγαλύτερο τμήμα της ως αυτοκράτορας. Ως αυτοκράτορας ο Ακμπάρ στερέωσε την εξουσία του, προσεταιριζόμενος την ισχυρή ινδουιστική κάστα Ρατζπούτ, καθώς παντρεύτηκε την πριγκίπισσά τους Χάρκα Μπάι[5].

Η βασιλεία του Ακμπάρ επηρέασε σημαντικά την τέχνη και τον πολιτισμό της αυτοκρατορίας, καθώς υπήρξε προστάτης της τέχνης και της αρχιτεκτονικής. Ενδιαφερόταν επίσης και για τη ζωγραφική και οι τοίχοι των ανακτόρων του ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Εκτός από την ενθάρρυνση της ανάπτυξης μιας αμιγώς μογγολικής σχολής τέχνης ο Ακμπάρ ενδιαφερόταν και για το ευρωπαϊκό ύφος της ζωγραφικής. Ήταν λάτρης της λογοτεχνίας, και στις βιβλιοθήκες του υπήρχαν αρκετά σανσκριτικά έργα μεταφρασμένα στα Περσικά, καθώς επίσης και περσικά έργα, εικονογραφημένα από ζωγράφους της αυλής[6].

Παρόλο που στην αρχή της βασιλείας του o Ακμπάρ δεν ήταν τόσο ανεκτικός απέναντι στους Ινδουιστές και τις άλλες θρησκείες, αργότερα μεταστράφηκε ουσιαστικά, όχι μόνο δείχνοντας ανοχή σε μη ισλαμικές πίστεις, αλλά και καταργώντας ορισμένους αυστηρούς νόμους κατά των αλλοθρήσκων, που υπαγόρευε η σαρία[7]. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια σειρά θρησκευτικών συζητήσεων, στις οποίες οι μουσουλμάνοι διανοητές συζητούσαν θρησκευτικά ζητήματα με Ινδουιστές, Ζαϊνιστές, Ζωροάστρες και Πορτογάλους Ρωμαιοκαθολικούς Ιησουίτες. Αντιμετώπισε τους θρησκευτικούς ηγέτες με μεγάλη προσοχή και τους σεβόταν, ανεξάρτητα από την πίστη τους. Επιπλέον, φέρεται ότι παραχωρούσε εδάφη και χρήματα όχι μόνο για το χτίσιμο και τη συντήρηση μουσουλμανικών τεμένων, αλλά για ένα μεγάλο αριθμό ινδουιστικών ναών στη βόρεια και την κεντρική Ινδία, όπως επίσης για τις χριστιανικές εκκλησίες της Γκόα, δεδομένου ότι ήδη από το 1579 είχε επιτρέψει στους εκεί μοναχούς να επισκέπτονται την αυλή του. Επιπλέον, έβαλε τους γραφείς του να μεταφράσουν την Καινή Διαθήκη και έδειξε ανοχή στη θρησκευτική μεταστροφή παραδειγματικά, επιτρέποντας στους Ιησουίτες να αναθρέψουν έναν από τους γιους του[8].

Ο Ακμπάρ, όπως και άλλα μέλη της οικογένειάς του πιστεύεται ότι ήταν Σουνί Χαναφί μουσουλμάνοι[9]. Τούτο σημαίνει πρακτικά ότι οι μέρες της νεότητάς του κύλησαν σε ένα περιβάλλον που επιδοκίμαζε τα φιλελεύθερα συναισθήματα και απέρριπτε τη στενότητα απόψεων σε θρησκευτικά ζητήματα[10]. Από τον 15ο αιώνα, ήδη αρκετοί κυβερνήτες σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας ασκούσαν μια πιο φιλελεύθερη πολιτική θρησκευτικής ανοχής, προσπαθώντας να προωθήσουν μια κοινοτική ειρήνη μεταξύ των ινδουιστών και των μουσουλμάνων[11]. Τέτοιου είδους ιδέες ενθάρρυναν στην Ινδία διδάσκαλοι όπως ο γκουρού Νανάκ, ο Καμπίρ και ο Καϊτάνυα Μαχαπράμπου[12], ή ο Πέρσης ποιητής Χαφέζ με τους στίχους του, που υποστήριζαν τη συμπάθεια ανάμεσα στους ανθρώπους και περισσότερο φιλελεύθερες κοινωνίες [13]. Επιπλέον ανάμεσα στους διδασκάλους του υπήρχαν δύο Ιρανοί Σιίτες, στους οποίους πιθανώς οφείλεται η τάση του για θρησκευτική ανοχή[14].

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η διαδικασία της διαθρησκειακής επικοινωνίας και του συγκρητισμού είχε ως αποτέλεσμα να του αποδοθούν θρησκευτικές ιδιότητες, τις οποίες συνήθως άφηνε αναπάντητες[15]. Τέτοιες αγιογραφικές αφηγήσεις για τον Ακμπάρ έγιναν από τους Παρσί, τους Ζαϊνιστές και τους Ιησουίτες ιεραπόστολους, καθώς επίσης τη βραχμανική λογοτεχνία και τη μουσουλμανική ορθοδοξία[16]. Οι υπάρχουσες αιρέσεις και δόγματα, καθώς επίσης διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες που εκπροσωπούσαν τη λαϊκή λατρεία συχνά τον διεκδικούσαν. Η ποικιλία δε όλων αυτών των αφηγήσεων, αν μη τι άλλο υποδεικνύει το γεγονός ότι η βασιλεία του κατέληξε στη διαμόρφωση ενός ευέλικτου κεντρικού κράτους που ανέδιδε πολιτισμική ετερογένεια και το προσωπικό κύρος του Ακμπάρ[17].

Ντιν-ι-Ιλαχί, οι προσπάθειες για θρησκευτική ανοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ντιν-ι-Ιλαχί
Θρησκευτική συγκέντρωση διαφορετικών πίστεων στο Ιμπατάτ Χανά στο Φατεπούρ Σικρί.

Ο Ακμπάρ ενδιαφερόταν βαθιά για θρησκευτικά και φιλοσοφικά θέματα. Ορθόδοξος μουσουλμάνος αρχικά, έφθασε αργότερα να επηρεάζεται από τον μυστικισμό των Σούφι, που κήρυτταν σε όλη την επικράτεια εκείνη την εποχή. Σταδιακά απομακρύνθηκε από την ορθοδοξία, συγκεντρώνοντας στην αυλή του αρκετούς ταλαντούχους ανθρώπους με φιλελεύθερες ιδέες, όπως ο Αμπούλ Φαζλ, ο Φαϊζί και ο Μπιρμπάλ. Το 1575, έχτισε μια αίθουσα που ονομαζόταν Ιμπαντάτ Χανά («σπίτι της λατρείας") στο Φατεπούρ Σικρί, στην οποία κάλεσε θεολόγους, μυστικιστές και επιλεγμένους αυλικούς γνωστούς για τις πνευματικές τους ανησυχίες, με τους οποίους συζητούσε ζητήματα σχετικά με την πνευματικότητα[18].

Αυτές οι συζητήσεις περιορίστηκαν αρχικά σε μουσουλμάνους, και οδήγησαν σε σημαντικές διαφωνίες. Αναστατωμένος από την κατάσταση που διαμορφώθηκε, ο Ακμπάρ άνοιξε το Ιμπαντάτ Χανά σε ανθρώπους όλων των θρησκειών, καθώς και σε άθεους, με αποτέλεσμα να διευρυνθεί το πεδίο της συζήτησης ακόμα και σε ζητήματα που έθιγαν το κύρος του Κορανίου και τη φύση του Θεού. Όπως ήταν φυσικό τούτο εξόργισε τους ορθόδοξους θεολόγους, που προσπάθησαν να δυσφημίσουν τον Ακμπάρ, κυκλοφορώντας φήμες για την επιθυμία του να εγκαταλείψει το Ισλάμ[19] ή σε άλλες περιπτώσεις ως επίδειξη της θρησκευτικής του ανωτερότητας[20]. Οι επιλογές του Ακμπάρ, οι αποφάσεις, τα διατάγματα, οι συζητήσεις και οι κανονισμοί του σχετικά με θρησκευτικά ζητήματα προκάλεσαν την κριτική λαμπρών αυλικών του, όπως ο Κουτμπ-ουντ-ντιν Χαν Κόκα και ο Σαχμπάζ Χαν Καμπόχ, που δεν δίστασαν να επικρίνουν τον αυτοκράτορα μέσα στην ίδια την αυλή του.

Η προσπάθεια του Ακμπάρ να δημιουργηθεί ένα κοινό σημείο συνάντησης μεταξύ των εκπροσώπων των διαφόρων θρησκειών δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής. Κάθε εκπρόσωπος προσπάθησε να διεκδικήσει την ανωτερότητα της θρησκείας του, καταγγέλλοντας τις άλλες θρησκείες. Εν τω μεταξύ, οι συζητήσεις στο Ιμπαντάτ Χανά έγιναν περισσότερο έντονες. Αντίθετα με τον αρχικό προορισμό της καλύτερης κατανόησης μεταξύ των θρησκειών, προέκυψαν πικρές διαφωνίες, εξαναγκάζοντάς τον Ακμπάρ να διακόψει τις συζητήσεις το 1582][21]. Παρόλα αυτά, η αλληλεπίδραση του με τους θεολόγους διαφόρων θρησκειών φαίνεται πως τον έπεισε ότι παρά τις διαφορές τους, όλες οι θρησκείες είχαν αρκετές ορθές πρακτικές, τις οποίες προσπάθησε να συνδυάσει σε ένα νέο θρησκευτικό κίνημα, γνωστό ως Ντιν-ι-Ιλαχί[22].

Το Ντιν-ι-Ιλαχί στο σύνολό του ήταν κάτι περισσότερο από ηθικό σύστημα και λέγεται ότι απαγόρευε τη λαγνεία, τον αισθησιασμό, τη συκοφαντία και υπερηφάνεια, θεωρώντας τις αμαρτίες. Η ευσέβεια, η σύνεση, η αποχή και η καλοσύνη ήταν οι αρετές που συγκροτούσαν τον πυρήνα του συστήματος. Η ψυχή σε αυτό το σύστημα ενθαρρύνεται να εξαγνιστεί μέσω της επιθυμίας του Θεού[23]. Η αγαμία ήταν σεβαστή ως θέληση της ψυχής, ενώ η σφαγή των ζώων απαγορευόταν. Το Ντιν-ι-Ιλαχί δεν διέθετε ιερές γραφές, ούτε κάποιου είδους ιερατική ιεραρχία[24].

Έχει υποστηριχθεί ότι η θεώρηση του Ντιν-ι-Ιλαχί ως νέα θρησκεία ήταν λανθασμένη αντίληψη που προέκυψε λόγω εσφαλμένης μετάφρασης του έργου του Αμπούλ Φαζλ από τους βρετανούς ιστορικούς[25]. Ωστόσο, είναι επίσης αποδεκτό ότι η πολιτική της ανεξιθρησκίας (sulh-e-kul), που διαμόρφωνε την ουσία του Ντιν-ι-Ιλαχί, δεν υιοθετήθηκε από τον Ακμπάρ ως θρησκευτική μόνον πρακτική, αλλά ως τμήμα μιας γενικότερης αυτοκρατορικής πολιτικής. Ουσιαστικά ήταν το θεμέλιο της πολιτικής του Ακμπάρ σε ζητήματα θρησκευτικής ανοχής[26]. Έως το 1605, τη χρονιά δηλαδή του θανάτου του από δυσεντερία, δεν έχουν καταγραφεί σημάδια δυσφορίας ανάμεσα στους μουσουλμάνους υπηκόους του, στους οποίους κληροδότησε ισχυρούς δεσμούς φιλίας και θρησκευτικής ανοχής, ακόμη και σύμφωνα με θεολόγους όπως ο Αμπντού'λ Χακ[27].

Κληρονομιά και Θρύλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλεία του Ακμπάρ υπήρξε θέμα των χρονικών του ιστορικού Αμπούλ Φαζάλ (Abul Fazal) στα βιβλία Ακμπαρνάμα (Akbarnama) και Αΐν-ι-Ακμπάρι (Ain-i-akbari). Άλλες σύγχρονες πηγές της βασιλείας Ακμπάρ περιλαμβάνουν τα έργα των ιστορικών Μπανταγιούνι, Σαϊκζάντα Ρασιντί και Σαΐκ Αχμέντ Σιρχιντί.

Ο Ακμπάρ άφησε πίσω από μια πλούσια κληρονομιά, τόσο για την αυτοκρατορία των Μογγόλων, όσο και για την ινδική υποήπειρο γενικότερα. Εδραίωσε σταθερά την κυριαρχία των Μογγόλων στην Ινδία και την επέκτεινε πέρα από τα όρια που κατείχε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα του, ιδιαίτερα την εποχή της απειλής των Αφγανών[28], εγκαθιδρύοντας τη στρατιωτική και διπλωματική του υπεροχή[29]. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, η φύση της μογγολικής αυτοκρατορίας στην Ινδία άλλαξε, έγινε κοσμική και φιλελεύθερη, με έμφαση στην πολυπολιτισμικότητα. Επίσης, εισήγαγε αρκετές διορατικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως η απαγόρευση της καύσης της χήρας, η νομιμοποίηση ενός νέου γάμου για τις χήρες και η αύξηση της ηλικίας γάμου.

Αρκετοί θρύλοι κυκλοφόρησαν γύρω από το όνομά του και στα Μπχαβίσυα Πουρανά, που καταγράφουν τις ιερές ημέρες των Ινδουιστών υπάρχει μια ιδιαίτερη ιστορία ιδιαίτερα για τον Ακμπάρ. Αυτή η ιστορία που έχει τίτλο «Ακμπάρ Μπασχάσα Βάρναν», γραμμένη στα Σανσκριτικά, περιγράφει τη γέννησή του ως «επανενσάρκωση» ενός σοφού που ρίχτηκε στην πυρά, θυσιάζοντας τον εαυτό του, όταν είδε τον πρώτο Μογγόλο κυβερνήτη, τον Μπαμπούρ να γίνεται ο «σκληρός βασιλιάς των μουσουλμάνων». Επίσης, αναφέρει τον Ακμπάρ ως «θαυματουργό παιδί», που δεν ακολούθησε τους βίαιους δρόμους των Μογγόλων[30][31].

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Religions: Mughal Empire (1500s, 1600s)». BBC. http://www.bbc.co.uk/religion/religions/islam/history/mughalempire_1.shtml. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2015. 
  2. Habib, Irfan (1992). «Akbar and Technology». Social Scientist (20 (9–10)): 3–15. doi:10.2307/3517712. 
  3. «Jalaluddin Muhammad Akbar». History of Indi. http://www.indohistory.com/akbar.html. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2015. 
  4. Sadiq Ali, Muhammad (ed) (1881–3). Abu'l-Fazl ibn Mubarak Akbar-namah. Volume II. Nawal Kishore: Kanpur-Lucknow. 
  5. «"Akbar",». Columbia Encyclopedia. 2008. 
  6. Dimand, Maurice S. (1953). «Mughal Painting under Akbar the Great». The Metropolitan Museum of Art Bulletin (12 (2)): 46–51. 
  7. Subrahmanyam, Sanjay (2005). Mughals and Franks. Oxford: Oxford University Press, σελ. 55. 
  8. Will Durant (7 June 2011). Our Oriental Heritage: The Story of Civilization. Simon and Schuster, σελ. 738–. ISBN 978-1-4516-4668-9. http://books.google.com/books?id=ru4LPyMAxxkC&pg=PT738. Ανακτήθηκε στις 27 August 2012. 
  9. Habib, Irfan (1997). Akbar and His India. New Delhi: Oxford University Press, σελ. 80. ISBN 978-0-19-563791-5. 
  10. Chandra, Satish (2007). History of Medieval India. New Delhi: Orient Longman, σελ. 253. ISBN 978-81-250-3226-7. 
  11. Majumdar, R. C. et al (1961). An Advanced History of India. London, σελ. 153. 
  12. Athar, Ali, M. (2006). Mughal India: Studies in Polity, Ideas, Society and Culture. Oxford: Oxford University Press, σελ. 94. ISBN 978-0-19-569661-5. 
  13. Athar, Ali, M. (2006). Mughal India: Studies in Polity, Ideas, Society and Culture. Oxford: Oxford University Press, σελ. 327–328. ISBN 978-0-19-569661-5. 
  14. Habib, Irfan (1997). Akbar and His India. New Delhi: Oxford University Press, σελ. 81. ISBN 978-0-19-563791-5. 
  15. Sangari, Kumkum (2007). «Akbar: The Name of a Conjuncture». Στο: Grewal, J.S.. The State and Society in Medieval India. New Delhi: Oxford University Press, σελ. 475–501, 497. ISBN 978-0-19-566720-2. 
  16. Sangari, Kumkum (2007), σελ. 475. 
  17. Sangari, Kumkum (2007), σελ. 497. 
  18. Chandra, Satish (2007), σελ. 253. 
  19. Chandra, Satish (2007), σελ. 254. 
  20. Την κατηγορία αυτή εναντίον του διατύπωσε από τη Μέκκα ο Αζίζ Κόκα επιφανής κληρικός και αυλικός του Ακμπάρ. Βλ. Koka, Aziz (1594). King's College Collection, MS 194 στην Cambridge University Library. σ. ff.5b-8b
  21. Chandra, Satish (2007), σελ. 255. 
  22. «Din-i Ilahi». Britannica Online Encyclopedia. 
  23. Roy Choudhury, Makhan Lal (1941). The Din-i-Ilahi, or, The religion of Akbar (3rd έκδοση). New Delhi: Oriental Reprint (δημοσιεύθηκε 1985, 1997). ISBN 81-215-0777-4. 
  24. Majumdar, R. C. et al (1961), σελ. 138. 
  25. Athar, Ali, M. (2006), σελ. 163-164. 
  26. Athar, Ali, M. (2006), σελ. 164. 
  27. Habib, Irfan (1997), σελ. 96. 
  28. Habib, Irfan (1997), σελ. 79. 
  29. Majumdar, R. C. et al (1961), σελ. 170. 
  30. Meenakshi Khanna (2007). Cultural History Of Medieval India. Berghahn Books, σελ. 34–35. ISBN 978-81-87358-30-5. http://books.google.co.in/books?id=ZbKv3zyIFD8C&lpg=PP1&pg=PA24#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 30 June 2013. 
  31. The Imperial and Asiatic Quarterly Review and Oriental and Colonial Record. Oriental Institute. 1900, σελ. 158–161. http://books.google.com/books?id=dskVAAAAYAAJ. Ανακτήθηκε στις 29 June 2013. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Abu'l-Fazl ibn Mubarak (1881–3) Akbar-namah,(ed) Muhammad Sadiq Ali Three Vols, Volume II, Kanpur-Lucknow: Nawal Kishore
  • Ali, M. Athar (2006). Mughal India: Studies in Polity, Ideas, Society and Culture. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-569661-5. 
  • Chandra, Satish (2007). History of Medieval India. New Delhi: Orient Longman. ISBN 978-81-250-3226-7. 
  • Choudhury, Roy and Makhan Lal 1997, The Din-i-Ilahi, or, The religion of Akbar, New Delhi: Oriental.
  • Habib, Irfan (1997). Akbar and His India. New Delhi: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-563791-5. 
  • Koka, Aziz (1594). King's College Collection, MS 194 , Cambridge University Library. ff.5b-8b.
  • Majumdar, R. C. et al, 1961, An Advanced History of India, London.
  • Maurice S. Dimand (1953). "Mughal Painting under Akbar the Great". The Metropolitan Museum of Art Bulletin 12 (2): 46–51.
  • Moosvi, Shireen (2008). People, Taxation and Trade in Mughal India. New Delhi: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-569315-7. 
  • Nath, R. (1982). History of Mughal Architecture. Abhinav Publications. ISBN 978-81-7017-159-1. 
  • Sangari, Kumkum (2007). «Akbar: The Name of a Conjuncture». Στο: Grewal, J.S.. The State and Society in Medieval India. New Delhi: Oxford University Press, σελ. 475–501. ISBN 978-0-19-566720-2. 
  • Sarkar, Jadunath (1984). A History of Jaipur. New Delhi: Orient Longman. ISBN 81-250-0333-9. http://books.google.com/books?id=O0oPIo9TXKcC. 
  • Subrahmanyam, Sanjay 2005, Mughals and Franks, Oxford University Press, ISBN 978-0-19-807717-6

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα